Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Ο συχωρεμένος μπαμπούλης, τα πόδια και το πάπλωμα (επανάληψη)

Αποτέλεσμα εικόνας για πάπλωμα έξω τα πόδια


(Επανάληψη από https://salograia.blogspot.gr/2017/12/o.html )
........................................................................................

Βλέποντας στις  ειδήσεις αυτόν τον καιρό, 
τον τρόμο τον απερίγραπτο 
των πλειστηριασμών
και τους απεγνωσμένους ανθρώπους 
που ανταλλάσσουν "μπουκέτα" με Μ.Α.Τ 
και λοιπές ζοφώδεις ταξιαρχίες, σε συγκεντρώσεις ανά την επικράτεια, 
ζωντάνεψε στη μνήμη μου, πάλι ο τούρμπο μπαμπάς, 
που με "ορμήνευε"-το μοναχοπαίδι του-βρυχώμενος:
"Τα πόδια σου, κόρη, πρέπει να φτάνουν 
μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμά σου!
Να μην απλώνεις τα πόδια 
παραόξω απ' το πάπλωμα, 
για[τι] θα πουντιάσεις 
και θα 'χουμε ντράβαλααα!" 






(στη φωτό ο λατρεμένος μπαμπούλης, 
Γεώργιος Μιχ.Παναγόπουλος, στα νιάτα του)
........................................................................................
( στοπ καρέ: "ορμηνεύω" στη Μελιγαλιώτικη ντοπιολαλιά του, σήμαινε "συμβουλεύω". Λέγοντας  "ορμήνεια" στην εποχή του, εννοούσαν τη συμβουλή. Συνήθιζαν τότε οι μεγαλύτεροι γονείς, συγγενείς και δάσκαλοι να "ορμηνεύουν" τους μικρότερους. Οι μικρότεροι, με προσοχή, τους άκουγαν. Και πολλά κέρδιζαν ακούγοντάς τους, εγκαίρως. Δεν πορεύονταν στην καθημερινότητά τους οι νέοι, σιαμαίως συνδεμένοι μόνο με το Γκούγκλη, όπως δυστυχώς συμβαίνει σήμερα, αλίμονο και γραψαλίμονο στα μυαλά που κουβαλάτε, ζαχαροκαντιοζυμωμενάκι  μου...)
.......................................................................................

- Θά χουμε ντράβαλα! 
(Τα σκιαζόταν πολύ τα ντράβαλα ο μακαρίτης...
και με φοβέριζε ώστε να τα αποφύγω πάση δυνάμει...)

-Πού πάει να πει, μανδάμ Σαλογραία μου;

-Πού πάει να πει, ότι ο σεβαστός μου γεννήτωρ
επί ποινή αγρίου αποπαιδισμού-ούτως ειπείν- 
μου απαγόρευε ρητά και κατηγορηματικά, λέμε, 
να παίρνω δανεικά καθ' οιονδήποτε τρόπο. 
Μου απαγόρευε ακόμη και  να ψωνίζω βιβλία και περιοδικά,
ούτε καν, με μικρών, χρηματικών ποσών, φιλικά βερεσέδια, 
απ' τον πλησιέστερο 
-καταμελάχρινο και μονίμως μισοξυρισμένο- 
βιβλιοπώλη, τον κ. Καγιάφα Όθωνα, 
στην Κυπαρισσία Μεσσηνίας, όπου μεγάλωνα......

"Έχεις, παιδί μου,
τα όποια ψωρολεφτουδάκια; 
Αγοράζεις. 
Δεν έχεις; 
Πεινάς, διψάς, στερείσαι, 
τουμπεκιάζεσαι, σεμνά και ταπεινά!
Να μην καταδέχεσαι 
σε καμία περίπτωση να χρωστάς
σε κανέναν Κερατά! 

Όποιος καταδέχεται να χρωστάει
γίνεται δούλος . Χάνει την ελευθερία του, 
έτσι και έρθουν ανάποδα τα πράγματα. 
Γίνεται ρεζίλης των σκυλιώνε, 
κοινώς, ρεντίκολο των Εξαποδών, 
και των δανειστών κυριότατα
χωρίς να  το καταλάβει. 
Με εννοείς;" ρωτούσε στο τέλος

-Τον εννοούσα.
 Να ανασάνω δεν τόλμαγα μπροστά του (παρότι ποτέ δεν εισέπραξα από τον νεφεληγερέτη κηδεμόνα μου, σουλτάν μερεμέτ, τουτέστιν βρομόξυλο, παρά μόνον άπαξ εν τω βίω μου, όταν μου άστραψε -δικαιότατα- μαθήτρια του Δημοτικού, ήμουνα- ένα ξεγυρισμένο, φαρδοπάλαμο χαστούκι σαν αυτά που έδινε ο Παπαγιαννόπουλος στις κόρες του, στο σινεμά- τα θυμάσαι...)

Μου είχε πάρει, 
ο ζήσας κατά τα -του ιδίου-, λεγόμενα- 
"πολυτάραχον" βίον, πατήρ μου,  
εξαρχής, και απνευστί,  
μου είχε πάρει, τσαμπουκαλίδικα, 
όλον τον "αέρα". 

Άλλες εποχές. 
Σύμπασα  η κοινωνία, 
τουλάχιστον στις Πελοποννησιακές επαρχίες,
της παιδικής μου ηλικίας, 
με υπακοή και ξερό ψωμί
προς  τις αυθεντίες  γονιών, ιερέων, 
διδασκάλων και χωροφυλάκων
πορευότανε, τα γνωρίζεις.

Δε σηκώνονταν ακόμη τότε τα πόδια (τα τέκνα)
να χτυπάνε το κεφάλι (τους γονείς τους).

Ούτε  να διανοηθώ
ότι θα παρακούσω, στο ελάχιστο, καν... 
τις στρατιωτικές εντολές του συχωρεμένου.


-Και μετά; τι έγινε μετά; 
Εννοώ όταν ενηλικιώθηκες,  αργότερα...
τω καιρώ εκείνω, αφότου  έπεσε σε στραβοβδομάδα,  
το άξιο παλικάρι, που έκανε 
το απονενοημένον διάβημα και  σε παντρεύτηκε...
Δεν ένιωσες, τότε πλέον, ελεύθερη, 
ώστε με κάρτες, δάνεια 
και με  ψώνια να ξεσαλώσεις; 
Θα ήτο, απολύτως αναμενόμενον- έχω τη γνώμη...

- Έχεις τη γνώμη....
 πλην όμως.. μετά αγαπημένο μου, εντελώς... συμπτωματικά, 
( (υπάρχουν συμπτώσεις, βάβω μ' ); )... 
τακίμιασα με σύζυγο που έτρεφε τις παρόμοιες, 
με το συχωρεμένο πατερούλη μου...
για τη διαχείριση των καρτών,/δανείων, αντιλήψεις!

"Σαλονεάκι, γλυκό μου"
ψιθύρισε κάποια στιγμή τρυφερά, ο δικός μου έρωτας,
όταν ήμασταν φρεσκογνωρισμένοι,μεταξύ αστείου και σοβαρού: 
"διατηρώ την ισχυρή άποψη, 
την κεκτημένη απ' την προσωπική  εμπειρία μου στα εξωτερικά, 
ότι οι γυναίκες και οι μαύροι 
δεν πρέπει να χρησιμοποιούν κάρτες! 
Συμφωνείς;" 

-Φυσικά και συμφωνούσα! 
Αλίμονο κι αν δεν συμφωνούσα! 
Είναι να παίζεις, "εν ου παικτοίς", 
φέρνοντας αντιρρήσεις, 
στην αρχή του σοβαρού ειδύλιου, ιδιαίτατα;  

Δεν χρειάζονται μακρηγορίες. 
Μόνον να δηλώσω ότι με αφοσιωμένη πειθαρχία, 
από την αρχή του γάμου  μου, χάριν της αγάπης του σύνευνου.... 
 ...επί χρόνια, φιλοτίμως απωθούσα,  τα -σε καθημερινή βάση-, άπειρα, ξελογιαστικά τηλεφωνήματα που αποτολμούσαν πεισμόνως,  έως και στο ντάλα καταμεσήμερο (αμάν, ρε χριστιανοί, έλεος!) οι βαλτοί δαιμόνιοι υπάλληλοι,  προκειμένου να μου πουλήσουν δανειοκαρτούλα
( πάντα με ανεξάντλητη ευγένεια και... εξαντλητικό, βεβαίως, βεβαίως, νοιάξιμο για τις...ανάγκες μου!).

Αντιστάθηκα ακούραστα σ' αυτήν την πολιορκία επί δεκαετίες, 
ομολογώ και δοξάζω τον Κύριο, που μου χάρισε τούτο το ανυπέρβλητο
- ειδικά  για τρελοκαμπέρω συμβία- σθένος ...

Ωστόσο, μετά από δίσεχτους  καιρούς, και χρόνους οργισμένους,
στους Υστερομεταπολιτευτικούς υπουργικούς θώκους,  ωιμέ, ενθρονίστηκε, ο Ναρκήσιος Γιάνης (ο γνωστός, πουλάκι μου, αυτός με  το ένα ΝΙ,  ο πέραν πάσης φαντασίας "γόης φιδιών... κοριτσιών" και μεσηλίκων γυναικών -τις βλέπαμε έκθαμβοι  στα δελτία ειδήσεων- τις νοικοκυρέςστις λαϊκές, ενθουσιωδώς, υπέρ του Γιάνη- με ένα ΝΙ-, παραληρούσες ....ξανά μανά έλεος...γόσποντι πομίλουι (τρις) και τα λοιπά, γνωστά του Εσπερινού, τροπαράκια..)

- Ήρθε ο Γιάνης! 
(Πώς λέμε,  "ήρθαν τα αηδόνια;")

-Τον στείλαν ως plan βού, οι Αμερικάνοι; 
-Θα δείξει! Μην προτρέχεις.
-Ο καλύτερος ,θα κερδίσει τα περισσότερα...

-Έτσι ακριβώς.
Και συρρίκνωσε,  αγάπη του, Δανάη του,  ο Γιάνης, τις τράπεζεες! Και νααα, τότε, οι  "ουρές" των γέρων, άρρωστων, συφοριασμένων ηλικιωμένων  συνταξιούχων μπρος στις κλειστές πόρτες  και  νααατα αγχωμένα, φριχτά μπινελίκια προς την κυβέρνηση, το αλήστου μνήμης, επάρατον(ξορκισμένο με τον απήγανο, "φτου ! στα όρη στα άγρια βουνά!") καλοκαίρι του 2015...

Τελικώς όμως, το πεπρωμένον, φυγείν αδύνατον!

Για λόγους περίπλοκους που αδυνατώ, 
να αναλύσω, 
επιτέλους, 
απέκτησα και γω, ελέω αριστερής κυβέρνησης,εν ταις εσχατιαίς, 
(στα τελευταία χρόνια δηλαδή), του ανωφελούς 
και -ομολογουμένως-, προς αθεράπευτον παλιμπαιδισμόν 
ρέποντος βίου μου-, μια τραπεζική...
(πιστωτική; χρεωστική; θα σε γελάσω..όλο ξεχνάω τη διαφορά)
... κάρτα στα χέρια μου!

Έμαθα, αγχωμένη (ήθελα δεν ήθελα, έμαθα...)
πλην, χωρίς ενοχές πλέον
πώς τη μπάζουνε και πώς τη βγάζουνε
από το ΑΤΜ-, τι χαρά, τι χαράα!

 Α!
πόσο
αναβαθμίστηκε η μικρή, ασήμαντη ζωούλα μου, με έξτρα τεχνολογική γνώση, δεν περιγράφεται! Αέρας κοσμοπολίτικος φύσηξε στα μυαλάκια  μου, ένιωσα και γω...«κυρία περιωπής» πια, μανδάμ αξιοπρεπής  με τα όλα μου,  πλην όμως, προς το παρόν, άχρι του νυν, χάριτι θεία,( και πάντοτε  λόγω τραυματικής μνήμης, αρχαίων, εντόνων πατρικώνδιδασκαλιών -προς γαβγίσματα θυμωμένων σκύλων, προσομοιαζουσών), δάνειο  να ζητήσω, ούτε για αστείο Δεν διανοήθηκα!

-Το καλό που σου θέλω, πανω(γ)ραία μου! 

Πάψανε, βλέπεις, μετά τον επιτευχθέντα στόχο της Χρεοκοπίας, να χορηγούν ανεξετάστως  δάνεια, οι αξιότιμες Τράπεζες, σε φτωχαδάκια σαν και  του λόγου μας...έτσι...και να θελα τώρα να ενδώσω στο τοκογλυφικό μπλέξιμο, οι συνθήκες δυσκόλεψαν και με αποτρέπουνΔόξα στον Κύριο! 

Ενθυμούμενη λοιπόν, τις επί οικονομικού, οικογενειακές παρακαταθήκες, παραφράζοντας, δε τον Άγιο απόστολο που γράφει "κράτει ό έχεις ίνα μηδείς λάβη τον στέφανόν σου " (Αποκαλ. κεφ. γ στ.11),  θα εμψυχώσω εμαυτήν, στεντορεία τη φωνή, (με δυνατή φωνή, παναπεί) φωνάζοντας νοερά:

Κράτει,  σουργελοτάτη, γερά, ο  έχεις, (αυτό που έχεις, δηλαδή, την χρεωστική σου κάρτα), ίνα μηδείς  έτερος (ή ετέρα Τράπεζα), τον πρόσκαιρον μισθόν σου, παραλάβει και συ, ως άνους, (ξεμυαλισμένη παναπεί), υπεραισιόδοξος γυνή, βρεθείς, μίαν πρωίαν, άστεγος στους πέντε δρόμους, προς ανέκφραστον χαράν του Εξαποδού των Δουνουτούδων και μεγιστοτάτην θλίψιν του θεσπεσίου Φύλακος Αγγέλού σου.

-Κι εσύ, Λατρεμένε Κύριε, Ιησού,  Χριστούλη μου, που έζησες κατατρεγμένος και  πάμφτωχος επί της γής, θερμοπαρακαλώ, από το  φιλάργυρο,  καταναλωτικό, δαιμονικό  πάθος για κάρτες και δάνεια, τους νέους... τους γέρους... σώσε μας, σώσε μας,  είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε,αμήν και γένοιτοοο!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου