Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστούγεννα ανάποδα


Τὰ Χριστούγεννα Ἀνάποδα


 Ἄλλαξε ὁ Μανωλιὸς κ’ ἔβαλε τὰ ροῦχα του ἀλλιῶς. Ὅλα τὰ ροῦχα, τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ ὑφαντὰ ἔχουν τὴ καλή τους πλευρά, ἔχουν καὶ τὴν ἄλλη, αὐτὴν ποὺ φαίνονται οἱ ραφές, τὰ ξέφτια καὶ οἱ κλωστές, αὐτὴν ποὺ ὀνομάζουμε ἀνάποδη. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ μιὰ ἄλλη παροιμία ποὺ ἔλεγε κάποτε μιὰ γιαγιὰ καθὼς ἄλλαζε ἐσωρουχα στὸ κατοπινὸ λόγιο ἐγγόνι της∙ «Ἄλλάζει ὁ Χριστὸς κι’ ἡ Παναγιὰ καὶ τ’ ἀποφόρια τὰ φορεῖ ὁ ἐγγονός μου». 


Ὁ Μανωλιὸς δηλαδή, ὁ Ἑμμανουὴλ –ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν–. Ὁ Θεὸς καταδέχεται νὰ γεννηθεῖ ἄνθρωπος. Ὁ Ἀχώρητος νὰ χωρέσει σὲ  μήτρα παρθενική. Ὁ Ἁχρονος νὰ χωρίσει τὴν Ἱστορία στὰ δύο. Ὁ Ἄναρχος νὰ ὑπ-άρξει. Ὁ Θεὸς φοράει ὀστᾶ, σάρκα, νεῦρα, αἷμα. Ταπεινώθηκε, ἄραγε; Ταπείνωση. Ὁ ἀχὸς τῆς λέξης δημιουργεῖ ἕναν παράξενο παρετυμολογικὸ συνειρμό. Ἡ τάπα, ἡ κατραπακιὰ ποὺ κλείνει τὴ δίοδο τοῦ ἀέρα ποὺ παίρνουν καὶ φουσκώνουν τὰ μυαλά. Ἡ ταπείνωση κατὰ τοὺς Ἕλληνες Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζεται στολὴ τῆς Θεότητος. Ἡ φορεσιά, τὸ ροῦχο ποὺ στολίζει-σημασιοδοτεῖ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, μήπως καὶ μπορέσουμε νὰ τὸν καταλάβουμε, νὰ τὸν ἐννοήσουμε. Ἡ ταπείνωση δηλαδὴ τὰ Χριστούγεννα, ἡ ἐνανθρώπιση τοῦ Θεοῦ, κ’ ἔπειτα ἡ Βάπτιση, ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ Ἀναμάρτητου. «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε, Ἀληλλούια». Μὰ ὁ Σωκράτης Μάλαμας σὲ λόγια τοῦ Θανἀση Παπακωνσταντίνου τραγουδᾶ:

Στὴ κολυμπήθρα ρίξανε νερὸ ἀλκοολοῦχο


καὶ τ’ ὄνομα ποὺ μοῦ ’δωσαν ἦταν χαμένο ροῦχο.

Χαμένο ροῦχο ἢ ἀλλιῶς χαμένο παρτάλι κι’ ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ Μέγιστος Ἐρωτικός, ὁ πάμπτωχος, ὁ ξένος καὶ ὁ ξενιστής, ὁ χιονιστὴς βορρᾶς, ὁ ἐπετειακὸς Ἕλληνας τεχνίτης τοῦ λόγου καὶ ὑμνητὴς τῶν Χριστουγέννων. Αὐτὸς γνώριζε πὼς νὰ μιλήσει γιὰ τὴν ταπείνωση, ὄχι γιατὶ φοροῦσε φθαρμένα ροῦχα, οὔτε γιατὶ ὅταν τὸν βράβευε ὁ κόσμος αὐτὸς εἶχε ἐξαφανισθεῖ ἀπὸ προσώπου γῆς τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἱστόρησε τὸν Φτωχὸ Ἅγιο, τὸν μπαρμπα-Κόλια τὸν Ἀλιβάνιστο, τὴν θεια-Ἀχτίτσα τὴν Σταχομαζώχτρα, τὸν μπαρμπα-Διόμα, τὸν Μανώλη τὸ Ταπόι, τὸν Γιάννη τοῦ Λέκα, τὴν Σεραϊνὼ τὴν Κουμπίνα, τὴν Γιάνναινα τὴν Χτυπημένη, τὴν Ἀγγελικούλα τοῦ Νικόλα τοῦ Μπούκη, τὸν Κῶτσο τὸν Μοῦλο, τὸν Ἀποστόλη τὸν Κακόμη, τὸν Γιωργὴ τῆς Μπούρμπαινας, τὸν μπαρμπα-Γιαννιὸ τὸν Ἔρωντα. Αὐτὸς ὁ περιούσιος Παπαδιαμάντης κράτησε τὸν πόνο στὸ σωστό του τὸ ὕψος, μᾶς ὑπενθυμίζει ἰσοκρατώντας ὁ Νίκος Καροῦζος, αὐτὸς λοιπὸν ὁ Μεγαλέξαντρος ποὺ μὲ δυὸ τρία γραΐδια τοῦ χωριοῦ του ἀχρήστευσε τὸν Φρόυντ κατὰ τὸν Γιάννη Τσαρούχη, διακήρυξε τὸ Πρόσωπο καὶ τὸ Συγκεκριμένο στὶς ἐποχὲς τῆς ἀπολυταρχικῆς γενίκευσης καὶ τῆς ἀοριστίας, «ἀγνοώντας τὸν αἰώνα τῆς καλπάζουσας ἐξυπνάδας, ὁ ἀνέσπερος!» Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ἔδειξε στὴν τότε πόλη τῶν Ἀθηνῶν, τὴν πόλη τῆς δουλοπαροικίας καὶ τῶν πλουτοκρατῶν, ποὺ μόλις εἴχε περάσει ἀπὸ Ὀλυμπιακοὺς Ἀγῶνες καὶ χρεοκοπία καὶ συνεχίζει βέβαια νὰ μᾶς τοὺς προβάλει μὲ τὴν ἴδια ἐπίκαιρη ἔνταση στὴ σημερινὴ ἑλληνικὴ μᾶλλον ἐπικράτεια. Αὑτὸ λοιπὸν τὸ χαμένο παρταλικὸ, τὸ λερωμένο πανωφόρι, ὁ φθαρμένος ἐπενδύτης, ἔντυσε τὸν μπαρμπα–Γιαννιὸ τὸν Ἔρωντα μὲ λευκὸ σεντόνι ἐκείνα τὰ Χριστοῦγεννα τοῦ 18.. γιὰ νὰ μὴν παρουσιασθεῖ γυμνὸς ἐνώπιον τοῦ Κριτοῦ, τοῦ Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν, τοῦ Τρισαγίου.

Ἠ Ταπείνωση, δηλαδὴ ἡ Σταύρωση κ’ ἔπειτα ἡ Ἀνάσταση. Ἡ παραδοχὴ τῆς θλίψης στὴ ζωή μας, μὲ τὴν ἐν ταυτῷ ἐλπίδα ποὺ δίνει ὁ προσηλωθεῖς στὸν Σταυρὸ Θεάνθρωπος, ὁ ἠττημένος Θεὸς ποὺ νίκησε τὸν κόσμο. «Ἐν τ κόσμ θλίψην ἔξετε ἀλλὰ θαρσεῖτε ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».

Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ συγκεκριμένα πρόσωπα ποὺ μνημονεύσαμε παραπάνω κατ’ ὄνομα, οἱ τεθλιμμένοι ἐργάτες τῆς ὀδύνης καὶ ἐραστὲς τῆς πραγματικότητας καὶ τόσοι ἄλλοι ἀνώνυμοι ἀγωνιστὲς ποὺ φόρεσαν τὴν Στολὴ τῆς Πίστης, στολίστηκαν τὸν πόνο λευκὸ χιόνι ἢ «σὰ φανελάκι καλοκαιρινό», γιὰ νὰ ἐπανέλθω στὸν περὶ ρούχου συλλογισμό, πέρα λοιπὸν ἀπὸ τοὺς Λευκοφόρους ἁγίους καὶ τὰ Λευκοφορεμένα ἄγρίμια ὅπως τοὺς ἀποκαλεῖ ὁ Ἑλύτης, ἡ κυρα-Παράδοση ἀναστενάζει καὶ γιὰ τοὺς μαυροφορεμένους:


«Βαρύτερα ἀπ’ τὰ σίδερα εἶναι τὰ μαῦρα ροῦχα,


γιατὶ τὰ φόρεσα κ’ ἐγὼ γιὰ μιὰν ἀγάπη πού ’χα…»,


καὶ χορεύουν οἱ κοινότητες χοροὺς κυκλωτικοὺς σὲ γάμους, σὲ βαφτίσια, σὲ κηδεῖες –γύρω γύρω ὅλοι καὶ στὴ μέση ὁ Μανώλης–. Ἔτσι ἂς κυλᾶ ὁ Χρόνος στὴ ζωή μας, ὁ κάθε νέος Ἐνιαυτός, ὁ ἑνιαύσιος Γύρος, κι’ ὅχι ὁ χάππυ νιοῦ Γύαρ μᾶλλον, ἀλλὰ Γύρω-Γύρω ὅλοι καὶ στὴ μέση ὁ Ἐμμανουήλ, τὸ παιδίον νεόν, κ’ ἐμεῖς ἂς παίξουμε μαζί του.


Ἂς ντυθοῦμε τὰ Χριστούγεννα ἢ ἂς τὰ φορέσουμε ἀνάποδα, ἀπ’ τὴν ἀνάποδη πλευρά, ἀπ’ αὐτὴν ποὺ δὲν δείχνουν οἱ ὅσες βιτρίνες ἀπόμειναν πιὰ καὶ δὲν «ἐνοικιάζονται». Ἀπ’ τὴν πλευρὰ ποὺ δὲν φωτίζουν τὰ ρυθμικὰ λαμπάκια, ἀπ’ τὴν μεριὰ ποὺ δὲν καταδέχεται τὰ ψυχοπαθολογικὰ μηνύματα τῶν παραμυθιῶν, τὰ τηλεγκουρμὲ κορεσμένα βούτυρα καὶ τὴ φασίζουσα τηλετρομοκρατία. Ἂς φορέσουμε τὰ Χριστούγεννα ἀπ’ ἐκείνη τὴν πλευρὰ ποὺ τὸ ὕφασμα δείχνει τὴν τραχιά, τὴν ταπεινὴ ὑφή του, ποὺ γίνεται ὄμως δεκτικότερο καὶ ἀπορροφητικότερο τῆς δωρεὰν Χάριτος.


Ἀλλάζει ὁ Χριστὸς κι ἡ Παναγιὰ καὶ τ’ ἀποφόρια ἂς φορέσουμε, ὅπως ὁ προφήτ’ Ἡλίας πέταξε τὸ πανωφόρι του στὸν Ἐλισσαῖο καὶ θαυματουργοῦσε ὁ μαθητής εἰς διπλοῦν, ὅπως ἡ τελευταία φανέλα τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου ποὺ καθὼς τὸν ἄλλαζαν στὸ νεκρικὸ κρεβάτι, ἀκουμπώντας την ὁ διπλανὸς ἀσθενὴς στὸ δωμάτιο τοῦ Ἀρεταίειου Νοσοκομείου στὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου, βρῆκε τὴν ὑγειά του, νὰ βροῦμε κ’ ἐμεῖς, οἱ κατὰ φαντασίαν ὑγιεῖς στὶς αρχὲς τοῦ 21ου, τὴν ἴαση. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου