Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Παραμύθι-Φόρκυς



Αγαπημένο μου

Μου είπες μια μέρα πως σου αρέσουν τα παραμύθια, γι αυτό, απόψε, σκέφτηκα  να
σου προσφέρω   παραμύθι που το 'γραψε  ο  Φόρκυς- πριν χρόνια-  προκειμένου  να παρηγορήσει  μικρό λυπημένο  αγόρι...

Όταν διαβάζουμε παραμύθια, μοιάζουμε σ' όσους  κάνουν μακροβούτια στη θάλασσα, και βγαίνουν στην επιφάνεια, συχνά  κρατώντας -έστω μικρό-   σοφίας,  κοχύλι.

 Κάνε μου παρέα προσευχής, μέσα στη νύχτα...

Στο λέω με την καρδιά  μου.
Δεν θα αργήσει να ξημερώσει...

Σαλογραία
..........................................................................


ΠΑΡΑΜΥΘΙ


Θυμάμαι καμιά φορά ένα παραμύθι που είχα ακούσει ή διαβάσει πολύ μικρός.

Συγκεχυμένες έρχονται οι εικόνες και μάλλον κάποιες θάναι από άλλες ιστορίες η κι από δικές μου φαντασίες, ίσως και σκηνές από τον κινηματογράφο που καθώς περνούσαν τα χρόνια τις φύλαγα μέσα στο παραμύθι αυτό.
Μπερδεμένα κομμάτια που αρέσκονται να σκιάζονται γύρω απ’τη μορφή της Σαρακίνας, του τέρατος που για τους δυστυχείς κατοίκους εκείνου του χωριού, του Χαμηδιέ Μαντέν ήταν ανώτερη κι από το διάβολο όπως παλιότερα λέγαν πως η μοίρα ήταν ανώτερη κι απ τους θεούς.
Κανείς δεν ήξερε πού ζούσε, από πού ερχόταν και ποιες αμαρτίες αυτής της γης κρατούσαν την μανία της άγνωστη κι ανυποχώρητη.
Κι αυτή η γνώση πολύ λίγο θα μετρίαζε τον πόνο γονιών και αδελφών για τις κοπέλες που η Σαρακίνα κάθε μήνα έρχεται κι αρπάζει από μιά.
Κι ύστερα χάνονται σα να τις κατάπιε η γη κι είναι πιο νεκρές κι από νεκρές γιατί μήτε λατρεία τάφου, μήτε ενθύμηση γάμου μένει στους άλλους για να κρατήσουνε κοντά τους κάτι απ τις αγαπημένες τους.
Ό τι θάταν για να ειπωθεί, η μαύρη νύχτα που ένα κορίτσι χανόταν είναι εκείνο που περισσότερο απ όλα δε λεγόταν.
Μήτε το όνομα του τέρατος δεν ακούς παρά μονάχα «Εκείνη» κι οι πιο γενναίοι να λένε η « Τρισκατάρατη » και οι σοφοί γέροντες να τάχουνε χαμένα και μόνο οι αλαφροίσκιωτοι να διαβολολογούνε πως και μόνο το αντίκρισμα της μορφής της ήταν αρκετό να σε ρίξει στην κόλαση όπου να μην σε βγάζουν από κει και μετάνοιες συγγενών και προσευχές καλογέρων κι αγρυπνίες.

Γι αυτό κι όποιον τρελλό έλεγε τέτοια τον υποψιάζονταν πως θάχε δει τη Σαρακίνα.
Τον απόφευγαν και κοίταζαν να τον κρατάνε μακριά από την αγορά, να μη ρίχνεται κι άλλη στενοχώρια στα σπιτικά με τις κουβέντες και να μη χάνουν τις δυνάμεις τους οι εργατικοί που δούλευαν ολημέρα στα ορυχεία. Το χωριό τους ως πριν επήγαινε καλά και αύξαινε τη δύναμή του.

Τα ορυχεία έβγαζαν μπόλικο χαλκό κι ασήμι και έχαιραν της εκτίμησης του Σουλτάνου που πολλές ελευθερίες και προνόμια τους έδωσε γιατί εφοδίαζαν την Πύλη με τον πολύτιμο θησαυρό της γης.

Έτσι πρόκοψαν κι έκαναν περιουσίες και εκκλησίες έχτισαν και δυο σχολεία κι έφεραν κι άλλους εργάτες απ τα γύρω χωριά και έγινε ο τόπος τους τρανός και πέρασμα και αγορά μεγάλη.
Αυτά βέβαια τα πέτυχαν με αγώνες και θυσίες.
Γύρισαν πολλά μέρη της Καππαδοκίας όπου δε στέριωναν’ και γεωργοί δοκίμασαν και κτηνοτρόφοι κι οι ατυχίες έφεραν στερήσεις και θανατικά.
Για τις γυναίκες κατά πώς λένε « γάμος κι αρραβώνιασμα πηγαίναν δίχως αντρός το πλάγι » γιατί οι σκοτούρες τους κρατούσαν στην πάλη με τη ζωή μέρα νύχτα.

Μα κι όταν αρχίσαν εδώ τη δουλειά με τα ορυχεία, άπειροι στην αρχή, σηκώσαν, μαζί με την ελπίδα που στέριωνε, μεγαλύτερο σταυρό απ όλα τα χρόνια πριν’ κι όλο λέγανε οι γυναίκες πως δυο γενιές στερήθηκαν τους άντρες τους.

Το πιο πολύ, μακριά από το φως της μέρας πέρναγαν τη ζωή τους, μέσα στις στοές των ορυχείων κι είχαν παρηγοριά την προκοπή τους και τις κόρες τους προικισμένες μα τώρα…τώρα πολλοί από αυτούς είχαν μπει σε άλλο σκοτάδι που την προικισμένη κόρη την έχασαν για πάντα κι άλλοι που την είχαν, έτρεμαν μην αφανιστεί.

Έτσι κι ο Ανέστης ο μεταλλωρύχος έτρεμε για την καλή του Αντριάννα, την κόρη του Λαζαρίδη του έμπορα που την αγαπούσε κι ήταν σαν τα κρύα τα νερά.

Κάθε φορά που κόντευε να γεμίσει το φεγγάρι (τότε παρουσιάζονταν Εκείνη ), έσφιγγε η καρδιά του και μια εικόνα ερχόταν και τον τυραννούσε: η Σαρακίνα αρπάζει την Αντριάννα’ τα ωραία μαλλιά της Αντριάννας σέρνονται στη γη. «Κύριε ελέησον» έλεγε τότε και σταυροκοπιόταν.

Καθημερινά πήγαινε στην εκκλησία κι άναβε κερί και προσευχόταν, καθημερινά περνούσε απ του έμπορα να πει την καλησπέρα και να σιγουρευτεί πως η καλή του φυλάγεται από τη μάνα της κι ύστερα τραβούσε για το σπίτι.
Στο καφενείο ούτε που πάταγε, μόνο μάζευε και το τελευταίο του γρόσι να κάνει γρήγορα προκοπή κι έτσι να παντρευτεί την Αντριάννα. Γιατί όσο ήτανε ακόμα κορίτσι, ήτανε κι έκθετη στη συμφορά.

 Μήνα με το μήνα κάθε πανσέληνο το κακό χτύπαγε κι από μια πόρτα και στο χωριό οι λιτανείες γίνονταν η μια μετά την άλλη’ και δεσπότη φέρανε απ’το Γκιουμούζ Χανέ μα τίποτα και το μαρτύριο του Ανέστη δεν αντεχόταν πια ώσπου μια μέρα ήρθε κι ωρίμασε στην καρδιά του μια απόφαση.

Ήταν η φορά πού’ πρεπε να καθαρίσει το μεγάλο σεντέμι, εκεί που μέσα χύνονταν το πρώτο ακατέργαστο μετάλλευμα κι έμπαινε γυμνός κι έτριβε με τη βούρτσα.

 Εκείνη η στενή τρύπα στον πάτο του κέρατου πάντα τον φόβιζε και τον αγρίευε. Μέσα στους αχνούς και τη θέρμη του φαινόταν σα « το μάτι της κόλασης » κι είχε συνήθεια να φτύνει κατά μεριά της.

Μια μέρα λοιπόν καθώς έτριβε με πείσμα και θυμό για τις κακοτυχίες τους, στάθηκε μια στιγμή γιατί είδε πάνω στη γυαλισμένη μεριά πού’χε ξεχαστεί κι έτριβε στο ίδιο μέρος ώρα πολλή’ είδε την κορμοστασιά του, γυμνά τα μέλη του ν’αστράφτουν στον ιδρώτα’ νέο, γερό παληκάρι όλο ομορφιά και δύναμη, ήρθε τότε κι έσμιξε η εικόνα της Αντριάννας που ήτανε σαν Άνοιξη και πείσμωσε κι αγανάκτησε με την ταραχή του: « στην ομορφιά, στα νειάτα μας δεν ταιριάζει ο φόβος» φώναξε η καρδιά του κι αυτή τη φωνή την εμπιστεύτηκε κι ήρθε μέσα του η ησυχία και γύρισε και κοίταξε με απάθεια την τρύπα που άχνιζε στον πάτο του σεντεμιού και τότε έδωσε ένα λόγο στον εαυτό του.

Πως θα κυνηγήσει τη Σαρακίνα. « Θα την κυνηγήσω και θα τη σκοτώσω.»

Τέτοια γενναία απόφαση πήρε ο Ανέστης κι όλες τις άλλες μέρες τίποτ’άλλο δεν σκεφτόταν κι άναβε ο πυρετός της δίκαιης τιμωρίας στο μυαλό του.

Κάθε απόγευμα δεν παρέλειπε να περάσει από την εκκλησία ν’ανάψει το κερί κι η προσευχή του γινόταν όλο και πιο θερμή και η αγάπη του για την Αντριάννα τον δυνάμωνε και τούδινε φτερά.

Σαν έφτασε η τελευταία Κυριακή πριν να γεμίσει το φεγγάρι, ο Ανέστης αφού πήρε την ευχή της μάνας του – που βέβαια δεν ήξερε την απόφασή του- τράβηξε για το βουνό μ’ένα ψωμί κι ελιές, να τα προσφέρει στον άγιο ερημίτη και ν’ακούσει τη συμβουλή του.

Κατά το μεσημέρι έφτασε στη μικρή λαγκαδιά κι έξω απ τη μοναδική καλύβα ξεχώρισε τον γέροντα να κάθεται και να πλέκει μια ψάθα. Τον πλησίασε λέγοντάς του το « ευλόγησον πάτερ».
« Ευλόγησον ο Θεός»

του αποκρίθηκε ο γέροντας δίχως να τον κοιτάξει κι ύστερα « ποια είναι τα όπλα σου; » Ο Ανέστης ξαφνιάστηκε, « ποια όπλα μου πάτερ; » «Τα όπλα σου για να κυνηγήσεις τον δαίμονα.» Τάχασε ο Ανέστης και θαύμασε τη διάγνωση του αγίου ανθρώπου. « Είμαι πιστός πάτερ, είναι ο Θεός μαζί μου και δε φοβάμαι τους δαίμονες.» Ο γέροντας χαμήλωσε ακόμα το βλέμμα του.

« Καλά λόγια είναι αυτά που λες, ο Θεός είναι μαζί σου αλλά σκέφτηκες το πόσο είσαι συ μαζί του; Πόσο τον αγαπάς;

Και τι δίνεις λοιπόν για το Θεό; Δίνεις τα υπάρχοντά σου, μπορείς ν’ αρνηθείς το σπίτι σου, τη γειτονιά σου, τις Κυριακές που τρέχεις στο ποτάμι με τους φίλους σου; »

« Τ’ αρνούμαι πάτερ, για το Θεό τ’ αρνούμαι!»

« Αρνείσαι και τη μνηστή σου; » Πάγωσε ο Ανέστης μ’ αυτό το λόγο, επόνεσε η καρδιά του’ δεν ήξερε τι να πει γιατί πραγματικά’ δεν θα μπορούσε ν’ αρνηθεί εύκολα την Αντριάννα κι άρα δεν αγαπούσε το Θεό δίχως όρους και τ’ όπλο του δεν ήτανε μεγάλο.

Έσκυψε ν’ αφήσει το ψωμί και τις ελιές κι έκανε να γυρίσει να φύγει.
Μα τότε ο γέροντας σήκωσε επί τέλους το κεφάλι κι ένα χαμόγελο φώτιζε τώρα το πρόσωπό του. « Αχ όμορφη ψυχή της νιότης γιατ’είναι λυγερή κει που φυσούν τα δυνατά τα λόγια!
Έλα , μην κάνεις έτσι δα. Θαρρείς ότι υπάρχει άνθρωπος άξιος ν’αγαπήσει το Θεό όσο μπορεί Εκείνος;
Αλλά άφησε σε μένα το αχρείο που ορκίστηκα αφοσίωση να συλλογίζομαι τη μωρία μου κι εσύ σα λαϊκός μάθε πως το όπλο σου είναι ικανό.
Αφού την αγαπάς τόσο που θες να τα βάλεις μ’ένα δαίμονα τότε η αγάπη σου είναι θείο δώρο. Μάθε, σου λέω, πως ο Θεός δεν έδωσε πολλά στον άνθρωπο για να ξεπερνάει και λογικό κι όλα τα όρια. Ίσα ίσα την αγάπη έδωσε….
Πήγαινε τώρα στην ευχή. Οι δαίμονες είναι δυνατοί μα είναι και αδύναμοι.»

Ο Ανέστης που πριν είχε πικραθεί εφούσκωνε τώρα από χαρά. Χαιρέτισε τον γέροντα και κατέβηκε το βουνό σαν αγριοκάτσικο, σα να πετούσε.

Σε κανένα δεν είπε τον σκοπό του γιατί η μάνα του θα τον έκλαιγε κιόλας σα χαμένο κι οι φίλοι του θα νόμιζαν πως έχασε τα λογικά του και θα τον εμπόδιζαν.

Έτσι λοιπόν μυστικός περίμενε νάρθει η μέρα του γεμάτου φεγγαριού.

Σαν ήρθε η μέρα αυτή ο Ανέστης καμώθηκε πως ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να πάει στη δουλειά’ κι όταν πάλι πέρασε το μεσημέρι είπε πως ένοιωσε καλύτερα και ζήτησε απ΄τη μάνα του να λουστεί για να πάει καθαρός ν’ανάψει ένα κερί.

Η μάνα που καταλάβαινε την έγνοια του, τον ετοίμασε, τούδωσε και καθαρό πουκάμισο, του χτένισε και τα μαλλιά. Ο Ανέστης πήγε, προσευχήθηκε στην εκκλησία θερμά κι εζήτησε πάλι βοήθεια. Ύστερα πέρασε από το σπίτι του έμπορα, καλησπέρισε και κάθισε να τον φιλέψουν.

Στην οικογένεια ήταν όλοι ανήσυχοι’ η Αντριάννα όμως φαινόταν ήσυχη και σαν να μην έπαιρνε χαμπάρι. Του φάνηκε όμορφη όσο ποτέ αλλά τα μάτια της και το μυαλό της ήταν αλλού μ’ ένα παράξενο χαμόγελο σαν κολλημένο στα χείλη της….

Πόσο πολύ τη αγαπούσε. Τι δεν θα μπορούσε να κάνει για χάρη της’ να τώρα, που πήγαινε δίχως τίποτα να ξέρει, δίχως άλλο εφόδιο έξω απ’την αγάπη του, να ψάξει για ένα αερικό.

Και ακόμα, πόσο θάθελε να ξέρανε πού πάει, για να κερδίσει ένα φιλί στα χείλη της, ένα φιλί από κείνα που δεν είναι για τα μάτια των γονιών, ένα φιλί της κάμαρης, του γάμου. Μα τούτο δε γινόταν και μόνο τη χαιρέτισε με μια αγκαλιά και μ’ένα χάδι στα μεταξωτά της μήλα.

Πήρε το δρόμο που έβγαζε στην έξοδο του χωριού από κείνη τη μεριά που λέγανε πως έρχεται η Σαρακίνα.

Τα παραθύρια έκλειναν τόνα μετά το άλλο κι οι τελευταίοι άντρες που είχαν ξεμείνει για δουλειές έτρεχαν να χωθούν στα σπίτια τους, μη έχοντας νου να ξοδέψουνε για τον Ανέστη παρά ένα γρήγορο σαστισμένο βλέμμα για την αντίθετη στράτα που είχε πάρει.

 Σαν έφτασε κάθισε κάτω από μια συκιά κι έβλεπε κατά το μεγάλο ανήφορο που άρχιζε από κει, ανέβαινε κι ύστερα γινόταν απότομα κατηφοριά έτσι που στο πιο ψηλό σημείο της κούρμπας του, ο δρόμος άγγιζε τον ουρανό.

Πέρασε η ώρα και πήρε να σκοτεινιάζει ώσπου η νύχτα απλώθηκε και όλα γύρω άστραφταν κι ασήμιζαν στο τόσο φεγγαρόφωτο. Σαν χτύπησε η καμπάνα τα μεσάνυχτα ένα ρίγος πέρασε από το κορμί του Ανέστη καθώς από την πίσω μεριά του δρόμου τρεις φορές ακούστηκε ένας σκύλος σα να βογκούσε κι ύστερα άρχισε να πιάνει μια βοή.

Σηκώθηκε όρθιος και τράβηξε το μαχαίρι του.

Η βοή δυνάμωσε απότομα κι η γη άρχισε να τραντάζει, μια λάμψη φάνηκε στην κορυφή και μετά το θέαμα που αντίκρισε τούκοψε την ανάσα. Έξη θεόρατα μαύρα άλογα πρόβαλαν, αφηνιασμένα, που αντί να χλιμιντρίζουν έβγαζαν ουρλιαχτά γυναίκας που έσκιζαν τ’ αυτιά του κι έσερναν μιαν άμαξα που παράδερνε από’ να σίφουνα που πηγή του είχε κι έβγαινε απ’ αυτή, τη ίδια την άμαξα και ξερίζωνε τα γύρω δέντρα κι ένα σωρό κουδούνια κρεμασμένα γύρω της χτυπούσαν.

Κι απ’την καρότσα χύνονταν λαγοί πού’ βγαζαν φωτιές από το στόμα τους κι όλο γεννοβολούσε η άμαξα λαγούς που μερικοί πέφταν πάνω στους λαιμούς των αλόγων και πάσχιζαν να ξεσκίσουν τη σάρκα τους και τότε τα άλογα έτρεχαν πιο μανιασμένα και κείνη θεέ μου η σκοτεινή μορφή που ήταν ανακούρκουδα πάνω στο κάθισμα, τότε σηκώθηκε και φάνηκε το απίστευτό της πρόσωπο. Ήταν μεγάλο και στρογγυλό, τα μάτια εξογκωμένα σα βατράχου, η μύτη της μικρή και ζαρωμένη ανάμεσα στα μάτια κι όλο το υπόλοιπο ήτανε το στόμα της, ανοιχτό και γκάριζε σα γάιδαρος.

Στα μαλλιά της φίδια μπλεγμένα, άλλα της δάγκαναν τα ούλα κι άλλα καρφώνονταν στα μυτερά της δόντια μα Εκείνη στη λύσσα της, μόνη έγνοια είχε να βαστάει με το’να χέρι τα γκέμια, μετ’ άλλο να μαστιγώνει τ’άλογα και γύρω σπέρνονταν λαγοί με τις φωτιές στο στόμα.

Ο Ανέστης γερμένος πάνω στη συκιά που λες κι είχε ανοίξει κι έσταζε όλο της το γάλα, και με τα λογικά σαλεμένα, κλαίγοντας, τρέμοντας σύγκορμος ένοιωθε να χάνει τη ζωή όταν, πριν να τσακιστεί τελείως απ’την εξάντληση,

άκουσε τούτα τα φρικτά λόγια να βγαίνουν απ’το στόμα της σα γκάρισμα γαϊδάρου: « παίρνω τούτο το κορμί και τ’όνομα Αντριάννα πίσω το πετάω!» Σκίστηκε απ’τον πόνο η καρδιά του Ανέστη κι ύστερα όλα έσβησαν από μπροστά του.


Όταν ξύπνησε, βρισκόταν ακόμα κάτω απ’τη συκιά και ξημέρωνε.

Πετάχτηκε όρθιος κι άρχισε να τρέχει πίσω στο χωριό κατά το σπίτι της Αντριάννας. Έτρεχε κι έκλαιγε ο δυστυχισμένος και παρακαλούσε την Παναγιά να είναι όνειρο, να μην είναι αλήθεια.

Μα σαν πλησίασε στο σπίτι κι άκουσε κιόλας τους θρήνους των γυναικών κι είδε κόσμο να’ναι μαζεμένος, έπεσε κατά γης και τραβούσε τα μαλλιά του. Καταριότανε τη σκληρή μοίρα μα μέσα στον πόνο του και μ’όλο που είδε πόσο ανίσχυρος ήταν, έλεγε και ξανάλεγε πως θα κυνηγήσει, θα ψάξει πάλι, θα παλέψει. Όχι. Δεν θα δεχότανε τα μοιρολόγια του χωριού του. Θα έφευγε ευθύς αμέσως.

Για να μη τον δούνε, πέρασε στα χωράφια κι από εκεί πήρε ξανά το δρόμο για την Τρισκατάρατη. Την ώρα που περνούσε από κείνο το σημείο, δε βρήκε κανένα σημάδι από το χθεσινό χαλασμό. Ακόμα και τα δέντρα πού είχαν ξεριζωθεί από το σίφουνα, ήτανε όρθια, γερά στη θέση τους, μ’όλη την πρωϊνή δροσιά στα φύλλα τους - τα πιο πολλά έργα του Σατανά είναι έργα φανταστικά και μοναχά το μυαλό του ανθρώπου είναι το αλώνι που οι δαίμονες θέλουν να σαρώσουν.

Πήρε το δρόμο δίχως να σταματά, δίχως να ξέρει πού πηγαίνει, ώσπου το βράδυ στάθηκε σε μια πηγή, ήπιε νερό κι έπεσε να κοιμηθεί κι είδε ένα όνειρο. Ήταν η μορφή μιας γυναίκας με καλυμμένο πρόσωπο και τραγουδούσε με παράξενη, ψιθυριστή, βαθιά φωνή. Το τραγούδι της ήταν στενάχωρο κι έλεγε τα εξής:

« σου βάνω μιαν αποθυμιά για το υγρό μου σπλάχνο

κι ως διψασμένος έρχεσαι απ’τα έργα σου να πιεις

κόβω τη δίψα σου απ’τη ρίζα που γεννιέται »

Τέτοιο τραγούδι έλεγε η γυναίκα κι όταν προσπάθησε να τηνε δει, εκείνη έκρυψε πιο πολύ το πρόσωπο και τούδειξε κατά τη μεριά των κόκκινων λόφων. Την άλλη μέρα ο Ανέστης πήρε το όνειρο για σημάδι και τράβηξε κατά τους κόκκινους λόφους.

Περπάτησε και πάλι όλη μέρα και το βράδυ έπεσε να κοιμηθεί και είδε πάλι τη γυναίκα να τραγουδάει. Μα το τραγούδι της τώρα ήταν γλυκό και παραπονεμένο κι η φωνή της πιο λεπτή και τον μάγευε και τα λόγια ήταν τα εξής:

« αν της λίμνης τα ψάρια είναι γλυκά

ήρθε η νύφη κι έκανε τη λίμνη χύτρα

για να μην έχει ο άντρας της φροντίδα να ψαρεύει.

Αν του κούτσουρου η θέρμη είναι γλυκιά

σπέρνει κάθε πρωί το τζάκι της η νύφη

για να μην έχει ο άντρας της έγνοια να ξυλοκόβει.

Άντρα μου κυπαρίσσι μου

στα κορφοβούνια πάψε να βιγλίζεις

και γίνε δεντρολίβανο στην κλίνη μου.»



Και πάλι ο Ανέστης γύρισε να τηνε δει και κείνη πάλι έκρυψε το πρόσωπο και τούδειξε κατά τη μεριά των κόκκινων λόφων. Πετάχτηκε ξαναμμένος μες στη νύχτα κι εξακολούθησε την πορεία του. Ξημέρωσε κι ο Ανέστης προχωρούσε, μεσημέριασε κι ο Ανέστης προχωρούσε κι ως νάρθει το βράδυ έφτασε κατάκοπος στους κόκκινους λόφους και βρήκε μια σπηλιά κι έπεσε σε βαθύ ύπνο.

Τότε φάνηκε πάλι η γυναίκα και τούκανε νόημα να σηκωθεί κι άρχισε να τον οδηγεί στο μέσα της σπηλιάς. Προχωρούσαν, μπροστά η γυναίκα και πίσω ο Ανέστης δίχως να ρωτά και δίχως να διστάζει κι όλο προχωρούσαν κι έμπαιναν στα έγκατα της γης κι ένα φως που έβγαινε απ’τα ρούχα της γυναίκας έδειχνε το δρόμο.

 Κι αφού προχώρησαν πολύ, χάνεται με μιας η γυναίκα από μπροστά του και μένει μονάχος στο σκοτάδι. Μια στιγμή κοντοστέκεται ο Ανέστης κι ύστερα με βήμα αργό αρχίζει να προχωράει ώσπου διακρίνει στο βάθος κάποιο φωτισμό κι όσο πηγαίνει προς τα κει ακούει μουρμουρητό από πολλά στόματα και σε μια στροφή της σήραγγας βρίσκεται σ’ένα πολύ μεγάλο άνοιγμα, φωτισμένο από εκατοντάδες καντήλια.

Και τι θέαμα αντικρίζουν τα μάτια του’ γύρω γύρω στις γωνιές είναι καθισμένες όλες οι κοπέλες του χωριού που η Σαρακίνα είχε αρπάξει.

Κρατούν από μια καπλαντοβελόνα και κεντούν όλες μαζί πάνω σ’ένα ύφασμα απλωμένο σ’όλη τη σπηλιά. Είναι απορροφημένες στη δουλειά τους και σιγοτραγουδάνε κάτι σα νανούρισμα, σα να κοιμίζουν τα μωρά τους αλλά μονάχα αυτό το κέντημα βρίσκεται ανάμεσά τους.

Είναι μια ζωγραφιά, στη μέση ένας άντρας όμορφος σα πρίγκιπας που κοιμάται μα είναι δεμένος με χίλιες δυο χρυσές κλωστές.

 Στο στόμα του είναι βαλμένο ένα λουλούδι και τα χέρια του είναι λευκά σαν κοριτσιού, γεμάτα δαχτυλίδια.

Κοιμάται σ’ένα πλούσιο κήπο μ’ένα σωρό κρίνους, βιγόνιες, γιασεμιά, χρυσάνθεμα και κληματαριές και πλατάνια και πολύχρωμα πουλιά’ κι είναι όλα βαλμένα έτσι κι είναι τόσο χαμογελαστό το υπνωτικό του πρόσωπο που σαν νάναι τα όνειρά του όλα αυτά.

Ο Ανέστης κοιτάζει τις κοπέλες και μία μία τις αναγνωρίζει’ είναι η Φιλιώ, η Ναταλία, η Άρτεμη, η Καλλιόπη, η Ερατώ, η Παρασκευή, η Αλεξάνδρα, η Ευγενία, η Γαλήνη, η Ρουμπίνη, η Κυριακή, η Αντριάννα. Μένει να κοιτάει ώρα πολλή σα ναρκωμένος κι όσο συνέρχεται ένα σωρό πράγματα τού’ρχονται στο μυαλό και τον μπερδεύουν.

Σκέφτεται που η Σαρακίνα δε φαίνεται πουθενά, τίποτα δε μαρτυράει τη παρουσία της.

Οι κοπέλες κάθονται ήσυχες, δεν μοιάζουν καθόλου για αιχμάλωτες…… κι ύστερα ετούτο δω το κεντητό…και η γυναίκα που ήρθε στα όνειρά του….. και τα τραγούδια της ………..τι είναι όλα αυτά…..Μένει εκεί να σκέφτεται και να κοιτάει τις κοπέλες, όλες ή την Αντριάννα μόνη, ν’ακούει το νανούρισμά τους, να μελώνει μέσα σε μια καλοδεχούμενη θλίψη.

Κι ούτε να κάνει ένα βήμα μπρος ούτε ένα βήμα πίσω.

Αλλά και γω κάθε φορά που αναπλάθω αυτή την ιστορία, μέχρι εκεί φτάνω μαζί με τον Ανέστη.

Θέλω αυτή τη στιγμή νάμαι περισσότερο εξομολογητικός παρά μυθοπλάστης.

Γι αυτό πρέπει να πω ότι καμιά εικόνα που η ψυχή μου να ακολουθεί δεν έχω παρακάτω.

Στέκομαι πάντα εκεί, στις κοπέλες μέσα στη σπηλιά παραδομένος σε μια μαγεία, θαλπωρή, νάρκη, σ’ένα ταξίδι πολύ μακρινό, βαθιά εντός μου.

Σχεδόν δεν έχει υπάρξει ούτε η Σαρακίνα ούτε η ιστορία του χωριού. Είμαι μέσα στη σπηλιά τους. Κοντά σε κείνες.

Μέσα σε κάτι που κάποτε ήτανε δικό μου και τώρα απωλεσμένο που όμως το θέλω κι έχω γελαστεί πως έχω επιστρέψει λίγο μέσα του.

Μπορούν να περάσουν και μια και δυο ώρες έτσι, στο δωμάτιό μου’ κι όταν αρχίζω να βγαίνω από αυτό το ρεμβασμό για να επιστρέψω, περνούν σαν ενδιάμεσο εικόνες από το παρελθόν’ εικόνες της γιαγιάς της Κυριακούλας που το άντρα της τον χάρηκε όσο να κάνει απανωτά δυο κόρες ( ύστερα εκείνος χάθηκε )’ της μιας της κόρης όπου το σόι του γαμπρού την εχθρευόταν και πήρε η μαμή την εντολή στην πρώτη γέννα, μαζί με το παιδί να της τραβήξει και τα σπλάχνα, να πεθάνει’ της άλλης κόρης που πήγε από μαράζι’ της θείας της Ευγενίας που ο κύρης της, τριάντα κάτι εκείνος, τη διάλεξε για νύφη όπως διαλέγουμε τα φρούτα, ανάμεσα από τις αδελφές της, εκεί που έπαιζε τις κούκλες δώδεκα χρονών, της γιαγιάς Μαλαματώς που αντί για το κορμί, παρέλαβε φωτογραφία του σκοτωμένου στον εμφύλιο γιου της, της όμορφης και φιλοσοφημένης θείας Μάρθας που η έγνοια του θανάτου καταμεσής στα νιάτα - έκλαιγε ξαφνικά στις εκδρομές – την έφερε ένα χρόνο σ’ άσχημη ζωή…τη φυλακίσανε μετά στο σπίτι και την παντρέψανε με γέρο. Στρατηγό. ..

Κι εικόνες της μητέρας μου, πρώτα ελεύθερο αγρίμι να παραβγαίνει τα αγόρια, ύστερα να κουβαλάει όπλα στους αντάρτες περνώντας από τις γραμμές των Γερμανών, ύστερα να τσακίζεται η ραχοκοκαλιά της, πάει η ομορφιά και το τρανό παράστημα, με το ζόρι παντρειά, υποταγή άνευ όρων.

Μα μέσα σ’όλα αυτά κι άλλα πολλά, πόση τρυφεράδα και μετάξι, πόση καρτερία και γλυκά του κουταλιού, πόσα γέλια, τι αγκαλιές και παραμύθια, τι τραγούδια ενώ πλένανε ή κεντούσαν….

………….ας είναι μέχρι εκεί. Είμαι έξω πια, δεν κάνει πιο πολύ. Κι όσο περνούν τα χρόνια, καλό που ξεθωριάζει.

Σχεδόν παραλογές στο κλείσιμο του αιώνα…

Βρίσκομαι ήδη έξω από το σπίτι, κάτω στην Αθήνα.
 Ώρα δέκα, δώδεκα ή τρεις.
Και τέσσερις.
Και πέντε.

 Φόρκυς 1982
......................................................................................................
Και σχολιάζει η Σαλογραία με μια εικόνα και μια φράση που τα βρήκε στο μπλογκ apantaorthodoxias:

 "Αν ο Θεός βάζει ένα δάκρυ στο μάτι σου, είναι γιατί θέλει να δημιουργηθεί Ουράνιο Τόξο στην καρδιά σου !"



" Ουράνιο Τόξο στην καρδιά .. "









Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Το περιστέρι-Pigeon impossible


Πηγή: Τρελογιάννης

Από πού έρχεται η μουσική-Νικηφόρος Βρεττάκος



Από πού έρχεται η μουσική 

Η μουσική έρχεται από σένα
όπως το νερό κατεβαίνει από το βουνό.
Καταμεσίς στην παλάμη σου αναβλύζει η πηγή
κι απ' την κορφή του μετώπου σου. Το φως βγαίνει
απ' τα μάτια σου
και φωτίζει τους ήχους. Τους κάνει να φαίνονται
όπως
                   φαίνονται τ' άνθη
στα κλαδιά της μηλιάς.  Σκεπασμένη απ'τους ήχους
η καρδιά σου είναι κάτασπρη.

Νικηφόρος Βρεττάκος

(Πηγή για την εικόνα της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας: ο Τρελογιάννης )

Και ο κοιμισμένος -για να ξυπνήσει- φοβέρα θέλει!



Αγαπημένο μου χαλαρωμένο,

 Κατ' αρχάς με πληγώνει όταν νομίζεις ότι τρέχω στις εκκλησίες επειδή  είμαι μαζόχα και  γουστάρω - διότι δεν θα είχα κάτι άλλο, πιο ευχάριστο να κάνω εκείνη την ώρα...

Επίσης, ωραία τα λες, απ'την άλλη μεριά- όταν σε πιάνει το θεολογικό σου-
 ισχυριζόμενο ότι πρέπει,
ό,τι πράττουμε  για την ψυχή μας και τον Κύριο να τα πράττουμε
- από θείο έρωτα και πνευματική ανωτερότητα αγίων κινήτρων-
αλλά προσωπικά δεν είμαι παρά  μια γρια λώλα...που...αν δε με φοβερίσω με το φόβο της Αιωνίου Κολάσεως- μάλιστα, μάλιστα, καλά το ακούς- δε σηκώνομαι με την καμία  απ' τα χαδιάρικα  παπλώματα το πρωί, για να πάω στην εκκλησία, πρόθυμα,  όπως η Πηνελόπη- ας πούμε...

Καλύτερα να με σκοτώνεις γενικώς, παρά να με ξυπνάς στο άγριο χάραμα και να με στέλνεις να ακούω και κακόφωνους ψάλτες- όπως  συνήθως.

Καλύτερα να με τρώγαν τα λιοντάρια σε κανα φαστεφούντε των είκοσι λεπτών -μονοκοπανιά- παρά να εγείρομαι βογγώντας-  δεκαετίες τώρα- ξημερώματα και να  με σπρώχνω -με νοητά περίστροφα καρφωμένα  στον κρόταφο- προς εκκλησιασμόν.

-Μπορείς να καταλάβεις την ψυχολογία μου, Χαλαρωμένο μου, ή μόνον ο Μυρμιδόνας με νιώθει;
- Θέλει και ρώτημα; μόνον ο Μυρμιδόνας σε νιώθει!
-Το γνωρίζω, μη με συγχίζεις! Δεν περίμενα απάντηση! Ρητορικώς έθεσα την ερώτηση!

Λοιπόν, τι λέγαμε; Α ναι...τα γνωστά και από την άλλη σελίδα, όπου είχαμε ξεκινήσει τη σχετική κουβεντούλα:

 Λοιπόν, εμένα προσωπικά, αν με πείσεις να  ξεχάσω την αιώνια Κόλαση, τότε- ευθαρσώς- σου δηλώνω, ότι η αφεντιά μου, με τη θέλησή μου την ανθρώπινη, μόνο  στον Νηπετάφιο, που έλεγε και η γιαγιά η Πετρού η μακαρίτισσα-  άπαξ του ενιαυτού, τουτέστιν μια φορά μόνο το χρόνο- θα πήγαινα,  δηλαδή μόνο τη Μ. Παρασκευή και μόνο- άντε και μια δεύτερη φορά-   στην Ανάσταση- όσο να πει ο παπάς το "Χριστός Ανέστη" πανηγυρικά-  θα εκκλησιαζόμουνα.

Αλλά...επιστρατεύοντας το φόβο του θανάτου, με ενδόμυχες προτροπές του είδους:

-Τι θα κάνεις άμα πεθάνεις σήμερα μωρή; με τι μούτρα θα δεις το Χριστούλη;
Άει σήκω να μη σου κοπανήσω καμιά ανάποδη, και αστράψει  όλος ο γαλαξίας μπροστά σου, σήκω μη σε πάρει ο Εξαποδώς και σε σηκώσει, ανεπρόκοπη!

Βρίζοντας  αλύπητα  -ο χριστιανικός εαυτός,  τον αντιχριστιανικό μου-  μόνον  έτσι, καταφέρνω -με την τσίμπλα στο μάτι -και πάω στην ενορία, ανελλιπώς καθ'εκάστην Κυριακήν και εορτήν, περπατώντας, μπαμπουλωμένη στο καταχείμωνο με τα τσεμπέρια- σκεπτόμενη  μέσ' στον εσωτερικό γογγυσμό μου:

- Ααααχ! μακάρι να  "το 'βραζα στον ύπνο"   μέχρι το μεσημέρι! "

Βέβαια απ' τη στιγμή που -θεία Χάριτι- κάνω το καουμποϋλίκι

(υπέρβαση θα το λεγε γνωστός κουλτουριάρης)

 και σηκωθώ και σουρθώ ως το ναό, μισοϋπνωτισμένη απ' τη νύστα, και μετρώντας κρυφά με τα δάχτυλα, πόσα λεπτά, και  πόσα δευτερόλεπτα ακριβώς,   μας μένουν ως την "απόλυση" - από κείνη τη στιγμή και μετά- αρχίζει  μια βελτίωση της διάθεσης,  ώσπου πια, στο "Δι ευχών", σκάνε πυροτεχνήματα χαράς μες στην καρδιά μου, και φεύγω απ' τον ταπεινό ναΪσκο, παρέα με το Λατρεμένο Χριστούλη, που πάντα με σηκώνει απ' τα ράθυμα πατώματα, υπομονετικά, αφυπνίζοντάς με,   με το ανέσπερο Φως Του.

-Αξίζει η Ζωζώ ό,τι κι αν πεις, που τραγουδεί και ο Νιόνιος ο Σαββόπουλος

- Άσχετο!

-Αξίζει , ναι, το βασανιστήριο το χρόνιο- της πρωινής σαδιστικής έγερσης- για την αγαλλίαση που λαβαίνω... μετά!

Προκειμένου  να καταλάβεις καλύτερα,  τον εσωτερικό μου μονόλογο, μέχρι  να καταφέρω να σηκωθώ το πρωί, παραθέτω σχετικό βίντεο.

Ελπίζω να σου φτιάξει το κέφι!

Πάμε τώρα για νάνι, επειδή μας περιμένει, νωρίς  έγερση!

Καλό ξημέρωμα, με ευ-λογία  να σηκωθείς το πρωί, και να πετάξεις χαρούμενα, στις δραστηριότητες της ημέρας,  περιστέρι μου...

Με πολλά προκομένα φιλιά

Σαλογραία
.......................................................................................



Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Με αφορμή την Αίτνα και την επίσκεψη σ' ένα σπήλαιο λάβας...











Περιστεράκι  μου

δεν είμαι ταξιδιωτικός τύπος και γενικώς στα ταξίδια βαριέμαι και μάλλον επιθυμώ το... κελλίον   μου, αλλά...πρέπει να το σχολιάσω- δεν θ'αντέξω- αυτό που είδα σε ένα σπήλαιο,  εκεί στους πρόποδες της Αίτνας στη Σικελία.

-Τι είδες, πάλι, μωρή σαλογραία;

-Είδα, αρχικά, ένα πηχτό σκοτάδι, πίσσα- κατράμι σου λέω!

- Είδες ένα πηχτό σκοτάδι;

 Εντελώς  οξύμωρο, μού ακούστηκε.

Στο ξεκάρφωτο,  again,  τον άρχισες το μονόλογο.

(Ολοφάνερο πως το αεροπορικό ταξίδι, κάποια τρικυμία εν κρανίω, προκάλεσε...)

-Πες το κι έτσι...σκέφτηκα, βλέπεις,   ν' αρχίσω  in medias res, την αφήγηση.

-Δηλαδή;

-Δηλαδή, σκέφτηκα  να σου ξεκινήσω το ζήτημα απ' τη μέση- ρε όρνιοοο

(είπαμε:αετό εννοώ πάντα λέγοντας "όρνιο"),

υποθέτοντας-όπως οι περισσότερες τρελές γυναίκες- ότι εσύ διαβάζεις  τη  σκέψη μου, και ότι   πίσω απ'τις φράσεις μου- χωρίς να εξηγήσω κάτι παραπάνω- εσύ από μόνος σου- ενορατικά σχεδόν-
   θα συλλάβεις  -με την μία- την πλήρη εικόνα...

-Μανδάμ, πλατειάζεις και θα σε κάνω delete!

-Μη μου το κάνεις αυτό!

Θα πικραθώ φριχτά  και θα χτυπήσω  μπισκότο νηστήσιμο σοκολάτας  με γεύση μαστίχας, προκειμένου να σε ξεχάσω...

-Α καλάααα! 

Λαλήσαμεν.

Καληνύχτα!

-Μη φεύγεις!  Ω μη φεύγεις!

(Σε παρακαλώ με χέρια απλωμένα, με ξέπλεκα τα μαλλιά, με ύφος ξεπατικωμένο  από πονεμένο μελόδραμα...)

-Υπόμεινε!

 Υπόμεινε!

-Την ασυναρτησία της συννενόησης, υπόμεινε.

-Τις δυσκολίες του έγγαμου  βίου, υπόμεινε.

-Τις δυσκολίες του μοναχικού βίου, υπόμεινε.

-Τις κακές σκέψεις αντίκρουσε.

-Υπόμεινε!

-Δια της υπομονής υμών, κτησόμεθα τας ψυχάς υμών...γράφει ο Απόστολος.

-"Μεγάαααλο πράγμα η υπομονή" και η επιμονή, και η ασταμάτητη -προς κάποια θετική κατεύθυνση- προσπάθεια...

Θυμάσαι, τι τόνιζαν  και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι;

-Ρανίδες  ύδατος, βράχους  κοιλαίνουσι, διακήρυτταν.

-Δηλαδή;

-Δηλαδή, μια ασταμάτητη έστω  μικρή προσπάθεια, προς τη σωστή κατεύθυνση,  όσο μικρή και αν φαίνεται, ανώνυμε αλκοολικέ μου, μανιακέ καπνιστή μου,  υπέρβαρε, άρρωστε φίλε μου, ανορεξική μου κόρη,  άνεργε αδερφέ μου,  μοναχική μου φιλενάδα, κάποια βελτίωση θα φέρει, κάποιο κιλό θα διώξει, κάποιο κιλό θα κερδίσει, κάποια εργασιακή πόρτα θα ανοίξει...κάποια καλή παρέα, με τη δύναμη του Κυρίου,  θα ξημερώσει...

- Για κοίταξέ με στα μάτια!

Άρχισες πάλι τις οπτιμιστικές αηδίες -τις ανυπόστατες;

Άρχισες πάλι τις σαχλαμάρες που λένε οι κοτόμυαλοι  ιεροκήρυκες στο ανεγκέφαλό  τους πλήρωμα, και οι φιλόλογοι της συφοράς, στους βαριεστημένους μαθητές τους;

Καλά!

Για πόσο χαϊβάνι,  με "κόβεις" που νομίζεις -θα σε πιστέψω;

-Λατρεμένο μου, ηρέμησε.

 Επειδή είσαι  -αλίμονο- υπερευαίσθητο και πανέξυπνο, θέλω να μοιραστώ μαζί σου, μια μονάχα  εικόνα, που πήρα απ'τη φύση.

- Πες τη χριστιανή μου,  και μ'έσκασες!
..................................................
Λοιπόν, ήτο  η θαυμαστή  ημέρα που επισκέφτηκα στους πρόποδες της Αίτνας στη Σικελία, ένα σπήλαιο λάβας.

Τα σπήλαια της λάβας, όπως μας είπαν -οι του meeting  ειδικοί- φτιάχνονται από  λάβα καυτή που όπως ρέει, ψύχεται εξωτερικά- πλην- στο εσωτερικό της- για διάφορους λόγους- το μάγμα, μπορεί να πάρει και  τη μορφή μιας μακριάς   σήραγγας, της οποίας το δάπεδο, τα τοιχώματα και η οροφή είναι φτιαγμένα από καυτό υλικό  που  -όταν παγώσει και στερεοποιηθεί-  λαμβάνει μορφή, χοντρών, ανώμαλων εξογκωμάτων στο δάπεδο, ή -στην οροφή- μορφή σταλακτίτη.

 Στο σπήλαιο- σήραγγα, μπήκαμε φορώντας κράνη-προς αποφυγήν  καρουμπάλων, επειδή  στο εσωτερικό του σπηλαίου, άλλοτε η "οροφή"   κατέβαινε απότομα άλλοτε υψωνόταν αποτόμα- ανάλογα με την πορεία του πυρακτωμένου ρευστού- προτού πήξει  - μέσ' στο μαύρο σκοτάδι, δεν προλάβαινες να αντιδράσεις, σου ερχόταν το πέτρωμα κατακούτελα και έβλεπες... άστρα ώσπου να πεις κύμινο - μπήκαμε, λοιπόν, φορώντας τα προστατευτικά  κράνη μας αχαχα...,  κρατώντας αναμμένα τα φακουδάκια  στα χέρια και προχωρούσαμε, σαν τους κολασμένους στον κάτω κόσμο, σαν τους τυφλούς στον άδη -που λέν' τα λαικά παραμύθια..."μανούλαααα!", θ' ανέκραζε ο Βέγγος...

 Για κλειστοφοβικούς, σίγουρα δε θ' αποτελούσε  και την  πιο επιθυμητή εμπειρία- ας σημειώσω.

-Υπάρχουν και νυχτερίδες εδώ, κουρνιασμένες στην οροφή,  παρακαλώ, με το φως των φακών σας, μην τις ταράξετε- με οικολογική ευαισθησία-  σύστησε  ο οδηγός μας.

-Χριστέ μου,  ετούτο μας έλειπε!

 Να ξαφνιαστούν τα νυχτεριδάκια και να φτερακιάσουνε  πάνω μας...

Θα λιποθύμαγα πάραυτα από μεγάααλη   τρομάρα...

Τα παπούτσια μας,  αθλητικά μποτάκια,  ως ψηλά στον αστράγαλο, προκειμένου  να μας προφυλάξουν από  κάποιο στραμπούληγμα, μιας  και   το έδαφος μέσα, ξεδιπλωνόταν   πάνυ ανώμαλο- ό,τι πεις για να φάμε τα μούτρα μας- με  το παραμικρότερο  σκόνταμα.

Διαθέταμε ως  έμπειρο οδηγό, έναν φιλικό, ομιλητικό πολύγλωσσο   τύπο, με τριγωνικό πρόσωπο, μαυροκίτρινο  δέρμα - από το μέχρι θανάτου  φουμάρισμα-  ρουφηγμένα μάγουλα, μυτερό ξανθό γενάκι ελάχιστο, στην άκρη του πηγουνιού,  και  πυρακτωμένο  βλέμμα  βοηθού του Εξαποδού,  που του 'λειπε μονάχα η μακριά στριφογυριστή  ουρά, και η τεράστια  πιρούνα, ώστε   να σπρώχνει με δαύτη,  την  ανυποψίαστη... πελατεία,  μες στα καυτά καζάνια της ηφαίστειας  κόλασης.

Θαύμασα το κουράγιο μου.

Ευτυχώς μου κράταγε το χεράκι, ο λατρεμένος συνοδοιπόρος και έπαιρνα δύναμη.

-Δεν προσευχόσουν μωρή σαλογραία, μέσα στο έρεβος; από το κράτημα του χερακιού, έπαιρνες δύναμη;ντροπή σου!

-Δεν προσευχόμουν, αγαπημένο μου- η γριά κάργια- δεν προσευχόμουνα....

Από τη σαστιμάρα, την τυπική  προσευχή την είχα ξεχάσει...

Ευτυχώς, κανένας σεισμός, καμιά νέα ηφαιστειακή ταραχή δεν προέκυψε, και φτάσαμε ειρηνικά, μέχρι τη μέση του μακρότατου τούνελου.

Εκεί κάναμε στάση.

Τότε ο οδηγός, φωτίζοντας το ταβάνι, μας έδειξε κάτι λεπτότατες ρίζες, σαν  χοντρές άσπρες κλωστούλες για ράψιμο σε λινό ύφασμα...
( πολύυυυ λεπτότερες απ' τα ριζίδια που φαίνονται να αιωρούνται στη φωτό  -στο άνοιγμα μιας τέτοιας σπηλιάς- που παρέθεσα παραπάνω)
 οι οποίες ισχνότατες ρίζες,  απ'το νοτισμένο με υγρασία "ταβάνι" κρέμονταν , μέσα στο σκότος.

Ήταν πεισματάρες  ρίζες  καχεκτικών  φυτών της επιφάνειας,  που αγωνίζονταν για επιβίωση.

Και είχαν τρυπήσει -οι σχεδόν αραχνοϋφαντες  ρίζες αυτές- το σκληρό, στεροποιημένο πέτρωμα, και προχωρώντας -οι τριχοειδείς  ρίζες αυτές- είχαν σπάσει το βράχο!

Μας έδειξε μια τεράστια-αναλογικά προς το μέγεθος των ριζών- πέτρα, που -οι ρίζες αυτές- είχαν βγάλει από τη θέση της, στην ακατάβλητη  προσπάθειά τους να πάνε πιο πέρα, βρίσκοντας τροφή και την απαραίτητη γι αυτές,  υγρασία.

Οι ρίζες οι λεπτότατες σαν  κλωστή,  με την αδιάκοπη  πορεία τους, ναι,  είχαν νικήσει τον ογκωδέστατο,  βράχο.


Είχαν διαρρήξει το σκληρότατο βράχο.

Θαυμάσαμε με το θέαμα άπαντες.


Προσωπικά συγκινήθηκα απίστευτα.

-Μα για Όνομααα! είναι τόσο μεγάλη η δύναμη μιας ισχνότατης  ρίζας;

(καλά, για κείνες των τεράστιων δέντρων το ήξερα, πώς μπορούσαν).

Σπάει μέχρι και βράχια;

-Είναι! Και ναι!  Τα σπάει,  εσύ τι ζόρι τραβάς;

-Τότε, δεν δικαιούμαι να αδρανώ, να καταθλίβομαι, να κοψοφλεβιάζομαι...

Τότε καμία  προσπάθεια, ακόμα και η πλέον αδιόρατη, δεν πηγαίνει χαμένη!


Τότε έχει δίκιο ο Καζαντζάκης που γράφει ότι κι  ένα χαλίκι να αρμολοήσουμε σε έναν τοίχο, στηρίζουμε τον τοίχο να μην πέσει, στηρίζουμε την ψυχή μας να μην πέσει, στηρίζουμε τον κόσμο ολόκληρο  να μην πέσει, να μην πάει χαμένος!

.................................................................................

Αγαπημένο μου, γιατί στα γράφω τούτα νομίζεις;

 Στα γράφω τούτα απόψε, επειδή λυπήθηκα που  είδα στην αγαθή σου ψυχή, παραίτηση,  αποθάρρυνση...

Αχ να ήσουν κοντά μας...

Αχ να έβλεπες την απίστευτη  δύναμη εκείνης της επίμονης
 -σχεδόν μόνο από λευκοπράσινο φως, φτιαγμένης - ρίζας που ταλαντευόταν  ανάερα
απ' το πάνω μέρος  του κατασκότεινου  σπήλαιου.

Αχ και να καταλάβαινες

τι  μυστικές και φανερές  νίκες κερδίζει,

η καθημερινή, μικρή, ακούραστη

- δήθεν ασήμαντη*
(εν Ελπίδι, Πίστει και Αγάπη Κυρίου Ιησού)
γιγάντια, όμως,  στ'αλήθεια- 

προσπάθεια!


Σαλογραία
.................................................................................................
Υ.Γ. Ευχαριστώ το Φως Ιλαρόν-  το φωτάκι μου-  για το ωραίο βίντεο, που μας έστειλε σήμερα...



* Για την ασύλληπτη  δύναμη του απίστευτα  μικρού, περιστέρι  μου,  ρίξε ματιά-αν δεν το έχεις κοιτάξει- στην παλιότερη  ανάρτηση της Σαλογραίας  με τίτλο: τα Νανοϋλικά και η τεράστια σημασία της λεπτομέρειας  













Κυριακή 3 Απριλίου 2011

Δεύτερη συνάντηση με μια δαιμονισμένη ή δαιμονικώς βαρεμένη...


Περιστεράκι μου....

Θα ξεκινήσω με επανάληψη των σκέψεων από την πρώτη μου ανάρτηση και θα πω ότι:

Ειλικρινά, απορώ, πώς γίνεται να ανήκει κάποιος στην Ορθόδοξη Εκκλησία, να είναι βαπτισμένος, μυρωμένος, του Θεού παραδομένος- από την παιδική του ηλικία- και όμως να μ η ν πιστεύει στ’ αλήθεια, στην ουσιαστική-προσωπική δράση και ύπαρξη του Εωσφόρου και των δαιμόνων-ακολούθων του.

Απορώ και όμως γίνεται.

Εδώ δεν πολυπίστευα στην ενεργή παρουσία των Αγίων και των Αγγέλων, θα έδινα σημασία στους δαίμονες;

Έτσι συνέβαινε - τουλάχιστον με μένα- επί πολλά έτη, αγαπημένο μου.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, πίστευα αόριστα σε κάτι αφηγήσεις των Ευαγγελίων με θεραπείες δαιμονισμένων, αλλά στη μυωπική μου αντίληψη, αυτά έγιναν, τότε, εκεί, στα χώματα που περπάτησε ο Χριστούλης και έκτοτε δεν προέκυψαν πάλι..

Τόσο απλά, τα είχα διευθετήσει μέσα στο αφελές το μυαλό μου.

Παρόλ' αυτά, κάτι μεταφυσικά θρίλερ, τα κοίταζα, περισσότερο για να περάσει η ώρα και λιγότερο επειδή πίστευα πως συμβαίνουν τέτοια σημεία και τέρατα!

Διέθετα -ίσως και λόγω παιδείας- βαθύτατο σεβασμό στην ψυχιατρική επιστήμη

και ήμουν απόλυτα βέβαιη ότι σήμερα πια, δαιμονισμένοι δεν απαντώνται, ούτε γι’ αστείο!

Υπήρξαν-σκεφτόμουν- πεντέξι τότε, εκεί στην εποχή του Χριστούλη, τους θεράπευσε Εκείνος, άντε και μερικούς οι Απόστολοι, και έκτοτε, το γένος τούτο, εξεπαστρεύθη.

-Αμ δε!

Θα ομολογήσω επίσης, ότι κάποια γεγονότα που φτάναν στ’ αυτιά μου, με ουρλιαχτά δαιμοκατειλημμένων σε μοναστήρια, τα υποπτευόμουνα- μιλάω με όλη μου την ειλικρίνεια- ότι μπορεί να ήταν φτιαχτά σκηνικά, από άθλιους παπάδες επινοημένα, προκειμένου να παγιδεύονται οι αφελείς και να συρρέουν προς δήθεν θεραπεία- για θέματα αρμοδιότητας, βασικά, ψυχιάτρων- αφήνοντας το γενναίο οβολό τους- οι αφελείς πάντα- στα παγκάρια των θεομπαιχτών επιτήδειων!

Ψυχικές διαταραχές ότι μπορεί να υπάρχουν, ναι, το πίστευα και το παραπίστευα.

Δαιμονισμένοι, δεν πίστευα ότι υπάρχουν, που να με χτύπαγες και να με ξαναχτύπαγες σαν χταπόδι στα βράχια!

Μόνο που το άκουγα- ως υπόθεση- ξεκαρδιζόμουν στα γέλια με την αδαημοσύνη και τη βλακεία των πιστευόντων.

Από ευγένεια και μόνο δεν χαχάνιζα εμφανώς, όποτε κάτι, ή κάποιος τολμούσε να υπαινιχτεί το παραμικρό για το θέμα...

Έτσι, ήταν η συνείδησή μου.

Ορθολογίστρια και αδιάφορη ολότελα , θα έλεγα πάνω στο ζήτημα.

Μέχρι που βρέθηκα ένα καλοκαίρι σε νησί του Αιγαίου.

.................................................

Όπου είχα την πρώτη συνάντηση με δαιμονισμένη φίλη, αυτήν που σου περιγράφω στην παλαιότερη ανάρτηση.

.....................................

Αγαπημένο, σού ομολογώ, τα συναισθήματά μου, του τότε, δεν περιγράφονται.

Όταν τέλειωσε η όλη συζήτηση(με τη δαιμονισμένη φίλη) φτάνοντας στο ξενοδοχείο, εκείνη τη νύχτα, είχα μια τρομάρα πρωτόγνωρη και κοίταξα καλού κακού και κάτω απο τα κρεβάτια μας, μη κρύβονταν κάτι...

Αυτή υπήρξε η πρώτη μου προσωπική εμπειρία, με μαρτυρία αυθεντική, από άνθρωπο που τον ήξερα, που δεν είχε λόγο να μου πεί κανένα παραμύθι, που ζούσε με αξιοπρέπεια από άποψη οικονομική, και που δεν ανακοίνωνε το πρόβλημα στον καθένα.

Ήταν η πρώτη μου προσωπική εμπειρία πάνω στο ζήτημα των ακαθάρτων πνευμάτων και του πώς αυτά, μπορούν να φτιάξουν μια μαύρη δική τους φωλιά, κατασκηνώνοντας στο ανθρώπινο σώμα μας.

Ο ψυχρός ορθολογισμός μου, για πρώτη φορά εν τω βίω μου , υπέστη μια ανατριχιαστική ρωγμή, αξιοπρόσεκτη...

..................................................................................................................................

(...............................Για περισσότερες λεπτομέρειες στην ανάρτηση με την πρώτη εκείνη  δαιμονισμένηhttp://salograia.blogspot.com/2009/09/blog-post_28.html καθώς επίσης και το σχετικά πρόσφατο κείμενο-εμπειρία με τίτλο:Περί μώρας, κασίδας και λοιπών δαιμονίων  της  Σαλογραίας,  μπορείς να δείς στο σύνδεσμο που παρέθεσα, αν δεν το είχες διαβάσει.
Αν έχεις χρόνο κοίταξε και την παλιότερη ανάρτηση με θέμα:Με αφορμή το δαιμονισμό και τους ψυχίατρους
Επίσης σχετικό με το θέμα είναι και η ανάρτηση της Σαλογραίας η αναφερόμενη στην  πρόσφατη  ταινία όπου πρωταγωνιστεί ο Άντονυ Χόπκινς,   με  το  θέμα του εξορκισμού, η οποία  αποτελεί  αληθινή ιστορία και έχει τίτλο:Η Τελετή
Για το θέμα του δαιμονισμού κοίτα, αν θες,  και μια πρόσφατη ανάρτηση απ' το ιστολόγιο του " Νεκρός για τον κόσμο" στο:Δαιμονισμός και επιστήμη ).

.........................................................................................................................
..............................................................................................................................
.................................................................................................................................

Και ερχόμαστε  μερικά χρόνια αργότερα στην Πάτρα, συγκεκριμένα,  το 2002,  Δευτέρα ή Τρίτη  του Πάσχα, νομίζω, όταν ένα ευλαβές αντρόγυνο φίλων με τα παιδάκια τους, που έρχονταν από Θεσσαλονίκη, είπαν να περάσουν απ' το σπίτι, να ιδωθούμε σαβουριάζοντας    καμιά λατρεμένη  μακαρονάδα...

-Τι με στραβοκοιτάς;
Με θεωρείς άξια να φτιάξω  φαγητούλι καλύτερο;

 Σε γελάσανε!
Μέχρι μια μακαρονάδα μπορώ να ΣΕ κάνω που λέει και ο cummulus ...τίποτα περισσότερο από μένα μην περιμένεις, και άμα μουτρώσεις,  χα! σκορδοκαϊλα μου!

Οι φίλοι, πριν αριβάρουν  στο σπίτι με τα παιδάκια τους,  ρωτήσαν   ευγενικά- όπως έπρεπε:

-Μπορούμε να φέρουμε  και μια  καλή μας φίλη;
Έχουμε σύνδεσμο μαζί της χρόνια... εξαιρετική κοπέλα...

-Βεβαίως και να την φέρετε! απάντησα  ολοπρόθυμα.

Των φίλων μου οι φίλοι, είναι και δικοί μου φίλοι!

-Αχαχά! Μεγάλη μπουκιά  μακαρόνια φάε, χρυσούλι μου, μεγάλο λόγο μη λες!

Όπως τα συμφωνήσαμε, όμως,  έτσι και έγινε.

Μεσημέρι χτύπησε το κουδούνι.

 Το λατρεμένο  μου ήταν κάπως μακριά, πίσω από πόρτες κλειστές,  στην κουζίνα και έκοβε μια σαλάτα, διότι  πράγματι  στις σαλάτες το Μαμαλάκη τον υπερσκελίζει και αναδεικνύεται  αρχιμάστορας.

 Πήγα- η δικιά σου- χαρωπή καλιακούδα, να ανοίξω την πόρτα.

Ανοίγοντας, νά   η Ελένη , ο Δημήτρης, τα δυο παιδάκια τους και η φίλη τους η ...Πίτσα
(δίνω  ψεύτικο όνομα για... ξεκάρφωμα...)

Η Πίτσα ήτο ελεύθερη, επιστήμων, όπως οι φίλοι μου-  γύρω στα 38 την έκοψα τότε.

Το πέντε  πρώτα  δευτερόλεπτα της συνάντησης, χάρηκα βλέποντας  την ωραία  παρέα και τους καλωσόρισα με ενθουσιασμό και αγάπη, εξάλλου είχαμε χρόνο κάμποσο να βρεθούμε.

Τα επόμενα δευτερόλεπτα της συνάντησης και ενώ μόλις είχα ακούσει το όνομα της... Πίτσας, αίφνης, η Πίτσα, στο πρόσωπο αλλοιώθηκε με κακή, δαιμονιώδη αλλοίωση.

Το πρόσωπό της σκοτείνιασε, παραμορφώθηκε από   γκριμάτσα μίσους άφατου και κακίας-δεν περιγράφεται...

(πρώτη φορά στη ζωή μου την έβλεπα, πρώτη φορά μ' έβλεπε, δεν ήξερα γι αυτήν το παραμικρό, στη Θεσσαλονίκη εξάλλου έμενε η κοπέλα, εγώ ζω απ' το 1981 στην Πάτρα )

η κοπέλα, ξαναλέω, αίφνης,  βλέποντάς με, μετά την αρχική σύσταση,  (το θεωρώ απίστευτο κάθε φορά που το ξανασκέφτομαι) έπαθε πραγματικό αμόκ...σεληνιάστηκε!

Ήρθε απότομα  πολύ κοντά μου, κόλλησε το πρόσωπό της στο πρόσωπο μου, μέτωπο με μέτωπο μύτη με μύτη και άρχισε να λέει με επιτονισμό κολασμένο  και  με φωνή  λάμιας από εφιαλτικό παραμύθι:

-Να φας σκατά, να φας σκατά, να φας σκατάαα!
Να φας σκατά, να φας σκατά, να φας σκατάαα! Και δος του ξανα μανά:
Να φάς σκατά, να φας σκατά, να φας σκατάααα!

-Εντάξει!

Δεν ισχυρίζομαι (αν)ευλαβικέ αναγνώστη, ότι η πρόσκληση για  μακαρονάδα, θα εμποιούσε και  τον άφατον ενθουσιασμόν εις τους προσκεκλημένους αλλά... και τόοοση οργή πια;

-Τόσον  μένος;

-Διατί, αντί για υπέροχη μακαρονάδα με σάλτσα και κεφαλογραβιέρα, όπως προγραμμάτιζα,  να φάω, ή έρμη-  ακαθαρσίες;
Διατί να γίνω αποδέκτης τοσαύτης και τοιαύτης οργής, στα καλά καθούμενα  από μια άγνωστη, και μορφωμένη,  νέα γυναίκα;

Δεν νομίζω ότι το εγχείρημά μου -της μαγειρικής ξαναλέγω- άξιζε τοιαύτης και τοσαύτης κατάρας..εξάλλου, δεν το είχαν κάν,  δοκιμάσει ακόμη!

(Υπό άλλες συνθήκες, το μαγειρικόν ηθικόν μου θα είχεν καταρρακωθεί, πλην, ήτο ανοιξιάτικο  μεσημέρι, ο ήλιος λαμπρός, το φιλικό αντρόγυνο με τα δυο του παιδάκια, μου ενέπνεε ασφάλεια, και στην κουζίνα, ο υπομονετικός  σύνευνος, έκοβε τη σαλάτα με κέφι, αγνοώντας απόλυτα τι,  στο σαλόνι, υπό τα έκπληκτα όμματα των μεγάλων εικόνων των  Ταξιαρχών μου, ελάμβανε χώραν...)

Την άκουγα την Πίτσα  και την κοίταγα,  ψύχραιμα, λοιπόν,  να επαναλαμβάνει λυσσαλέα και επί πεντάλεπτο το ίδιο ακριβώς μήνυμα, με το πρόσωπο φριχτά  παραμορφωμένο απ' το πάθος της...

Το αντρόγυνο των επισκεπτών παρακολουθούσε το αλλόκοτο σκηνικό,   εμβρόντητο  και μαρμαρωμένο...

Δεν πιστεύαν στα μάτια τους(ούτε στ'αυτιά τους)!

Η ίδια ξαφνιάστηκα μεν, πλην δεν εταράχτηκα(δεν υπήρχε εξάλλου τρομαχτική μουσική υπόκρουση, όπως γίνεται στις θριλερικές ταινίες,  ας το σχολιάσω και τούτο) ούτε φοβήθηκα.  Σκεφτόμουν απλά και ήρεμα,  ότι κάτι ψυχολογικό -δε μπορεί- θα είχε η κοπέλα και χαμογελαστή -όπως οφείλει να είναι μια ευγενής  οικοδέσποινα- περίμενα να της περάσει η κρίση.... πλην εκείνη όμως,  είχε αφρίσει...

