Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Ο συνάνθρωπος: Κόλαση ή Παράδεισος- του Β. Κωστακιώτη


άγαλμα άγγελος κόλαση

Λατρεμένο    μου

αλίευσα σήμερα μαζί με την υπέροχη φωτογραφία  από το Ζωντανό Ιστολόγιο   και  μια  ομιλία του Πρωτοδίκη  Β. Κωστακιώτη,   που έγινε στη Χριστιανική Στέγη Πατρών,  με θέμα:

"Ο συνάνθρωπος:Κόλαση ή Παράδεισος;" 

Σου παραθέτω το μεγαλύτερο  μέρος της,  με την ελπίδα ότι θα σε βοηθήσει να δείς αλλιώς κάποια πράγματα  όπως και μένα βοήθησε...

Καλή συνέχεια στην εβδομάδα σου...

Σε φιλώ με αγάπη ζωηρή και πεταχτή σαν κοτσύφι στην καρδιά του Φλεβάρη...

Σαλογραία
............................................................................................................................................

Ο ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΣ: ΚΟΛΑΣΗ Ή ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ;


Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι


Ο άνθρωπος υπάρχει και σχετίζεται ή υπάρχει σχετιζόμενος;
Θέλω να πω, η σχέση είναι κάτι επιπλέον της ύπαρξης ή είναι ο τρόπος που υπάρχει ο άνθρωπος;


Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό, αλλά απολύτως οντολογικό, που σημαίνει εν τέλει πρακτικό, αφού νοηματοδοτεί την ύπαρξη, τη ζωή και το θάνατο. Επομένως, η στάση ζωής που θα εφαρμόσουμε στην καθημερινότητά μας εξαρτάται εν πολλοίς από την απάντηση που θα δώσουμε.

Αν μεν η σχέση του ανθρώπου είναι το περιττό της ύπαρξης, αν δηλαδή ο άνθρωπος ζει και επιπλέον έρχεται σε σχέση με τους συνανθρώπους του, όπως ζει και κάνει σκι ή παίζει μπάλα, τότε είναι φανερό ότι το ερώτημα του σημερινού θέματος, είναι άτοπο.
Όπως σ’ άλλον αρέσει η μπάλα, σε άλλον η ορειβασία και σε άλλον το διάβασμα και το θέατρο έτσι και σε άλλον μπορεί να αρέσει να έρχεται σε σχέση με τους συνανθρώπους του και σε άλλον όχι. Τότε η σχέση γίνεται καθαρά θέμα ατομικού ενδιαφέροντος ή αλλιώς χόμπι.
 Ο άνθρωπος μπορεί να ζει μια χαρά είτε μόνος του είτε με τους άλλους, ανάλογα με το ατομικό του ενδιαφέρον.
Κατά την άποψη αυτή, ο άνθρωπος είναι μια ατομική οντότητα, που είναι απολύτως αυτάρκης και αυτόνομος και η ζωή του ανθρώπου ταυτίζεται και εξαντλεί το εννοιολογικό της περιεχόμενο στην ατομική βιολογική λειτουργία του που ξεκινά με τη σύλληψη.

Επομένως, με την παύση αυτής της βιολογικής λειτουργίας επέρχεται ο θάνατος, ως τέλος.

Στην περίπτωση αυτή η σχέση με τον συνάνθρωπο δεν είναι ούτε ζωή ούτε θάνατος.

Δεν καθορίζει την ύπαρξή του.
Και δεν έχει και καμμιά ιδιαίτερη σημασία αφού με την παύση των βιολογικών λειτουργιών παύει και η σχέση.

Αν όμως η σχέση είναι υπαρκτική προϋπόθεση του ανθρώπου, αν η σχέση είναι ο τρόπος που υπάρχει ο άνθρωπος, τότε είναι φανερό ότι δεν είναι οι βιολογικές ατομικές λειτουργίες που ορίζουν τις έννοιες θάνατος και ζωή, αλλά η απουσία ή η παρουσία της σχέσης.

Και για να είμαι πιο ακριβής, θάνατος είναι η απόρριψη της σχέσης ως τρόπου της ύπαρξης και ζωή η επιθυμία της σχέσης.

Επομένως, μπορεί κάποιος να είναι νεκρός ακόμη και αν είναι παρούσες οι ατομικές βιολογικές λειτουργίες του και, αντίστροφα, μπορεί κάποιος να ζει και μετά την παύση των ατομικών βιολογικών λειτουργιών του.


Για να προσεγγίσουμε το θέμα, πρέπει πρώτα να δούμε τι μας λένε τα επιστημονικά και εμπειρικά δεδομένα για την ύπαρξη και τη σχέση.

Στη συνέχεια και εφόσον καταλήξουμε ότι η σχέση είναι ο τρόπος που υπάρχει και ζει ο άνθρωπος, πρέπει να ξεδιαλύνουμε τις έννοιες κόλαση και παράδεισος, ώστε να μπορέσουμε να εντάξουμε τη σχέση μας με τους συνανθρώπους σε μια από τις δυο κατηγορίες.

Κάθε φορά κάθε καιρό, όπως λεν κι οι επιστήμες, ένας άντρας και μια γυναίκα έρχονται σε σαρκική επαφή.
Η επαφή αυτή μπορεί να γίνει στα πλαίσια μιας σχέσης μπορεί και όχι.
Πάντως, όπως και να χει, η επαφή αυτή από μόνη της είναι μια σχέση.
Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια και εντός αυτής της σχέσης, τα σπερματοζωάρια του άντρα σχετίζονται με τα ωάρια της γυναίκας.
Η συντριπτική πλειοψηφία των σχέσεων αυτών είναι πλήρως αποτυχημένη, μας διαβεβαιώνουν οι βιολόγοι. Μα αρκεί η επιτυχής σχέση, ενός έστω σπερματοζωαρίου και ενός ωαρίου, για να υπάρξει ένας νέος άνθρωπος.
Και τότε, εντός της μήτρας της μάνας, έχουμε τη σύλληψη, αρχίζει δηλαδή το ταξίδι της ζωής ενός νέου, διαφορετικού από τον άντρα και τη γυναίκα, ανθρώπου.

Η αρχική σημασία της λέξης υπάρχω στην ελληνική γλώσσα είναι αρχίζω, ξεκινώ από την αρχή.

Η κυρά επιστήμη, επομένως, μας λέει ότι για να υπάρξει ο άνθρωπος απαιτείται και προϋποτίθεται η σχέση. Και μάλιστα για την ακρίβεια όχι μια αλλά τρεις σχέσεις.

Σχέση άντρα – γυναίκας, σπερματοζωαρίου – ωαρίου και νέου ανθρώπου με τη μάνα.

Αλλά δεν αρκεί η τριπλή αυτή σχέση. Πρέπει να επιτύχουν ταυτόχρονα και οι τρεις αυτές σχέσεις, για να υπάρξει ο νέος άνθρωπος.
 Πω – πω μπελάς και αυτός!
Τρεις σχέσεις!
Τριπλή σχέση σημαίνει τριπλή διακινδύνευση αποτυχίας.
 Εδώ αποτυγχάνουμε να έχουμε ΜΙΑ καλή σχέση και πρέπει τώρα να πετύχουν ταυτόχρονα και οι τρεις;
Στατιστικά είναι αδύνατον να επιτύχουμε, θα έλεγε ένας σύγχρονος πολυπράγμων και ορθολογικός άνθρωπος. Άστο καλύτερα. Μια χαρά είμαι στην αυτονομία μου!
Ναι, αλλά αν δεν αποπειραθείς τη σχέση, αν δεν την διακινδυνεύσεις, αν δεν πάρεις το ρίσκο της αποτυχίας της, δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να υπάρξει η ζωή, επιμένει η κυρά επιστήμη.
Τίποτε καινούργιο δεν μπορεί να γεννηθεί.

Αν σχετιστείς μπορεί και να ζήσεις μπορεί και όχι. Μα αν δεν σχετιστείς δεν υπάρχει καμμία περίπτωση να ζήσεις, συνεχίζει.

Τελικά αυτή η κυρά επιστήμη είναι πολύ πεισματάρα γριά..

Ταυτόχρονα, ο νέος αυτός άνθρωπος, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα και δημιουργία των τριών σχέσεων, αλλά είναι και ο ίδιος δημιουργός νέων σχέσεων. Τη στιγμή που αρχίζει να ζει, ο άντρας γίνεται πατέρας και η γυναίκα γίνεται μάνα, γιατί έχουν παιδί. Και συνάμα ο ίδιος γίνεται υιός ή κόρη γιατί έχει πατέρα και μάνα.

Αλλά και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της κυοφορίας και προκειμένου να γεννηθεί αυτός ο νέος άνθρωπος απαιτείται και προϋποτίθεται μια σχέση.
Το έμβρυο δεν είναι δυνατόν να ζήσει και να αναπτυχθεί παρά μόνο εντός και σε σχέση με τη μάνα. Έμβρυο που να έζησε έξω από τη μήτρα της μάνας, έξω από τη σχέση δεν υπήρξε στην ιστορία. Μόνο μέσω και δια αυτής της σχέσης γεννιέται η ζωή.

Και το έμβρυο κυοφορείται, μεγαλώνει και έρχεται η στιγμή της εξόδου του από το μόνο περιβάλλον που έζησε και γνωρίζει. Έρχεται η στιγμή της γέννησής του.
Αν η σύλληψη, η κυοφορία και η γέννηση προϋποθέτουν τις σχέσεις που προαναφέραμε, η γέννηση για να πραγματοποιηθεί απαιτεί επιπλέον ένα άντε γεια και πολλά καλώς όρισες.
Θέλω να πω, είναι ένας αποχωρισμός μα συνάμα και μια καινούργια αρχή όχι μιας αλλά πολλών σχέσεων.
 Πότε λέμε ότι γεννιέται ο άνθρωπος;
Την ημέρα της εξόδου του από τη μήτρα της μάνας του και της εισόδου του στο γήινο περιβάλλον. Άρα η γέννηση απαιτεί πρώτα απ’ όλα την αποκοπή από το μοναδικό περιβάλλον και τον μοναδικό τρόπο σχέσης που γνώριζε το έμβρυο.

Γι αυτό και το μωρό κλαίει τη στιγμή της γέννησής του.

 Γιατί βιώνει τη γέννηση ως θάνατο, δηλαδή ως αποκοπή σχέσης.

 Εμείς, που βρισκόμαστε στο επέκεινα του εμβρύου, που έχουμε την εμπειρία της γήινης ζωής, ξέρουμε ότι αυτή η έξοδος δεν είναι θάνατος, δεν είναι τέλος, αλλά γέννηση, μια νέα αρχή και πως δεν πρόκειται για αποκοπή σχέσης αλλά για συνέχιση της ίδιας σχέσης με άλλη μορφή.

Μα το έμβρυο δεν το γνωρίζει γιατί βρίσκεται στο χρονικό και τροπικό πριν, χωρίς την εμπειρία της ζωής έξω από τη μάνα.

Ταυτόχρονα, για να υπάρξει η νέα ζωή, για να υπάρξει η γέννηση δεν αρκεί αυτός ο αποχωρισμός, αλλά απαιτείται ταυτόχρονα η δημιουργία πολλών νέων σχέσεων.

Μας λέει πάλι η επιστήμη ότι απαραίτητος όρος για να υπάρχει ο άνθρωπος είναι η σχέση με τον αέρα, μέσω της εισπνοής και της εκπνοής, με το υγρό, μέσω της πόσης και της ούρησης και με το στερεό, μέσω της λήψης της τροφής και της κένωσης.

Όλα αυτά τα φαινόμενα έχουν έναν κοινό παρανομαστή.
Την πλήρωση και την κένωση.

Λέμε ότι ο άνθρωπος ζει όσο τελεί αυτή την λειτουργία, της πλήρωσης και της κένωσης.

Αντίθετα, λέμε ότι πέθανε κάποιος γιατί πλέον χάνει αυτή τη δυνατότητα.
Δεν μπορεί ούτε να πληρωθεί ούτε να κενωθεί.
Τι δεν μπορεί δηλαδή να κάνει; Δεν μπορεί να σχετιστεί.

Οι σχέσεις που αναφέραμε διακρίνονται σε σχέσεις του ίδιου του ανθρώπου με άλλον άνθρωπο, όπως η σχέση του κυοφορούμενου με τη μάνα εντός της μήτρας, σε σχέσεις δυο άλλων ανθρώπων, όπως του πατέρα και της μάνας και σε σχέσεις του ανθρώπου με τα στοιχεία της φύσης.

Πάντως όλες είναι σχέσεις.
Αν όμως είναι αναγκαίες προϋποθέσεις για να υπάρξει ο άνθρωπος είναι και αναγκαστικές;

Κατ’ αρχήν φαίνονται να μην εξαρτώνται από την ελευθερία του ανθρώπου. Είναι όμως έτσι;

Το να έρθουν σε σαρκική επαφή ένας άντρας και μια γυναίκα δεν είναι ενδεχόμενο να είναι επιλογή;

 Το να μην διακόψει την κυοφορία η μάνα δεν είναι επιλογή;

Θα μου πείτε επιλογή άλλων και όχι του ανθρώπου που γεννιέται. Ναι.

Μα και αυτό ακόμη επιβεβαιώνει ότι για να υπάρξει ο άνθρωπος πρέπει να υπάρχει σχέση, να θέλουν δηλαδή οι συνάνθρωποι, εν προκειμένω ο πατέρας και η μάνα, να σχετιστούν μεταξύ τους και στη συνέχεια μαζί του.

Να θέλουν να τον φέρουν στη ζωή.

Ακόμη και το να αναπνέει ο άνθρωπος γίνεται μεν φυσικά, μα εναπόκειται στην ελευθερία του ίδιου του ανθρώπου, αν θέλει να ζει, οπότε και πρέπει να σχετίζεται με τα στοιχεία της φύσης δια μέσου της αναπνοής ή αν θέλει να πεθάνει, παύοντας αυτή τη σχέση.

Ανακεφαλαιώνοντας, βλέπουμε ότι η σχέση, στο στάδιο από τη σύλληψη μέχρι τη γέννηση του ανθρώπου, δεν είναι κάτι επιπλέον της ύπαρξής του, αλλά αναγκαίος όρος της ύπαρξης του. Μόνο αν πραγματοποιηθούν οι σχέσεις που προαναφέραμε μπορεί να υπάρξει και να γεννηθεί ο άνθρωπος.

 Η ίδια η φύση δηλαδή μας λέει ότι ο άνθρωπος δεν υπάρχει και σχετίζεται αλλά ότι ο μόνος τρόπος για να υπάρξει ο άνθρωπος είναι σχετιζόμενος.

Αλλά και κατά τη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας, για τη συνέχιση της ζωής απαιτείται η σχέση του νεογέννητου με τον συνάνθρωπο. Μπορεί το νεογέννητο να λάβει τροφή μόνο του;
Φυσικά και όχι.

Μόνο μέσω και χάρη της σχέσης του με τον άλλον άνθρωπο, μπορεί να ζήσει.

Συνήθως χάρη και μέσω της σχέσης με τη μάνα του.

Έτσι, η ίδια η φύση γεμίζει με γάλα το στήθος της μάνας, προκειμένου αυτή να το προσφέρει στο παιδί και έτσι να ικανοποιηθεί η φυσική ανάγκη του για τροφή.

Αν η μάνα ή στην περίπτωση που αυτή αρνηθεί τη σχέση με το βρέφος, κάποιος τρίτος άνθρωπος, δεν προσφερθεί να δώσει τροφή στο νεογέννητο, που σημαίνει αν δεν σχετιστεί από επιλογή με αυτό, ο νέος άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει.

Όταν η μάνα λοιπόν προσφερθεί, το μωρό ρουφάει το στήθος της και ικανοποιεί την ανάγκη του για τροφή και έτσι μπορεί και επιβιώνει.

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η σχέση δεν είναι μόνο αναγκαίος τρόπος για να αρχίσει να ζει βιολογικά ο άνθρωπος αλλά και αναγκαίος τρόπος για να συνεχίζει να ζει.

Μα εδώ συμβαίνει κάτι πέρα από την ανάγκη και τη χρεία.

Τι παρατηρούμε;

Ότι το μωρό και όταν χορτάσει δεν θέλει να φύγει από το στήθος της μάνας, αλλά επιθυμεί να κουρνιάζει στο ίδιο στήθος, να κοιμάται εκεί.

Και επίσης όταν έρχεται η ώρα που μεγαλώνει και πρέπει να διακοπεί ο θηλασμός το βλέπουμε να σπαράζει.

Τι είναι αυτό που το κάνει να σπαράζει;

Η ανάγκη της τροφής ως ικανοποίηση του ενστίκτου της επιβίωσης; Φυσικά όχι, αφού το μωρό δεν πεινάει πια, τρέφεται επαρκώς με άλλες τροφές, που βέβαια και αυτές κάποιος άλλος συνάνθρωπος του τις προσφέρει.

Τότε τι μας δείχνει ο σπαραγμός αυτός;

Ότι το μωρό έχει ταυτίσει τη ζωή όχι με την τροφή, αλλά με τη σχέση. Το μωρό αισθάνεται ότι αυτό που το κάνει να ζει είναι όχι η τροφή αυτή καθ’ εαυτή, αλλά η σχέση με τη μάνα, όπως αυτή εκδηλώνεται με την προσφορά της τροφής.

Είναι αυτό που λένε οι ψυχολόγοι ότι η ανάγκη για τροφή έχει τραπεί σε επιθυμία της σχέσης.

Και το μωρό νιώθει ότι υπαρκτική του προϋπόθεση δεν είναι πια η ανάγκη αλλά η επιθυμία.

Γι’ αυτό και σπαράζει, διότι αντιλαμβάνεται τη διακοπή αυτής της σχέσης ως διακοπή της ζωής.

 Είναι ο σπαραγμός του αποχωρισμού της σχέσης όπως την γνώριζε, χωρίς να αντιλαμβάνεται και πάλι - όπως και στη γέννηση- η ότι αυτή η σχέση συνεχίζει να υπάρχει, μα με διαφορετικό τρόπο.

Βλέπουμε, λοιπόν ότι και αυτό το κλάμα του ανθρώπου οφείλεται στην αίσθηση της απώλειας μιας σχέσης. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται πραγματικά για απώλεια, αλλά ότι γι αυτό θρηνεί ο άνθρωπος.

Βλέπουμε δηλαδή ότι ο άνθρωπος εκλαμβάνει τη σχέση ως υπαρκτική του προϋπόθεση.

Και έπειτα έρχεται η συνειδητοποίηση του εγώ ως ετερότητα έναντι του εσύ.

Και αυτή η συνειδητοποίηση πραγματοποιείται μέσω της σχέσης με τον άλλον.

 Οι ψυχίατροι είναι ξεκάθαροι. Ο άνθρωπος γεννιέται στον τόπο του άλλου, λέει ο Λακάν, που πάει να πει ότι ο άνθρωπος είναι άνθρωπος και συνάμα διαφορετικός άνθρωπος επειδή υπάρχει ο άλλος.

 Γιατί η ύπαρξη του άλλου ανθρώπου, είναι αυτή που μας κάνει να ενταχθούμε στην κατηγορία άνθρωπος και να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας.

Συγκρίνουμε δηλαδή τον εαυτό μας με τους άλλους και αφενός τον εντάσσουμε εννοιολογικά στην κατηγορία άνθρωπος, αφού φέρουμε τα ίδια περίπου χαρακτηριστικά με αυτούς και αφετέρου αποκτούμε τη συνείδηση της ετερότητάς μας.

Και ο βίος του ανθρώπου συνεχίζεται και ο άνθρωπος μέχρι τη στιγμή του επίγειου τέλους του, διαρκώς σχετίζεται.

Άλλοτε αναγκαστικά, όπως συμβαίνει με τα μέλη της οικογένειας, με τον οποίο τον συνδέουν βιολογικοί δεσμοί, με τους συμμαθητές, τους συναδέλφους κ.τ.λ. και με τα στοιχεία της φύσης και άλλοτε κατ’ επιλογή, όπως συμβαίνει στη φιλία και στον έρωτα.

Όμως, από τη μέρα που αποκτά συνείδηση της ετερότητάς του και ταυτόχρονα ατομικές δεξιότητες και ενώ παράλληλα συνεχίζει να σχετίζεται με τα στοιχεία της φύσης και να θεωρεί τη σχέση αυτή υπαρκτική του προϋπόθεση, αποκτά για πρώτη φορά την αίσθηση ότι η σχέση του με τους άλλους δεν αποτελεί επίσης υπαρκτική του προϋπόθεση, αλλά ότι είναι κάτι επιπλέον της ζωής.

Και αρχίζει και ταυτίζει τη ζωή με την ατομική του οντότητα.

Αρνείται ότι είναι πρόσωπο, αρνείται δηλαδή ότι υπάρχει χάρη στη σχέση, όπως προαναφέραμε και επιχειρεί την αυτονόμηση- απομόνωση.

Απορεί κανείς. Γιατί συμβαίνει αυτό αφού ο ίδιος ο άνθρωπος που επιχειρεί την αυτονόμηση, μόνο μέσα στη φιλία και στον έρωτα, μέσα δηλαδή από τις κατ’ επιλογήν σχέσεις, έχει νιώσει το χρόνο ν’ ακινητοποιείται;

Πως γίνεται ν’ αρνείται την υπαρκτική προϋπόθεση της ύπαρξής του, όταν η ίδια η εμπειρία της ζωής του τον βεβαιώνει ότι μόνο η διακοπή της σχέσης, είτε αυτή λέγεται φιλία είτε έρωτας, είναι θάνατος, γι’ αυτό και βιώνεται με πένθος, γεγονός που επισημαίνουν και όλοι μα όλοι ανεξαιρέτως οι ψυχολόγοι;

Τι τον κάνει να αρνείται την εμπειρία του;

Αφορμή είναι η ανάπτυξη των ατομικών δεξιοτήτων, που κάνει τον άνθρωπο να νιώθει αυτόνομος.

 Είναι η στιγμή, που ο άνθρωπος εκλαμβάνει ότι αυτό που τον κάνει να ζει δεν είναι η σχέση με τον άλλον που εκδηλώνεται δια μέσου της προσφοράς των αναγκαίων αγαθών για την επιβίωση, αλλά αυτά καθ’ εαυτά τα αγαθά.

Οπότε αφού μπορεί και μόνος του να τα δώσει στον εαυτό του, η σχέση του με τον άλλον παύει να είναι ο τρόπος που υπάρχει.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό που τον κάνει να αρνείται την σχέση ως τρόπο της ύπαρξης του, είναι η ανύψωση του εγώ, που γίνεται μέσα από τη συνείδηση της ετερότητάς του. Και είναι αυτό το εγώ, που όταν γίνεται υπερεγώ δημιουργεί την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους.

Αυτή λοιπόν η στιγμή, είναι η στιγμή της μεγάλης προσωπικής επιλογής.

Το απίστευτο δώρο της ελευθερίας του ανθρώπου.

Ναι, ο άνθρωπος από την ίδια τη φύση υπάρχει χάρη και μέσα από τη σχέση, αλλά εναπόκειται στην απόλυτη ελευθερία του αν αυτός επιθυμεί να υπάρχει με αυτόν τον τρόπο ή όχι.

Σκεφτείτε να ήταν υποχρεωμένος να επιθυμεί αυτή τη σχέση! Τι σόι επιθυμία, ποια η ελευθερία του;

 Από δω και πέρα, αυτός αποφασίζει, αν το κατ’ εικόνα, δηλαδή τον τρόπο ύπαρξης ως σχέση θα τον αποδεχθεί και θα βαδίσει προς το καθ’ ομοίωση ή θα τον απορρίψει και θα θεωρήσει τον άλλον όχι ως συνοδοιπόρο αλλά ως απέναντι, εν δυνάμει αντίπαλο, αν δηλαδή θα έρθει σε ρήξη με την υπαρκτική προϋπόθεση της ύπαρξής του που είναι η σχέση του με τον άλλον.


Και επειδή το θέμα είναι τεράστιο και δεν μπορεί να εξαντληθεί στα πλαίσια μιας ομιλίας, ας φτάσουμε κατ’ ευθείαν, στην συγκλονιστικότερη στιγμή στη ζωή του κάθε ανθρώπου στον αποκαλούμενο θάνατο.

Τι είναι ο θάνατος και πως τον βιώνει ο ίδιος ο άνθρωπος που πέθανε και πως οι γύρω του;

Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι ο θάνατος γι’ αυτόν που πεθαίνει είναι ανύπαρκτος, δηλαδή δεν βιώνεται από τον θανόντα.

Είτε ακολουθήσουμε την μια άποψη που λέει ότι ο θάνατος είναι το τέλος, είτε την άλλη που λέει ότι η ζωή συνεχίζεται και μετά τον θάνατο.

Θέλω να πω αν ακολουθήσουμε την πρώτη άποψη και, επομένως, δεν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο, τότε είναι φανερό ότι ο άνθρωπος όσο ζει, ακόμη και το τελευταίο δευτερόλεπτο, ζει, ενώ μόλις πεθαίνει δεν μπορεί να βιώσει το θάνατο γιατί ο θάνατος είναι το τίποτα, και το τίποτα δεν βιώνεται.

 Αν πάλι πούμε ότι η ζωή συνεχίζεται, τότε δεν υπάρχει θάνατος. Οπότε και πάλι δεν βιώνεται αυτό που δεν υπάρχει.

Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα για αυτόν που πέθανε, πως βιώνεται για τους γύρω του;

Ποια είναι η κοινή εμπειρία;

Οι μετέχοντες της επίγειας ζωής βρίσκονται στο παρόν, μη έχοντας την εμπειρία του επέκεινα του θανάτου και επομένως, δεν έχουν γνώση για αυτόν. Και αυτό γιατί, αντίθετα απ’ ότι συμβαίνει στη γέννηση του ανθρώπου, ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του βρίσκεται στο παρόν, στο χρονικό και τροπικό πριν σε σχέση με το θάνατο.

Επομένως, το τι υπάρχει πέραν του θανάτου, αν η ζωή δηλαδή του ανθρώπου συνεχίζεται ή όχι, κανείς επί της γης άνθρωπος δεν μπορεί να το γνωρίζει, με την έννοια της επιστημονικής γνώσης.

 Το βέβαιο είναι ότι αν θεωρήσουμε πως ο τρόπος της ύπαρξης είναι η ατομική οντότητα, αν η ζωή δηλαδή εξαντλεί το εννοιολογικό περιεχόμενό της στην λειτουργία των ατομικών βιολογικών λειτουργιών, όπως αυτές λειτουργούν κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής, τότε ο θάνατος είναι δίχως άλλο, το τέλος.

Αν όμως ο τρόπος της ύπαρξης είναι η σχέση, τότε υπάρχει η δυνατότητα ο άνθρωπος να συνεχίζει να ζει και μετά την παύση με τον τρόπο που γνωρίζουμε των ατομικών βιολογικών λειτουργιών του.

Τότε υπάρχει το ενδεχόμενο να συμβαίνει κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει κατά τη γέννηση.

 Όπως και να χει, το μόνο εμπειρικό βιωματικό δεδομένο του επί γης ανθρώπου για το θάνατο είναι η αποκοπή της σχέσης του με τον θανόντα.

Αυτό είναι που συγκλονίζει τον άνθρωπο.

Ας δούμε τι σηματοδοτεί αυτός ο συγκλονισμός.

Ο άνθρωπος θρηνεί γιατί δεν μπορεί να αγγίξει, να μιλήσει, να ακούσει, να μοιραστεί τις εμπειρίες του με τον αγαπημένο που έφυγε.

Ακόμη και η αγωνία του δικού μας θανάτου, τι είναι;
Γιατί λυπόμαστε που θα πεθάνουμε;

Γιατί νομίζουμε ότι δεν θα μπορούμε να ζούμε μαζί με αυτούς που αγαπάμε, δηλαδή δεν θα μπορούμε πια να σχετιστούμε.

Γι ακόμη μια φορά, επομένως, ο άνθρωπος βιώνει και ταυτίζει την απώλεια της σχέσης με το θάνατο και ονομάζει θάνατο την απώλεια της σχέσης.

Εδώ, λοιπόν αρχίζουν και ξεκαθαρίζουν τα πράγματα.

Η ζωή για άλλη μια φορά ταυτίζεται στην κοινή εμπειρία με την σχέση και ο θάνατος με την απουσία σχέσης.


Από όλα τα παραπάνω νομίζω ότι καθίσταται φανερό ότι η σχέση δεν είναι μια ποιοτική απόχρωση της ζωής, δεν αφορά το ευ ζην, αλλά είναι ο τρόπος που υπάρχουμε, είναι το ίδιο το ζην.

Και επομένως, η σχέση, η συνύπαρξη, είναι αναγκαίος όρος της ύπαρξής μας.

Αν όμως η σχέση είναι ο αναγκαστικός τρόπος που υπάρχουμε, τότε όλοι οι άνθρωποι αναγκαστικά σχετιζόμαστε και επομένως, η σχέση μας με τον συνάνθρωπο δεν είναι από μόνη της ούτε κόλαση ούτε παράδεισος.

Ο τρόπος της σχέσης, η επιθυμία δηλαδή ή η απόρριψη αυτής της σχέσης εκ μέρους μας, είναι που καθορίζει αν η σχέση αυτή είναι κόλαση ή παράδεισος.

Και σ’ αυτό το καθοριστικό δίλημμα, μόνο εμείς μπορούμε να απαντήσουμε.

Και είμαστε απολύτως ελεύθεροι, να επιλέξουμε. Η πρόσκληση υπάρχει.

Εμείς θα επιλέξουμε αν θα δεχθούμε την πρόσκληση ή θα την αρνηθούμε.

Αυτό είναι το αβάστακτο φορτίο της ελευθερίας μας.

Τι σημαίνουν όμως οι λέξεις κόλαση και παράδεισος;

Καθημερινά χρησιμοποιούμε αυτές τις εκφράσεις, θέλοντας με τις λέξεις αυτές να επισημάνουμε ότι βιώνουμε ακραίες καταστάσεις χαράς ή λύπης, πληρότητας ή κενότητας.

« Βιώνω μια κόλαση», ακούμε πολύ συχνά να λέει κάποιος και εννοεί ότι η ζωή του είναι ανυπόφορη. « Πήγα στον παράδεισο ή έζησα τον παράδεισο» ακούμε να λέει κάποιος άλλος, εννοώντας είτε κάποιον υπέροχο τόπο τον οποίο επισκέφθηκε, είτε μια κατάσταση που βίωσε.

Ειδικά για την έκφραση έζησα τον παράδεισο, απλώς να επισημάνω ότι και στην κοινή χρήση της γλώσσας από τον μέσο άνθρωπο χρησιμοποιείται μόνο για να εκφράσει βίωμα σχέσης με άλλον άνθρωπο.

Η χρήση των ανωτέρω λέξεων δηλώνει ότι ο άνθρωπος έχει ταυτίσει, προφανώς επηρεαζόμενος από τις θρησκείες, ορολογία των οποίων είναι οι δυο αυτές λέξεις, την κόλαση με την απόλυτη λύπη και τον παράδεισο με την απόλυτη χαρά.

Αξιοσημείωτο γλωσσικά, ότι ο άνθρωπος ενώ αναφέρεται σε καταστάσεις της επίγειας ζωής, χρησιμοποιεί λέξεις που παραπέμπουν σε καταστάσεις της επέκεινα του θανάτου ζωής, εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο την ενδόμυχη εμπειρία του ότι ο η ζωή δεν ταυτίζεται με την ατομική βιολογική λειτουργία.

Τι δηλώνουν όμως οι λέξεις αυτές για τις θρησκείες; Εδώ, υπάρχουν διαφοροποιήσεις, ανάλογα με την θρησκεία. Το σημερινό θέμα δεν επιτρέπει μεγαλύτερη ανάλυση του θέματος αυτού.

Είναι αναγκαίο όμως, να δούμε τι εννοεί η Ορθόδοξη Εκκλησία, όταν μιλά για κόλαση και παράδεισο και γιατί τονίζει ότι ή έχεις πρόγευση παραδείσου από αυτήν την ζωή ή ποτέ.
Και αυτό τη διαφοροποιεί από όλες τις άλλες θεολογικές δοξασίες.


Ο παράδεισος και η κόλαση κατά την ορθόδοξη θεολογία δεν απαντάνε στην ερώτηση τι ούτε στην ερώτηση που, ούτε στην ερώτηση πότε, αλλά στην ερώτηση πώς. Δεν είναι διαφορετικοί τόποι, ούτε διαφορετικοί χρόνοι, ούτε ο παράδεισος είναι η ύπαρξη και ο θάνατος το τίποτα.

Για την ορθοδοξία ο παράδεισος και η κόλαση είναι απλώς διαφορετικοί τρόποι συνύπαρξης, γι αυτό και απαντάνε στην ερώτηση πώς.

Επομένως, τον παράδεισο δεν τον χωρίζει από την κόλαση τοπική ή χρονική απόσταση αλλά τροπική. Είναι το πώς της σχέσης.

Κυρίες και κύριοι, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Θεός αγάπη εστίν.

Δεν ξέρουμε τι είναι ο Θεός, αλλά ξέρουμε ότι ο τρόπος που υπάρχει ο Θεός είναι η αγαπητική κοινωνία των τριών προσώπων.

Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, δεν είναι τρία προσωπεία του ίδιου Θεού, αλλά τρία πρόσωπα, που ο καθένας είναι ολόκληρος Θεός, μέσω της πλήρους αγαπητικής κένωσης του Πατέρα, αλλά ο Θεός είναι ένας, γιατί τα τρία υπάρχουν αγαπητικά, δηλαδή σε σχέση.

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι δεν μιλάμε με αυτόνομα ονόματα, που δηλώνουν ατομικές οντότητες, αλλά μιλάμε για Πατέρα, για Υιό και για Άγιο Πνεύμα, που σημαίνει ότι ο Πατήρ είναι πατήρ επειδή έχει Υιό και ο Υιός είναι Υιός επειδή έχει Πατέρα, το Άγιο Πνεύμα είναι Άγιο Πνεύμα επειδή εκπορεύεται από τον Πατέρα.

Ο τρόπος που υπάρχει ο Τριαδικός Θεός, με μια λέξη είναι η απόλυτη αλληλοπεριχώρηση των προσώπων. Διαβάζουμε στο λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας του Μπαμπινιώτη. Αλληλοπεριχώρηση: η ύπαρξη του ενός μέσα από τον άλλον ή μέσα στον άλλον, χωρίς να χάνει το κάθε πρόσωπο την ιδιαιτερότητά του, χωρίς να αφομοιώνεται ο ένας από τον άλλον.

Επομένως, ο τρόπος ύπαρξης του Θεού είναι η αλληλοπεριχώρηση, δηλαδή η αγαπητική σχέση των προσώπων. Ο προσωπικός Θεός, λοιπόν, που αγάπη εστίν, από αγάπη και όχι από ανάγκη δημιούργησε τον άνθρωπο, κατ’ εικόνα του.

Γι αυτό και η σχέση είναι υπαρκτική προϋπόθεση και ο τρόπος ύπαρξης του ανθρώπου.

Επειδή, όμως ο Θεός αγάπη εστίν, ταυτόχρονα έδωσε στον άνθρωπο το δικαίωμα να επιλέξει αυτός αν θέλει από το κατ’ εικόνα να οδηγηθεί στο καθ’ ομοίωση, αν θέλει δηλαδή να ζήσει και αυτός αγαπητικά.

Και επειδή ο πρώτος άνθρωπος αρνήθηκε την πρόσκληση, ο Θεός από αγάπη έγινε εκουσίως πλήρης άνθρωπος, ώστε με την ενσάρκωση του Υιού, ο άνθρωπος να μπορέσει να ξαναζήσει σε κοινωνία μαζί Του.

Και επειδή ο πρώτος άνθρωπος επέλεξε τον θάνατο, επιλέγοντας την ατομικότητα και της αποκοπής της σχέσης, ο Θεός προέβη στην υπέρτατη αγαπητική πράξη, στον εκούσιο θάνατο του ίδιου του ενσαρκωμένου Θεού, που επειδή ακριβώς είναι εκούσιος, δηλαδή, είναι αγαπητική πράξη, καταργεί τον θάνατο.

Χριστός Ανέστη και ο Άδης νενίκηται, γιατί ο Θεός αγάπη εστίν.

Αφού λοιπόν Αυτός με τον τρόπο που υπάρχει, δηλαδή με την αγαπητική κοινωνία, νίκησε το θάνατο και μεις μπορούμε, αν μιμηθούμε τον τρόπο της ύπαρξής του, δηλαδή αν ζήσουμε αγαπητικά, να νικήσουμε τον θάνατο.

Η απόλυτη αγάπη, που επίσης διαφοροποιεί την Ορθοδοξία απ’ όλες τις θρησκείες.

 Γι αυτό και η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, δηλαδή ιδεολογία, αλλά Εκκλησία, που σημαίνει αγαπητική κοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους εν Χριστώ, Τον οποίον και κοινωνούμε.

Γι αυτό και Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να γίνει μ’ έναν, αλλά πρέπει να υπάρχει κοινωνία τουλάχιστον δυο, πρέπει δηλαδή να υπάρχει σύναξη, ώστε να είναι δυνατόν να κοινωνήσουμε το Χριστό.

Ο Θεός λοιπόν μας αγαπά και θέλει να τον αγαπούμε, αν και δεν το έχει ανάγκη, επειδή είναι αγάπη.

 Και ο Θεός τους αγαπά όλους, χωρίς καμμία απολύτως διάκριση, γιατί είναι αγάπη.

Γι αυτό και ο Θεός καλεί σε αγαπητική κοινωνία και τον πτωχό και τον πλούσιο, και τον ληστή και τον νομοταγή, και την πόρνη και την παρθένα, και τον άσωτο και τον σώφρονα.

Θέλει τη σχέση με όλους γιατί τους αγαπά όλους.

Η αποδοχή όμως της πρόσκλησης, το αν θέλουμε εν τέλει ο τρόπος ύπαρξης του Θεού να γίνει και δικός μας τρόπος της ύπαρξης, αν θέλουμε να ζήσουμε αγαπητικά είναι απολύτως δική μας επιλογή. Είναι το απελπιστικό προνόμιο της ελευθερίας μας. Αυτός, επομένως, είναι ο τρόπος που υπάρχει ο Θεός της Ορθοδοξίας.

Γι αυτό και κατά τον Εσχατολογικό χρόνο, τότε που θα καταργηθεί ο χώρος και ο χρόνος, τα πάντα θα ζήσουν μέσα στην Αγάπη του Θεού, μέσα στη σχέση με το Θεό.

Αυτή η αγάπη του Θεού, για τον άνθρωπο που επιθυμεί τη σχέση αυτή, που θέλει την αγάπη αυτή θα είναι παράδεισος, δηλαδή ανέκφραστη χαρά και φως, ενώ γι αυτόν που δεν επιθυμεί να ζει σε σχέση και μέσα στην αγάπη του Θεού, η ίδια αυτή κατάσταση, θα είναι μια κόλαση, δηλαδή ανέκφραστη λύπη.

Για να γίνει πιο κατανοητό, είναι σαν να είμαστε υποχρεωμένοι να βρισκόμαστε για πάντα μαζί και σε σχέση με έναν άνθρωπο που μας αγαπά.

Αν τον αγαπάμε και μεις και θέλουμε να είμαστε μαζί του, είναι υπέροχο, αν όμως όχι, αν δεν αντέχουμε την αγάπη του, η ίδια κατάσταση της σχέσης μαζί του είναι κόλαση.






Αυτά, εν συντομία, για την έννοια του παραδείσου και της κόλασης κατά την Ορθόδοξη Εκκλησία. Από την έννοια του παραδείσου, επομένως, ως υπαρκτική επιλογή του ανθρώπου να ζήσει αγαπητικά με το Θεό και την έννοια της κολάσεως ως υπαρκτική επιλογή του ανθρώπου να ζήσει χωρίς αγάπη, να ζήσει ως αυτόνομη ατομική οντότητα, προκύπτει ότι ο άνθρωπος ή ζει την πρόγευση του παραδείσου, από εδώ και τώρα, από αυτήν κιόλας τη ζωή ή δεν την ζει ποτέ.

Θέλω να πω, ότι την επιλογή της αγάπης, ως τρόπου της σχέσης του με το Θεό, ο άνθρωπος την κάνει από αυτήν και κατά τη διάρκεια αυτής εδώ της ζωής.

Και πως αγαπάμε το Θεό; Σ’ αυτό ο Χριστός είναι ξεκάθαρος. Δεν λέει « Αγάπα με», αλλά « Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν» και κυρίως εκείνο το συγκλονιστικό επαναστατικό μήνυμα, που ανατρέπει όλον τον τρόπο που υπάρχουμε και ζούμε « Αγάπα τον εχθρό σου».

Επομένως, η επιλογή της αγάπης για το Θεό, περνά μέσα από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, μέσα από την επιλογή της αγάπης ως τον τρόπο που υπάρχουμε.

Και για να μην υπάρχει καμμία αμφιβολία περί τούτου, ο ίδιος ο Χριστός, στο Ευαγγέλιο της Κρίσης, που διαβάζεται σε δυο Κυριακές από σήμερα στην Εκκλησία μας, λέει τα εξής:

 Όταν έλθει ο Υιός του ανθρώπου, δηλαδή ο Χριστός, και μαζευτούν όλοι μπροστά του, θα πει στους δίκαιους: Σας ανήκει η κληρονομία μου, διότι πείνασα και μου δώσατε να φάω, δίψασα και με ποτίσατε, ξένος ήμουν και με μαζέψατε στο σπίτι σας, γυμνός ήμουν και με ντύσατε, αρρώστησα και με επισκεφθήκατε, στη φυλακή ήμουν και ήλθατε να με δείτε». Και οι δίκαιοι θα αποκριθούν: Πότε τα κάναμε όλα αυτά;

Και τότε ο Χριστός θα τους πει: Αλήθεια, σας λέω, ότι εφόσον τα κάνατε αυτά σε έναν από τους ελάχιστους, δηλαδή τους πιο πτωχούς, τους πιο άσημους, τους πιο μικρούς από τους αδελφούς μου, σ’ εμένα το κάνατε.

Τι άλλο χρειάζεται να πούμε Κυρίες και Κύριοι; Ο Χριστός ξεκαθαρίζει τον τρόπο που υπάρχει και μας προτρέπει να τον ακολουθήσουμε.

Ο Χριστός μας λέει ότι για να ζήσουμε με τον τρόπο που υπάρχει Αυτός, για να ζήσουμε τον παράδεισο, πρέπει να αγαπήσουμε τα αδέλφια του.

Και ποιους ονομάζει αδέλφια Του ο Χριστός; Τους ανθρώπους.

Και μάλιστα ποιους από τους ανθρώπους; Τον πεινασμένο, τον διψασμένο, τον γυμνό, τον ξένο, τον άρρωστο, τον φυλακισμένο.

Αδελφός ο Χριστός με τον φυλακισμένο Κυρίες και Κύριοι, με τον ξένο, τον γυμνό!

Η άπειρη αγάπη. Εδώ τα λόγια περιττεύουν. Και τι λέει σ’ αυτούς που τους παραγγέλνει να φύγουν μακριά του; Ήμουν πεινασμένος και δεν μου δώσατε να φάω, διψασμένος και δεν μου δώσατε να πιω, ξένος και δεν με φιλοξενήσατε, γυμνός και δεν μου δώσατε ρούχα, ασθενής και στη φυλακή και δεν ήρθατε να με δείτε.
Και θα του πουν αυτοί; Πότε σε είδαμε;

 Και τότε ο Χριστός θα τους πει, αλήθεια σας λέω, αφού δεν τα κάνατε στα αδέλφια μου, που είναι όλοι αυτοί, δεν τα κάνατε σ’ εμένα.

Και τελειώνει η Ευαγγελική περικοπή του Ματθαίου, λέγοντας ότι αυτοί που επέλεξαν στη ζωή αυτή την αγάπη προς το συνάνθρωπο ως τρόπο ζωής τους, θα ζήσουν αιωνίως τον παράδεισο, γιατί έχουν επιλέξει ως τρόπο ύπαρξης τους την αγάπη προς το Θεό και αυτοί που επέλεξαν στη ζωή αυτή την έλλειψη αγάπης προς το συνάνθρωπο, που επέλεξαν τον ατομισμό ως τρόπο ζωής τους, θα ζήσουν αιωνίως την κόλαση, γιατί μόνοι τους επέλεξαν ως τρόπο ύπαρξής τους την έλλειψη σχέσης με το Θεό.

Κυρίες και κύριοι, είδαμε ότι η σχέση είναι υπαρκτική προϋπόθεση του ανθρώπου και, επομένως, αναγκαίος όρος της ζωής του.
Επομένως, αναγκαστικά σχετιζόμαστε με τον συνάνθρωπο.

Η μετατροπή της ανάγκης της σχέσης σε επιθυμία της σχέσης με τον άλλον, η αγαπητική δηλαδή σχέση, είναι αυτό που λέμε στην καθημερινή γλώσσα, αλλά και στη γλώσσα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, παράδεισος, ενώ η έλλειψη της επιθυμίας της σχέσης, η έλλειψη αγάπης για τον συνάνθρωπο είναι αυτό που λέμε κόλαση.

Επομένως, εμείς και μόνο εμείς καλούμαστε να επιλέξουμε.
Να επιλέξουμε αν ο συνάνθρωπος θα είναι η κόλαση μας ή ο παράδεισος μας.

Όλα αυτά που είπαμε, όμως βεβαιώνονται εμπειρικά;

Στην καθημερινότητά μας δηλαδή, κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής μας, η έστω και ατελής αγάπη προς το συνάνθρωπο ως επιλογή του τρόπου που ζούμε, προσφέρει χαρά, είναι παράδεισος κατά το κοινώς λεγόμενο και αντίθετα η έλλειψη αγάπης, ο ατομισμός, η απόρριψη της σχέσης είναι τελικά μια καθημερινή κόλαση;

(Ομιλία στη Χριστιανική Στέγη Πατρών του Β.Κωστακιώτη, στις 13/2/2011)

................................................................................................................................

32 σχόλια:

  1. Αναπολώ την εποχή που με την σφενδόνα μου κυνηγούσα κοτσύφια...είπες ότι είσαι κοτσύφι;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Cummulus
    ΚΥΝΗΓΟΥΣΕΣ ΚΟΤΣΥΦΙΑ;
    Α! ΓΑΙΔΑΡΕ, ΜΕΓΑΛΕ, ΒΑΑΡΡΒΑΡΕΕΕΕ!
    :-(

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. 4:08
    Κοίτα:
    Για να είμαι ειλικρινής το βρήκα λίγο βαρύ για το γεροντικό μου, νερουλιασμένο εγκέφαλο, αλλά...με την τρίτη ανάγνωση, το κατάλαβα τι ήθελε να πει ο ...ποιητής!
    Ευχαριστώ και το Στυλιανό του Ζωντανού Ιστολόγιου, για τα υπέροχα πιάτα που προσφέρει στα ΚΑΠΗ που τον επισκέπτονται...χιχι...
    φιλάκια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τελικά αυτή η κυρά επιστήμη είναι πολύ πεισματάρα γριά..

    Στο αφιερώνω σαλογραιουλάκι μου παραδεισένιο...
    Φιλιά-

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Μπαχαχα!
    Πολύ μου άρεσε η αφιέρωση για τη γριά...τι να σου πώ...όταν το διάβασα ....εμένα σκέφτηκα και γω παρότι δεν έχω άμεση σχέση με καμία επιστήμη...μόνο μια ...έμμεση...και ο νοών νοείτω...
    :-)
    Μάκια μάκια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Το μεγάλο φιλοσοφούν κείμενο είναι δύσκολο για ιντερνετική ανάγνωση, αλλά ιδαίτερα ενδιαφέρον.
    Παρατήρησα μιά Επικούρεια άποψη για τον θάνατο, που την χρησιμοποιεί και ο συντάκτης του κειμένου, κατά την οποία, δεν πρέπει να στεναχωριόμαστε για οτν θάνατο, γιατί όταν έλεθιε δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε. Αν είναι σωστό αυτό, πως απαντάμε όμως για την διαδικασία του θανάτου, το θνήσκειν; Πως βιώνεται αυτό;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Επίσης στην ομιλία υπάρχει η εξής διατύπωση που αξίζει κάποιος να σταθεί:
    " Ο προσωπικός Θεός, λοιπόν, που αγάπη εστίν, από αγάπη και όχι από ανάγκη δημιούργησε τον άνθρωπο, κατ’ εικόνα του."
    Τονίζει ο ομιλητής ο Θεός δεν δημιούργησε από ἁναγκη" Αυτό το διατυμπανίζανε οι Πατέρες ως απάντηση στους εθνικούς φιλοσόφους, οι οποίοι λέγανε ότι αν ο Θεός (των χριστιανών) δημιουργεί από ἁνάγκη" τότε δεν είναι τέλειος Θεός.
    Γενικά είναι ενδιαφέρον το κείμενο

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Και κάτι τελευταίο. Μη μου την βγαίνεις με κόκκινο, γιατί την σφενδόνα την ΕΧΩ ΑΚΟΜΑ, και κάτι σαλεμένες γραίες τις βλέπω σαν ...ΚΟΤΣΥΦΙΑ!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. :-)
    Συννεφάκι μου να είσαι πάντα καλά με τη σφεντόνα σου...
    Είχα και γω κάποτε μία...στα μικράτα μου...αλλά...χτύπαγα γαιδάρους!
    ;-)

    Τέλος πάντων, χαίρομαι που βρήκες και ενδιαφέρον το κείμενο, πιστέ μου φίλε...
    Για τη διαδικασία του θνήσκειν, που είναι επίσης εξαιρετικά σημαντική- διότι μας προσγειώνει σε μια μεγάλη ταπείνωση- νομίζω δεν είπε κάτι ο ομιλητής...

    Από μόνο του, αυτό αποτελεί άλλο θέμα, τεράστιο...

    Προσωπικά, με βοήθησαν οι επισημάνσεις του.

    Στο Ζωντανό Ιστολόγιο, υπάρχουν και παραδείγματα...στη συνέχεια της ομιλίας...

    Δεν τα παρέθεσα για να μη γίνει πολύ μακρύ το κείμενο...όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να περάσει από το Ζωντανό Ιστολόγιο,να τα διαβάσει..

    Καλό βράδυ, Συννεφάκι μου...
    Καλή δύναμη στον αγώνα...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Καληνύχτα και σε σας. :-))
    http://www.youtube.com/watch?v=htKsZVDVNEs

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Οι άνθρωποι της εποχής μας έχουνε την τάση να ξεχνούνε τον θάνατο ,να μην αναφέρονται σε αυτόν ,να κινούνται λες και θα ζήσουνε αιώνια (παράδειγμα όλο το άγχος για τη συνεχή συγκέντρωση αγαθών ) ...Ο θάνατος είναι το μόνο σίγουρο γεγονός .Ο βιολογικός θάνατος ,γιατι υπάρχει και πνευματικός θάνατος .
    Το κύριο έργο της Εκκλησίας είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να υπερβούνε τον θάνατο . Μέσα μας υπάρχουνε τα διάφορα πάθη και αυτό μας κάνει να μην λειτουργούμε σωστά ,η όποια σχέση μας να μην "λειτουργεί " κανονικά .Η όλη προσπάθεια πρέπει να είναι στην σταδιακή κατάργηση των παθών και έτσι θα αποκτήσουμε από αυτή τη ζωή τη βεβαιότητα και της αιωνίου ,της μετά θάνατον ζωής .Και αυτό θα γίνει γιατί θα έχουμε αποκτήσει κοινωνία με το θεό .
    Τα πράγματα δεν είναι τόσο δύσκολα και ακατόρθωτα όσο μπορεί να φαίνονται .Μια μικρή προσπάθεια από το μέρος μας χρειάζεται και ο Θεός συνεργεί και μας βοηθά .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ναι, τα διάβασα τα παραδείγματα που παραθέτει ο πρωτοδίκης...Βρε τι τραβάνε κι οι μαυροδικαιόροι στ'απόνερα της τυφλαμάρας των ανθρώπινων παθών που ανακατεύονται!
    Παλι καλά που ξεδίνει στην εκκωφαντική σιωπή των νεκροταφείων,γιατί εγώ νόμιζα οτι ξεδίνουν στα μπαρ και και στις κραιπάλες, ίσως για να ξορκίσουν τη φθορά!-

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Χαχαχα!

    Χρυσούλι μου των 9:33, ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης λέει ότι θα πάνε στην Κόλαση ΟΛΟΙ οι "μαυροδικαιόροι " και οι έμποροι, διότι-ΛΈΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ- λόγω επαγγέλματος αναγκάζονται και ξεφουρνίζουν διαρκώς , ΤΑ ψέματα της Αρκούδας!

    Προσωπικά, επειδή θεωρώ το ψεύδος αμαρτία ΑΙΣΧΡΟΤΕΡΗ ΣΧΕΔΟΝ και από το φόνο, δε μπορώ, παρά να συμφωνήσω, μαζί του.

    Και πραγματικά, αγαπημένο μου των 9:01 ΑΠΟΡΩ ΚΑΙ ΦΡΙΤΤΩ,
    πώς ΕΝΩ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
    ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΒΕΒΑΙΟ ΚΑΙ ΜΟΝΙΜΟ ΓΕΓΟΝΟΣ
    ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΜΑΤΑΙΟΥ ΒΙΟΥ,
    φρίττω,ξαναλέω, ΠΩΣ ΟΙ ΆΝΘΡΩΠΟΙ,
    ΤΡΕΛΑΜΕΝΟΙ
    ΠΕΡΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΣΑΧΛΑ,
    ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ ΠΕΙΣΜΑΤΙΚΑ, ΝΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΟΥΝ
    ΓΙΑ ΤΗ ΦΟΒΕΡΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ Κ Ρ Ι Σ Ε Ω Σ,
    ΠΟΥ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ,
    ΜΟΛΙΣ ΠΑΤΗΣΟΥΝ ΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ...

    Αυτό εμένα- όχι μόνο τώρα που γέρασα, αλλά και ΠΑΙΔΙΟΘΕΝ, αφότου ενθυμούμαι το χαζό εαυτό μου-
    μου φαίνεται ως Η ΕΣΧΑΤΗ ΠΑΡΑΦΡΟΣΥΝΗ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Γρηγόρης Ζαγοραίος17 Φεβρουαρίου 2011 - 1:18 μ.μ.

    ...μη φρίττεις χρυσαφένια μου δεν είναι διόλου περίεργο. Οι θείοι πατέρες θεωρούν ιδιαίτερη χάρη την μνήμη του θανάτου...
    Και αυτό ίσως πηγάζει, από την ανυπαρξία του θανάτου στο προαιώνιο σχέδιο του Θεού γιά τον άνθρωπο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. :-)
    Γρηγόρη, ο άνθρωπος ζει ως κοινωνικό όν...και δεν είναι ευχάριστο, να σε κοιτάνε οι άλλοι σαν ουφάκλα, άμα βλέπουν ότι έχεις -χάριτι θεία να πώ; από βλάβη εγκεφαλική να πω;- τέλος πάντων, άμα διαθέτεις αδιάλειπτη μνήμη θανάτου, τουτέστιν άμα μέσα στο κεφάλι σου, αναμοχλεύεται διαρκώς η ΚΑΥΤΗ ερώτηση που λέγαν τα ξόμπλια όταν ξεμαλλιάζονταν από μικροπαρεξηγήσεις στις παλιές ανθρώπινες γειτονιές και φώναζαν νευριασμένες, η μία στην άλλη:

    -ΤΙ ΨΥΧΗ ΘΑ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙΣ, ΜΩΡΗ;

    Την σήμερον,Γρηγήρη μου, ούτε καν παπάδες και δεσποτάδες, νοιάζονται τι ψυχή θα παραδώσουν και αυτό, μου δημιουργεί απαραμύθητο πόνο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Γρηγόρης Ζαγοραίος17 Φεβρουαρίου 2011 - 1:57 μ.μ.

    Να πονείς γιά τις δικές σου αδυναμίες και μή νοιάζεσαι γιά τους παπάδες και δεσποτάδες...η ψυχούλα τους το ξέρει άν φοβούνται τον θάνατο!
    Και οι πολλοί των ανθρώπων κατατρύχονται από τον φόβο (και όχι την "μνήμη") του θανάτου...γι αυτό και διασκεδάζουν ποικιλοτρόπως τις ολίγες ημέρες τους!
    Να εύχεσαι να επισκεφθεί τους πάντες ο Παράκλητος που γλυκαίνει τις ούτως ή άλλως τραγικές ζωές μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  17. Γρηγόρης Ζαγοραίος17 Φεβρουαρίου 2011 - 2:10 μ.μ.

    ...επίσης η μνήμη του θανάτου δεν είναι ορατή στους γύρω όπως δεν είναι ορατό και κανένα δώρο της Χάριτος καί μόνο όσοι έχουν παρόμοια δώρα κάτι μπορούν να αντιληφθούν! Αυτό γιά να μη φοβηθείς ότι θα σε θεωρήσουν ουφάκλα οι άλλοι, όπως λέγεις!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  18. Γρηγόρη μου
    εντάξει...συμφωνήσαμε πάλι!
    Σ'ευχαριστώ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  19. Τελικά, ο Λακάν έχει πολλούς οπαδούς στην Ελλάδα... και εγώ νόμιζα ότι είχε μόνο τον καθ. Χρήστο Γιανναρά...

    Θεολογούν πάνω στην λέξη-έννοια "σχέση".

    Νομίζω (από τα λίγα που ξέρω), τέτοια λέξη-έννοια δεν υπάρχει στην Αγία Γραφή.

    Σκεφτείτε, ο άσωτος υιός γυρίζοντας στον Πατέρα του να του έλεγε: "ήρθα να φτιάξω την σχέση μας"...

    Του είπε όμως: "πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου.

    ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου.

    ποίησόν με ως ένα των μισθίων σου"

    Μετάνοια και αγάπη αγαπητοί μου. Προς τον Θεό και τους συνανθρώπους.

    Πάντα μου έκανε εντύπωση που ο Κύριος διάλεξε αγράμματους ψαράδες για μαθητές.

    Σκέφτομαι ότι αν διάλεγε καθηγητές (ιδίως πανεπιστημίου) θα έπρεπε να έλεγε σε αρκετούς από αυτούς (και σε μένα που δεν είμαι καθηγητής) πολύ συχνά: ¨ω ανόητοι και βραδείς τη καρδία του πιστεύειν επί πάσιν οίς ελάλησαν οι προφήται..."

    (να με συγχωρήσετε για την υπερβολή μου στην τελευταία παράγραφο...)

    Παναγιώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  20. xixixi...kai elega...poios tha mas thn pesei...poios tha mas thn pesei...
    :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  21. Ξένος είμαι και περνούσα απέξω.

    Μου έρχεται ξαφνικά αυτό:

    "...Η ζωή για άλλη μια φορά ταυτίζεται στην κοινή εμπειρία με την σχέση και ο θάνατος με την απουσία σχέσης..."

    Μα καλά λέω. Θάνατος δεν είναι κατά την Ορθοδοξία να πάω να κάνω παρέα ("σχέση") με τους διαβόλους;

    Για πολλούς μια χαρά "σχέση" είναι.

    Λέω μέσα μου: "τι θες και περνάς; οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να λένε ό,τι θέλουν. Βούλωστο και φύγε"

    ..Δεν ξέρω όμως... σας συμπάθησα και είπα να σας γράψω αυτό που νοιώθω...

    Παναγιώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  22. Αν σκεφτεί κανείς πως σε συτή την παραβολή ο άσωτος που είχε γίνει μεγάλος και τρανός[βλέπε πάπας] πήγαινε στον πατέρα και τον πειθανάγκαζε να τον αναγνωρίσει θέλει δεν θέλει όπως είναι.. κατηγορώντας και ελλειματικό τον αδελφό του..τι θα έκανε ο Πατέρας;;;;;;;;;
    πην

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  23. Συγνώμη για τους λατινικούς χαρακτήρες πριν...

    Παναγιώτη των 8:47 είσαι άλλος από άλλους δυο Παναγιώτηδες που κυκλοφορούν στη σπηλιά της τρελόγριας;
    ;-)
    Ενας είναι που γράφει ωραία ποιήματα...ο άλλος είναι που γράφει ωραίες επιστημονικές αναφορές...
    Εσύ είδες φως και μπήκες ...και μένα μου αρέσει το φως...και μπαίνω...όπου υπάρχει...
    :-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  24. Σαλογραία, ο ίδιος είμαι...

    1. Δεν γράφω ποιήματα... σου έγραψα μια καταβασία που μου αρέσει πολύ.

    (Κάποια Κυριακή είμαι στο αναλόγιο με έναν φιλόλογο πολύ καλό ψάλτη, γιατί εγώ δεν είμαι, και ψάλουμε κάτι αρχαιοπρεπές. Τον ρωτώ: Θωμά πότε γράφτηκε αυτό;

    Σκέφτεται λίγο, λέει τόγραψε ο τάδε άρα είναι του 700μΧ. Μένω με το στόμα ανοιχτό: δηλ. τώρα ψάλουμε κάτι που γράφτηκε 1300 χρόνια πριν; Ο πλούτος της ορθοδοξίας δεν μετριέται).

    Αν θέλεις μπορώ να σου γράψω και άλλες υπέροχες καταβασίες.

    2. Βρίσκω υπέροχους τους πατέρες της εκκλησίας, ιδίως στο πρωτότυπο. (Στην μετάφραση χάνουν πολύ). Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους καθηγητές μου των αρχαίων ελληνικών στο τέλος των '60 αρχές '70 που μου έμαθαν αρχαία. (για λόγους χρησιμοθηρικούς πήγα πρακτικό και στο πολυτεχνείο. τότε δεν ήμουν στην εκκλησία. τέλος πάντων)

    Αγαπώ ιδιαίτερα τον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, τον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο τον Αγ. Γρηγόριο τον Παλαμά πατέρα Βαρσανούφιο κ.α.

    3. Αγαπώ πολύ τους μάρτυρες. Διαβάζω ό,τι βρώ...

    4. Όταν κάτι δεν μου αρέσει θεολογικά, δεν ξέρω, γίνομαι λίγο ...ειρωνικός; "μάγκας;" δεν ξέρω, χαρακτηρίστε με εσείς...

    - Πηνελόπη, (έτσι είδα να σε προσφωνεί η σαλογραία), δεν είμαι κριτής κανενός αλλά φοβάμαι κάτι τέτοιους τύπους που τους κουβαλάνε με ένα κάθισμα (δεν ξέρω πως το λένε), στους ώμους, τέσσερις, σαν να είναι οι Φαραώ, θα έχουν την τύχη των Φαραώ ή και του "άλλου" ...που έπεσε σαν αστραπή.

    Έγραψα πολλά. Συγχωρέστε με να σας γράψω και μία άλλη καταβασία που ...μου ταιριάζει και μου αρέσει πολύ:

    Όσοι παλαιών εκλελύμεθα βρόχων
    (όσοι έχουμε λυθεί από παλιές θηλιές (παγίδες))

    Βορών λεόντων συντεθλασμένων μύλας
    (κομματιασμένα θηράματα από σαγόνια λιονταριών)

    Αγαλλιώμεν και πλατύνωμεν στόμα
    (Ας αγαλλιάσουμε και ας δοξολογήσουμε τον Θεό)

    Λόγω πλέκοντες εκ λόγων μελωδίαν
    (με λόγια πλέκοντες μελωδία με στίχους)

    Ω των προς ημάς ήδεται δωρημάτων
    (Ω πως χαίρεται ο Θεός να μας χαρίζει δωρήματα)

    Συγχωρείστε με

    Παναγιώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  25. Γεια σου Παναγιώτη με τις καταβασίες σου!!!
    Πώρωσηηηη!!!

    Θα σου γνωρίσω τον Ακύλα που ψέλνει και αυτός κάθε Κυριακή τα παρόμοια , ώστε με τις καταβασίες να ανεβείτε στους εφτά ουρανούς...
    Φυσικά και είναι μέγας πλούτος η γλώσσα μας, και η μουσική μας, και πάνε οι κερατάδες να μας τα καταστρέψουν αλλά δεν θα τους περάσει!
    ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  26. Εγραψες Παναγιώτη:
    "Μα καλά λέω. Θάνατος δεν είναι κατά την Ορθοδοξία να πάω να κάνω παρέα ("σχέση") με τους διαβόλους;

    Για πολλούς μια χαρά "σχέση" είναι".
    ............................
    Ίσως πρέπει να βρούμε τον ομιλητή να τον ρωτήσουμε τι εννοεί...
    :-)
    Ας πάμε να πούμε ένα πατερημώ και αύριο μέρα είναι...θα ξύσουμε την άδεια κεφαλή μας και κάπως θα το ψάξουμε το θεματάκι το οχληρό...
    Καλό βράδυ αγαπημένα μου...
    Καλό βράδυ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  27. Σαλογραία, σε ευχαριστώ!

    Καταβασίες είναι ύμνοι που ψάλλονται στον όρθρο. Και γι' αυτό πρέπει να πηγαίνουμε νωρίς στην εκκλησία.

    Διάβασα κάπου πως λέγονται καταβασίες γιατί οι ψάλτες όταν τους ψέλνουν πρέπει να κατεβαίνουν από το αναλόγιο (δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό)

    (θέλω να σου εξομολογηθώ πώς αν μου λέγαν πριν 35-40 χρόνια ότι θα γινόμουν του ...κατηχητικού, θα γελούσα με την (μαύρη) καρδιά μου...)

    Ασφαλώς και δεν θα καταστραφεί ο ορθόδοξος ελληνισμός.

    Φαντάσου το εξής: Κυριακή πρωί βρίσκεσαι σε ύψος, πάνω από την Ελλάδα.

    Θα δεις τότε, σε χιλιάδες εκκλησίες, σε κάθε χωριό, σε κάθε ενορία πόλης, να γίνεται η Θεία Λειτουργία. (να συμπεριλάβεις και τα μοναστήρια που ξεκινούν στις 2:30 3:30 την νύχτα)

    Είναι ποτέ δυνατόν, ο Θεός, η Παναγία, οι Άγιοι να μας αφήσουν; ΠΟΤΕ!

    (Γι' αυτόν τον λόγο λυσσάει ο εξαποδώ).

    Έχω εγερτήριο στις 5:30 και πρέπει να σας καληνυχτίσω...

    Ζει Κύριος ο Θεος!

    Παναγιώτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  28. ΖΕΙ ΚΥΡΙΟΣ Ο ΘΕΟΣ...
    ΖΕΙ!
    ΖΕΙ!
    ΖΕΙ!
    ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΕΝ ΑΥΤΩ ΖΩΜΕΝ, ΚΑΙ ΚΙΝΟΥΜΕΘΑ ΚΑΙ ΕΣΜΕΝ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  29. http://www.flickr.com/photos/jaja56/5413446073/sizes/l/

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  30. Το θέμα είναι μεγάλο με αυτή την ανάρτηση και διαβάζοντας τα σχόλια νομίζω ότι υπάρχει μια σύγχυση με την λέξη "σχέση". "Σχέση" υπάρχει σε οποιαδήποτε συναλλαγή. Υπάρχει η υγιής "σχέση" και η μη υγιής "σχέση". Εκείνο που καλούμαστε να μάθουμε είναι ο "υγιής" τρόπος του σχετίζεσθαι σε όλες τις διαπροσωπικές σχέσεις. Και ο φαρισαίος έχει¨"σχέση" με τον Θεό και ο τελώνης. Ποιός έχει "υγιή" όμως σχέση; Ο τρόπος,μήπως, κάνει την διαφορά;
    Η ψυχιατρική βασίζεται και δουλεύει με το σχετίζεσθαι του ανθρώπου που πάσχει. Το πρώιμο της σχέσης του ανθρώπου βλάπτεται και την διόρθωση αναλαμβάνει η ψυχιατρική(αν μπορεί να το κάνει, αυτό είναι άλλο θέμα).
    Η αγάπη διδάσκει ακόμα και τους εχθρούς.
    Και αυτή είναι η υποχρέωση του κάθε χριστιανού να διδάξει την αγάπη, δηλαδή τον "υγιή" τρόπο του σχετίζεσθαι.
    Ευαγγελία

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  31. Ευαγγελία μου
    αν είσαι αυτή που νομίζω, κατανοώ πολύ καλά τα περι ΥΓΙΟΥΣ σχέσεως που έγραψες, διότι...τη βιώνεις...
    Όποιος έχει την ΕΥΛΟΓΙΑ να βιώνει ΥΓΙΗ σχέση, μόνο αυτός, δύναται να κατανοεί το μεγαλείο και την ομορφιά της, στο σταυροαναστάσιμο επίπεδο, προς άνθρωπο και Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού, τον Υιόν τον Ηγαπημένον...

    ΑπάντησηΔιαγραφή