Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοσμάς Βίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοσμάς Βίδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2018

Μάθε παιδί μου γράμματα...


Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμάς Βίδος




Γράφει ο Κοσμάς Βίδος 


«Ισως να χρειαστεί να πάρουν κατάθεση της πρώτης σύζυγό του» είπε η νεαρή συνάδελφος από τηλεοράσεως. Δεν ήταν, φοβάµαι, ένα ατυχές σαρδάµ, από αυτά που µπορεί όλοι να κάνουµε όταν µιλάµε στην κάµερα ή στο µικρόφωνο του ραδιοφώνου και µετά τραβάµε τα µαλλιά µας που ξεφτιλιστήκαµε. 

Μου δηµιουργήθηκε η εντύπωση πως η δηµοσιογράφος δεν ήξερε πράγµατι να κλίνει τη λέξη ο/η σύζυγος – ή έστω πως δεν µπορούσε να το κάνει µε άνεση. 

Ακούω όλο και περισσότερα τέτοια µαργαριτάρια. 

Από επαγγελµατίες των ΜΜΕ αλλά και από άλλους, νέους ανθρώπους που έχουν τελειώσει τα καλύτερα σχολεία, που µιλάνε από τρεις ξένες γλώσσες και πάνω, που έχουν κάνει τα πιο απαιτητικά µεταπτυχιακά. 

Εκεί που ατενίζω µε δέος τα τυπικά προσόντα τους, νιώθοντας άξιος µόνο για να πλένω τα πιάτα τους, µου βγάζουν το µάτι µε τα τερατώδη λάθη τους. 

Μεσάνυχτα από συντακτικό και γραµµατική, µετεξεταστέοι και στις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις (που κάποτε, για γενιές όπως η δική µου, είχαν µεγάλη αξία). 

Μου το επισηµαίνουν φίλοι εκπαιδευτικοί, θα το µεταφέρω λοιπόν κι εγώ όπως το λένε κι ας ακουστώ προσβλητικός: 

Πολλά νέα παιδιά είναι σε ανησυχητικό βαθµό αστοιχείωτα.

Δεν χρειάζεται να μπείτε στις διδακτικές αίθουσες για να το επιβεβαιώσετε. Δείτε στην τηλεόραση το «Ρουκ Ζουκ» με τη Ζέτα Μακρυπούλια που ζητάει από τους παίκτες εκτός από χαριτωμένοι, χαμογελαστοί, γρήγοροι, έξυπνοι και επικοινωνιακοί, να γνωρίζουν πέντε κολλυβογράμματα. 

Δίνει η παρουσιάστρια ένα θέμα στον παίκτη και πρέπει εκείνος να βρει γρήγορα τέσσερις ή πέντε λέξεις σχετικές με αυτό. Θέμα πρώτο: «Νίκος Καζαντζάκης». Ποια λέξη ήρθε στον νου της παίκτριας; «Τραγούδια! Εγραφε τραγούδια;», ρωτάει λίγο ένοχα την παρουσιάστρια. 

Θέμα δεύτερο: «28η Οκτωβρίου». Το σκέφτηκε λίγο η παίκτρια, προβληματίστηκε και ψέλλισε «1821». 

Θέμα τρίτο και φαρμακερό: «Ουράνια σώματα». «Ωχ! Τι είναι αυτό;» αναρωτιέται ο νεαρός παίκτης. Αδύνατον να καταλάβει σε τι αναφέρεται ο όρος «ουράνιο σώμα».

 Και μένεις εσύ, ο τηλεθεατής, με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη. Είναι πράγματι σοκαριστική η άγνοια. 


Και ακόμη πιο σοκαριστικό ότι αντί να προσπαθήσουν να καλύψουν τα κενά τους, βγαίνουν και τα περιφέρουν ανερυθρίαστα. 

Δεν καταλαβαίνουν πόσο εκτίθεται κανείς όταν αγνοεί τα στοιχειώδη ή όταν δεν μπορεί καν να διατυπώσει τη σκέψη του σωστά, υποπίπτοντας σε γραμματικά και συντακτικά λάθη; 

Οπως φαίνεται, δεν το καταλαβαίνουν. Κάποτε κάναμε πλάκα ρωτώντας τους φίλους μας «να σας τρατάρω μερικούς… ξηροί καρποί;» και κοροϊδεύοντας έτσι την αδυναμία των αγράμματων γιαγιάδων μας να κλίνουν σωστά τις δύο λέξεις. 

Σήμερα, ξηροί καρποί να είναι κι ας είναι και άκλιτοι, όλο και λιγότεροι το καταλαβαίνουν. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να μην έχουν αλάτι, γιατί ανεβάζει την πίεση.


Κοσμάς Βίδος 
πηγή: Το ΒΗΜΑ
.

Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Λαμπρή ημέρα

Κοσμάς  Βίδος


Γράφει ο Κοσμάς Βίδος 

«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε/ της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι/ σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε/ τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη».

Πάντως οι δικές µου παιδικές αναµνήνεις από το Πάσχα στο νησί καθόλου δεν μοιάζουν με τα όσα περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός στην «Ημέρα της Λαμπρής». 

Τις περισσότερες φορές στα μέρη τα δικά μας έκανε κρύο. Φυσούσε πολύ, με τον παγωμένο αέρα του Αιγαίου να καθιστά την περιφορά του Επιταφίου αλλά και την αναμονή για την Ανάσταση έξω από την εκκλησία περιπετειώδεις εμπειρίες. Ούτε αυτό το «Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι / οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι» (πάντα Σολωμός) το πολυθυμάμαι, γιατί τις περισσότερες φορές ο αέρας το έσβηνε το αγιοκέρι.

Αυτός ο επίμονος Βοριάς που, φύσα και ξαναφύσα, πήρε μαζί του χρόνια και ανθρώπους. Φτάνω τώρα να σκέφτομαι πως δεν θα υπάρξει ποτέ Πάσχα όμοιο με εκείνα που έζησα μικρός. Την πιο συναισθηματική, για εμένα, γιορτή της χρονιάς την έκαναν εκείνοι που έφυγαν. Τώρα, τις περισσότερες φορές, τέτοια εποχή λείπω από την Ελλάδα. Oχι επειδή αποφεύγω όσα μπορεί να με στενοχωρήσουν - έθιμα, εικόνες και μυρωδιές - αλλά (και) επειδή δεν υπάρχουν πια εκείνα που μετέτρεπαν τις δικές μου γιορτινές μέρες σε γεγονός ξεχωριστό.

Δεν µιλώ µε λύπη, αλλά με τη συναίσθηση πως αυτή είναι η ζωή. Εξάλλου και στο εξωτερικό θαυμάσια περνάω, απλώς όλα εκεί είναι αλλιώς. Χωρίς Πάσχα. Εδώ τη διαφορά την έκαναν οι γιαγιάδες που ετοίμαζαν τσουρέκια και έφτιαχναν λυχναράκια (αλλού τα λένε σκαλτσούνια ή τυροπιτάκια) και οι φίλοι και τα ξαδέλφια με τα οποία ξαμολιόμασταν στο χωριό και παίζαμε μέχρι αργά το βράδυ, αξιοποιώντας προς όφελός μας το μεγάλωμα της μέρας. 

Αίσθηση γιορτής, γιατί όσο και αν εμπεριέχει πένθος, το Πάσχα εγώ εξακολουθώ να το θεωρώ την ωραιότερη γιορτή για τα παιδιά. Ακόμη πιο όμορφη και από τα Χριστούγεννα, γιατί έχει αυτή την ανάταση της ανοιξιάτικης εκδρομής. Γιατί υπόσχεται πως σύντομα θα έρθει το καλοκαίρι.

Θυμάμαι λοιπόν ένα Πάσχα στο νησί, που η άνοιξη προσπαθούσε μάταια να διώξει με τις μυρωδιές της τον χειμώνα που ακόμη λυσσομανούσε και να φέρει ένα καλοκαίρι, που η αλήθεια είναι πως έμοιαζε πολύ μακρινό. Είχαμε πάει κουκουλωμένοι στην εκκλησία, φορώντας περισσότερα ρούχα και από τα όσα φοράει κανείς στην αλλαγή του χρόνου. Και είχαμε βάλει στοίχημα, τα παιδιά, ποιο θα καταφέρει να πάει το Αγιο Φως αναμμένο ως το σπίτι. Δεν τα κατάφερε κανένα. Στη διαδρομή, ανάψαμε ξανά και ξανά από συγχωριανούς που επέστρεφαν στα δικά τους σπίτια προσπαθώντας και αυτοί να προφυλάξουν τη φλογίτσα τους, άναψαν και εκείνοι από εμάς...

Τελικά, φτάσαµε στην εξώπορτα με όλα τα κεριά σβησμένα. Κανένας δεν περνούσε για να μας δανείσει λίγη φλόγα. Ήττα. Τότε η γιαγιά που μας συνόδευε έβγαλε από την τσέπη της τον αναπτήρα που είχε πάντα για να ανάβει τις λάμπες πετρελαίου - διότι, ναι, τότε ακόμη άναβε (και) λάμπες πετρελαίου - και άναψε το κερί της προτρέποντάς μας να πάρουμε φωτιά. «Δεν είναι από την εκκλησία!». «Φως είναι και αυτό». Ακολούθως σήκωσε το κερί της και σημάδεψε τον σταυρό πάνω από το κατώφλι. Η ίδια διέπραξε μεν την παρασπονδία της ελαφρά τη καρδία (παρότι δεν της έλειπε η θρησκευτική πίστη), εμάς όμως δεν μας είχε αφήσει τις προηγούμενες ημέρες να αγγίξουμε γλυκό και τσουρέκι «προτού αναστήσουμε, γιατί είναι αμαρτία!». «Αυτό που έκανες εσύ δεν είναι αμαρτία;». «Αυτό είναι δική μου αμαρτία, οι μεγάλοι κάνουμε πότε-πότε καμιά, τα παιδιά απαγορεύεται».

Πάνε λοιπόν εκείνα τα αμαρτωλά Πάσχα. 
Πάει, γενικώς, το Πάσχα όπως το ξέραμε. 

Αλλαξε και αυτή η γιορτή, όπως αλλάζουν όλα. 

Ακόμα και η σούβλα (αν και εμείς, στην οικογένειά μου, ποτέ δεν ψήναμε), κινείται πλέον με μπαταρία και αυτόματο μηχανισμό. Μπορεί σε μερικά χρόνια να είναι εικονική και το αρνί να είναι ολόγραμμα. Μόνο η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες. 

Και τα παιδιά που ζουν πλέον το νεωτερικό τους Πάσχα ως αυτόπτες μάρτυρες των θαυμάτων της νέας εποχής, θα έρθουν καιροί που θα το αναπολούν όπως εγώ αναπολώ τα Πάσχα τα δικά μου και θα το διηγούνται στα δικά τους τα παιδιά.


* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Γιατί μας τρομάζει η καλόγρια Ναταλία Λιονάκη;


Αποτέλεσμα εικόνας για Ναταλία Λιονάκη
Το δικαίωμα ενός ανθρώπου να αφιερώσει τη ζωή του όπου θέλει δεν έγινε σεβαστό ούτε στην περίπτωση της ηθοποιού που πρόσφατα χειροτονήθηκε καλόγρια. Ο,τι ξεφεύγει λίγο από τους κοινωνικούς ρόλους που έχουμε μάθει να παίζουμε, μας τρομάζει. Και δεν τον αφήνουμε σε ησυχία

 Γράφει ο Κοσμάς Βίδος -πηγή: Protagon
Τρομάξαμε να συνέλθουμε από το σοκ των διεμφυλικών στα θεωρεία της Βουλής και μας βρήκε νέο σοκ, αυτή τη φορά εκπορευόμενο από την Εκκλησία! Ως «σοκαριστικό» σχολιάστηκε από τηλεοράσεως βίντεο από τη χειροτόνηση της ηθοποιού Ναταλίας Λιονάκη σε καλόγρια. Το ντοκουμέντο καθώς και φωτογραφίες από την τελετή που έγινε στην Κένυα τον περασμένο Αύγουστο αναπαρήχθη πολλάκις στο Internet για να προστεθεί σε μια σειρά δημοσιευμάτων με πρωταγωνίστρια τη Λιονάκη και με κύριο συστατικό τους το… σοκ: «Σοκ! Δείτε πως είναι σήμερα η Ναταλία Λιονάκη!», «Σοκ! Μετά τη Λιονάκη και άλλη κούκλα ηθοποιός έγινε καλόγρια!», «Πάθαμε σοκ: αγνώριστη η Λιονάκη!», «Σοκ! Η Ναταλία Λιονάκη πουλάει κομποσκοίνια για να ζήσει».
Εύκολα σοκαριζόμαστε σε αυτή τη χώρα όταν κάτι μοιάζει να ξεπερνά ό,τι έχουμε μάθει να θεωρούμε κανονικό, φυσιολογικό, πρέπον, κοινωνικά αποδεκτό κλπ. Είτε αυτό λέγεται Ανέστης που θέλει από εδώ και πέρα να τον λέμε Τζούλια, είτε Ναταλία που θέλει να την προσφωνούμε μοναχή Φεβρωνία (αυτό είναι το νέο όνομά της). 

Και καλά, στην περίπτωση του Ανέστη – Τζούλια το κοινωνικό σοκ το καταλαβαίνω: η δραματική αλλαγή έρχεται για να ακυρώσει ό,τι μάς είχαν μάθει. 

Στην περίπτωση της Ναταλίας-μοναχής Φεβρωνίας, γιατί τέτοια αναστάτωση; Στην εν Χριστώ Εκκλησία της Ελλάδας όπου έχουμε όλοι βαφτιστεί και η οποία με την ευγενική άδεια (και με την ανοχή μας) παίζει ρυθμιστικό ρόλο στις ζωές μας, προσχωρεί. Αντί να χαιρόμαστε που αυτή τουλάχιστον έχει (βρει) τον Θεό της, τρομάζουμε και σχολιάζουμε «κρίμα το κορίτσι»;
Η Λιονάκη επέλεξε αυτό το δρόμο εδώ και χρόνια. 
Το έκανε σιωπηλά.

 Η τηλεόραση, τα sites και ο Τύπος του κουτσομπολιού δεν την άφησαν σε ησυχία, παρακολουθούσαν κάθε βήμα της, διέσπειραν διάφορες θεωρίες για την προσωπική ζωή της και για τους λόγους που την οδήγησαν στον μοναχισμό, σχεδόν απαίτησαν, με τον επίμονο τρόπο τους, να απολογηθεί. Κάποια στιγμή το έκανε. Μίλησε (εμφανώς χωρίς να το πολυθέλει) και εξαφανίστηκε ξανά. Κατά διαστήματα όλο και κάποιος την ανακάλυπτε για να δημοσιεύσει θολές, τραβηγμένες από μακριά φωτογραφίες της, και να σχολιάσει «την νέα της εικόνα που δεν μοιάζει καθόλου με την παλιά».
Το δικαίωμα ενός ανθρώπου να οργανώσει τη ζωή του όπως θέλει και να την αφιερώσει όπου θέλει δεν έγινε σεβαστό. Και η Λιονάκη έγινε μια παραστρατημένη… από την ανάποδη: αυτή δεν παρασύρθηκε από τον λαμπερό κόσμο της σόουμπιζ για να ασωτέψει, αλλά τον εγκατέλειψε για να αφιερωθεί στον Θεό. Κάναμε έκπληκτοι τον σταυρό μας, αδυνατώντας να καταλάβουμε.
Γιατί όμως έπρεπε να καταλάβουμε; Γιατί έπρεπε να κρύβεται πίσω από την απόφασή της οπωσδήποτε ένα δράμα; Ένας άτυχος έρωτας; Μια κακή επιρροή; Μια αίρεση; Μια δυσάρεστη οικογενειακή κατάσταση; 
Ακόμα και αν υπάρχουν αυτά, γιατί επιμένουμε να την «καταδιώκουμε»; 

Αντιπαραθέτοντας με αγένεια και ασπλαχνία στις σημερινές φωτογραφίες μιας μαυροντυμένης κοπέλας, τις εικόνες από «την προηγούμενη λαμπερή ζωή της»;

Πιθανώς επειδή ό,τι ξεφεύγει λίγο (ή πολύ) από τους κοινωνικούς ρόλους που έχουμε μάθει να παίζουμε, μας κάνει να αισθανόμαστε άβολα, μας τρομάζει.Και ο φόβος μάς κάνει επιθετικούς

Έτσι επιθετικά εκδηλώνεται η έκπληξή μας που «η όμορφη ηθοποιός χειροτονήθηκε μοναχή». Επιθετική και η σεξιστική επιμονή μας στο θέμα της εμφάνισής της. 
Αν ήταν άσχημη θα την αποδεχόμασταν πιο εύκολα με ράσο.
πηγή http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341495111-44341495111