Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

" Παλιά όταν πέθαινε ένας άνθρωπος του έκλειναν τα μάτια" γράφει ο Manos Lamrakis - (Με αφορμή τον αδόκητο θάνατο του τραγουδοποιού Γιώργου Μαζωνάκη)




Γράφει ο  Manos Lambrakis 

στο  επάρατον  φατσομπούκιον (facebook )

ενα κείμενο που αξίζει 

- αμέτρητες  φορές- 

να διαβαστεί!

Ευχαριστώ το Μάνο Λαμπράκη,  

εκ μέσης καρδίας !

Ευανθία η Σαλογραία 


( και αν ζουλήξεις πάνω στην υπογραφή μου, περιστεράκι μου

θα πεταχτείς, τσουπ! σε μια παλιότερη αληθινή ιστορία γνήσιας νεκρανάστασης 


που την έγραψα, σε δυο διαφορετικές αναρτήσεις

εδώ στο μπλογκάκι μου, το salograia com, 

όπως μου την αφηγήθηκαν οι ευλαβέστατοι  γιοι, 

του νεκραναστημένου, 

καταγόμενοι από χωριό 

στα πέριξ της πόλεως των Πατρών )


.................................................................................................................................................................

...............................................................................................................................................................


Αγαπημένα 1 ώρ. 

Erimia Arleta
 
ΓΡΑΦΕΙ Ο MANOS LAMPRAKIS

«Παλιά, όταν πέθαινε ένας άνθρωπος, του έκλειναν τα μάτια.
Τώρα ανοίγουμε χίλιες οθόνες για να μην τον αφήσουμε να φύγει.
Και δεν το λέω για να μαλώσω τον κόσμο. Πονάει ο κόσμος. Όταν πεθαίνει ένας τραγουδιστής, ένας ηθοποιός, ένας άνθρωπος που μπήκε επί χρόνια στα σπίτια μας, είναι φυσικό να πονέσουν και άνθρωποι που δεν τον γνώρισαν ποτέ. Μπορεί ένα τραγούδι του να ήταν δεμένο με τη νιότη σου, μια ταινία με τη μάνα σου που έφυγε, μια φωνή με έναν έρωτα, με ένα καλοκαίρι, με μια ολόκληρη εποχή της ζωής σου.
Δεν κλαίμε πάντοτε μόνο εκείνον που πέθανε.
Κλαίμε και τον χρόνο που πέθανε μαζί του.
Αλλά βλέπω κάτι παράξενο σήμερα. Μόλις φύγει ο άνθρωπος, αρχίζουμε αμέσως να τον ξαναφέρνουμε πίσω. Η πρώτη εμφάνιση, η τελευταία εμφάνιση, η τελευταία φωτογραφία, η τελευταία κουβέντα, ένα παλιό τραγούδι, ένα βίντεο που δεν είχαμε ξαναδεί.
Πατάς ένα κουμπί και ο νεκρός ξαναμιλά.
Πατάς άλλο και ξανατραγουδά.
Και λες:
«Να, είναι εδώ».
Δεν είναι εδώ, παιδιά μου.
Και επειδή δεν είναι εδώ, έχουμε ανάγκη τον Χριστό.
Αν ήταν αρκετό να μείνει η φωνή του, τότε θα μας έσωζε ένα μηχάνημα.
Αν ήταν αρκετό να μείνει η εικόνα του, θα μας έσωζε μια φωτογραφία.
Αν ήταν αρκετό να θυμούνται εκατομμύρια άνθρωποι το όνομά του, τότε θα μας έσωζε η δόξα.
Τότε τι τον θέλαμε τον Χριστό;
Βλέπεις, λέμε συχνά για έναν καλλιτέχνη: «Δεν πέθανε. Θα ζει για πάντα μέσα από το έργο του».
Ωραίο ακούγεται.
Αλλά είναι πολύ λίγο.
Ο Χριστός δεν ήρθε για να μη μας ξεχάσουν. Ήρθε για να μη μας κρατήσει ο θάνατος.
Αυτό είναι άλλο πράγμα.
Δεν μας υποσχέθηκε ανάμνηση.
Ανάσταση μας υποσχέθηκε.
Ο σημερινός άνθρωπος όμως δυσκολεύεται πολύ με τον θάνατο. Και επειδή δεν μπορεί να τον νικήσει, προσπαθεί να τον σκεπάσει.
Τον σκεπάζει με φωτογραφίες.
Με τραγούδια.
Με λόγια.
Με αναρτήσεις.
Με ένα ατελείωτο «θυμάσαι;».
Δεν είναι κακό αυτό. Πονεμένο είναι.
Αλλά η καρδιά θέλει προσοχή, γιατί μπορεί ακόμη και μέσα στο πένθος να ζητά κοσμική παρηγοριά.
Να θέλει κάτι να πιαστεί.
Και τότε κρατά τη φωτογραφία, κρατά τη φωνή, κρατά το βίντεο και λέει:
«Μη φύγεις».
Ενώ η Εκκλησία κάνει κάτι πολύ πιο δύσκολο.
Λέει:
«Πήγαινε».
Και εδώ φαίνεται τι θα πει πίστη.
Η Εκκλησία δεν κάνει πως ο άνθρωπος δεν πέθανε. Δεν φοβάται να πει «νεκρός». Τον ντύνει, τον ασπάζεται, ψάλλει μπροστά στο σώμα του και ύστερα τον βάζει μέσα στη γη.
Γιατί;
Επειδή πιστεύει ότι η γη δεν είναι η τελευταία του κατοικία.
Ο κόσμος λέει:
«Θα σε κρατήσω εδώ για πάντα».
Η Εκκλησία λέει:
«Θα σε δώσω στον Χριστό και θα σε περιμένω».
Ε, αυτό θέλει πίστη.
Να βάλεις στη γη αυτόν που αγαπάς και να περιμένεις Ανάσταση.
Εύκολο είναι να λέμε «Χριστός Ανέστη» με αναμμένες λαμπάδες.
Η Ανάσταση δοκιμάζεται όταν κλείνει το φέρετρο.
Εκεί φαίνεται αν η Ανάσταση ήταν ένα ωραίο τροπάριο ή αν έγινε μέσα μας τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο.
Και η Εκκλησία κάνει ακόμη κάτι που ο κόσμος δεν μπορεί να κάνει.
Παίρνει τον νεκρό και τον κάνει όνομα.
«Μνήσθητι, Κύριε, του δούλου σου…»
Πρόσεξε.
Δεν λέει στον Θεό τι κατάφερε.
Δεν Του λέει πόσους ανθρώπους συγκίνησε.
Δεν Του λέει πόσα θέατρα γέμισε, πόσους δίσκους πούλησε, πόσους ρόλους έπαιξε, πόσοι τον χειροκρότησαν.
Ένα όνομα λέει.
Γιατί μπροστά στον Θεό ο άνθρωπος ξαναγίνεται αυτό που ήταν πριν αποκτήσει όλους τους τίτλους του:
πρόσωπο.
Και στην Πρόθεση γίνεται κάτι ακόμη πιο φοβερό.
Ο ιερέας βγάζει μια μικρή μερίδα.
Τόσο μικρή.
Για έναν άνθρωπο που μπορεί κάποτε να γέμιζε ολόκληρα στάδια.
Βλέπεις τι κάνει η Εκκλησία;
Ο κόσμος μεγαλώνει την εικόνα του νεκρού για να μην τον χάσει.
Η Εκκλησία παίρνει ένα μικρό ψίχουλο άρτου, λέει το όνομά του και τον εμπιστεύεται ολόκληρο στον Θεό.
Ο κόσμος τον κάνει εικόνα. Η Εκκλησία τον κάνει μνημόνευση.
Το ένα λέει:
«Κοιτάξτε τον».
Το άλλο:
«Μνήσθητί του, Κύριε».
Μεγάλη διαφορά.
Και μετά οι μερίδες μπαίνουν στο Άγιο Ποτήριο.
Εκεί δεν έχουμε πια διάσημους και άγνωστους.
Δεν έχουμε πρώτους ρόλους και κομπάρσους.
Δεν έχουμε εκείνον που τον έκλαψε μια χώρα και τη γριούλα που πέθανε σ’ ένα χωριό και την έκλαψαν δύο άνθρωποι.
Όλοι έχουν ένα όνομα.
Και όλοι ζητούν το ίδιο Έλεος.
Αυτό είναι η Εκκλησία.
Δεν καταργεί τον θάνατο με τη μνήμη. Τον περνά μέσα από την Ευχαριστία.
Γι’ αυτό να μην κοροϊδεύουμε τον κόσμο όταν γεμίζει τις οθόνες με έναν άνθρωπο που έφυγε.
Να τον πονάμε.
Γιατί πίσω από όλα αυτά μπορεί να κρύβεται μια πολύ μεγάλη ορφάνια.
Ο άνθρωπος δεν θέλει τελικά το βίντεο.
Τον άνθρωπό του θέλει.
Δεν θέλει τη φωνή.
Εκείνον που είχε τη φωνή θέλει.
Δεν θέλει τη φωτογραφία.
Εκείνον που κάποτε στεκόταν μπροστά στον φακό θέλει.
Και κανένα τηλέφωνο δεν μπορεί να του τον δώσει.
Εδώ βρίσκεται όλη η απάτη της ψηφιακής αθανασίας.
Σου δίνει το ίχνος και σε κάνει για λίγο να ξεχνάς ότι έχασες το πρόσωπο.
Ο Χριστός κάνει ακριβώς το αντίθετο.
Δεν σου υπόσχεται το ίχνος.
Σου υπόσχεται το πρόσωπο.
«Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών».
Όχι ανάσταση φωτογραφιών.
Όχι ανάσταση φωνών.
Όχι ανάσταση αναμνήσεων.
Νεκρών.
Του ανθρώπου ολόκληρου.
Γι’ αυτό και χρειάζεται προσοχή όταν πεθαίνει ένας διάσημος άνθρωπος και αρχίζουμε όλοι να μιλάμε.
Άλλος τον αγιοποιεί.
Άλλος θυμάται τις αμαρτίες του.
Άλλος ψάχνει τι είπε τις τελευταίες ώρες.
Άλλος αποφασίζει αν ήταν κοντά στον Θεό.
Ε, αφήστε τον άνθρωπο!
Μόλις έφυγε από το ανθρώπινο δικαστήριο και πήγε στο Έλεος του Θεού κι εμείς τρέχουμε από πίσω με τον φάκελο!
Τι ξέρεις εσύ τι έγινε μέσα στην καρδιά του;
Μπορεί ένας άνθρωπος να έζησε χρόνια μακριά από τον Θεό και μια νύχτα, μόνος του, να είπε ένα «Χριστέ μου».
Και μπορεί εγώ να λέω «Χριστέ μου» όλη μέρα και να λατρεύω τον εαυτό μου.
Η καρδιά δεν ανεβαίνει στο διαδίκτυο.
Ο Θεός μόνο τη βλέπει.
Γι’ αυτό ο νεκρός θέλει προσευχή, όχι πραγματογνωμοσύνη.
Και κάτι ακόμη να προσέξουμε.
Μπορεί και το πένθος να γίνει φιλαυτία.
Πας να τιμήσεις τον νεκρό και πετάγεται ο παλαιός άνθρωπος:
«Γράψε κι εσύ κάτι».
Πας να κλάψεις και σου λέει:
«Να δουν πόσο συγκινήθηκες».
Πας να προσευχηθείς και σου ψιθυρίζει:
«Πες ότι προσευχήθηκες».
Ε, αυτός ο καημένος ο εαυτός μας θέλει να πάει ακόμη και στην κηδεία και να καθίσει στην πρώτη θέση.
Γι’ αυτό λίγη σιωπή κάνει καλό.
Όχι επειδή η σιωπή είναι πιο αξιοπρεπής.
Αλλά επειδή όταν σταματήσουμε εμείς να μιλάμε, μπορεί να ακούσουμε τι μας λέει ο θάνατος.
Και ξέρεις τι μας λέει;
«Κι εσύ».
Τίποτε άλλο.
Κι εσύ.
Θα αφήσεις το σπίτι.
Θα αφήσεις το όνομα.
Θα αφήσεις τη δουλειά.
Θα αφήσεις εκείνους που σε αγαπούν.
Θα αφήσεις ακόμη και το σώμα σου.
Και τότε δεν θα έχει σημασία πόσοι θα ανεβάσουν τη φωτογραφία σου.
Θα έχει σημασία αν έμαθες να αγαπάς τον Χριστό.
Γι’ αυτό όταν πεθαίνει ένας άνθρωπος που αγάπησε πολύ ο κόσμος, πίσω από τα εκατομμύρια τραγούδια, τις φωτογραφίες και τις αναρτήσεις ακούω μια ολόκληρη ανθρωπότητα να λέει:
«Άλλη μία φορά».
Άλλη μία φορά να τον ακούσω.
Άλλη μία φορά να τον δω.
Άλλη μία φορά να γυρίσει η νιότη μου.
Άλλη μία φορά να μη νικήσει ο θάνατος.
Και ο Χριστός δεν κοροϊδεύει αυτή τη λαχτάρα.
Την παίρνει στα σοβαρά.
Μόνο που απαντά:
«Δεν σου υπόσχομαι άλλη μία φορά. Σου υπόσχομαι αιώνια ζωή».
Αυτό είναι όλο.
Ο κόσμος λέει στον νεκρό:
«Μείνε λίγο ακόμη μαζί μας».
Η Εκκλησία λέει:
«Πήγαινε στον Χριστό. Θα συναντηθούμε στην Ανάσταση».
Το πιο δύσκολο και το πιο καθαρό πένθος είναι να αγαπάς τόσο πολύ έναν άνθρωπο, ώστε να πάψεις να τον κρατάς.
Να κλαις και να τον παραδίδεις.
Να θυμάσαι και να μην απελπίζεσαι.
Να στέκεσαι μπροστά στον τάφο και, ενώ όλα όσα βλέπεις φωνάζουν «τέλος», εσύ να ψιθυρίζεις:
«Προσδοκώ».
Γιατί μέχρι τον τάφο μπορούμε να συνοδεύσουμε εμείς τον άνθρωπο.
Από εκεί και πέρα τον συνοδεύει ο Χριστός.»
μ. Θεόκτιστος ο Κρης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου