Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

«Λόγος γιά τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί γιά τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό» μέρος β΄




Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ὅποιος ἐπιθυμεῖ νά πλησιάσει τόν Θεό γιά νά Τόν ὑπηρετήσει, πρέπει νά χειραγωγηθεῖ ἀπό τόν φόβο Του. Τό αἴσθημα τοῦ ἱεροῦ φόβου, τό αἴσθημα τῆς βαθύτατης εὐλάβειας πρός τόν Θεό, γεννιέται μέσα μας, ἀφενός, ἀπό τήν ἐπίγνωση τοῦ ἀσύλληπτου μεγαλείου τοῦ θείου Ὄντος καί, ἀφετέρου, ἀπό τή συναίσθηση τῆς δικῆς μας μικρότητας, ἀδυναμίας καί ἁμαρτωλότητας.
Τόν θεῖο φόβο μᾶς τόν διδάσκει καί ἡ ἁγία Γραφή. Κατ᾿ ἀρχήν, ἡ Παλαιά Διαθήκη, ἡ ὁποία ὑποκατέστησε μερικῶς τή φωνή τῆς συνειδήσεώς μας καί τόν φυσικό νόμο, ὅταν αὐτά, λόγω τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, σκοτίστηκαν καί ἄρχισαν νά μᾶς δίνουν πληροφορίες ἀσαφεῖς καί σέ πολύ μεγάλο βαθμό ψευδεῖς

Ἔπειτα τό Εὐαγγέλιο καί ὁλόκληρη ἡ Καινή Διαθήκη, 
πού ἀντικατέστησε πλήρως τή φωνή τῆς συνειδήσεως καί τόν φυσικό νόμο.
«Ὑπηρετῆστε τόν Κύριο μέ φόβο καί χαρεῖτε γι᾿ Αὐτόν μέ τρόμο», μᾶς παραγγέλλει τό Ἅγιο Πνεῦμα1. Σ᾿ ὅσους ὑποτάσσονται στό θέλημά Του λέει: «Ἐλᾶτε, παιδιά μου, ἀκοῦστε με· κι ἐγώ θά σᾶς διδάξω τόν φόβο τοῦ Κυρίου»2. Ὑπόσχεται νά χαρίσει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ στούς καλοπροαίρετους ἀνθρώπους, γιά νά μείνουν κοντά Του: «Τόν φόβο μου θά δώσω στίς καρδιές τους, γιά νά μή φύγουν μακριά μου»3.
Ἡ ἄρχή τῆς πιό μεγάλης ἐπιστήμης, τῆς ἐμπειρικῆς θεογνωσίας, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ ἐπιστήμη ὀνομάζεται στήν Ἁγία Γραφή σοφία: «Ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου. Ὅλοι ὅσοι τήν ἀκολουθοῦν, ἔχουν σύνεση καλή. Ἡ δόξα τοῦ Κυρίου ἄς παραμένει αἰώνια»4. «Στεφάνι τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου, πού βλαστάνει τήν εἰρήνη καί τήν ὑγεία. Ὁ φόβος τοῦ Κυρίου εἶναι δόξα καί καύχημα καί χαρά καί κορυφαία ἀγαλλίαση. Ὅποιος φοβᾶται τόν Κύριο θά ἔχει καλά τέλη καί θά βρεῖ χάρη τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου του»5.
Μέ τόν φόβο τοῦ Κυρίου μαθαίνουμε νά ἀποφεύγουμε τήν ἁμαρτία: «Ὁ φόβος τοῦ Κυρίου εἶναι πηγή ζωῆς, γιατί μᾶς ἀπομακρύνει ἀπό τίς παγίδες τοῦ θανάτου. Ὅποιος φοβᾶται τόν Κύριο, μισεῖ τήν ἀδικία, τήν ἀλαζονεία, τήν ὑπερηφάνεια, καί, γενικά, τόν τρόπο ζωῆς τῶν κακῶν ἀνθρώπων. Μέ τόν φόβο τοῦ Κυρίου νά ζεῖς ὅλη τήν ἡμέρα»6.
Μέ τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ὁδηγούμαστε στόν δρόμο τῶν ἐντολῶν Του: «Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού φοβᾶται τόν Κύριο. Αὐτός θά ἐκτελεῖ τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ μ᾿ ὅλη του τή θέληση. Ἰσχυροί πάνω στή γῆ θά εἶναι οἱ ἀπόγονοί του»7. «Μακάριοι εἶναι ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται τόν Κύριο κι ἀκολουθοῦν τόν δρόμο Του»8. «Ἄγγελος τοῦ Κυρίου θά περικυκλώσει προστατευτικά ὅσους Τόν φοβοῦνται καί θά τούς γλιτώσει (ἀπό κάθε κίνδυνο). Νά φοβάστε τόν Κύριο ὅλοι οἱ ἅγιοι Του· γιατί δέν στεροῦνται τίποτα ὅσοι Τόν φοβοῦνται»9.
Ἐκεῖνοι πού ἔχουν ἀπατηθεῖ ἀπό τήν ἔπαρσή τους καί δέν μποροῦν νά διακρίνουν τήν πραγματικότητα, ἀποστρέφονται μέ ἀπερισκεψία τόν θεῖο φόβο, πιστεύοντας πώς αὐτός ἁρμόζει μόνο σέ ἀσήμαντους καί ἀνελεύθερους ἀνθρώπους. 