Κάθισα όπου βρήκα, για να διασκεδάσω την αμηχανία μου, είπα και στους επισκέπτες να κάνουν το ίδιο...

Η Πίτσα,  υπέρβαρη κιόλας- αποφάσισε, μες στο αμόκ που την έδερνε- να στρογγυλοκαθίσει  επάνω μου...όπως στεκόμουν, λοιπόν, στην πολυθρόνα, σχεδόν με σύνθλιψε με  το βάρος της, με πατίκωσε

- ξανακολλώντας  το πρόσωπό της στο πρόσωπό μου, τη μύτη της στη μύτη μου,  και με το ίδιο μίσος, με την ίδια γκριμάτσα, δαιμονικής κακίας, επαναλάμβανε νέα φράση,  με κάπως χαμηλότερη  -πλην βαθύτατα  κακιασμένη φωνή- διαφοροποιώντας, τώρα,  την απειλή-κατάρα  της.

-Τι έλεγε;
Αχ πάντα θα το θυμάμαι!

Έλεγε- κολλώντας το μέτωπό της στο δικό μου- κοιτάζοντάς με, με μίσος πληγωμένης  οχιάς,   μέσα στα μάτια:

-Εγώ είμαι ποοοοολύ μεγάαααλη πουτάααανα, και θα σου κάνω ποοοοολύ μεγάλο κακόοο!
Εγώ είμαι ποοοολύ μεγάλη πουτάνα και θα σου κάνω ποοοολύ μεγάλο κακόοο!

και δώσ' του ξανά μανά τα ίδια , επί άλλο ένα πεντάλεπτο!

Ήταν το σκηνικό απερίγραπτο!

Την άκουγα  ήρεμα.

-Το πιστεύεις;

Μα απόλυτα ήρεμα, ομολογώ.

Για να είμαι ειλικρινής σκεφτόμουν  ότι κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα θα είχε, σκέφτηκα ότι ίσως αυτός να ήταν ένας δικός της τρόπος να κάνει χοντρό καλαμπούρι σε καινούργιους φίλους, ειλικρινά, πάντως, ούτε ταράχτηκα ούτε συγχίστηκα...

Εν τω μεταξύ φανερώθηκε απ' την κουζίνα και ο καλός βοηθός,  που έφτιαχνε τη σαλάτα...

Η Πίτσα, άμα είδε τη σαλάτα  (ή και τον...σαλατοφόρο) ξέχασε ό,τι έλεγε πριν, ξαφνικά, ηρέμησε, άρχισε να μιλάει σαν κανονικός άνθρωπος

(δεν απολογήθηκε βέβαια για το προηγούμενο αλλόκοτο σκηνικό, ούτε ζήτησε καμία συγνώμη)

καθίσαμε φάγαμε, συζητήσαμε και μετά από κάποια ώρα, όλη η παρέα, ήσυχα  και  χριστιανικά, έφυγε, συνεχίζοντας το ταξίδι για το Αίγιο- που ήταν ο τελικός προορισμός τους.

Σου περίγραψα   συνοπτικά το σκηνικό,  υπάρχουν και λεπτομέρειες- τις  παραλείπω για να μη σε κουράσω,  καλό  μου...

Οι φίλοι,  την επαύριον, δεν ξέραν πώς να μαζέψουν τα μούτρα τους από τα πατώματα.

 Όταν μιλήσαμε αργότερα στα τηλέφωνα, ζήτησαν για λογαριασμό της... Πίτσας, χίλιες φορές συγνώμη...

-Εντάξει...δεν τίθεται θέμα...

Ο Κύριος είπε να συγχωρούμε ακόμη και αν μας βγάλουν τα μάτια, ακόμα και αν μας σκοτώνουν συν γυναιξί και τέκνοις , και θα κράταγα μούτρα τώρα,  σε μια δυστυχισμένη ψυχή,  για ένα λυσσασμένο βρισίδι;

- Μη γένοιτο!

-Ξέραμε ότι είχε νοσηλευτεί ένα καιρό,  σε κλινική για κάποιο της πρόβλημα, αλλά δέκα χρόνια που τη γνωρίζουμε ως φίλη, τέτοια σκηνή ουδέποτε είχαμε δει, χίλια συγνώμη...

-Εντάξει.
Μην το κάνουμε θέμα.
Τέλος καλό, όλα καλύτερααα!

Χαρήκαμε για τη γνωριμία( ελπίζουμε μόνο  να μη μας ξανάρθετε μαζί με το σεληνιασμένο) , μουρμούρισα μέσα μου-εντάξει, άγια δεν είμαι...ταράκουλο παρόμοιο  δεν θα τ' αντέξω...
................................................................................
Αυτή ήταν η δεύτερη δική μου εμπειρία από δαιμονισμένο πρόσωπο, θησαυρέ μου.

-Τι λές;

Ρωτάς πού το ξέρω πως ήταν δαιμονισμένο και όχι απλά ψυχιατρικά διαταραγμένο;

Είναι απλό.
Λίγους μήνες μετά, η απειλή της ότι αυτή είναι μεγάλη (...μπιπ)  και ότι θα μου κάνει μεγάααλο κακό,
επαληθεύτηκε α π ο λ ύ τ ω ς.

Μάιο μήνα, έγινε η απειλή, τον Ιούνιο που ακολούθησε, πήρα ένα πρώτο σοκ -από κάποιο πολύ στενάχωρο και πάνυ άδικο  συμβάν- στο πνευματικό μου κεφάλι...

Πώς δεν έπαθα το εγκεφαλικό,  από το άδικο, ο Κύριος, μόνον,  γνωρίζει...

Λίγους μήνες αργότερα, έφαγα ένα δεύτερο τσιμεντένιο ογκόλιθο, από τον πρώτο- ακόμη μεγαλύτερο και χειρότερο...

Πώς δεν έμεινα στον τόπο από ανακοπή καρδιάς, είναι ένα δεύτερο ζήτημα προς διερεύνηση, ένα θαύμα μεγάλο...

Δεν θα εξηγήσω περισσότερα.

Απλά θα πώ, ότι οτι ο δαίμων που με απείλησε με το στόμα, εκείνης της ταλαιπωρημένης κοπέλας, ήξερε, τις  καλά δρομολογημένες από μήνες  ήδη διαδικασίες που εγώ αγνοούσα ...και γι αυτό, τις προείπε  και  όλο χαιρεκακία χύμηξε πάνω μου .

Προσωπικά, ήμουν -ακόμη  και εν έτει 2002- τόσον βούρλον, τόσο ορθολογίστρια, που τότε  έμεινα ατάραχη και είπα μέσα μου :

"Το καημένο... Από... ψυχολογικά βασανίζεται".

-Αμ δε!
-Αμ δε!
-Αμ δε!

Σήμερα, στην εκκλησία, ακούγοντας  την Ευαγγελική περικοπή,  με τον πατέρα που είχε το δαιμονισμένο -παιδιόθεν- αγόρι, ξανά τη σκηνή,  τη θυμήθηκα.

Όσο θα πορευόμαστε ανυποψίαστοι, περιστέρι μου,  και θα εξετάζουμε με τον  κοσμικό-επιστημονικό  ορθολογισμό -της συφοράς- τα πνευματικά τα ζητήματα- αγνοώντας τη σοφή  διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας- για τους  μύδρους που  δεχόμαστε,
τόσο  θα είμαστε  απροετοίμαστοι, και ο Εχθρός- με χαρά του-  θα μας αιφνιδιάζει θανάσιμα.

Τούτο το γένος των παγκακίστων, να το θυμάσαι- το είπε και ο Κύριος- δεν εκβάλλεται αλλιώς, ει μη εν προσευχή συνεχεί και νηστεία με του  Αναστημένου Ιησού, την ακαταμάχητη δύναμη!

Πάντα με αγάπη σταυρωτά  σε φιλώ και εύχομαι  ως πολυόμματον Χερουβίμ, νυχθημερόν-  να προσέχεις!

Σαλογραία
...............................................................................
Υ.Γ.

Έλαβα πριν μερικές ώρες, ένα  γραπτό σημείωμα  από την
Ελένη- τη φίλη που είχα καλέσει με τον άντρα της, τη μέρα του επεισοδίου που περιέγραψα σε αυτή την ανάρτηση.
Το πληκτρολόγησα και το παραθέτω  στα σχόλια,  ως μαρτυρία- για το περιγραφόμενο  γεγονός -από την οπτική γωνία τη  δική της.

Σαλογραία
...................................................................................................................................................






















Σάββατο 2 Απριλίου 2011

Άρα δεν είναι φήμη, ο ουρανός υπάρχει-Κική Δημουλά



«Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη, ο ουρανός
υπάρχει
και δεν είναι το χώμα λοιπόν 
η μόνη λύση
όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.»


ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ
.............................................................................................
Λόγος στην Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά





Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας, εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την Ανάσταση και Ανάληψή του στους πιστούς;

Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία;

 Επιφάνηκε σε μας, από θάνατο.

Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα;
Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία.
Όπως λέγει ο απόστολος γι' αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι' αυτό κι' ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε την προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας, δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ' αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α' Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ' εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ' αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ' αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)

Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι' έπειτα τους συνόδευσε;
«Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50).
Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.

Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του.

Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση.
Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας.
Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα - φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως.

Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.


Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρήθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του.
Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ' υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του.

Με κηρήθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρήθρα.

Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως.

Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρήθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν, μόνο, τους πιστεύοντες σ' αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.

Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν.

Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά.

Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.

Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30).

Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.

Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι' εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι.

Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α' Θεσ. 4:17).

Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων.

 Γένοιτο.

(Πηγή: "Χ.Φ.Ε.")

http://www.alopsis.gr/