Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Θες να παντρευτείς; Διώξε τάχιστα τους χρονοβόρους σκύλους, πάρε την ευχή της γιαγιάς και...



Περιστεράκι μου
θες  να παντρευτείς; 

Διώξε τάχιστα  τους χρονοβόρους σκύλους,
πάρε την ευχή της γιαγιάς, και προχώρα!

και...αλλάζοντας, ελαφρώς, θέμα...
δες οπωσδήποτε τούτες τις μέρες στη μεγάλη οθόνη 
την καθηλωτική (αυτοβιογραφική) ταινία με τίτλο:

Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ!

(Warning, warning!-οφείλω να το πω-
Αυστηρώς ακατάλληλη για παιδιά κάτω των 18
και για παρθένους παπάδες!)

Ευανθία η Σαλογραία


Κυριακή, 15 Απριλίου 2018

Διδαχή για την Κυριακή του Αντίπασχα για το Χριστιανισμό -Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ

Αποτέλεσμα εικόνας για η ψηλάφηση του Θωμά

Διδαχή για την Κυριακή του Αντίπασχα (Κυριακή του Θωμά) για το Χριστιανισμό -Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ


«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29)
«ΜΑΚΑΡΙΟΙ είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Αυτά τα λόγια είπε ο Κύριος στον πιστό μαθητή Του, που αρνήθηκε να πιστέψει στην ανάστασή Του, όταν οι αδελφοί του, οι απόστολοι, του τη γνωστοποίησαν. Αυτά τα Λόγια είπε ο Κύριος στον μαθητή Του, που είχε δηλώσει ότι δεν θα πίστευε στην ανάστασή Του, ώσπου να βεβαιωνόταν με τις αισθήσεις του γι’ αυτό το τόσο θαυμαστό και τόσο σημαντικό για ολόκληρη την ανθρωπότητα γεγονός.«Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας!» (Ιω. 20, 25), έλεγαν με χαρά στον άγιο Θωμά οι άλλοι απόστολοι, στους οποίους εμφανίστηκε ο Κύριος την ημέρα της αναστάσεώς Του, όταν βράδιασε. Οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι σ’ ένα σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους, που μόλις είχαν διαπράξει τη θεοκτονία κι έπαιρναν ήδη μέτρα εναντίον της προαναγγελμένης αναστάσεως του Ιησού (Βλ. Ιω. 20, 19). Ο Κύριος είχε μπει στο σπίτι χωρίς ν’ ανοίξει τις πόρτες.
Ο Θωμάς, λοιπόν, αποκρίθηκε στους αδελφούς του με αμηχανία: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά Του, δεν θα πιστέψω» (Ιω. 20, 25). Με τα λόγια αυτά δεν εκφράστηκε απιστία, που είναι εναντίωση στον Θεό. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε μια άφατη χαρά. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε η απορία μιας ψυχής μπροστά στο μεγαλείο ενός γεγονότος που υπερβαίνει την ανθρώπινη νόηση, ενός γεγονότος που άλλαξε την κατάσταση της ανθρωπότητας.
Ο πανάγαθος Κύριος δεν άργησε να δώσει στον μαθητή Του την επιβεβαίωση που τόσο ποθούσε. Μία εβδομάδα μετά την πρώτη εμφάνισή Του στους αποστόλους, εμφανίστηκε πάλι σ’ αυτούς εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι. Μαζί τους βρισκόταν τώρα κι ο Θωμάς. Ξαφνικά, λοιπόν, μολονότι οι πόρτες ήταν κι αυτή τη φορά κλειδωμένες, είδαν τον Κύριο να παρουσιάζεται και να στέκεται ανάμεσά τους. «Ειρήνη σ’ εσάς» (Ιω. 20, 26), τους είπε. Έπειτα γυρίζει στον Θωμά και του λέει: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου. Φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις· πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). Έτσι ο Κύριος έδειξε ότι, ως «πανταχού παρών», βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στους μαθητές Του, και τότε που ο Θωμάς, θεωρώντας Τον απόντα, είχε αμφισβητήσει την ανάστασή Του. Ο Θωμάς ήθελε να βεβαιωθεί για την ανάσταση του Χριστού. Αλλά τώρα, παίρνοντας μιαν ασύγκριτα ανώτερη διαβεβαίωση, δεν χρειάζεται την επιβεβαίωση της αναστάσεως. «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28), αναφωνεί. Σαν να έλεγε: “Αφού βεβαιώθηκα για τη θεότητά Σου, δεν ζητώ να διαπιστώσω την ανάστασή Σου. Σ’ Εσένα, τον παντοδύναμο Θεό, είναι όλα δυνατά, ακόμα κι εκείνα που υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη”.
Απαντώντας στην ομολογία του αποστόλου, ο Κύριος μακάρισε εκείνους που πιστεύουν χωρίς να Τον έχουν δει. Μακάρισε κι εμάς ο Κύριος μαζί μ’ όλους όσοι δεν Τον είδαν με τα σωματικά τους μάτια. Μακάρισε κι εμάς, που βρισκόμαστε τόσο μακριά Του χρονικά και τοπικά. Μας μακάρισε τότε που στεκόταν ανάμεσα στους άγιους αποστόλους Του με την ανθρώπινη φύση που την είχε προσλάβει, την είχε προσφέρει θυσία για την ανθρωπότητα και, τελικά, την είχε δοξάσει, ανασταίνοντάς την. Δεν ξέχασε ο Κύριος κι εμάς, όσους βρισκόμαστε εδώ, στον Ιερό ναό Του, αναπολώντας το γεγονός, από το οποίο μας χωρίζουν δεκαοκτώ αιώνες. Μακάριοι κι εμείς, που δεν Τον είδαμε, αλλά πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Μακάριοι όσοι από μας πιστεύουν σ’ Αυτόν.
Η ουσία βρίσκεται στην πίστη. Αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό και τον κάνει παιδί του Θεού. Αυτή θα παρουσιάσει τον άνθρωπο στον Θεό. Αυτή, την τελευταία ημέρα της ζωής του πρόσκαιρου τούτου κόσμου και κατά την απαρχή της αιώνιας ημέρας, θα βάλει τον άνθρωπο στα δεξιά του θρόνου του Θεού, για ν’ ατενίζει αιώνια τον Θεό, για να ευφραίνεται αιώνια με τον Θεό, για να βασιλεύει αιώνια μαζί με τον Θεό.
«Μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Μ’ αυτά τα λόγια ο Κύριος συνένωσε τους πιστούς όλης της γης και όλων των εποχών με τους αποστόλους. Το ίδιο είχε κάνει, όταν προσευχήθηκε στον Πατέρα Του, λίγο πριν οδηγηθεί στα παθήματα και τον θάνατο για τη σωτηρία μας. «Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς (δηλαδή τους αποστόλους)», είχε πει τότε, «αλλά και για εκείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα» (Ιω. 17,20). Έτσι κι εδώ, λοιπόν, κάνει μετόχους του μακαρισμού των αποστόλων όλους τους πιστούς, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. «Μακάρια είναι τα μάτια σας», είχε πει στους μαθητές Του σε μιαν άλλη περίσταση, «γιατί βλέπουν, και τ’ αυτιά σας γιατί ακούνε! Σας βεβαιώνω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι» της Παλαιάς Διαθήκης «επιθύμησαν να δουν και ν’ ακούσουν αυτά που βλέπετε και ακούτε εσείς, αλλά δεν τα είδαν και δεν τα άκουσαν» (Ματθ. 13, 16-17).
Οι μακάριοι αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου μας παρέδωσαν με ακρίβεια ό,τι είδαν και άκουσαν (Βλ. Λουκ. 1,3, Α’ Ιω. 1, 1-3), όταν, όπως λέει ένας απ’ αυτούς, «ο Λόγος έγινε άνθρωπος, κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας, και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα, και ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια για μας» (Ιω. 1, 14). Η σαφής αφήγηση των αποστόλων μας κάνει νοερούς θεατές των γεγονότων, των οποίων εκείνοι υπήρξαν αυτόπτες.
Μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας βρισκόμαστε σε διαρκή κοινωνία με τον Κύριο. Η ζωντανή πίστη κάνει τον Θεό, που είναι αόρατος με τα μάτια του σώματος, ορατό με το μάτι της ψυχής, τον νου (Πρβλ. Εβρ. 11, 27). Μυστικά μας αποκαλύπτει τον Κύριο η ζωή η σύμφωνη με τις εντολές ΤουΌταν οι “μαθητές” του Κυρίου, δηλαδή οι ιδέες που έχει προσλάβει ο νους από το Ευαγγέλιο, συγκεντρωθούν στο “υπερώο”, δηλαδή στην καρδιά και κλειδώσουν τις πόρτες της για να μην εισχωρήσουν εκεί οι “Ιουδαίοι”, δηλαδή οι λογισμοί που εναντιώνονται στον Κύριο και την πανάγια διδασκαλία Του, τότε Εκείνος εμφανίζεται πνευματικά εκεί, στον εσωτερικό άνθρωπο.
Εφόσον εξομοιωνόμαστε με τους αγίους αποστόλους, τολμούμε να ισχυριστούμε πως είμαστε πιο μακάριοι από τους δικαίους της Παλαιάς ΔιαθήκηςΕκείνοι πίστευαν σε Λυτρωτή που θα ερχόταν εμείς πιστεύουμε στον Λυτρωτή που ήρθε και πραγματοποίησε τη λύτρωση. Σ’ εκείνους είχε δοθεί η υπόσχεση των δωρεών της χάριτος· σ’ εμάς έχουν δοθεί άφθονες οι ίδιες οι δωρεές, από τις οποίες ωφελούμαστε ανάλογα με την προαίρεσή μας. Ο Δωρητής είναι απείρως πλούσιος και απείρως ελεήμων. Αν αισθανόμαστε έλλειψη των δωρεών Του, υπαίτιοι γι’ αυτό είμαστε εμείς, μόνο εμείς. Δεν τις αισθανόμαστε, επειδή έχουμε αδύναμη πίστη, ή μάλλον -θα το πω απροκάλυπτα— επειδή δεν έχουμε πίστη.
Γιατί δεν έχουμε πίστη; Επειδή δεν καταβάλαμε, δεν θελήσαμε να καταβάλουμε κανέναν κόπο για να διδαχθούμε τον Χριστιανισμό, ώστε ν’ αποκτήσουμε την πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος (Βλ. Ρωμ. 10, 17) και την πίστη από την εκτέλεση των έργων της αρετής (Βλ. Ιω. 2, 18). Η πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος παρέχει τη θεωρητική γνώση του Χριστιανισμού, ενώ η πίστη από τα έργα παρέχει την πρακτική γνώση του ΧριστιανισμούΟ χριστιανός που επιθυμεί με ειλικρίνεια να γνωρίσει βαθύτερα τον Θεό, οδηγείται απ’ αυτές τις δύο γνώσεις, οδηγείται από τον ίδιο τον Θεό, στη μυστική και ουσιαστική γνώση, την πνευματική. Η πνευματική γνώση είναι πάντα συνυφασμένη με τη ζωή της πίστεως. «Εκείνος που κατέχει τις εντολές μου και τις εκτελεί», είπε ο Κύριος, «αυτός με αγαπά· κι αυτός που με αγαπά, θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21).
Τον Χριστιανισμό μπορούμε να τον παρομοιάσουμε μ’ ένα θαυμάσιο και μεγάλο λιμάνι, στο οποίο μπορούν ελεύθερα να πιάσουν πλοία όλων των τύπων και όλων των μεγεθών. Σ’ αυτό το λιμάνι βρίσκουν καταφύγιο και μια ταπεινή ψαρόβαρκα κι ένα τεράστιο φορτηγό πλοίο γεμάτο εμπορεύματα κι ένα γιγάντιο θωρηκτό οπλισμένο με πολυάριθμα μέσα καταστροφής και μια πολυτελής βασιλική θαλαμηγός προορισμένη για ταξίδια αναψυχής. Ο Χριστιανισμός δέχεται τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε ηλικία και σε οποιαδήποτε κατάσταση, με οποιαδήποτε μόρφωση και με οποιεσδήποτε ικανότητες· τον δέχεται και τον σώζει. «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου…, θα βρεις τη σωτηρία. Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, και όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία» (Ρωμ. 10, 9-10). Όποιος δεχθεί τον Χριστιανισμό και ενταχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία —γιατί μόνο σ’ αυτήν διαφυλάσσεται ο αληθινός Χριστιανισμός—, θα σωθεί.
Σε κάθε εξαγορά εκείνο που έχει σημασία είναι το τίμημά της. Το τίμημα, με το οποίο όλοι οι άνθρωποι λυτρώνονται από την αμαρτία, είναι ο Χριστός. Αυτό το τίμημα καταβάλλεται χωρίς διακρίσεις και χωρίς μεροληψίες για όλους όσοι θέλουν να λυτρωθούν, για όλους όσοι πιστεύουν στην αξία της λυτρώσεως και την ομολογούν. Η ομολογία της αξίας της λυτρώσεως είναι συγχρόνως απόρριψη κάθε δικής μας αξίας. Το τίμημα της λυτρώσεως καταβάλλεται με την προϋπόθεση της αυταπαρνήσεως.
Ένας απλοϊκός άνθρωπος, που δεν έχει καμιά κοσμική παιδεία, σώζεται διά του Χριστιανισμού όπως ένας μορφωμένος και σοφός. Ο Χριστιανισμός, ως δωρεά του υπερτέλειου Θεού, τους ικανοποιεί όλους πλήρως. Ο απλοϊκός και απαίδευτος άνθρωπος που θα πιστέψει με ειλικρίνεια, αναπληρώνει με τον τρόπο αυτόν την απαιδευσία του, ενώ ο σοφός που θα έρθει στον Χριστιανισμό χωρίς έπαρση και νομικιστικό πνεύμα, θα βρει σ’ αυτόν απύθμενο βάθος και άφθαρτο ύψος σοφίας.
Στον Χριστιανισμό υπάρχουν η αληθινή θεολογία και η γνήσια ψυχολογία. Μόνο ο χριστιανός μπορεί ν’ αποκτήσει την ορθή γνώση για τον άνθρωπο, για τα αγαθά και τα πονηρά πνεύματα, για τον αόρατο στα σωματικά μάτια κόσμο. Με τον φωτισμό που παρέχει ο Χριστιανισμός, ο άνθρωπος κατανοεί τη θέση του Θεού για την κοσμική σοφία: «Ό,τι ο κόσμος αυτός θεωρεί σοφία, είναι μωρία στα μάτια του Θεού… Ξέρει ο Κύριος πως οι σκέψεις των σοφών τίποτα δεν αξίζουν» (Α’ Κορ. 3, 19-20). Αυτές οι σκέψεις, που αναφέρονται μόνο στα πρόσκαιρα και μάταια, οδηγούν στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια, στην αυταπάτη και την πλάνη, στην απορρόφηση από τις εγκόσμιες μέριμνες, στην αμαρτωλή ζωή, στη λήθη και την άρνηση του Θεού και της αιωνιότητας. Όταν ο νους του ανθρώπου που δεν έχει καταυγαστεί από το φως του Χριστού, αποτολμά ν’ ασχοληθεί με την εξέταση πνευματικών θεμάτων, τότε πλανιέται σαν σε απέραντη και σκοτεινή έρημο. Έτσι, αποκομίζει, αντί για αληθινές γνώσεις, τις οποίες δεν έχει καμιά δυνατότητα ν’ αποκτήσει, ιδεολογήματα και φαντασιοκοπήματα. Αυτά τα ντύνει μ’ έναν πολύπλοκο και δυσνόητο λόγο, με τον οποίο ξεγελά και τον εαυτό του και τους άλλους, αναγνωρίζοντας σοφία εκεί όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, πρέπει ν’ αναγνωρίσει κανείς παράνοια.
Περίεργη είναι η τυφλότητα και ακατανόητη η σκληρότητα των συγχρόνων του Χριστού, οι οποίοι, μολονότι άκουγαν την πανάγια διδασκαλία Του και έβλεπαν τα εκπληκτικά θαύματά Του, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν. Επτά αιώνες πριν, ανεβασμένος, θαρρείς, στην κορυφή ενός μακρινού βουνού και κατάπληκτος από τη θέα της ανθρώπινης αναισθησίας, ο προφήτης Ησαΐας κραύγαζε στο πολυάριθμο πλήθος των ζωντανών νεκρών: «Θ’ ακούσετε με τ’ αυτιά, μα δεν θα καταλάβετε· θα δείτε με τα μάτια, μα δεν θ’ αντιληφθείτε» (Ησ.6, 9).
Το ίδιο περίεργη είναι και η σημερινή απιστία πολλών ανθρώπων στον Χριστιανισμό, που λάμπει με τις ακτίνες της ολοκάθαρης αλήθειας του. Αλλά η Γραφή αιτιολογεί την απιστία τους: «Γιατί έγινε αναίσθητη η καρδιά αυτού του λαού» (Ησ. 6, 10), έγινε σκληρή από τη σαρκική ζωή, έγινε τυφλή και κουφή, έγινε νεκρή για καθετί το πνευματικό, το αιώνιο, το θείο.
Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού δείχνει με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα την αλήθεια του. Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού εδραιώνει στην ψυχή την πεποίθηση για την ύπαρξη όλων των αοράτων που κηρύσσονται απ’ αυτόν, πεποίθηση πολύ ισχυρότερη από τη γνώση της υπάρξεως των ορατών, που παρέχεται από τις αισθήσεις. Η αξιοπιστία και η δύναμη αυτής της πεποιθήσεως αποδεικνύονται από το ότι εκατομμύρια άνθρωποι άφησαν τα ορατά για ν’ αποκτήσουν τα αόρατα, περιφρονώντας τα βασανιστήρια, με τα οποία η άλογη κακότητα προσπαθούσε να τους κερδίσει, και επισφραγίζοντας την πίστη τους με το αίμα του μαρτυρίου.
Ακόμα και μια επιφανειακή ματιά στην εμφάνιση, τη στερέωση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού μας προκαλεί έκπληξη, αλλά και μας πείθει ότι αυτός δεν προέρχεται από ανθρώπους· προέρχεται από τον Θεό. Ο Κύριος, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ευδόκησε να φανερωθεί στη γη όχι ένδοξος, λαμπρός και μεγαλειώδης, αλλά άδοξος, ασήμαντος και ταπεινός. Ως άνθρωπος προερχόταν από βασιλική γενιά (βλ. Ματθ. 1, 1-17. Αποκ. 22, 16). Αλλά η γενιά αυτή είχε από καιρό ξεπέσει. Χάνοντας τον βασιλικό θρόνο και την ηγεμονική αξία, είχε μετοικήσει από τα μεγαλόπρεπα ανάκτορα σε φτωχικές καλύβες και είχε εξομοιωθεί με τους απλούς ανθρώπους του λαού, που κέρδιζαν το ψωμί τους με τον κόπο των χεριών τους. Μην έχοντας πάρει τίποτε από την ανθρώπινη δόξα και δύναμη, ο Θεάνθρωπος δεν πήρε τίποτε και από την ανθρώπινη σοφία. Δεν είχε σπουδάσει (Βλ. Ιω. 7, 15). Όταν άρχισε να κηρύσσει, σε ηλικία τριάντα χρονών, διάλεξε δώδεκα μαθητές από την τάξη στην οποία ανήκε και ο Ίδιος (Βλ. Μαρκ. 3, 13-19). Οι μαθητές, με τα κριτήρια της πεσμένης φύσεως, ήταν επίσης «αγράμματοι και απλοϊκοί» (Πράξ. 4, 13). Τέτοια, λοιπόν, ήταν τα πρόσωπα που θα γίνονταν οι θεμελιωτές του Χριστιανισμού.
Τι παραγγέλλει και τι προαναγγέλλει αυτός ο άσημος Διδάσκαλος σ’ αυτούς τους άσημους μαθητές Του; Τους παραγγέλνει να Τον αναγνωρίσουν ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, να το κηρύξουν αυτό σ’ όλον τον κόσμο και να οδηγήσουν όλη την ανθρωπότητα στην υπηρεσία και την προσκύνησή Του, καταλύοντας τις άλλες θρησκείες. Τους παραγγέλλει ν’ απαρνηθούν τις επίγειες απολαύσεις, ν’ απαρνηθούν τον ίδιο τους τον εαυτό για την πίστη σ’ Αυτόν και την ένωση μ’ Αυτόν. Προαναγγέλλει ότι ο Ίδιος θα καταδικαστεί στον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο των κακούργων και τότε θα τους ελκύσει όλους κοντά Του. Τους προειδοποιεί ότι θα μισηθούν, θα καταδιωχθούν, θα θανατωθούν, αλλά και ότι με τη διδαχή τους θα σαγηνεύσουν την ανθρωπότητα. Σταλμένοι «σαν πρόβατα ανάμεσα στους λύκους» (Ματθ. 10, 16), αυτοί, τα πρόβατα, θα καταβάλουν τους λύκους, τους ισχυρούς και τους σοφούς της γης.
Σύμφωνα με τη λογική του κόσμου, ο Χριστιανισμός δεν μπορούσε να επιβιώσει. Η πρόθεση του Θεμελιωτή του ήταν ένα ουτοπικό όνειρο της φαντασίας και της φιλοδοξίας Του. Τα μέσα για την πραγματοποίησή του ήταν ασήμαντα, παράδοξα, αστεία. Το όλο εγχείρημα φαινόταν εξαρχής παράλογο, επιπόλαιο, καταδικασμένο σε αποτυχία. Τρία μόνο χρόνια δίδαξε ο Διδάσκαλος τους μαθητές Του. Δεν φρόντισε ούτε λίγα γράμματα να τους μάθει, ώστε να διαβάζουν τουλάχιστον τη Γραφή, ούτε τη συντήρησή τους να εξασφαλίσει. Απεναντίας, μάλιστα, τους έδωσε την εντολή της ακτημοσύνης (Βλ. Ματθ. 10, 9-10) και τους υποσχέθηκε πως η θεία πρόνοια θα τους έδινε όλα όσα χρειάζονταν για την πρόσκαιρη επίγεια ζωή (Βλ. Ματθ. 6, 25-34).
Ανεξήγητη, λοιπόν, από την ανθρώπινη λογική είναι η ίδια η ίδρυση του Χριστιανισμού. Εξίσου ανεξήγητα, όμως, είναι και τα γεγονότα που ακολούθησαν την ίδρυσή του τόσο στα Ιεροσόλυμα όσο, στη συνέχεια, και σ’ ολόκληρη την οικουμένη.
Ο Θεάνθρωπος καρφώθηκε στον Σταυρό. Η καταδίκη σε σταυρικό θάνατο ήταν εκείνη την εποχή ό,τι είναι σήμερα η καταδίκη σε απαγχονισμό. Στο ικρίωμα ανεβάζουν τους ποινικούς εγκληματίες που θέλουν να τους ατιμάσουν ακόμα και με τον τρόπο της εκτελέσεώς τους. Καρφωμένος, λοιπόν, στον Σταυρό, γυμνός και εξευτελισμένος, ο Θεάνθρωπος άρχισε ήδη να κατακτά την ανθρωπότητα, όπως το είχε προαναγγείλει: «Όταν εγώ θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου» (Ιω. 12, 32). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο σταυρωμένος σαν κι Αυτόν ληστής Τον ομολόγησε Κύριο (Βλ. Λουκ. 23, 42). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που Τον φρουρούσε, Τον ομολόγησε Υιό του Θεού (Βλ. Μάρκ. 15, 39).
Δέκα μέρες μετά την ανάληψη του Κυρίου στον ουρανό, ήρθε το Άγιο Πνεύμα στους αποστόλους και τους φώτισε (Βλ. Πράξ. 2, 1 κ.ε.), δίνοντάς τους σοφία και ικανότητες θαυμαστές: Εκείνοι που δεν μιλούσαν σωστά ούτε στη δική τους γλώσσα, όντας αγράμματοι, άρχισαν τώρα να μιλούν άπταιστα σε διάφορες γλώσσες, άρχισαν να ερμηνεύουν ορθά τις Γραφές που ποτέ δεν τις είχαν διαβάσει, άρχισαν να επιτελούν εξαίσια θαύματα. Τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, που το αποτελούσαν ιερείς, γραμματείς, πρεσβύτεροι και άλλοι επιφανείς Ιουδαίοι, άνθρωποι μορφωμένοι και σεβαστοί, επειδή θορυβήθηκαν απ’ όλα αυτά, κάλεσαν τους απλοϊκούς, όπως τους θεωρούσαν, αποστόλους και τους ανέκριναν, για να πάρουν απαντήσεις αποστομωτικές και ν’ ακούσουν κήρυγμα πρωτάκουστο. Μη βρίσκοντας λόγια ν’ αντιπαραθέσουν στην αλήθεια, κατέφυγαν σε απειλές (Βλ. Πράξ. 4, 17, 21) και ξυλοδαρμούς (Βλ. Πράξ. 5, 40), σε φυλακίσεις (Βλ. Πράξ. 12, 1-3) και λιθοβολισμούς (Βλ. Πράξ. 7, 54-60), δείχνοντας έτσι την αδυναμία τους και τη δύναμη των αντιπάλων τους.
Μετά το Συνέδριο και ο βασιλιάς Ηρώδης άρχισε να κατατρέχει τους αποστόλους, αποκεφαλίζοντας μάλιστα έναν απ’ αυτούς (Βλ. Πράξ. 12, 1-3). Ο διωγμός που ξέσπασε στα Ιεροσόλυμα, ανάγκασε πολλούς μαθητές του Χριστού να φύγουν (Βλ. Πράξ. 11, 19). Διασκορπίστηκαν στην οικουμένη κι έριξαν παντού τους σπόρους του Χριστιανισμού, τους οποίους πότισαν με το ίδιο τους το αίμα.
Μέσα σε είκοσι χρόνια ο Χριστιανισμός είχε αγκαλιάσει όλον τον γνωστό τότε κόσμο. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι χριστιανοί είχαν αυξηθεί τόσο, που, στον καιρό του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117), βρέθηκε στην Ανατολή ένα στρατιωτικό σώμα του οποίου και οι έντεκα χιλιάδες άνδρες ήταν χριστιανοί. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε πρώτα να εξοριστούν στην Αρμενία και μετά να θανατωθούν. Δέκα χιλιάδες σταυρώθηκαν σ’ έναν ερημικό τόπο, κοντά στο βουνό Αραράτ. Οι υπόλοιποι χίλιοι εκτελέστηκαν με διάφορους άλλους τρόπους. Ο Ρωμύλος, χριστιανός αξιωματούχος του παλατιού, που διαμαρτυρήθηκε για την απάνθρωπη αλλά και άκριτη αυτή εξολόθρευση ολόκληρου στρατεύματος, αφού, με εντολή του Τραϊανού, ξυλοκοπήθηκε άγρια, αποκεφαλίστηκε.
Τον Τραϊανό μιμήθηκαν κι άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, κυρίαρχοι τότε της οικουμένης, οι οποίοι έτρεφαν άσβεστο μίσος εναντίον των χριστιανών. Ούτε οι Κέλτες και οι Μαρκομάνοι, ούτε ο Αττίλας και ο Γκιζέριχος εξόντωσαν τόσα πλήθη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσα οι διώκτες των χριστιανών αυτοκράτορες.
Τρεις αιώνες κράτησε ο αιματηρός αγώνας ανάμεσα στους λύκους και τα πρόβατα. Οι λύκοι χρησιμοποιούσαν το σπαθί, τη φωτιά, τα θηρία, τις σκοτεινές φυλακές, όλα τα μέσα βασανιστηρίων και φόνων. Τα πρόβατα αγωνίζονταν με τη δύναμη της πίστεως, τη δύναμη του Πνεύματος, τη δύναμη του Θεού, υπομένοντας ως το τέλος τις πιο φρικτές κακοποιήσεις και πεθαίνοντας γενναία για τον Κύριο. Με νίκη τους έληξε αυτός ο παράδοξος πόλεμος των τριών αιώνων.
Στην αρχή του τέταρτου αιώνα η χριστιανική πίστη είχε κυριαρχήσει στον κόσμο. Μπροστά στη διδαχή των αγράμματων ψαράδων υποκλίθηκαν τόσο οι ισχυροί όσο και οι σοφοί της γης, όπως και όλοι οι λαοί της. Ο σταυρός, όργανο ως τότε ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου, έγινε σημείο μέγιστης τιμής: Στολίζει τα κεφάλια και τα στήθη βασιλέων και αρχιερέων, υψώνεται στους ναούς του αληθινού Θεού, αποτελεί το σημάδι κάθε αληθινού χριστιανού, το σημάδι της πίστεως, της ελπίδας, της αγάπης τουΠοιος δεν βλέπει το θείο θέλημα, τη θεία δύναμη και τη θεία ενέργεια, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και τις ανθρώπινες δυνατότητες, πίσω από την εμφάνιση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού;Πραγματοποιήθηκε κάτι το υπερφυσικό, πραγματοποιήθηκε ένα έργο θεϊκό.
Αυτά τα συμπεράσματα βγάζουμε με μια γρήγορη ματιά στην ιστορία του Χριστιανισμού. Η λεπτομερής σπουδή του διαμορφώνει μέσα μας πιο σαφή πεποίθηση για τη θεϊκή του προέλευση. Αυτή η πεποίθηση, πάντως, ολοκληρώνεται και εδραιώνεται στην ψυχή μας, όταν ζούμε σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές, καθώς βεβαιώνει και ο προφήτης: «Από τις εντολές Σου κατάλαβα…» (Ψαλμ. 118, 104). Η πεποίθηση που γεννιέται και ενεργεί άμεσα στην ψυχή από την τήρηση των εντολών, είναι ισχυρότερη από κάθε εξωτερικό πειστήριο. Οι ευαγγελικές εντολές ειρηνεύουν, ζωογονούν, ενισχύουν την ψυχή. Όποιος αισθάνθηκε την ενέργειά τους, απέκτησε ζωντανή πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη που εκδηλώνεται μπροστά Του με την ξεκάθαρη και αποφασιστική ομολογία: «Εσύ κατέχεις τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή. Κι εμείς έχουμε πιστέψει κι έχουμε καταλάβει πως Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του αληθινού Θεού» (Ιω. 6, 68-69).
«Φέρε το δάχτυλό σου εδώ», λέει ο Σωτήρας στον μαθητή με την ασταθή πίστη, στον μαθητή που στεκόταν άφωνος από την αμηχανία μπροστά στο μεγαλείο των έργων του Θεού. «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ… Φέρε και το χέρι σου… Μην αμφιβάλλεις- πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). «Ψηλαφήστε με και δείτε» (Λουκ. 24, 39). Ψηλαφήστε με, εφαρμόζοντας τις εντολές μου. Ψηλαφήστε με, ζώντας σύμφωνα με το θέλημά μου. Ψηλαφήστε με έτσι, και θα δείτε εμένα, τον Αόρατο· θα με δείτε με την πνευματική σας αίσθηση. Όποιος με ψηλαφήσει μ’ αυτόν τον τρόπο, θα βεβαιωθεί για τη θεότητά μου και γεμάτος ενθουσιασμό θα αναφωνήσει μαζί με τον αγαπημένο μου απόστολο: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28). Αμήν

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α'” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)
Πηγή: http://alopsis.gr


Στον Πετρή μου, με Άπειρες Ευχαριστίες...



Αποτέλεσμα εικόνας για Σαλογραία μια Κυριακή του Θωμά χόρεψα κι εγω τον χορό του Ησαία

H φωτό που επαναλαμβάνω σήμερα
 είναι από την περασμένη ανάρτηση του 2015 με τίτλο:
 Μια ανοιξιάτικη, ηλιόλουστη, αξεπέραστη Κυριακή του Θωμά, χόρεψα και γω έναν χορό...

...Χορό του Ησαϊα!
.....................................................................

(Τη φωτό στη Λευκάδα, "τράβηξε"-  χρόνια μετά 
[ μετά το γάμο μας , ο γιος μας ] ο Στέφανος
 ή ο Μάριος.

Τους ευχαριστώ για το σκηνικό  που αποθησαύρισαν...

Τους εύχομαι "και στα δικά σας!" )


Κυριακή του Θωμά: Ποιος νίκησε το θάνατο



Ο φόβος του θανάτου υπήρξε πάντα η τυραννία και και το μικρόβιο πού κατατρώει την παγκόσμια σκέψη και δημιουργεί φορτία δυσβάσταχτα στην ψυχή και δυσερμήνευτα κενά στον νου.

 Ο κάθε άνθρωπος,σκεπτόμενος ή μη, αδιάφορο για την ορθόδοξη θεολογία, γεννιέται με την κατάρα αυτού του φόβου. 


Της αγωνίας ενός ταξιδιού πού λέγεται ζωή και πού καταλήγει σε μια άβυσσο δυσπρόσιτη και τρομαχτική:την σιγουριά του θανάτου. 

Οι φιλόσοφοι και οι μύστες, οι οποίοι επιχείρησαν να φθάσουν στην υπέρβαση ή την κατανόηση αυτού του φόβου με λογικά ή μηχανιστικά μέσα, τρελάθηκαν ή απελπίστηκαν και τέλος πίστεψαν ότι συμφιλιώθηκαν με την κατάρα του θανάτου, συναντώντας τον ή αγνοώντας τον ή και ακόμα λατρεύοντας τον. 

Κανείς όμως δεν τον νίκησε. Από αυτόν τον φόβο δεν εξαιρέθηκε ούτε ο έμπιστος μαθητής, αυτός πού ήταν στον κύκλο των δώδεκα, αυτός πού έγινε αυτήκοος και αυτόπτης και μύστης σημείων και θαυμάτων, ακόμα και νεκραναστάσεων, αυτός πού ήταν έτοιμος να πεθάνει για τον Χριστό κάποτε.

Ο Θωμάς της σημερινής περικοπής. 


Ο Θωμάς έζησε , διά τον φόβο των Ιουδαίων , μακρόθεν το θείο δράμα και σίγουρα είδε τον θάνατο πάνω στον σταυρό, την πλευρά την λογχευμένη, είδε την ταφή και το τέλος, όπως νόμιζε. 


Είδε το σκότος να κυριαρχεί προς στιγμήν παντοδύναμο, να καταπίνει τον ήλιο της δικαιοσύνης, είδε τα μεσσιανικά όνειρα να δύουν και να χάνονται μέσα σε έναν χαρισμένο τάφο. 

Και τάφος σημαίνει τέλος. Πέραν από τον τάφο δεν νίκησε κανείς. 

Οι δυνάμεις του σκότους νίκησαν, η φυσική ροή επιβλήθη, οι ιουδαϊκές αρχές κατέπνιξαν το ευαγγέλιο, οι μαθητές διώκονται, οι θύρες κλείονται, η φωνή της αγάπης εσίγησε.

 Άρα η απελπισία πάντα νικά. Άρα ο θάνατος κυριεύει. 

Μην βρίσκοντας κουράγιο να θρηνήσει καν τον διδάσκαλο του, απομακρύνεται και έτσι την στιγμή της ανάστασης, την στιγμή της υπέρβασης του λογικού, της μεγάλης ανατροπής και νίκης απουσιάζει, νικάται από τον φόβο και την απελπισία και χάνει την στιγμή πού ο Αναστημένος Χριστός παρουσιάζεται στους Δέκα και δίνει την Ειρήνη. 

Ειρήνη πνευματική αλλά και Ειρήνη καθησυχαστική, ότι όντως Χριστός Ανέστη, ότι όντως κατανικήθηκε ο θάνατος και ευτελίστηκε μια για πάντα η σιγουριά του και η λατρεία του. 

Γι αυτό και καταφεύγει σαν κάθε κοινός και αδύναμος άνθρωπος στην ασφάλεια του ρεαλισμού και της εμπειρίας: 
Αν δεν ψηλαφήσω δεν πιστεύω! 

Και ιδού μεθ' ημέρας οκτώ παρουσιάζεται Αναστημένη η Ειρήνη και πάλι και καθησυχάζει τον φόβο και την απελπισία. "Έλα και ψηλάφησε" και " μακάριοι αυτοί πού πιστεύουν χωρίς να δούν" . 

Για αυτό και η ομολογία. Ομολογία Χαράς και Υπέρβασης: 

Ο Κυριος μου και ο θεός μου! Είναι Κύριος ο νικητής του θανάτου, ο καθαιρέτης του φόβου και Θεός αυτός πού κατόρθωσε το ακατόρθωτο, άξιος να προσκυνείται και να δοξολογείται. Είναι ο ελευθερωτής όχι από τον φόβο και την σιγουριά του θανάτου μόνον, αλλα κύρια από αυτόν τον ίδιο τον Θάνατο. 

Αναγνωριστικά τεκμήρια της ανάστασης, της πιστότητας ότι ο Αναστάς είναι ο Θεός, είναι οι πληγές από τον Σταυρό. Αυτές οι πληγές νίκησαν τον θάνατο. Μόνον όταν ένας Θεός έφθασε ως τα όρια του ανθρώπου, ταπεινώθηκε και κατέβηκε στον θάνατο, τότε νικήθηκε ο θάνατος.Ποτέ πριν. Ήταν ανάγκη λοιπόν ο Θεός να προσλάβει άνθρωπο. Να γευθεί θάνατο για να κατακρατήσει στην ουσία έναντι του θανάτου. Αυτές οι πληγές είναι η απόδειξη και η αποκάλυψη ενός κρυμμένου μυστηρίου. Όλοι ψηλάφησαν και αντίκρυσαν τον θάνατο. 

Κανείς όμως δεν παραδόθηκε εκούσια στον θάνατο για να τον νικήσει. Κανείς δεν υπήρξε Θ ε ό ς εσαρκωμένος. Κανείς δεν υπήρξε Αγάπη για τους νεκρούς. [...] 

Η ορθόδοξη πίστη λοιπόν, πού έχει στο κέντρο την Ανάσταση, την απόλυτη απελευθέρωση από την δυναστεία του θανάτου, είναι αποκάλυψη εμπειρική. 

Είναι συνάντηση με τον Αναστημένο, ο οποίος παρέχει την ειρήνη και προσκαλεί σε εμπειρική σχέση και σε ψηλάφηση και ονομάζει μακάριους, δηλαδή άγιους αυτούς που είναι αναπαυμένοι στην πίστη της ανάστασης, προτού δούν και ψηλαφήσουν.

 Ο Χριστός δεν είναι απρόσιτος μετά την ανάσταση, δεν είναι αναπαυμένος σε θρίαμβο πανθεϊκό και υψηλά στον ουρανό, καταδυναστεύοντας την αιχμαλωσία. Γιατί αιχμάλωτος είναι αυτός ο ίδιος ο θάνατος και ο Χριστός για λογαριασμό του καθένα μας προσκαλεί να συνεορτάσουμε Αυτόν, πάσχα αιώνιον και να συμπατήσουμε τον θάνατο μαζί Του. 

Μας συναντά στο υπερώο, τουτέστιν στην Εκκλησία, πού είναι ο τόπος της ειρήνης, δηλαδή της συμφιλίωσης, του καθησυχασμού, της αποκάλυψης της βασιλείας Του, όπου έσχατος εχθρός κατηργήθη ο αρχαίος τύραννος, ο θάνατος και ο φόβος του θανάτου. 

Σε αυτή την μυστηριακή σχέση , σε αυτό το συμφιλιωτικό πεδίο της Εκκλησίας και δη της μυστηριακής ζωής και του ορθόδοξου Ησυχασμού, ο Αναστάς είναι παρών και ψηλαφητός. 

Εκεί αίρονται τα κλείθρα κάθε απιστίας και έαρ μυρίζει, έαρ ζωοποιόν και πάσχα αιώνιον. 


Ας μετάσχουμε της εμπειρίας, συναναστημένοι με τον Χριστό.

Η τελευταία πλάκα, το τελευταίο εμπόδιο πού κρατούσε δέσμια την ανθρώπινη φύση ήρθη και κατετροπώθη. Ας μετάσχουμε λοιπόν στην νίκη του Θεανθρώπου, στην εκδίκηση Του για το ανθρώπινο γένος όλων των εποχών, αγαλλομένω ποδί πάσχα κροτούντες αιώνιον. 


πηγή: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.gr/#ixzz5CfexUwba
..................................................................................
..................................................................................


Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

"Θέλει ο Θεός τον Αλαλαγμό για το Άγιο Φως!"-Μοναχός Θεόδουλος, Φύλακας Παναγίου Τάφου (α΄μέρος )



Μοναχός Θεόδουλος, Φύλακας Παναγίου Τάφου (β μέρος)



Μοναχός Θεόδουλος, Φύλακας Παναγίου Τάφου (γ μέρος)

Αιωνία η μνήμη του Ήρωα Σμηναγού Γιώργου Μπαλταδώρου

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Απολυτίκιον, της σήμερον-Ορθοδόξως- τιμωμένης, Ζωοδόχου Πηγής

Έφυγες μέσα στην Αναστάσιμη Χαρά, Σμηναγέ Γ. Μπαλταδώρε!...

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Λαμπρή ημέρα

Κοσμάς  Βίδος


Γράφει ο Κοσμάς Βίδος 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε/ της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι/ σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε/ τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη».

Πάντως οι δικές µου παιδικές αναµνήνεις από το Πάσχα στο νησί καθόλου δεν μοιάζουν με τα όσα περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός στην «Ημέρα της Λαμπρής». 

Τις περισσότερες φορές στα μέρη τα δικά μας έκανε κρύο. Φυσούσε πολύ, με τον παγωμένο αέρα του Αιγαίου να καθιστά την περιφορά του Επιταφίου αλλά και την αναμονή για την Ανάσταση έξω από την εκκλησία περιπετειώδεις εμπειρίες. Ούτε αυτό το «Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι / οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι» (πάντα Σολωμός) το πολυθυμάμαι, γιατί τις περισσότερες φορές ο αέρας το έσβηνε το αγιοκέρι.

Αυτός ο επίμονος Βοριάς που, φύσα και ξαναφύσα, πήρε μαζί του χρόνια και ανθρώπους. Φτάνω τώρα να σκέφτομαι πως δεν θα υπάρξει ποτέ Πάσχα όμοιο με εκείνα που έζησα μικρός. Την πιο συναισθηματική, για εμένα, γιορτή της χρονιάς την έκαναν εκείνοι που έφυγαν. Τώρα, τις περισσότερες φορές, τέτοια εποχή λείπω από την Ελλάδα. Oχι επειδή αποφεύγω όσα μπορεί να με στενοχωρήσουν - έθιμα, εικόνες και μυρωδιές - αλλά (και) επειδή δεν υπάρχουν πια εκείνα που μετέτρεπαν τις δικές μου γιορτινές μέρες σε γεγονός ξεχωριστό.

Δεν µιλώ µε λύπη, αλλά με τη συναίσθηση πως αυτή είναι η ζωή. Εξάλλου και στο εξωτερικό θαυμάσια περνάω, απλώς όλα εκεί είναι αλλιώς. Χωρίς Πάσχα. Εδώ τη διαφορά την έκαναν οι γιαγιάδες που ετοίμαζαν τσουρέκια και έφτιαχναν λυχναράκια (αλλού τα λένε σκαλτσούνια ή τυροπιτάκια) και οι φίλοι και τα ξαδέλφια με τα οποία ξαμολιόμασταν στο χωριό και παίζαμε μέχρι αργά το βράδυ, αξιοποιώντας προς όφελός μας το μεγάλωμα της μέρας. 

Αίσθηση γιορτής, γιατί όσο και αν εμπεριέχει πένθος, το Πάσχα εγώ εξακολουθώ να το θεωρώ την ωραιότερη γιορτή για τα παιδιά. Ακόμη πιο όμορφη και από τα Χριστούγεννα, γιατί έχει αυτή την ανάταση της ανοιξιάτικης εκδρομής. Γιατί υπόσχεται πως σύντομα θα έρθει το καλοκαίρι.

Θυμάμαι λοιπόν ένα Πάσχα στο νησί, που η άνοιξη προσπαθούσε μάταια να διώξει με τις μυρωδιές της τον χειμώνα που ακόμη λυσσομανούσε και να φέρει ένα καλοκαίρι, που η αλήθεια είναι πως έμοιαζε πολύ μακρινό. Είχαμε πάει κουκουλωμένοι στην εκκλησία, φορώντας περισσότερα ρούχα και από τα όσα φοράει κανείς στην αλλαγή του χρόνου. Και είχαμε βάλει στοίχημα, τα παιδιά, ποιο θα καταφέρει να πάει το Αγιο Φως αναμμένο ως το σπίτι. Δεν τα κατάφερε κανένα. Στη διαδρομή, ανάψαμε ξανά και ξανά από συγχωριανούς που επέστρεφαν στα δικά τους σπίτια προσπαθώντας και αυτοί να προφυλάξουν τη φλογίτσα τους, άναψαν και εκείνοι από εμάς...

Τελικά, φτάσαµε στην εξώπορτα με όλα τα κεριά σβησμένα. Κανένας δεν περνούσε για να μας δανείσει λίγη φλόγα. Ήττα. Τότε η γιαγιά που μας συνόδευε έβγαλε από την τσέπη της τον αναπτήρα που είχε πάντα για να ανάβει τις λάμπες πετρελαίου - διότι, ναι, τότε ακόμη άναβε (και) λάμπες πετρελαίου - και άναψε το κερί της προτρέποντάς μας να πάρουμε φωτιά. «Δεν είναι από την εκκλησία!». «Φως είναι και αυτό». Ακολούθως σήκωσε το κερί της και σημάδεψε τον σταυρό πάνω από το κατώφλι. Η ίδια διέπραξε μεν την παρασπονδία της ελαφρά τη καρδία (παρότι δεν της έλειπε η θρησκευτική πίστη), εμάς όμως δεν μας είχε αφήσει τις προηγούμενες ημέρες να αγγίξουμε γλυκό και τσουρέκι «προτού αναστήσουμε, γιατί είναι αμαρτία!». «Αυτό που έκανες εσύ δεν είναι αμαρτία;». «Αυτό είναι δική μου αμαρτία, οι μεγάλοι κάνουμε πότε-πότε καμιά, τα παιδιά απαγορεύεται».

Πάνε λοιπόν εκείνα τα αμαρτωλά Πάσχα. 
Πάει, γενικώς, το Πάσχα όπως το ξέραμε. 

Αλλαξε και αυτή η γιορτή, όπως αλλάζουν όλα. 

Ακόμα και η σούβλα (αν και εμείς, στην οικογένειά μου, ποτέ δεν ψήναμε), κινείται πλέον με μπαταρία και αυτόματο μηχανισμό. Μπορεί σε μερικά χρόνια να είναι εικονική και το αρνί να είναι ολόγραμμα. Μόνο η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. 

Και τα παιδιά που ζουν πλέον το νεωτερικό τους Πάσχα ως αυτόπτες μάρτυρες των θαυμάτων της νέας εποχής, θα έρθουν καιροί που θα το αναπολούν όπως εγώ αναπολώ τα Πάσχα τα δικά μου και θα το διηγούνται στα δικά τους τα παιδιά.


* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.

Ανάσταση εκτός έδρας

Αποτέλεσμα εικόνας για Αντώνης Καρπετόπουλος Ανάσταση εκτός έδρας

Γράφει ο Αντώνης Καρπετόπουλος 

Oταν ήµουν µικρός (δηλαδή μικρότερος από όσο τώρα είμαι), το Πάσχα δεν το αγαπούσα. 

Αγαπούσα πάντα τα Χριστούγεννα. Eρχονταν κάθε Δεκέμβρη. Εκανε κρύο και το κρύο μού αρέσει. Ανάβαμε το τζάκι. Ελεγα κάλαντα, που είναι ένα σόου από μόνα τους, και περίμενα δώρα. Εβλεπα την «Υπέροχη ζωή» του Φρανκ Κάπρα στην τηλεόραση - περίμενα να χιονίσει.

Το Πάσχα, αντιθέτως, μου έμοιαζε πολύβουο. Δεν ήξερα πότε γιορτάζεται. Οι γονείς συζητούσαν μέρες πριν τι καιρό θα κάνει: είχαν πάντα ένα περίεργο άγχος. Τη Μεγάλη Παρασκευή πάντα έβρεχε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να βάφουμε τα αβγά κόκκινα και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το δικό μου πάντα έσπαγε πρώτο. Η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας με καταπίεζε. Η λαμπάδα μου πάντα έσβηνε. Οι ταινίες και τα σίριαλ για το Πάσχα δεν μου άρεσαν ποτέ, γιατί οι κακοί είχαν πάντα μυτερό μούσι, ενώ οι καλοί είχαν άσπρο και περιποιημένο - άσε που ήξερα πάντα το τέλος. Και όταν την Κυριακή του Πάσχα τα ραδιόφωνα έπαιζαν όλη μέρα δημοτικά ήθελα να έχω γεννηθεί στην Ισλανδία. Και μετά, μεγαλώνοντας, όλα άλλαξαν.

Μου πήρε καιρό να καταλάβω ότι το Πάσχα είναι μια τύχη σπάνια. Δεν είναι μια απλή γιορτή, αλλά μια υπέροχη μεγάλη παρένθεση. Σήμερα κρατάω τη νηστεία για σαράντα μέρες. Περιμένω τη μεγάλη περιφορά των Επιταφίων, που ολοκληρώνεται σε κάποιο τοπικό τσιπουράδικο. Χαίρομαι όταν βλέπω τις σούβλες. Μου αρέσει το χαμόγελο των ανθρώπων όταν λένε «Χριστός Ανέστη». Το Πάσχα, ακόμη κι αν ο καιρός είναι μουντός, είναι ένα μικρό καλοκαίρι - μια αληθινή ένεση ηθικού και δύναμης. Αρκεί να το γιορτάζεις στο χωριό. Γιατί μόνο εκεί λειτουργεί το θαύμα του Πάσχα, δηλαδή η επιστροφή σε μια ζωή που γίνεται ξαφνικά απλή και ανθρώπινη.   

Το Πάσχα θα έπρεπε να γιορτάζεται υποχρεωτικά και μόνο στα ελληνικά χωριά - για την ακρίβεια, θα έπρεπε να απαγορεύεται να το γιορτάζει κάποιος σε πόλεις. Αν κάποιοι έπρεπε να το γιορτάζουν χωρίς να πάνε στην ύπαιθρο, θα έπρεπε να το γιορτάζουν σε κατακόμβες, όπως οι πρώτοι χριστιανοί - κρυμμένοι και με ένα βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης για τον διπλανό τους, που έμεινε κι αυτός στην πόλη γιατί δεν έχει ένα δικό του χωριό. Το Πάσχα στην πόλη, με όση λαμπρότητα κι αν γιορταστεί, είναι άσχημο, όπως όλα τα παράταιρα πράγματα. Είναι κιτς - ένα αισθητικό λάθος καθόλου αξιαγάπητο. Η Κυριακή του Πάσχα στην πόλη είναι μία ακόμη Κυριακή και όχι μια ιδιαίτερα γιορτινή Κυριακή. Η γιορτή θέλει σκηνικό, όπως οτιδήποτε έχει δράση. Οποιοι δεν το καταλαβαίνουν δεν έχουν γιορτάσει ποτέ τους. Σίγουρα δεν ξέρουν πόσο μεγάλη γιορτή είναι η υπερπαραγωγή που λέγεται ελληνικό Πάσχα.

Το ξέρω ότι χωριά δεν έχουν όλοι, αλλά δόξα τω Θεώ υπάρχουν χωριά για όλους. Αν χωριό δεν έχεις, οφείλεις να βρεις ένα, να το υιοθετήσεις: είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει. Θέλει από σένα μια ελάχιστη αφοσίωση και τίποτα περισσότερο. Θέλει να πηγαίνεις σε αυτό κάθε φορά που έχεις ευκαιρία, να μη λειτουργείς σαν περαστικός, αλλά να γνωρίσεις τους ντόπιους, να μάθεις τα μονοπάτια και να δεις τις μυστικές εικόνες του, να μιλάς την ντοπιολαλιά και κυρίως να περνάς πάντα εκεί το Πάσχα. 

Σε αυτό και μόνο θα ξαναβρίσκεις κάθε χρόνο για λίγο έστω τους χαμένους (αλλά τόσο απαραίτητους...) αργούς ρυθμούς, θα νιώθεις τον χρόνο να κυλάει στα μέτρα του ανθρώπου, θα σταματήσεις να τρέχεις.

 Θα καταλάβεις ότι εν τέλει η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι οι δύο πράξεις του ίδιου δράματος - στην πόλη Ανάσταση δεν θα καταλάβεις ποτέ, μολονότι αισθάνεσαι ότι σε σταυρώνουν κάθε μέρα.
Το Πάσχα δεν έχει ξενόφερτους αγίους, κοκτέιλ πάρτι, πρωινό τα χαράματα, κατανάλωση και ευκαιρίες για να φορέσουν τα καλά τους οι κυρίες που ψάχνουν βλέμματα. Εχει μόνο την αίσθηση του γλυκού πεπρωμένου, αλλά και την επιβλητικότητα ενός ελληνικού σκηνικού. Θέλει βουνό, αεράκι, τον ήχο ενός κλαρίνου - ίσως και λίγη φουρτουνιασμένη θάλασσα. 

Οχι άλλο τσιμέντο στις καρδιές. 


* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.

Το Πάσχα στην Αθήνα

Αποτέλεσμα εικόνας για Χρήστος Χωμενίδης



Εάν δεν έχεις χωριό ή έναν τόπο που να τον αγαπάς σαν χωριό σου, το Πάσχα στην Αθήνα είναι ό,τι καλύτερο.

Βλέπω τους εκδρομείς, που - εκ του υστερήματος οι περισσότεροι - αγοράζουν ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια, φορτώνουν τα αυτοκίνητα και βγαίνουν στην Εθνική Οδό, τους βλέπω και ειλικρινά αναρωτιέμαι εάν συνειδητοποιούν τι αφήνουν πίσω τους.

Η αττική γη, έστω και καταπλακωμένη από τόνους τσιμέντο, ξυπνάει με την άνοιξη.

Οι αμυγδαλιές και οι γαζίες ανθίζουν όπου βρουν - σε στενά πεζοδρόμια, σε πιλοτές πολυκατοικιών -, μοσχοβολούν. Τα χελιδόνια επιστρέφουν από τις χώρες του Νότου, τσακώνονται με τα σπουργίτια που έχουν καταλάβει κατά την πολύμηνη απουσία τους τις φωλιές τους, βρίζουν μέσα απ' τα ράμφη τους, τα απειλούν με έξωση - αστυνομία όμως των πουλιών δεν υπάρχει -, το παίρνουν τελικά απόφαση κι αρχίζουν να χτίζουν καινούργιες. Οι γάτες έχουν σκούξει με την καρδιά τους τον Γενάρη και Φλεβάρη, έχουν ζευγαρώσει με τους νταήδες της γειτονιάς και τώρα, γκαστρωμένες, γουργουρίζουν στον ήλιο. 

Τα περιστέρια και οι δεκαοχτούρες - που φέτος, 2018, είναι η χρονιά τους - αντιστέκονται στον ανηλεή διωγμό από τους ανθρώπους, αρνούνται τη συκοφαντία ότι αποτελούν εστίες μόλυνσης, ποντίκια με φτερά. Επιμένουν να συναθροίζονται σε στέγες και σε πλατείες, να παρακολουθούν ανελλιπώς την αλλαγή φρουράς στον Αγνωστο Στρατιώτη, να κάνουν ντου ομαδικά σε μισοφαγωμένα σάντουιτς και σε κουλούρια, να μην αφήνουν ούτε ψιχουλάκι. Ο αέρας ανεβαίνει από τη θάλασσα  στη λεωφόρο Συγγρού, φτάνει ενίοτε μέχρι τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, δροσίζει τη μαρμάρινη Μελίνα.

Κάτω από το Σύνταγμα, το εμπορικό κέντρο της πόλης μυρμηγκιάζει. Λεφούσια στην Ερμού και στους παράδρομούς της. Ζευγάρια με παιδάκια, πλανόδιοι μουσικοί, ο τελευταίος μάλλον λατερνατζής της Αθήνας να καβουρντίζει για εκατομμυριοστή φορά ότι «στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή» - πάντα είχαν ζωή στη Δραπετσώνα, ανεξαρτήτως συνθηκών -, κοπέλες να μοιράζουν διαφημιστικά φυλλάδια, νονοί να αναζητούν παπούτσια και λαμπάδες για τα βαφτιστήρια τους.

 Στην οδό Μητροπόλεως η Αγία Δύναμις, ναΐσκος του 16ου αιώνα, στα υπόγεια του οποίου φτιάχνονταν πυρομαχικά για τον Αγώνα του 1821, ξαναλειτουργεί. 

Γύρω του σφύζουν από ντόπιους και τουρίστες δεκάδες μπαρ, παγωτατζίδικα, ινδικά και γιαπωνέζικα εστιατόρια για κάθε βαλάντιο. 
Μονάχα τα σουβλατζίδικα και οι χασαποταβέρνες που σέβονται τον εαυτό τους μένουν κλειστά τη Μεγάλη Εβδομάδα, τιμούν το Θείο Πάθος, αξιοποιούν παράλληλα τις μέρες για να ανακαινιστούν.

Η κοσμοσυρροή καλά κρατεί μέχρι το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής. Τότε όλα τα μαγαζιά κατεβάζουν ρολά. «Θα πάτε στο "Ω Γλυκύ μου Εαρ";». «Πότε δεν πήγαμε;». Η παράδοση είναι το άλλο όνομα της πίστης. Από νωρίς το απόγευμα, οικογένειες και μοναχικοί γεμίζουν τις εκκλησίες. Πρόσκοποι και παπαδάκια φρουρούν τιμητικά τον Επιτάφιο - ενορίτισσες τον έχουν στολίσει αποβραδίς - όποιος τον προσκυνάει κλέβει κι ένα λουλουδάκι για καλή τύχη. Το σούρουπο ξεκινούν οι περιφορές. «Είναι η κηδεία του Χριστού...» έλεγε η μάνα μου.

Οσο ζούσε ο πατέρας μου ακολουθούσαμε τον Επιτάφιο του Α' Νεκροταφείου. 

Το παιδικό μου βλέμμα στεκόταν στην Ωραία Κοιμωμένη, στους ξύλινους σταυρούς του Κωνσταντή και της Δέσποινας Κανάρη, στο μνήμα της Ελένης Παπαδάκη - «Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδελφές έσκυψαν να της βάλουν των αιώνων το στεφάνι» καταλήγει το επιτύμβιο του Αγγελου Σικελιανού... Οταν πια είχαμε εκεί τον δικό μας πεφιλημένο νεκρό, το αποφεύγαμε. Προτιμούσαμε το Μετόχι του Παναγίου Τάφου στους πρόποδες της Ακρόπολης. Μου άρεσε που οι θρήνοι ψάλλονταν εκεί σε πολλές γλώσσες, σε εβραϊκά, αραβικά και ρώσικα, υπογραμμίζοντας την οικουμενικότητα του γεγονότος.

Ανάσταση όμως κάναμε πάντα στην Κυψέλη. 

Δυό βήματα από το πατρικό μου, στην Αγίας Ζώνης, εδώ και εκατόν είκοσι χρόνια λειτουργεί το Ασυλο Ανιάτων. Οι τρόφιμοί του δεν μένουν πίσω από κλειστές πόρτες, κυκλοφορούν με τα καροτσάκια τους στον πεζόδρομο, συχνάζουν στα καφενεία κάτω από τον Πλάτανο, μιλούν με τους περίοικους, αποτελούν κομμάτι αναπόσπαστο της γειτονιάς. Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου μαζεύονται στο εκκλησάκι της οδού Νάξου. Εκεί πηγαίναμε κι εμείς. Και κάθε χρόνο βλέπαμε τον Στάθη Ψάλτη, τον κοσμαγάπητο λαϊκό κωμικό. Με τα χρυσά του δαχτυλίδια και τις χρυσές καδένες, με τα φανταχτερά πουκάμισά του, έστεκε ανάμεσα στους ανίατους, που τον κοιτούσαν με θαυμασμό, «είναι και φέτος μαζί μας ο Στάθης!». Σαν να τους έλεγε «κοινή η μοίρα των ανθρώπων»...

Καλή Ανάσταση!     

πηγή: http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5543777/to-pasxa-sthn-athhna/