Ὁ Θεός, ὅμως, μᾶς καλεῖ ὅλους στόν φόβο Του, γίνεται ὁ Ἴδιος δάσκαλος καί ὁδηγός μας σ᾿ αὐτόν τόν φόβο καί μᾶς τόν χαρίζει ὁ Ἴδιος ὡς δῶρο πνευματικό.
Ὁ ἄνθρωπος, ἕνα πλάσμα τιποτένιο, πεσμένο, χαμένο καί ἐλεεινό, ἕνα πλάσμα πού ἔγινε ἐχθρός τοῦ Δημιουργοῦ του, μεταβαίνει, μέ τή βοήθεια τοῦ θείου φόβου, ἀπό τήν ὀλέθρια κατάστηση αὐτῆς τῆς ἔχθρας στή σωτήρια κατάσταση τῆς θείας δουλείας. 

Κι αὐτό δέν εἶναι καθόλου ὑποτιμητικό. 

Ἡ δουλεία στόν Θεό εἶναι μεγάλο ἀπόκτημα, ἀπαραίτητο μέσο γιά τήν κάθαρσή μας ἀπό τήν ἁμαρτία καί τή μετάβασή μας στήν ἀγάπη. 

Εἴμαστε δοῦλοι γιά νά γίνουμε παιδιά τοῦ Θεοῦ.
Ὅσο καθαριζόμαστε ψυχικά μέ τή μετάνοια, τόσο αἰσθανόμαστε τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. 

Ἀπό τήν αἴσθηση τοῦ φόβου. 

Ἐμπειρικά ἀντιλαμβάνεται κανείς πόσο ὑψηλή καί πόσο ὑπέροχη εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ! Συχνά ὁ νοῦς, ἀπό τήν ἐνέργεια αὐτοῦ τοῦ φόβου, χάνει τήν ὅρασή του, τά λόγια του, τούς λογισμούς του. Μέ σιωπή εὐλαβική, σιωπή ἀνώτερη ἀπό κάθε λόγο, ἐκδηλώνει τή συναίσθηση τῆς μηδαμινότητάς του καί τή δύναμη τῆς ἀνέκφραστης προσευχῆς του.
Μέ τρόπο ἐξαίσιο περιγράφει αὐτή τήν κατάσταση ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος: 

«Ὅποιος εἶναι πραγματικά ταπεινός, ὅταν πλησιάζει στήν προσευχή, δέν τολμᾶ νά τό κάνει σάν ἄξιος, οὔτε νά ἀπευθυνθεῖ στόν Θεό, οὔτε νά Τοῦ ζητήσει κάτι. Δέν γνωρίζει γιά ποιό πράγμα νά προσευχηθεῖ. Μόνο σωπαίνει, συγκρατώντας ὅλους τούς λογισμούς του, καί περιμένει τή θεία Μεγαλοσύνη, τήν ὁποία προσκυνᾶ, νά τοῦ δείξει τό ἔλεος καί τό θέλημά Της. Τό πρόσωπό του εἶναι σκυμμένο στή γῆ καί ἡ ἐσωτερική ὅραση τῆς καρδιᾶς του στραμμένη στήν ὑψηλή καί ἁγία πύλη τῶν ἁγίων. Ἐκεῖ βρίσκεται Ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου κατοικία εἶναι ὁ γνόφος. Μέ τόν γνόφο Του τοῦτο σκεπάζει τά μάτια τῶν Σεραφείμ καί μέ τήν ἀγαθότητά Του ξεσηκώνει τίς λεγεῶνες τῶν ἀγγελικῶν χορῶν καί ἐπιβάλλει σιωπή σ᾿ ὅλα τά τάγματά τους. Καί τοῦτα μόνο τά προσευχητικά λόγια τολμᾶ νά προφέρει ὁ ἄνθρωπος: 

Ἄς γίνει, Κύριε, σ᾿ ἐμένα ὅ,τι συμφωνεῖ μέ τό θέλημά Σου”»10.
Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ, καί γι᾿ αὐτό ζητεῖται μέ τήν προσευχή. 

Αὐτό τό δῶρο ποθώντας ὁ ἅγιος προφήτης Δαβίδ, ἱκέτευε τόν Κύριο: 

«Βάλε μέσα στόν δοῦλο Σου τόν λόγο Σου, γιά νά ἔχει τόν φόβο Σου. Καθήλωσε μέ τόν φόβο Σου τή σάρκα μου (πού τήν τραβᾶ ἡ ἁμαρτία)»11. Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ἀπό τά ἑφτά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καθώς τά ἀπαριθμεῖ ὁ ἅγιος προφήτης Ἡσαΐας: «σοφία, σύνεση, θέληση, δύναμη, γνώση, εὐσέβεια, φόβος Θεοῦ»12.
Ὁ Κύριος μας Ἰησοῦς Χριστός μέ τήν ἐνανθρώπησή Του ἔφερε στή γῆ τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καί στούς ἀνθρώπους τήν εὔνοια Του13, ἔγινε «Πατέρας τοῦ μελλοντικοῦ αἰώνα»14 καί Γενάρχης τοῦ ἁγίου ἐκείνου λαοῦ πού ἀγωνίζεται γιά τή σωτηρία του. Ὁ Κύριος, λοιπόν, καλεῖ τώρα ἐμᾶς, τά παιδιά Του, νά Τόν ἀγαπήσουμε καί νά ἑνωθοῦμε μαζί Του15. Ἀλλά, ὡς πάνσοφος Γιατρός, γιά τή θεραπεία τῆς ἀρρωστημμένης μας φύσεως μᾶς δίνει καί τά κατάλληλα φάρμακα. Ἕνα ἀπ᾿ αὐτά εἶναι καί ὁ φόβος.
Ἔτσι, ὅσους κυριεύονται ἀπό τήν ὀργή καί τό μίσος, τούς ἀπειλεῖ μέ τή φωτιά τῆς κολάσεως16·
ὅσους καταπατοῦν τή συνείδησή τους, τούς ἀπειλεῖ μέ φυλάκιση17·
ὅσους παραδίνονται στίς πονηρές ἐπιθυμίες, τούς ἀπείλεῖ μέ αἰώνια βάσανα18·
ὅσους δέν συγχωροῦν ἐγκάρδια τόν πλησίον γιά τά παραπτώματά του, τούς πληροφορεῖ ὅτι καί τά δικά τους παραπτώματα δέν θά συγχωρηθοῦν1
στούς φιλάργυρους καί φιλήδονους ἀνθρώπους ὑπενθυμίζει τόν θάνατο, πού μπορεῖ νά τούς ἁρπάξει ξαφνικά καί ἀπροσδόκητα20.
Τό μαρτύριο εἶναι τό ὑψηλότερο πνευματικό κατόρθωμα

Καί ἡ ἀγάπη εἶναι αὐτή πού τό ἐμπνέει καί τό τρέφει. 

Ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, ὡστόσο, νουθετώντας τούς μάρτυρες, τούς ἐνθαρρύνει, προτρέποντάς τους στήν καλλιέργεια τοῦ θείου φόβου. «Μή φοβηθεῖτε», λέει, «αὐτούς πού σκοτώνουν τό σῶμα, ἀλλά δέν μποροῦν νά σκοτώσουν τήν ψυχή. Ἀπεναντίας, νά φοβηθεῖτε τόν Θεό, πού μπορεῖ νά καταστρέψει καί τήν ψυχή καί τό σῶμα στήν κόλαση»21. «Σᾶς βεβαιώνω πώς Αὐτόν πρέπει νά φοβάστε»22.
Γενικά, σ᾿ ὅλους ὅσοι Τόν ἀκολουθοῦν, ὁ Κύριος συστήνει τόν σωτήριο φόβο τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζεται μέ τή διαρκή νήψη, τήν πνευματική ἐπαγρύπνησή μας: «Νά εἶστε συνεχῶς ἕτοιμοι, μέ δεμένο τό ζωνάρι στή μέση σας καί ἀναμμένα τά λυχνάρια σας. 

Νά εἶστε σάν τούς ἀνθρώπους πού περιμένουν τόν κύριό τους πότε θά γυρίσει ἀπό τόν γάμο, ὥστε, μόλις ἔρθει καί χτυπήσει τήν πόρτα, νά τοῦ ἀνοίξουν ἀμέσως

Μακάριοι εἶναι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, πού ὁ κύριος τους θά τούς βρεῖ ξύπνιους, ὅταν ἔρθει»23.
«Σέ ὅλους λέω: Ἀγρυπνεῖτε!»24.
Μέ πολλή ἐπισημότητα περιγράφεται στό Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου ἡ ἔνδοξη δεύτερη ἔλευση τοῦ Κυρίου25, κατά τήν ὁποία Ἐκεῖνος θά κρίνει ἀπροσωπόληπτα ὅλους τούς λαούς καί τίς φυλές τῆς γῆς. Ἡ προφητική αὐτή περιγραφή, πού ἐντυπωσιάζει μέ τήν ἁπλότητα καί τήν ἐνάργειά της, ζωντανεύει ἀθέλητα μπροστά στά μάτια τοῦ νοῦ μας τή φοβερή Κρίση καί γεμίζει τήν καρδιά μας φόβο. 

Τά αἰσθήματα, πού μᾶς προξενεῖ, ἐκφράζονται μέ ἀκρίβεια στό βιβλίο τοῦ Ἰώβ: «Φρίκη καί τρόμος μέ κυρίεψαν. Συγκλονίστηκαν τά κόκαλά μου. Κάποιο πνεῦμα πέρασε ἀπό μπροστά μου, σηκώθηκαν οἱ τρίχες μου, ρίγησε τό κορμί μου»26.
Ὅταν θά ἔρθει ἡ ὥρα τῆς Κρίσεως, τότε ἡ γῆ, ἡ χώρα τῆς ἐξορίας τῶν ἀνθρώπων πού ἔχασαν τόν παράδεισο, θά κατακαεῖ27 καί ὁ οὐρανός θά τυλιχθεῖ σάν κυλινδρικό χειρόγραφο28. Οἱ νεκροί ὅλων τῶν ἐποχῶν καί ὅλων τῶν λαῶν, μέ πρόσταγμα τοῦ Κυρίου, μέ φωνή ἀρχαγγέλου καί μέ σάλπιγγα Θεοῦ, θά ἀναστηθοῦν ἀπό τούς τάφους καί θά ἀποτελέσουν μίαν ἀναρίθμητη σύναξη29. Οἱ στρατιές καί τά τάγματα τῶν ἁγίων ἀγγέλων θά ἔρθουν γιά τήν πιό σπουδαία διακονία τους. Ἀλλά καί οἱ ἄγγελοι τῆς ἀποστασίας, οἱ δαίμονες, θά εἶναι παρόντες στήν Κρίση.
Ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ θά καθήσει τότε στόν ἔνδοξο ἀλλά καί φοβερό μέσα στό ἄπειρο μεγαλεῖο του θρόνο. 

Ὅλα τά λογικά πλάσματα θά συγκλονιστοῦν, βλέποντας τόν Πλάστη τους νά τά ἀνακαλεῖ στή ζωή μ᾿ ἕναν παντοδύναμο λόγο Του. Θά σταθοῦν μπροστά σ᾿ Ἐκεῖνον τόν Λόγο πού τίποτα δέν Του εἶναι ἀδύνατο. Θά σταθοῦν μπροστά σ᾿ Ἐκείνη τή Ζωή πού μακριά Της δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ζωή. 

Δίκαια εἶπαν οἱ Πατέρες ὅτι τήν τρομερά ἐκείνη μέρα, ἄν θά ἦταν δυνατό νά πεθάνει κανείς, ὅλος ὁ κόσμος θά πέθαινε ἀπό τό φόβο30. 

Οἱ δίκαιοι, βλέποντας τόν Δίκαιο πρόσωπο μέ πρόσωπο, θά θεωρήσουν ἐντελῶς ἀσήμαντη τή δική τους ἀρετή· καί οἱ ἁμαρτωλοί θά καταδικάσουν τόν ἑαυτό τους μέ τίς δικαιολογίες πού θά χρησιμοποιήσουν, καθώς αὐτές εἶναι ξένες πρός τήν εὐαγγελική σκέψη. 

Ἡ αἰώνια κατάσταση ὅλων, δικαίων καί ἁμαρτωλῶν, θά ἀποφασιστεῖ τότε ἀπό τόν Κύριο, ἀπ᾿ Αὐτόν καί μόνο. 

Γι᾿ αὐτό ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος, μολονότι βεβαίωνε πώς ἡ συνείδησή του δέν τόν κατηγοροῦσε γιά τίποτα, ὁμολογοῦσε ὅτι αὐτό δέν ἀποδείκνυε τήν ἀθωότητά του, ἀφοῦ μόνο ὁ Θεός μποροῦσε νά τόν κρίνει31.
Ὅλοι οἱ ἅγιοι στό διάστημα τῆς ἐπίγειας περιπλανήσεώς τους πολλές φορές φέρνουν νοερά τόν ἑαυτό τους στό φοβερό κριτήριο τοῦ Χριστοῦ καί κάνουν ἐκεῖ εὐλαβικές σκέψεις, πού γεννοῦν στήν ψυχή τόν φόβο. 

Ἔτσι, μέ τόν σωτήριο φόβο πού προηγεῖται τῆς Κρίσεως, προφυλάσσονται ἀπό τόν φόβο τῆς ἀπογνώσεως, πού θά κυριέψει τούς κολασμένους. 

Καταδικάζοντας τόν ἑαυτό τους πρίν ἀπό τήν Κρίση, ἐλπίζουν στή δικαίωσή τους τήν ἠμέρα τῆς Κρίσεως. Καί θρηνώντας τώρα, ἐλπίζουν νά ἀποφύγουν τόν θρῆνο ἐκείνης τῆς ἡμέρας.
Ἀδελφοί! 

Πρέπει κι ἐμεῖς, οἱ ἀδύναμοι καί ἁμαρτωλοί, νά θυμόμαστε συχνά τή Δευτέρα Παρουσία καί τή φοβερή Κρίση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ καλύτερη προετοιμασία μας γι᾿ αὐτές εἶναι ἡ συχνή ἐνθύμησή τους. Φοβερή εἶναι ἡ γενική Κρίση, πού περιμένει ὅλους τούς ἀνθρώπους μετά τήν κοινή ἀνάσταση. Φοβερή εἶναι καί ἡ μερική κρίση, καταδικαστική καί ὀλέθρια εἴτε ἀθωωτική καί σωτήρια γιά τήν ψυχή. 
Ἄν ἐνδιαφερόμαστε τόσο γιά τίς ἐπίγειες κρίσεις, μέ τίς ὁποῖες παίρνονται ἀποφάσεις γιά ζητήματα πρόσκαιρα, πολύ περισσότερο πρέπει νά ἐνδιαφερόμαστε γιά τήν Κρίση τοῦ Θεοῦ, πού ἀφορᾶ τήν αἰώνια ζωή μας

Ὁ Κύριος μᾶς μιλάει τόσο ξεκάθαρα γι᾿ αὐτήν, ἐπειδή θέλει νά διεγείρει μέσα μας τόν ψυχοσωτήριο φόβο, τόν φόβο πού μᾶς προφυλάσσει ἀπό τήν καταστροφική ἁμαρτία.
Ὁ ἀββάς Ἠλίας, ἕνας Αἰγύπτιος μοναχός, πού ἡσύχαζε στήν ἔρημο τῆς Θηβαΐδας, ἔλεγε: «Τρία πράγματα φοβᾶμαι: τήν ἔξοδο τῆς ψυχῆς μου ἀπό τό σῶμα, τή συνάντησή μου μέ τόν Θεό καί τήν ἔκδοση τῆς καταδικαστικῆς Του ἀποφάσεως γιά μένα»32.
Χρειάζεται, ἄραγε, νά ποῦμε πώς ἡ διδασκαλία ὅλων τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξης Ἐκκλησίας γιά τόν φόβο τοῦ Θεοῦ συμφωνεῖ μέ τή σχετική διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς; 

Ἡ ἀλήθεια τούτη εἶναι αὐτονόητη, ἀφοῦ ἡ Γραφή ἀποτελεῖ τήν πηγή τῆς Πατερικῆς διδασκαλίας καί ἀφοῦ Πηγή καί τῶν δύο αὐτῶν εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα.
«Ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς», λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος. 

«Λέγεται πώς ὁ φόβος αὐτός εἶναι γέννημα τῆς πίστεως καί σπείρεται στήν καρδιά, ὅταν ὁ νοῦς ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν περισπασμό τοῦ κόσμου καί συγκεντρώσει τίς σκέψεις του, πού περιφέρονται ἀπό τόν μετεωρισμό, στή μελέτη τῆς μελλοντικῆς ἀποκαταστάσεως. 

Δεῖξε τή σοφία σου, βάζοντας θεμέλιο στήν ὁδοιπορία σου τόν φόβο τοῦ Θεοῦ. 

Ἔτσι, σέ λίγες μέρες, χωρίς πολύ δρόμο, θά βρεθεῖς στήν πύλη τῆς οὐράνιας βασιλείας»33.
Ἀνάμεσα στίς νουθεσίες τοῦ ὁσίου Ποιμένος διαβάζουμε καί τά ἑξῆς:
«Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη τήν ταπεινοφροσύνη καί τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ὅπως τήν πνοή πού βγαίνει ἀπό τή μύτη του»34.
«Αὐτοί οἱ τρεῖς κανόνες ζωῆς εἶναι χρήσιμοι: τό νά φοβᾶσαι τόν Κύριο, τό νά προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα καί τό νά κάνεις τό καλό στόν πλησίον»35.
«Ὅπως ὁ καπνός διώχνει τίς μέλισσες, καί τότε χάνεται τό τόσο γλυκό προϊόν τοῦ κόπου τους, ἔτσι καί ἡ σωματική ἀνάπαυση διώχνει τόν φόβο τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ψυχή καί ἀχρηστεύει ὅλους τούς κόπους της»36.
« Ἡ ἀρχή καί τό τέλος (τῆς πνευματικῆς ἐργασίας) εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου. Γιατί ἔτσι εἶναι γραμμένο: “Ἀρχή τῆς σοφίας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου”37. Ὅταν, πάλι, ὁ Ἀβραάμ ἑτοίμασε τή θυσία τοῦ γιοῦ του, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε: “Τώρα ξέρω πώς ἔχεις φόβο Θεοῦ”38»39.
«Ρώτησε κάποιος ἀπό τούς Πατέρες τόν Ἀββά Ποιμένα: “Ποιός εἶναι αὐτός πού λέει, ΄Εἶμαι κι ἐγώ ἕνας ἀπ᾿ ὅλους ἐκείνους πού Σέ φοβοῦνται΄40”; Καί εἶπε ὁ Γέροντας: ” Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι πού τό λέει”»41.
«Εἶπε πάλι ὅτι ὁ ἀββάς Ἀντώνιος ἔλεγε γιά τόν ἀββά Παμβώ: 

Μέ τόν φόβο πού εἶχε στόν Θεό, ἔκανε νά κατοικεῖ μέσα του τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ”»42.
«Ἀρχή τῆς σοφίας, ἤ μᾶλλον τῆς σωτηρίας μας, εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου», λέει καί ὁ ὅσιος Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος. «Γιατί μέ τόν φόβο τοῦ Κυρίου πετυχαίνουν τήν κάθαρση ἀπό τά πάθη καί τήν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν ἐκεῖνοι πού βαδίζουν στόν δρόμο πρός τήν τελειότητα. 

Ὅταν αὐτός ὁ φόβος κυριέψει τόν ἄνθρωπο, τόν κάνει νά περιφρονεῖ καθετί γήινο, ἀκόμα καί τούς γονεῖς του. Κι αὐτή ἡ περιφρόνηση καί ἡ ἀπάρνηση ὅλων τῶν ἐγκόσμιων ἀγαθῶν ὁδηγεῖ στήν ἀπόκτηση τῆς ταπεινώσεως»43.
Στό ἴδιο ἔργο του ὁ ὅσιος Κασσιανός, ἐξηγώντας τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, «Ἐκεῖνος πού δέν παίρνει τόν σταυρό του καί δέν μέ ἀκολουθεῖ, δέν εἶναι ἄξιος γιά μαθητής μου»44, διατυπώνει τίς ἀκόλουθες σκέψεις:
«Ὁ σταυρός μας εἶναι ὁ φόβος τοῦ Κυρίου. Ὅπως ἕνας σταυρωμένος ἄνθρωπος δέν ἔχει πιά τή δυνατότητα νά κινεῖ τά μέλη του καί νά στρέφεται πρός τά ἐκεῖ πού τοῦ ἀρέσει, ἔτσι ἀκριβῶς κι ἐμεῖς ὀφείλουμε νά εὐθυγραμμίζουμε τή θέλησή μας καί τίς ἐπιθυμίες μας ὄχι πιά σύμφωνα μ᾿ αὐτό πού μᾶς εὐχαριστεῖ καί μᾶς ἀρέσει, ἀλλά σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Κυρίου.
»Ὅποιος εἶναι καρφωμένος στόν σταυρό, δέν ἀσχολεῖται μέ τά πράγματα αὐτοῦ ἐδῶ τοῦ κόσμου. Δέν σκεφτεται πιά νά ἱκανοποιήσει τά πάθη του, δέν ἔχει καμιά μέριμνα ἤ ἀνησυχία γιά τό αὔριο, δέν ἐπιθυμεῖ τήν ἀπόκτηση ὁποιουδήποτε πράγματος, δέν καθοδηγεῖται ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, τήν ἀντιζηλία ἤ τή φιλαυτία. Δέν τρέφει, ἐπίσης, στήν ψυχή του μνησικακία, οὔτε θυμᾶται κάποιο κακό ἀπ᾿ ὅσα τοῦ ἔχουν κάνει οἱ ἄλλοι. Ὁ νεκρωμένος γι᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἄν καί εἶναι ἀκόμα στή ζωή, ἐντούτοις θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἤδη νεκρό ὡς πρός ὅλα τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Γιατί ἔχει στρέψει ὅλη τήν καρδιά καί τίς προσδοκίες του πρός ἐκείνη τή ζωή, τήν ὁποία εἶναι βέβαιος ὅτι ἀργά ἤ γρήγορα θά κληθεῖ ν᾿ ἀπολαύσει.
»Ἔτσι κι ἐμεῖς, ἀφοῦ μᾶς ἔχει καρφώσει στόν σταυρό ὁ φόβος τοῦ Κυρίου, θά πρέπει νά ζοῦμε πιά σάν νεκροί, ὄχι μόνο ὡς πρός τά σαρκικά πάθη ἀλλά καί ὡς πρός τά ὑλικά πράγματα. 

Τά μάτια τῆς ψυχῆς μας θά πρέπει νά εἶναι καρφωμένα συνεχῶς ἐκεῖ ὅπου κάθε στιγμή προσδοκοῦμε ὅτι θά κληθοῦμε γιά νά ἀναχωρήσουμε. Ἄν ἔτσι ἀγωνιστοῦμε, θά μπορέσουμε πραγματικά νά νεκρώσουμε ὅλες τίς πονηρές ἐπιθυμίες μας καί τά σαρκικά πάθη μας»45.
Εὔκολα ἀντιλαμβανόμαστε πώς ἡ ἀνάβαση στόν σταυρό τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία κάνει λόγο ὁ ὅσιος Κασσιανός, ταυτίζεται μέ τό πρῶτο μέρος τῆς «ἐργασίας τοῦ σταυροῦ» πού περιγράφει ὁ ἀββάς Ἰσαάκ ὁ Σύρος46 καί πού συνίσταται, σύμφωνα μέ τήν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου, στήν σταύρωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἑαυτοῦ μας «μαζί μέ τά πάθη του καί τίς ἐπιθυμίες του»47.
συνεχίζεται….
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ἀπό τό βιβλίο: “ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ” τομ. γ΄
Ἐκδόσεις: Ἱ. Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς
1Ψαλμ. 2 : 11.
2Ψαλμ. 33 : 12.
3Ἱερ. 39 : 40.
4Ψαλμ. 110 : 10.
5Σοφ. Σειρ. 1 : 18, 11, 13.
6Παροιμ. 14 : 27· 8 : 13· 23 : 17.
7Ψαλμ. 111 : 1-2.
8Ψαλμ. 127 : 1.
9Ψαλμ. 33 : 8, 10.
10Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ὅ.π., ΠΑ΄ : 29-30.
11Ψαλμ. 118 : 38, 120.
12Ἡσ. 11 : 2-3.
13Βλ. Λουκ. Β΄: 14.
14Ἡσ. 9 : 6.
15Βλ. Ἰω. Ιδ΄: 23.
16Βλ. Ματθ. Ε΄: 22.
17Βλ. Ματθ. Ε΄: 25 – 26.
18Βλ. Ματθ. Ε΄: 29.
19Βλ. Ματθ. Στ΄ : 15.
20Βλ. Λουκ. Ιβ΄: 16 – 20.
21Ματθ. Ι΄: 28.
22Λουκ. Ιβ΄: 5.
23Λουκ. Ιβ΄: 35 – 37.
24Μαρκ. Ιγ΄: 37.
25Βλ. Ματθ. Κδ΄: 3 – 31.
26Ἰωβ 4 : 14 – 15.
27Βλ. Β΄ Πέτρ. Γ΄: 10.
28Βλ. Ἀποκ. Στ΄: 14.
29Βλ. Α΄ Θεσ. Δ΄: 16. Ἰω. Ε΄: 28.
30Βλ. Ὁσίου Νείλου Σόρσκι, Ἕνδεκα λόγοι ἐκ τω[ν γραφῶν τῶν ἁγίων Πατέρων περίνοερᾶς ἐργασίας, Ζ΄.
31Βλ. Α΄ Κορ. Δ΄: 4.
32Τό Γεροντικόν, Ἀββάς Ἠλίας, ἀπόφθεγμα α΄.
33Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, ὅ.π., Α΄ 1 : 12.
34Τό Γεροντικόν, Ἀββάς Ποιμήν, ἀπόφθεγμα μθ΄ – 48.
35Ὅ.π., ἀπόφθεγμα ρξ΄ -160.
36Ὅ.π., ἀπόφθεγμα νζ΄ – 57.
37Ψαλμ. 110 : 10.
38Γέν. 22 : 12.
39Τό Μέγα Γεροντικόν, τ. 3, κεφ. ΙΑ΄, 70.
40Ψαλμ. 118 :63.
41Τό Γεροντικόν, Ἀββάς Ποιμήν, ἀπόφθεγμα ρλς΄ – 136.
42Ὅ.π., ἀπόφθεγμα οε΄ -75.
43Ἀββᾶ Κασσιανοῦ, Μοναχικοί Κανονισμοί – Γιά τήν ἀποταγή, κεφ. 39.
44Ματθ. Ι΄ : 38.
45Ἀββᾶ Κασσιανοῦ, ὅ.π., κεφ. 35.
46Ἀββᾶ Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, Ἐπιστολή Δ΄, Πρός τόν Ὅσιον πατέρα Συμεώνην τόν θαυματουργόν, 39-40.
47Γαλ. Ε΄: 24.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου