Παρασκευή 13 Απριλίου 2018
Πέμπτη 12 Απριλίου 2018
Λαμπρή ημέρα
Γράφει ο Κοσμάς Βίδος
«Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε/ της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι/ σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε/ τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη».
Πάντως οι δικές µου παιδικές αναµνήνεις από το Πάσχα στο νησί καθόλου δεν μοιάζουν με τα όσα περιγράφει ο Διονύσιος Σολωμός στην «Ημέρα της Λαμπρής».
Τις περισσότερες φορές στα μέρη τα δικά μας έκανε κρύο. Φυσούσε πολύ, με τον παγωμένο αέρα του Αιγαίου να καθιστά την περιφορά του Επιταφίου αλλά και την αναμονή για την Ανάσταση έξω από την εκκλησία περιπετειώδεις εμπειρίες. Ούτε αυτό το «Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι / οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι» (πάντα Σολωμός) το πολυθυμάμαι, γιατί τις περισσότερες φορές ο αέρας το έσβηνε το αγιοκέρι.
Αυτός ο επίμονος Βοριάς που, φύσα και ξαναφύσα, πήρε μαζί του χρόνια και ανθρώπους. Φτάνω τώρα να σκέφτομαι πως δεν θα υπάρξει ποτέ Πάσχα όμοιο με εκείνα που έζησα μικρός. Την πιο συναισθηματική, για εμένα, γιορτή της χρονιάς την έκαναν εκείνοι που έφυγαν. Τώρα, τις περισσότερες φορές, τέτοια εποχή λείπω από την Ελλάδα. Oχι επειδή αποφεύγω όσα μπορεί να με στενοχωρήσουν - έθιμα, εικόνες και μυρωδιές - αλλά (και) επειδή δεν υπάρχουν πια εκείνα που μετέτρεπαν τις δικές μου γιορτινές μέρες σε γεγονός ξεχωριστό.
Δεν µιλώ µε λύπη, αλλά με τη συναίσθηση πως αυτή είναι η ζωή. Εξάλλου και στο εξωτερικό θαυμάσια περνάω, απλώς όλα εκεί είναι αλλιώς. Χωρίς Πάσχα. Εδώ τη διαφορά την έκαναν οι γιαγιάδες που ετοίμαζαν τσουρέκια και έφτιαχναν λυχναράκια (αλλού τα λένε σκαλτσούνια ή τυροπιτάκια) και οι φίλοι και τα ξαδέλφια με τα οποία ξαμολιόμασταν στο χωριό και παίζαμε μέχρι αργά το βράδυ, αξιοποιώντας προς όφελός μας το μεγάλωμα της μέρας.
Αίσθηση γιορτής, γιατί όσο και αν εμπεριέχει πένθος, το Πάσχα εγώ εξακολουθώ να το θεωρώ την ωραιότερη γιορτή για τα παιδιά. Ακόμη πιο όμορφη και από τα Χριστούγεννα, γιατί έχει αυτή την ανάταση της ανοιξιάτικης εκδρομής. Γιατί υπόσχεται πως σύντομα θα έρθει το καλοκαίρι.
Θυμάμαι λοιπόν ένα Πάσχα στο νησί, που η άνοιξη προσπαθούσε μάταια να διώξει με τις μυρωδιές της τον χειμώνα που ακόμη λυσσομανούσε και να φέρει ένα καλοκαίρι, που η αλήθεια είναι πως έμοιαζε πολύ μακρινό. Είχαμε πάει κουκουλωμένοι στην εκκλησία, φορώντας περισσότερα ρούχα και από τα όσα φοράει κανείς στην αλλαγή του χρόνου. Και είχαμε βάλει στοίχημα, τα παιδιά, ποιο θα καταφέρει να πάει το Αγιο Φως αναμμένο ως το σπίτι. Δεν τα κατάφερε κανένα. Στη διαδρομή, ανάψαμε ξανά και ξανά από συγχωριανούς που επέστρεφαν στα δικά τους σπίτια προσπαθώντας και αυτοί να προφυλάξουν τη φλογίτσα τους, άναψαν και εκείνοι από εμάς...
Τελικά, φτάσαµε στην εξώπορτα με όλα τα κεριά σβησμένα. Κανένας δεν περνούσε για να μας δανείσει λίγη φλόγα. Ήττα. Τότε η γιαγιά που μας συνόδευε έβγαλε από την τσέπη της τον αναπτήρα που είχε πάντα για να ανάβει τις λάμπες πετρελαίου - διότι, ναι, τότε ακόμη άναβε (και) λάμπες πετρελαίου - και άναψε το κερί της προτρέποντάς μας να πάρουμε φωτιά. «Δεν είναι από την εκκλησία!». «Φως είναι και αυτό». Ακολούθως σήκωσε το κερί της και σημάδεψε τον σταυρό πάνω από το κατώφλι. Η ίδια διέπραξε μεν την παρασπονδία της ελαφρά τη καρδία (παρότι δεν της έλειπε η θρησκευτική πίστη), εμάς όμως δεν μας είχε αφήσει τις προηγούμενες ημέρες να αγγίξουμε γλυκό και τσουρέκι «προτού αναστήσουμε, γιατί είναι αμαρτία!». «Αυτό που έκανες εσύ δεν είναι αμαρτία;». «Αυτό είναι δική μου αμαρτία, οι μεγάλοι κάνουμε πότε-πότε καμιά, τα παιδιά απαγορεύεται».
Πάνε λοιπόν εκείνα τα αμαρτωλά Πάσχα.
Πάει, γενικώς, το Πάσχα όπως το ξέραμε.
Αλλαξε και αυτή η γιορτή, όπως αλλάζουν όλα.
Ακόμα και η σούβλα (αν και εμείς, στην οικογένειά μου, ποτέ δεν ψήναμε), κινείται πλέον με μπαταρία και αυτόματο μηχανισμό. Μπορεί σε μερικά χρόνια να είναι εικονική και το αρνί να είναι ολόγραμμα. Μόνο η άνοιξη θα συνεχίσει να έρχεται, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες.
Και τα παιδιά που ζουν πλέον το νεωτερικό τους Πάσχα ως αυτόπτες μάρτυρες των θαυμάτων της νέας εποχής, θα έρθουν καιροί που θα το αναπολούν όπως εγώ αναπολώ τα Πάσχα τα δικά μου και θα το διηγούνται στα δικά τους τα παιδιά.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.
Ανάσταση εκτός έδρας
Γράφει ο Αντώνης Καρπετόπουλος
Oταν ήµουν µικρός (δηλαδή μικρότερος από όσο τώρα είμαι), το Πάσχα δεν το αγαπούσα.
Αγαπούσα πάντα τα Χριστούγεννα. Eρχονταν κάθε Δεκέμβρη. Εκανε κρύο και το κρύο μού αρέσει. Ανάβαμε το τζάκι. Ελεγα κάλαντα, που είναι ένα σόου από μόνα τους, και περίμενα δώρα. Εβλεπα την «Υπέροχη ζωή» του Φρανκ Κάπρα στην τηλεόραση - περίμενα να χιονίσει.
Το Πάσχα, αντιθέτως, μου έμοιαζε πολύβουο. Δεν ήξερα πότε γιορτάζεται. Οι γονείς συζητούσαν μέρες πριν τι καιρό θα κάνει: είχαν πάντα ένα περίεργο άγχος. Τη Μεγάλη Παρασκευή πάντα έβρεχε. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί έπρεπε να βάφουμε τα αβγά κόκκινα και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το δικό μου πάντα έσπαγε πρώτο. Η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας με καταπίεζε. Η λαμπάδα μου πάντα έσβηνε. Οι ταινίες και τα σίριαλ για το Πάσχα δεν μου άρεσαν ποτέ, γιατί οι κακοί είχαν πάντα μυτερό μούσι, ενώ οι καλοί είχαν άσπρο και περιποιημένο - άσε που ήξερα πάντα το τέλος. Και όταν την Κυριακή του Πάσχα τα ραδιόφωνα έπαιζαν όλη μέρα δημοτικά ήθελα να έχω γεννηθεί στην Ισλανδία. Και μετά, μεγαλώνοντας, όλα άλλαξαν.
Μου πήρε καιρό να καταλάβω ότι το Πάσχα είναι μια τύχη σπάνια. Δεν είναι μια απλή γιορτή, αλλά μια υπέροχη μεγάλη παρένθεση. Σήμερα κρατάω τη νηστεία για σαράντα μέρες. Περιμένω τη μεγάλη περιφορά των Επιταφίων, που ολοκληρώνεται σε κάποιο τοπικό τσιπουράδικο. Χαίρομαι όταν βλέπω τις σούβλες. Μου αρέσει το χαμόγελο των ανθρώπων όταν λένε «Χριστός Ανέστη». Το Πάσχα, ακόμη κι αν ο καιρός είναι μουντός, είναι ένα μικρό καλοκαίρι - μια αληθινή ένεση ηθικού και δύναμης. Αρκεί να το γιορτάζεις στο χωριό. Γιατί μόνο εκεί λειτουργεί το θαύμα του Πάσχα, δηλαδή η επιστροφή σε μια ζωή που γίνεται ξαφνικά απλή και ανθρώπινη.
Το Πάσχα θα έπρεπε να γιορτάζεται υποχρεωτικά και μόνο στα ελληνικά χωριά - για την ακρίβεια, θα έπρεπε να απαγορεύεται να το γιορτάζει κάποιος σε πόλεις. Αν κάποιοι έπρεπε να το γιορτάζουν χωρίς να πάνε στην ύπαιθρο, θα έπρεπε να το γιορτάζουν σε κατακόμβες, όπως οι πρώτοι χριστιανοί - κρυμμένοι και με ένα βαθύ αίσθημα αλληλεγγύης για τον διπλανό τους, που έμεινε κι αυτός στην πόλη γιατί δεν έχει ένα δικό του χωριό. Το Πάσχα στην πόλη, με όση λαμπρότητα κι αν γιορταστεί, είναι άσχημο, όπως όλα τα παράταιρα πράγματα. Είναι κιτς - ένα αισθητικό λάθος καθόλου αξιαγάπητο. Η Κυριακή του Πάσχα στην πόλη είναι μία ακόμη Κυριακή και όχι μια ιδιαίτερα γιορτινή Κυριακή. Η γιορτή θέλει σκηνικό, όπως οτιδήποτε έχει δράση. Οποιοι δεν το καταλαβαίνουν δεν έχουν γιορτάσει ποτέ τους. Σίγουρα δεν ξέρουν πόσο μεγάλη γιορτή είναι η υπερπαραγωγή που λέγεται ελληνικό Πάσχα.
Το ξέρω ότι χωριά δεν έχουν όλοι, αλλά δόξα τω Θεώ υπάρχουν χωριά για όλους. Αν χωριό δεν έχεις, οφείλεις να βρεις ένα, να το υιοθετήσεις: είναι κάπου εκεί έξω και σε περιμένει. Θέλει από σένα μια ελάχιστη αφοσίωση και τίποτα περισσότερο. Θέλει να πηγαίνεις σε αυτό κάθε φορά που έχεις ευκαιρία, να μη λειτουργείς σαν περαστικός, αλλά να γνωρίσεις τους ντόπιους, να μάθεις τα μονοπάτια και να δεις τις μυστικές εικόνες του, να μιλάς την ντοπιολαλιά και κυρίως να περνάς πάντα εκεί το Πάσχα.
Σε αυτό και μόνο θα ξαναβρίσκεις κάθε χρόνο για λίγο έστω τους χαμένους (αλλά τόσο απαραίτητους...) αργούς ρυθμούς, θα νιώθεις τον χρόνο να κυλάει στα μέτρα του ανθρώπου, θα σταματήσεις να τρέχεις.
Θα καταλάβεις ότι εν τέλει η Σταύρωση και η Ανάσταση είναι οι δύο πράξεις του ίδιου δράματος - στην πόλη Ανάσταση δεν θα καταλάβεις ποτέ, μολονότι αισθάνεσαι ότι σε σταυρώνουν κάθε μέρα.
Το Πάσχα δεν έχει ξενόφερτους αγίους, κοκτέιλ πάρτι, πρωινό τα χαράματα, κατανάλωση και ευκαιρίες για να φορέσουν τα καλά τους οι κυρίες που ψάχνουν βλέμματα. Εχει μόνο την αίσθηση του γλυκού πεπρωμένου, αλλά και την επιβλητικότητα ενός ελληνικού σκηνικού. Θέλει βουνό, αεράκι, τον ήχο ενός κλαρίνου - ίσως και λίγη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Οχι άλλο τσιμέντο στις καρδιές.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 7 Απριλίου 2018.
Το Πάσχα στην Αθήνα
Γράφει ο Χρήστος Χωμενίδης
Εάν δεν έχεις χωριό ή έναν τόπο που να τον αγαπάς σαν χωριό σου, το Πάσχα στην Αθήνα είναι ό,τι καλύτερο.
Βλέπω τους εκδρομείς, που - εκ του υστερήματος οι περισσότεροι - αγοράζουν ακτοπλοϊκά και αεροπορικά εισιτήρια, φορτώνουν τα αυτοκίνητα και βγαίνουν στην Εθνική Οδό, τους βλέπω και ειλικρινά αναρωτιέμαι εάν συνειδητοποιούν τι αφήνουν πίσω τους.
Η αττική γη, έστω και καταπλακωμένη από τόνους τσιμέντο, ξυπνάει με την άνοιξη.
Οι αμυγδαλιές και οι γαζίες ανθίζουν όπου βρουν - σε στενά πεζοδρόμια, σε πιλοτές πολυκατοικιών -, μοσχοβολούν. Τα χελιδόνια επιστρέφουν από τις χώρες του Νότου, τσακώνονται με τα σπουργίτια που έχουν καταλάβει κατά την πολύμηνη απουσία τους τις φωλιές τους, βρίζουν μέσα απ' τα ράμφη τους, τα απειλούν με έξωση - αστυνομία όμως των πουλιών δεν υπάρχει -, το παίρνουν τελικά απόφαση κι αρχίζουν να χτίζουν καινούργιες. Οι γάτες έχουν σκούξει με την καρδιά τους τον Γενάρη και Φλεβάρη, έχουν ζευγαρώσει με τους νταήδες της γειτονιάς και τώρα, γκαστρωμένες, γουργουρίζουν στον ήλιο.
Τα περιστέρια και οι δεκαοχτούρες - που φέτος, 2018, είναι η χρονιά τους - αντιστέκονται στον ανηλεή διωγμό από τους ανθρώπους, αρνούνται τη συκοφαντία ότι αποτελούν εστίες μόλυνσης, ποντίκια με φτερά. Επιμένουν να συναθροίζονται σε στέγες και σε πλατείες, να παρακολουθούν ανελλιπώς την αλλαγή φρουράς στον Αγνωστο Στρατιώτη, να κάνουν ντου ομαδικά σε μισοφαγωμένα σάντουιτς και σε κουλούρια, να μην αφήνουν ούτε ψιχουλάκι. Ο αέρας ανεβαίνει από τη θάλασσα στη λεωφόρο Συγγρού, φτάνει ενίοτε μέχρι τους Στύλους του Ολυμπίου Διός, δροσίζει τη μαρμάρινη Μελίνα.
Κάτω από το Σύνταγμα, το εμπορικό κέντρο της πόλης μυρμηγκιάζει. Λεφούσια στην Ερμού και στους παράδρομούς της. Ζευγάρια με παιδάκια, πλανόδιοι μουσικοί, ο τελευταίος μάλλον λατερνατζής της Αθήνας να καβουρντίζει για εκατομμυριοστή φορά ότι «στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή» - πάντα είχαν ζωή στη Δραπετσώνα, ανεξαρτήτως συνθηκών -, κοπέλες να μοιράζουν διαφημιστικά φυλλάδια, νονοί να αναζητούν παπούτσια και λαμπάδες για τα βαφτιστήρια τους.
Στην οδό Μητροπόλεως η Αγία Δύναμις, ναΐσκος του 16ου αιώνα, στα υπόγεια του οποίου φτιάχνονταν πυρομαχικά για τον Αγώνα του 1821, ξαναλειτουργεί.
Γύρω του σφύζουν από ντόπιους και τουρίστες δεκάδες μπαρ, παγωτατζίδικα, ινδικά και γιαπωνέζικα εστιατόρια για κάθε βαλάντιο.
Μονάχα τα σουβλατζίδικα και οι χασαποταβέρνες που σέβονται τον εαυτό τους μένουν κλειστά τη Μεγάλη Εβδομάδα, τιμούν το Θείο Πάθος, αξιοποιούν παράλληλα τις μέρες για να ανακαινιστούν.
Μονάχα τα σουβλατζίδικα και οι χασαποταβέρνες που σέβονται τον εαυτό τους μένουν κλειστά τη Μεγάλη Εβδομάδα, τιμούν το Θείο Πάθος, αξιοποιούν παράλληλα τις μέρες για να ανακαινιστούν.
Η κοσμοσυρροή καλά κρατεί μέχρι το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής. Τότε όλα τα μαγαζιά κατεβάζουν ρολά. «Θα πάτε στο "Ω Γλυκύ μου Εαρ";». «Πότε δεν πήγαμε;». Η παράδοση είναι το άλλο όνομα της πίστης. Από νωρίς το απόγευμα, οικογένειες και μοναχικοί γεμίζουν τις εκκλησίες. Πρόσκοποι και παπαδάκια φρουρούν τιμητικά τον Επιτάφιο - ενορίτισσες τον έχουν στολίσει αποβραδίς - όποιος τον προσκυνάει κλέβει κι ένα λουλουδάκι για καλή τύχη. Το σούρουπο ξεκινούν οι περιφορές. «Είναι η κηδεία του Χριστού...» έλεγε η μάνα μου.
Οσο ζούσε ο πατέρας μου ακολουθούσαμε τον Επιτάφιο του Α' Νεκροταφείου.
Το παιδικό μου βλέμμα στεκόταν στην Ωραία Κοιμωμένη, στους ξύλινους σταυρούς του Κωνσταντή και της Δέσποινας Κανάρη, στο μνήμα της Ελένης Παπαδάκη - «Μνήσθητι Κύριε: για την ώρα που άξαφνα κι οι εννιά αδελφές έσκυψαν να της βάλουν των αιώνων το στεφάνι» καταλήγει το επιτύμβιο του Αγγελου Σικελιανού... Οταν πια είχαμε εκεί τον δικό μας πεφιλημένο νεκρό, το αποφεύγαμε. Προτιμούσαμε το Μετόχι του Παναγίου Τάφου στους πρόποδες της Ακρόπολης. Μου άρεσε που οι θρήνοι ψάλλονταν εκεί σε πολλές γλώσσες, σε εβραϊκά, αραβικά και ρώσικα, υπογραμμίζοντας την οικουμενικότητα του γεγονότος.
Ανάσταση όμως κάναμε πάντα στην Κυψέλη.
Δυό βήματα από το πατρικό μου, στην Αγίας Ζώνης, εδώ και εκατόν είκοσι χρόνια λειτουργεί το Ασυλο Ανιάτων. Οι τρόφιμοί του δεν μένουν πίσω από κλειστές πόρτες, κυκλοφορούν με τα καροτσάκια τους στον πεζόδρομο, συχνάζουν στα καφενεία κάτω από τον Πλάτανο, μιλούν με τους περίοικους, αποτελούν κομμάτι αναπόσπαστο της γειτονιάς. Τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου μαζεύονται στο εκκλησάκι της οδού Νάξου. Εκεί πηγαίναμε κι εμείς. Και κάθε χρόνο βλέπαμε τον Στάθη Ψάλτη, τον κοσμαγάπητο λαϊκό κωμικό. Με τα χρυσά του δαχτυλίδια και τις χρυσές καδένες, με τα φανταχτερά πουκάμισά του, έστεκε ανάμεσα στους ανίατους, που τον κοιτούσαν με θαυμασμό, «είναι και φέτος μαζί μας ο Στάθης!». Σαν να τους έλεγε «κοινή η μοίρα των ανθρώπων»...
Καλή Ανάσταση!
πηγή: http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5543777/to-pasxa-sthn-athhna/
Labels:
Αθήνα,
Πάσχα,
Χρήστος Χωμενίδης
Τετάρτη 11 Απριλίου 2018
ΆΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ... ή αλλιώς, τι ξεδόντιασμα έπαθε, γιορτιάτικα, ο μπάρμπα-Κώστας ο "Άδης"

Γράφει Ο Γιώργος Βιδάλης
Ο Γιώργος Βιδάλης εργάστηκε ως δημοσιογράφος για 32 χρόνια στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», στο πολιτιστικό τμήμα. Έχει γράψει το μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η ήττα» (Κέδρος)
Πλησιάζοντας στη Μεγάλη Εβδομάδα, είπαμε να αισθανθούμε κατιτίς από την πασχαλινή ευωδιά της λογοτεχνικής μας παράδοσης.
Διαλέξαμε από τη συλλογή «Πασχαλινά διηγήματα» των εκδόσεων «Αρμός» ένα κωμικοτραγικό διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη από τη Σκιάθο και το παρουσιάζουμε εδώ σε μια συντομευμένη μορφή του (στο βιβλίο υπάρχουν επίσης διηγήματα των Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Ανδρέα Καρκαβίτσα – όλα με τον καλαίσθητο εικαστικό σχολιασμό του Γιώργου Κόρδη).
Ο συντοπίτης και μακρινός συγγενής του Παπαδιαμάντη Αλέξανδρος Μωραϊτίδης (1850-1929) θυμάται με νοσταλγία αλλά και με ευθυμία ένα νησιώτικο Πάσχα των παιδικών του χρόνων στο διήγημα του «Άρατε πύλας».
Και σημειώνει στην αρχή :
«Ποτέ δεν θα το λησμονήσω ! Τι εύμορφον Πάσχα… Να ήτο η μάγος, η άφροντις, η γόησσα ηλικία η παιδική, ήτις μου εζωγράφισεν αυτήν την άληστον, αυτήν την ανεξάλειπτον εικόνα του Μεγάλου εκείνου Πάσχα ;».
Με γλαφυρό τρόπο αναφέρεται στη λιτανεία του Επιτάφιου στο νησί, η οποία γίνεται τον όρθρον του Μεγάλου Σαββάτου :
«Πρέπει να ιδήτε την λιτανείαν του Επιταφίου κατά την αυγήν, ότε δεν είναι ούτε ημέρα ούτε νυξ, ή μάλλον με ολίγην ημέραν και πολλήν νύκτα, με ολίγον φως και με πολλά άστρα, καμμιά φορά με σελήνην λειψίφωτον, ότε το θέαμα γίνεται υπερκατανυκτικόν, με ολίγας αηδόνας και πολλά πρωΪνά πουλιών χαιρετίσματα, με ολίγον ευωδιάζοντα άρωμα πρωϊνόν αέρα και με πολύ θυμίαμα * και κάτω το κύμα μελανόφαιον, εφ’ου ν’αντανακλώνται των ιερών λαμπάδων αι χρυσαί λάμψεις…
Ποσάκις δακρύων εξ αγνώστου χαράς έμεινα κρυφά εις την γωνίαν εκεί κάτω ακίνητος, ως ο φιλάργυρος ο φοβούμενος μη κλέψωσι τον θησαυρόν του * έμεινα να βλέπω κρυφά-κρυφά την τρυφεράν αυτήν του Επιταφίου πομπήν, κατερχομένην απο τον ανήφορο, εισπνέων βαθέως εν άσθματι ως εντός κήπου ανθέων, ως να ήθελον να ροφήσω δια μιάς όλην εκείνην την μαρμαρυγήν, ως να ήθελον να χορτάσω όλην εκείνην την αχόρταστον μαγείαν !».
Βασικός ήρωας του διηγήματος ο μπάρμπα Κώστας ο «Ολαντέζος» (φορούσε πάντα ένα ολανδικό κασκέτο), που είχε ναυαγήσει πεντάκις και ηλικιωμένος πλέον εκτελούσε χρέη καντηλανάπτη στο ναΪσκο της κωμόπολης.
Μετά την περιφορά του Επιταφίου, οι πύλες του ναού είναι κλειστές [αρχαίο έθιμο που τηρείται κατά περιοχές, στη δική μου ενορία των Αγίων Πάντων κι αναπαρίσταται η κατάβαση του Σωτήρος στον Άδη.
Τρεις φορές ο ιερέας κρούει αυτές, λέγων: «Αρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της δόξης!». Κι αυτός που είναι μέσα ερωτά : «Τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης ;» Την τρίτη φορά ο ιερέας σπρώχνει δυνατά με χέρια και πόδια κι ανοίγει τις πύλες του ναού αναφωνώντας :
«Κύριος των Δυνάμεων, αυτός εστιν ο βασιλεύς της δόξης !».
Το ρόλο του Αδη οχυρωμένου μέσα στην εκκλησία αναλάμβανε κάθε χρόνο τον όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου ο μπάρμπα Κώστας. «Υπεκρίνετο περίφημα τον Αδην κατά την επάνοδο του Επιταφίου… Ετόνιζε τας λέξεις κατ’ ίδιον τινά τρόπον πολύ τρομακτικόν. Εκίνει την κεφαλήν του έσωθεν, ηγρίευε τους οφθαλμούς του, αι τρίχες της κόμης του ανεσουσουρώνοντο, καθώς τον περιέγραφον όσοι έμενον ένδον να τον θαυμάσουν κατά την θαυμασίαν του υπόκρισιν, όλον το σώμα του έτρεμε».
Εκείνη τη φορά όμως ο ιερέας «ώθησε μετά δυνάμεως ασυνήθους τας πύλας δια χειρών και ποδών, επιδοκιμάζοντος του πλήθους». Ο μπάρμπα Κώστας όπως ήταν πίσω κοντά στην κλειδαριά δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί «και τα φύλλα της βαρείας πύλης βιαίως ανοιγέντα τον εκτύπησαν εις τας σιαγόνας και τον έρριψαν κάτω εις τας πλάκας».
Αποτέλεσμα να χάσει και τις δυο σειρές των δοντιών του !
Και κλείνει το διήγημα του ο ΜωραΪτίδης γράφων :
«Ελυπείτο πλέον ο πτωχός και επόνει όχι τόσον δια την απώλειαν των οδόντων, όσον διότι δεν θα υπεκρίνετο πλέον τον Αδην, διότι η έλλειψις των οδόντων θα ηλάττωνε κωμικώς τας πρώτης δυνάμεως τραγικάς ερωτήσεις του.
– Κ’εδώ εναυάηθα ! έλεγε παραπονούμενος δια την τύχην του ο αγαθός μπάρμπα-Κώστας ο Ολλαντέζος, απλούς κανδηλάπτης πλέον του ναού, φέρων καταφανή τα διπλά σημεία των διπλών ναυαγίων, το ολλανδικόν του κασκέτο και τας άνευ οδόντων σιαγόνας * αλλ’αντί της καλύβης του πλέον εκατοικούσεν εις ένα πολύ εύμορφον κελλίον οπού του έκτισαν οι επίτροποι εντός του κηπαρίου του ναού, και όπου διήλθε τα γηρατειά του αγαπώμενος απο όλους».
πηγή για το κείμενο:https://vidalart.gr
...................................................
Υστερόγραφο: Όπoioς θέλει να διαβάσει το διήγημα του Αλ. Μωραϊτίδη,
χωρίς τις παραπάνω περικοπές, ας μπει στην σελίδα: https://sarantakos.wordpress.com/2018/04/08/aratepylas/
.............................
Κυριακή 8 Απριλίου 2018
Χαμηλοβλεπούσικη μεθεόρτια απολογία και... ο Λαμπριάτικος Ψάλτης
-Χριστός Ανέστη λατρεμένο μου!
-Αληθώς Ανέστη, μωρή βάβω, αμετανόητη!
-Πώς πέρασες τις άγιες γιορτές, καλέ συ;
-Φίνα!
-Τι πάει να πει "φίνα"; Γενικόλογο αντηχεί στις αφτάρες μου. Για καν' 'το, πιο... λιανά.
-Δεν έχει λιανά σήμερα. Φινίτο τα λιανά. Τα ξόδεψα σε λαμπάδες!
Βαρυστομάχιασα και απ' το υπέροχα μαριναρισμένο αρνάκι, με σούρνει και σε ύπουλη υπνηλία
το επιδόρπιο γιαουρτόγλυκου με ξύσμα λεμονιού- μούτζω τα.
-Κραιπάλες!
-Άμα κραιπαλιάζει με φαγοπότια ο άνθρωπος, τι να γράψει; τι να αναλύσει;
-Μηδέν εις το πηλίκον.
-Α γεια σου! πώς με καταλαβαίνεις, ατιμούλικο! Πώς με καταλαβαίνεις!
Γι αυτό, βρε, σ' αγαπάω!
-Λοιπόν, ναι. Άμα τρώει τον άμπακο, ο χριστιανούλης, παχεία "γαστήρ, λεπτά νοήματα ού τίκτει" και καλύτερα να πηγαίνουμε τρέχοντας για ύπνο. Σε αφήνω, προς το παρόν να ευφρανθείς με την αισθαντική ανάγνωση του -ολοκέντητου γλωσσικά-, κειμένου του Παπαδιαμάντη και... ό,τι καταλάβεις, κατάλαβες!
Μόλις συνέλθω από την πολυήμερη, εκκλησιαστική ανάβαση στο Γολγοθά, από το σοκ της Αναστάσιμης Χαράς, θα επανέλθω-Θεού θέλοντος- στη νοερή αγκαλιά σου.
- Τι ωραία! Τι καλά! Χριστός Ανέστη!
-Αληθώς! Αληθώς, Ανέστη ο Κύριος!
Ευανθία η Σαλογραία
(και ως γνωστόν αν ζουλήξεις, πάνω στην υπογραφή το "ποντίκι"
θα πεταχτείς στις παλιότερες σκέψεις μου-αυτή τη φορά με τίτλο:
"Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Αιώνια Ζωή
και η Μαύρη Τρύπα του θανάτου" )
..................................................................................
....................................................................................
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

