Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Χωμενίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρήστος Χωμενίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019

Άτσα! γνωρίζει και τους "παλαιοημερολογίτες" ο συγγραφεύς; με εντυπωσίασε!

Αποτέλεσμα εικόνας για χρήστος χωμενίδης καθένας και η παρηγοριά του

Απόσπασμα άρθρου, του Χρήστου Χωμενίδη

από τα ΝΕΑ του προπερασμένου Σαββατοκύριακου
με τίτλο ΚΑΘΕΝΑΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ ΤΟΥ...
.......................................................................................
....................................................................................... [..]...όπως εσύ έχεις ιερό δικαίωμα 
να ξεδιπλώνεις τις πολύχρωμες σημαίες σου, 
να στήνεις γιορτή περηφάνιας στο Σύνταγμα, 

έτσι μπορεί και η παλαιοημερολογίτισσα  κυρία Ιουλία 

να προσκυνάει την κάρα του αγίου τάδε. 
Να συλλέγει σε μαντιλάκια 
το «θαυματουργό μύρο 
που αναβρύζει από το σκήνωμα» της αγίας δείνα. 
Συμπάθα τη.

Μην τη χλευάζεις. 

Μη γίνεσαι ρατσιστής από την ανάποδη. [...]


Χρήστος Χωμενίδης

....................................................................................
.....................................................................................

Κυριακή 10 Μαρτίου 2019

Παπάδες...

Αποτέλεσμα εικόνας για Χρήστος Χωμενίδης



Μισοκρυμμένο πίσω από ένα βουνό με σουβλάκια, με λαδιές στα ράσα του, συνάντησα το καλοκαίρι που μάς πέρασε, σε ένα χωριό στη Νότια Κρήτη, τον παπα-Γιώργη. «Βάλτε μου τρία παρακαλώ...» τού ζήτησα κάπως διστακτικά, το σχήμα του μού δημιουργούσε κάποια αμηχανία. «Να πιάσω και δυο μπίρες;» μού χαμογέλασε. «Τρεις θα πιάσω και θα 'ρθω σε λιγάκι να πιούμε παρέα!».
«Εκεί στην Αθήνα οι παπάδες μονάχα ψέλνουν και θυμιατίζουν;» μου τσούγκρισε. «Μα αν δεν κάνω και τον μπουφετζή στη γιορτή του αγίου μας, τι θα κάνω; Θα κάθομαι και θα περιμένω να 'ρθουν να μού φιλήσουν το χέρι;»
Σκάρτα τριανταπεντάρης, γεροδεμένος και ηλιοκαμμένος, φτιαξιά αγρότη. «Αγρότης είμαι...» επιβεβαίωσε. «Εχω κληρονομήσει κάτι χωράφια απ' τον κύρη μου και τα δουλεύω ώσπου ξεπατώνονται κι αυτά κι εγώ... Τι τα θες; - έχω τρία στόματα να θρέψω, δυό κοπέλια κι ένα θυγατράκι...». «Και η ιεροσύνη;» απόρησα. «Είναι, ας πούμε, το χόμπι μου. Ψέματα! Κάτι πολύ παραπάνω. Ο παππούς μου ήταν ο εφημέριος του χωριού. Με έπαιρνε πλάι του παπαδάκι, μέσα στην εκκλησία μεγάλωσα. Τέλειωσα το σχολείο, πήγα Στρατό, παντρεύτηκα και χειροτονήθηκα». «Και ανέλαβες το πόστο του παππού...». «Ούτε για αστείο! Ολες οι ενορίες εδώ γύρω είναι πιασμένες - θα πάρει πολλά χρόνια ώσπου να αδειάσει θέση. Εγώ είμαι σαν τον μπαλαντέρ. Οπου με χρειάζονται, με καλούν». «Γάμοι, κηδείες...» είπα και σκέφτηκα τα τυχερά του, τα εικοσάρικα, τα πενηντάρικα που θα του έχωναν διπλωμένα στη χούφτα. «Μπα... Κυρίως σε σπίτια πηγαίνω. Για συντροφιά, για συμπαράσταση στους ανθρώπους».
Τον κοιτάξαμε παραξενεμένοι. «Εσείς, στις πόλεις, τρέχετε σε ψυχιάτρους, ψυχολόγους, ειδικούς επιστήμονες... Εδώ δεν έχουμε τέτοιους. Οποτε σε ένα σπίτι τύχει συμφορά μεγάλη, ποιος θα τους σταθεί; Οι συγγενείς και οι φίλοι; Αμ δε! Ο καθένας, ύστερα από λίγο, επιστρέφει στα δικά του. Οι πενθούντες όμως και οι πεφορτισμένοι έχουν ανάγκη να μιλήσουν, να ξεσπάσουν, να παρηγορηθούν... Τι μού λένε; Τα ίδια και τα ίδια. Τι τους απαντάω; Τα ίδια και τα ίδια. 
Με τον καιρό τα δάκρυα στερεύουν, οι ψυχές γαληνεύουν... Εβίβα!» 

Κατέβασε άσπρο πάτο την μπίρα του και έστριψε τσιγάρο.

«Πολύ γήινος είσαι» παρατήρησα. «Φοβάσαι μήπως δεν με σέβονται;» γέλασε. «Μη σου πω ότι ψέλνω και χάλια, ντιπ παράφωνα! Κι από θεολογία δεν κολυμπάω και στα πολύ βαθιά νερά... Μα είμαι εκεί. Μετράει, νομίζω, περισσότερο...». Ξάφνου σκοτείνιασε. 

«Προχθές στεναχωρήθηκα πολύ. Ενα νιόπαντρο ζευγάρι σκοτώθηκε με τη μηχανή. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι γονείς της νύφης έκριναν τον γαμπρό ένοχο, πως στούκαρε επειδή είχε πιεί. Αρνήθηκαν να τους κηδέψουν μαζί - πήγαν την κόρη τους σε άλλη εκκλησία, σε άλλο κοιμητήρι. Μάταια τούς εξηγούσα ότι τον πεθαμένο δεν τον τιμωρείς. Δεν βαριέσαι... Θα σμίξουν τα καημένα τα παιδιά στον Παράδεισο...».

Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, σε ένα σχεδόν εγκαταλειμμένο μοναστήρι στην Αρκαδία, είχα συναντήσει έναν παπά τελείως αλλιώτικο από τον Γιώργη τον παρηγορητή. 

Ξερακιανό, χαμηλοθώρη, λιγομίλητο. Μάς υποδέχθηκε στο αρχονταρίκι, μάς τράταρε καφέ και λουκούμι -προσκυνητές γαρ εμείς -, με την τέταρτη ρακή λύθηκε η γλώσσα του.
«Δεν καλογέρεψα», μας ανακοίνωσε. «Φυγάς είμαι. Με καταδιώκει η μαφία!» Μείναμε άναυδοι. «Η εκκλησιαστική μαφία» μάς διευκρίνισε και μάς διηγήθηκε τα κατορθώματά του.
Είχε παραβιάσει - ισχυριζόταν - τον υπέρτατο κανόνα, ο οποίος ορίζει ότι η κάθε μητρόπολη επιλέγει τους παπάδες που περιφέρονται στο νεκροταφείο της και λαμβάνει μερίδιο από τις εισπράξεις τους. 

Εκανε ουσιαστικά πειρατεία, τελούσε τρισάγια χωρίς τη βούλα του δεσπότη. 

«Εμένα όμως προτιμούσαν οι χηρούλες γιατί είμαι καλλικέλαδος. Αργησαν να με πάρουν χαμπάρι, γλιστρούσα σαν τον γάτο, κρυβόμουν πίσω από τα μάρμαρα. Λάδωνα πότε πότε και τους εργάτες του νεκροταφείου για να με ειδοποιούν όποτε εμφανιζόταν ελεγκτής. Στο τέλος όμως με τσίμπησαν. Κι όχι μονάχα με πέταξαν με τις κλωτσιές, μού ζήτησαν κι όλα τα ποσοστά τους μαζεμένα! Πού να τα βρω; Με απείλησαν ότι θα με ξυρίσουν - ξέρω άλλη δουλειά να κάνω; - θα πεινάσω ο φουκαράς! Ετσι κρύφτηκα ώσπου να περάσει η μπόρα και να δω πώς θα πορευθώ... Εβίβα!».

Παπάδες...

πηγή: https://www.tanea.gr/print/2018/11/10/greece/papades/

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2018

Εσένα το μπαμπά σου δεν τον ήξερε κανείς

Αποτέλεσμα εικόνας για χωμενίδης

«Εσένα τον μπαμπά σου δεν τον ήξερε κανείς!».
Το εννοούσε ως κοπλιμέντο. 

Ηθελε να πει ότι εγώ είμαι αυτοδημιούργητος, πως δεν στηρίχτηκα σε κάποια οικογενειακή παράδοση. Στη χώρα που όχι μόνο οι πολιτικοί αλλά και οι ηθοποιοί – και οι τραγουδιστές ακόμα – δίνουν το «δαχτυλίδι» στα παιδιά τους, γιατί να μην το κάνουν και όσοι γράφουν βιβλία; 

«Εάν εξαιρέσουμε τον Αλέξανδρο Δουμά υιό, δεν είχε άλλος συγγραφέας γονιό συγγραφέα…» θα του επεσήμαινα παιγνιωδώς. Με είχε πειράξει όμως εκείνο «τον μπαμπά σου δεν τον ήξερε κανείς» με τον απαξιωτικό – περιφρονητικό σχεδόν – τόνο που εκφράστηκε.
«Δίκιο έχεις… » θα του απαντούσα άμα δεν έκρυβα, από περηφάνια, την ενόχλησή μου. 
«… Πράγματι, ο πατέρας μου δεν είχε βγει ποτέ στην τηλεόραση, δεν είχε δει το όνομά του στην εφημερίδα παρά στην αγγελία του γάμου του. Μεγάλωσε στην Κατοχή, τελείωσε δουλεύοντας τη Νομική Σχολή, στεγάστηκε σε ένα από τα εκατοντάδες γραφεία της οδού Σανταρόζα και προτού έρθουν οι μεγάλες υποθέσεις – που θα του έφερναν ίσως λεφτά και φήμη -, πριν συμπληρώσει τα πενήντα, αρρώστησε και πέθανε. Στην κηδεία του δεν εκφωνήθηκαν λόγοι, δεν κατατέθηκαν στεφάνια από επισήμους ούτε καν από τον πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου. Μα ήταν ο πατέρας μου ένας πληθωρικός τύπος που ξενυχτούσε με την παρέα του στη Φωκίωνος Νέγρη συζητώντας για βιβλία και ταινίες δίχως να περνιέται για διανοούμενος. Που ερωτεύτηκε και έκλεψε τη μάνα μου, παντρεύτηκαν σε μία άδεια εκκλησία χωρίς προίκα, χωρίς δώρα, χωρίς συγκινημένα πεθερικά. Που αντί για αυτοκίνητο – το όνειρο του μικροαστού στα 70s – αγόραζε δίσκους κλασικής μουσικής και έραβε φίνα κοστούμια. Που με έμαθε ποδήλατο, μου διάβασε τον «Δον Κιχώτη», μου άφησε στη βιβλιοθήκη του το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου και τον «Φύλακα στη Σίκαλη». Ναι, τον μπαμπά μου δεν τον ήξερε κανείς. Εκτός από τους μετρημένους εκείνους που ο ίδιος διάλεγε για φίλους και για συνομιλητές. Εάν το ίχνος του στη ζωή δεν ήταν ορατό στα πλήθη, αποδείχθηκε βαθύ. Διαρκές. Σαράντα σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν περνά μέρα που να μην τον σκεφτώ. Ολος αγάπη…».

Το πάθος για διασημότητα, ο καημός να είσαι «επώνυμος» αποτελεί μια από τις κυρίαρχες νευρώσεις των τελευταίων δεκαετιών.

Παλιά ο κόσμος αναγνώριζε όσους εξ επαγγέλματος εξετίθεντο αποσκοπώντας σε κάτι πιο ουσιαστικό από το να τους χαιρετάνε στον δρόμο. Τους ποδοσφαιριστές που ίδρωναν τη φανέλα. Τους ηθοποιούς που έδιναν την ψυχή τους στη σκηνή. Τους πολιτικούς που υπηρετούσαν την εκλογική τους έστω πελατεία. 
Παλιά το έργο προηγούνταν της φάτσας. Οι εκδηλώσεις θαυμασμού εκτός παιδιάς έφερναν μέχρι και σε αμηχανία τούς αληθινά σημαντικούς. 

«Το να σε αναγνωρίζει ο μπακάλης της γειτονιάς σου είναι καλοδεχούμενο, σου δίνει φρέσκα πράγματα, τον εκτιμάς, σε εκτιμά. Αλλά το να σε αναγνωρίζει ο μπακάλης της παρακάτω γειτονιάς είναι μια δέσμευση για την οποίαν εγώ δεν θέλω να λάβω καμία ευθύνη. Σήμερα είμαι βέβαιος ότι ξέρουν το όνομά μου χωρίς να γνωρίζουν καλά καλά τι έχω κάνει…» έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ηρθε έπειτα η ιδιωτική τηλεόραση και άρχισε βουλιμικά να καταναλώνει «φρέσκα πρόσωπα». Από τα πάνελ και από τα πρωινάδικα παρήλαυναν άνθρωποι δίχως συγκεκριμένη προσφορά, δίχως σαφές επάγγελμα καλά καλά, που διέθεταν μονάχα γνώμη, άποψη για όλα, και την εξέφραζαν ακκιζόμενοι στην κάμερα. 

Το μόνο ζητούμενο ήταν να φέρνεις «νούμερα». Να σε κοιτάει ο κόσμος έστω και για χάζι, έως και χλευάζοντάς σε. Και ταλαντούχοι ακόμα καλλιτέχνες και φερέλπιδες πολιτικοί έπεσαν στην παγίδα. Κατήντησαν τηλεπερσόνες. Σειρά είχαν οι ένοικοι των Μπιγκ Μπράδερ, παιδιά εν πλήρει συγχύσει αθώα, τα οποία εκτοξεύονταν σαν πυροτεχνήματα κάθε σεζόν και ήταν αποκαΐδια την επόμενη.

Το πανηγύρι της ματαιοδοξίας ολοκληρώθηκε με την επέλαση των σόσιαλ μίντια. 

Δισεκατομμύρια πλέον διεθνώς διαθέτουν τη σελίδα τους στο Φέισμπουκ, τον λογαριασμό τους στο Τουίτερ και στο Ινσταγκραμ και ανεβάζουν ακατάσχετα φωτογραφίες, αμπελοφιλοσοφίες, ειδήσεις ιδιωτικού αποκλειστικά χαρακτήρα, γεγονότα ασήμαντα ή τραγικά, «ο σκύλος μου έπαθε δυσκοιλιότητα», «διαγνώστηκα με καρκίνο», κοινοποιούν τη ζωή τους λεπτό προς λεπτό, σαν να μην αντέχουν το βάρος της. 

Μοιράζονται τα πάντα, ακατέργαστα, αχώνευτα – τα ανταλλάσσουν, για την ακρίβεια, με λάικς. Κανείς μας σχεδόν, δεν εξαιρώ τον εαυτό μου, δεν ανθίσταται απολύτως στον πειρασμό. Στον παράλληλο ψηφιακό κόσμο, η διασημότητα μοιάζει με υπερπληθωρισμένο νόμισμα. Προσφέρεται αφειδώς σε όποιον τη λαχταρά. Δεν έχει ωστόσο πραγματικό αντίκρισμα.

«Τον μπαμπά σου δεν τον ήξερε κανείς!». Πόσοι, στις μέρες μας, απολαμβάνουν ένα τέτοιο προνόμιο;

πηγή: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Σαββατοκύριακο 8-9 Σεπτεμβρίου 2018

Τρίτη 31 Ιουλίου 2018

Ανέραστη Γυμνότητα-Χρήστος Γιανναράς



Αποτέλεσμα εικόνας για Χρήστος Γιανναράς



Γ​​ράφει η Κλαρίσε Λισπέκτορ, μεγάλο όνομα του 20ού αιώνα στην τέχνη του μυθιστορήματος – αντιγράφω από το βιβλίο της «Τα κατά Α.Γ. πάθη» (εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση του Μάριου Χατζηπροκοπίου):

«Πάντα έδειχνα να προτιμώ την παρωδία, μου ήταν χρήσιμη.
 Το να μιμούμαι τη ζωή ενδεχομένως μου έδινε σιγουριά, ακριβώς επειδή η ζωή ως μίμηση δεν ήταν η δική μου ζωή, επομένως ούτε και δική μου ευθύνη. Η απομίμηση της ζωής μού χάριζε μιαν ανάλαφρη γενικευμένη ευχαρίστηση, που ίσως να πήγαζε από το γεγονός ότι ο κόσμος δεν ταυτιζόταν με το εγώ μου, δεν ήμουν εγώ ο κόσμος, ήταν έξω από μένα και μπορούσα να τον απολαύσω. Ετσι έκανα και με τους άντρες, τους κατακτούσα χωρίς να τους ταυτίζω με το εγώ μου, μπορούσα επομένως να τους θαυμάζω και να τους αγαπώ, όπως αγαπάει κανείς ειλικρινά μιαν ιδέα: δίχως εγωισμούς. Αφού δεν ήταν δικοί μου, ποτέ δεν τους βασάνισα.

Ακριβώς όπως αγαπάμε μιαν ιδέα… Αντιμετωπίζω τον κόσμο όπως είναι: Δεν είναι το εγώ μου ούτε δικός μου. 
Και το εγώ μου, χάρη στη μίμηση της ζωής, ήταν σαν να μην είμαι εγώ, κάτι πιο ευρύχωρο από το να είμαι εγώ – μια ανύπαρκτη ζωή με κυριαρχούσε ολόκληρη και με μονοπωλούσε, όπως μια επινόηση».

Σκέφτομαι, πως αν η Αναγέννηση, ο Διαφωτισμός, η Νεωτερικότητα δεν ήταν εποχή, αλλά μια έλλογη αυτοσυνείδητη ύπαρξη, ένας «κοινωνικός μεταρρυθμιστής», θα δήλωνε την ταυτότητά του με τα παραπάνω λόγια της Κλαρίσε Λισπέκτορ. Θα μπορούσε ο κάθε αναγνώστης να βεβαιώσει του λόγου μου το ασφαλές, συμπεραίνοντας τον γενικό αφορισμό από μιαν ελάχιστη λεπτομερειακή παρατήρηση: Σε επόμενη έξοδό του στους δρόμους της Αθήνας η όποιου άλλου αστικού κέντρου, τώρα το κατακαλόκαιρο, να παρατηρήσει ο καθένας ψύχραιμα τις αμφιέσεις (ή ελαχιστοποιημένες περιστολές της γυμνότητας) ολόγυρά του.


Αν καταφέρουμε να μηδενίσουμε το «κοντέρ» των ηθικιστικών ή ευαγωγίας αντανακλαστικών μας, θα υποθέσουμε με ψυχραιμία δύο ενδεχόμενα εξίσου πιθανά: Ή το απλοϊκό, μη ρεαλιστικό ενδεχόμενο ότι ο θηλυκός πληθυσμός της χώρας, νεαρής και μέσης ηλικίας, κυκλοφορεί εκτός σπιτιού μόνο για να επιδείξει σκόπιμα όσα σωματικά του προσόντα είναι ικανά να εξάψουν τις αρσενικές ορέξεις. Ή ότι έχουν απλώς εγκαταλειφθεί στην εποχική («πολιτισμική») παρωδία, όπως τη σκιαγραφεί η Κλαρίσε Λισπέκτορ:
 Με πρόσχημα τον γενικό κανόνα («αυτό φοριέται σήμερα») απομιμούνται μια ζωή που δεν είναι δική τους, ούτε ευθύνη τους ούτε ο κόσμος τους, ούτε η ποθούμενη ίσως απόλαυσή τους. Εκδέχονται τη ζωή σαν μια επινόηση, «ακριβώς όπως αγαπάμε μια ιδέα».

Περιφέρουν το εγώ τους σεξουαλικά αποδεσμευμένο από την κοινωνική σύμβαση, αλλά ως αδίστακτη πρόκληση, προκειμένου να εισπράττει (το εγώ τους) την ένταση των ορέξεων του περίγυρου σαν ναρκισσιστική ηδονή. 
Σοφά είχε διαγνώσει ο Νίτσε ότι: «ξέρει καλά η σκύλα η ηδυπάθεια, να ζητιανεύει ένα κομμάτι πνεύμα, όταν της αρνούνται ένα κομμάτι κρέας». Ο ίδιος μάς βεβαίωσε, επίσης χωρίς επιφυλάξεις, ότι «στον αληθινό έρωτα η ψυχή σκεπάζει το σώμα». Δεν το σκεπάζει από ντροπή («η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ») ούτε το εξιδανικεύει με την κρυφιότητα. Το «σκεπάζει» θα πει: χαρίζει ο αληθινός έρωτας στο αγαπημένο κορμί τη μοναδικότητα (ανομοιότητα, ενεργό ετερότητα) που μόνο η «ψυχή» αναγνωρίζει σε ένα μουσικό κομμάτι ή σε ζωγραφικό πίνακα – σε κάθε ενεργούμενη «προσωπική» ετερότητα.

Οποια «καλλονή» κι αν ποθήσει ένας άνδρας, είναι σίγουρο ότι κάποτε θα συναντήσει κάποιο συγκριτικά γοητευτικότερο βλέμμα, πιο κρουστά στήθη, πιο καλλίγραμμα πόδια.Μόνο αν του χαριστεί ο έρωτας θα ανακαλύψει, τι σημαίνει μοναδικό και ανεπανάληπτο βλέμμα, απαρόμοιαστη σωματική ομορφιά. Αν ο θεσμός του γάμου (που «οι ρίζες του χάνονται στα βάθη της προϊστορίας» – Καστοριάδης) φθίνει σήμερα, σαν είδος που απειλείται με εξαφάνιση, είναι γιατί οι άνθρωποι ξεμάθαμε τη σχέση, την αυθυπέρβαση, την αυτοπροσφορά, δηλαδή τον έρωτα. Λειτουργούμε πια μόνο με το «ατομικό δικαίωμα», τη σύμβαση, τη νομική κατασφάλιση της εγωτικής βουλιμίας.


Σε αλλοτινούς, κοινωνιοκεντρικούς πολιτισμούς, όπως ο ελληνικός, ο έρωτας ήταν η οδός για τη γνώση της ετερότητας, τη συναρπαγή της μοναδικότητας. Στον σημερινό, ατομοκεντρικό τρόπο ή πολιτισμό, η γνώση είναι μόνο πληροφόρηση και καθόλου σχέση, καθόλου μετοχή. Τον έφηβο τον χειραγωγεί στον «έρωτα» η πορνογραφία, το Διαδίκτυο. Η εμπειρία είναι μόνο «επινόηση», μια «μίμηση της ζωής», όπως είπε η Κλαρίσε Λισπέκτορ. Αντί για «συγκλήρωσιν βίου παντός», παγιώνεται η αυτονόητη εναλλαγή «συντρόφων» με συμπτωματική («κατά λάθος») τη γέννηση παιδιών. Ωσπου να βυθιστούν οι άνθρωποι στην ανήκεστη μοναξιά των γηρατειών, τρόφιμοι κάποιου ακριβοπληρωμένου καταθλιπτικού ιδρύματος ή όποιας έμμισθης φροντίδας.


Τον ανέραστο σημερινό πολιτισμό μας τον οικοδόμησαν πολλοί καλοθελητές: Οι τάχα και Χριστιανοί, που ταύτισαν την αγάπη με τη χρησιμοθηρική «φιλαλληλία», τον «αλτρουισμό», την αξιομισθία της «αλληλεγγύης». Οι τάχα και πολιτικοί, που ταύτισαν την υπουργία των κοινών αναγκών με την ψυχοπαθολογική εξουσιολαγνεία. Οι νάρκισσοι καλλιτέχνες. Οι συνδικαλιστές δάσκαλοι. «Διότι ένας κόσμος ολοζώντανος έχει τη δύναμη μιας κόλασης», συμπεραίνει η Κλαρίσε.

 ΠΗΓΉ :http://www.kathimerini.gr/authors/xrhstos-giannaras


................................................................................................
..................................................................................................



ΣΑΝ ΝΑ ΧΑΝ ΤΕΛΕΙΩΜΟ ΤΑ ΠΑΘΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΗΜΟΙ...


Αποτέλεσμα εικόνας για Χρήστος Χωμενίδης να χαν τελειωμό τα πάθια και οι καημοί


Γράφει  ο Χρήστος Χωμενίδης  

Ο θρήνος σύσσωμου του ελληνικού λαού σύντομα θα κοπάσει. 

Οι πολιτικές ευθύνες θα καταλογισθούν από τον κάθε πολίτη και θα βαρύνουν ίσως στο αποτέλεσμα των επόμενων εκλογών. Τις τυχόν ποινικές ευθύνες θα τις διερευνήσει η Δικαιοσύνη. 

Οι προβολείς θα απομακρυνθούν από το Μάτι Αττικής για να φωτίσουν τα επόμενα γεγονότα, τις προσεχείς πράξεις του συλλογικού μας δράματος ή ιλαροτραγωδίας.

Ετσι συμβαίνει πάντα, έτσι πρέπει να συμβαίνει. 
Η ζωή προχωράει.

 Αλίμονο εάν μια κοινωνία ολόκληρη καθηλωνόταν σε μια συμφορά, όσο άδικη, όσο άφατη κι αν είναι αυτή. Με την εξαίρεση ίσως του Ολοκαυτώματος, το οποίο κλόνισε συθέμελα την πίστη του ανθρώπου στον άνθρωπο, κάθε άλλο τραύμα της Ιστορίας έχει - σε χρόνο ταχύτερο του αναμενόμενου - επουλωθεί. 

Εχει γίνει απόηχος. Διήγηση, τραγούδι με κουπλέ και ρεφρέν, τρισάγιο για τις ψυχές των αδικοχαμένων.

Και ενώ η καθημερινότητα θα επιστρέφει στους κανονικούς ρυθμούς της, οι πληγές κάποιων μόλις θα αρχίζουν να κρυώνουν. Οι συγγενείς, οι αγαπημένοι των νεκρών στο Μάτι τότε θα συνειδητοποιήσουν το μέγεθος της απώλειας. 

Τότε θα νιώσουν την παγωμένη ανάσα της μη αναστρέψιμης απουσίας.

Εξ αρχαιοτάτων χρόνων, όπου θερίζει ο Χάρος, σημαίνει στην ανθρώπινη κοινότητα συναγερμός.

 Το ορφανεμένο - από γονιό, σύντροφο ή τρισχειρότερα από παιδί -, το κεραυνοβολημένο σπίτι γεμίζει ασφυκτικά με κόσμο που συμπαρίσταται. Αλλοι μοιρολογούν, άλλοι σαβανώνουν, άλλοι ετοιμάζουν το νεκρόδειπνο, άλλοι λένε σοφίες κι άλλοι αμολάνε ανοησίες - αδιάφορο! -, το ζητούμενο είναι να μη μείνουν στιγμή οι βαρυπενθούντες ενώπιος ενωπίω με τον θάνατο. 

Επικρατεί αναβρασμός, οι παριστάμενοι τσακώνονται με το παραμικρό είτε ξεσπάνε σε νευρικά χάχανα - «δεν υπάρχει κηδεία αγέλαστη» επεσήμαιναν οι παλιοί. Μετά την ταφή ανοίγουν οι κρουνοί του κονιάκ ή της ρακής. Μακάρι να γίνουν όλοι πίτα, να βυθιστούν σε λήθαργο, σε ύπνο δίχως όνειρα, ώστε ξυπνώντας το επόμενο πρωί να αξιωθούν λίγα δευτερόλεπτα ανεμελιάς πριν θυμηθούν το τρομερό που τους έχει συμβεί... 

Το συλλογικό πένθος διαρκεί κατά παράδοσιν σαράντα μέρες.

 Υστερα από το μνημόσυνο, οι συλλυπητήριες επισκέψεις αραιώνουν, οι τεθλιμμένοι αφήνονται «στην ησυχία τους», για να «ξαναβρούν τους ρυθμούς τους». Ποια ησυχία; Ποιοι ρυθμοί; Οταν για πάντα έχεις στερηθεί το σπλάγχνο ή τον έρωτά σου, πώς θα μπορέσεις να βρεις νόημα; Μιλώντας με τις φωτογραφίες; Ανάβοντας καντήλια;

Μιλώ ως παθός. 

Εάν σε χτυπήσει το ανήκουστο κατακέφαλα, δύο επιλογές έχεις εμπρός σου. Ή οικειοθελώς να αποχωρήσεις από τη ζωή, η οποία έχει γίνει πια για σένα κρανίου τόπος. Ή συγκεντρώνοντας υπεράνθρωπες δυνάμεις - δυνάμεις που ούτε καν υποψιαζόσουν ότι κρύβονταν μέσα σου - να καταφέρεις να σταθείς ξανά στα πόδια σου. 

Να σπείρεις το κατακαμένο σου χωράφι. Να δεις φρέσκα βλαστάρια να φυτρώνουν. Να προσκυνήσεις το θαύμα της αναγέννησης. 

Υπάρχει πάντοτε και η τρίτη πιθανότητα. Να βυθιστεί ο άνθρωπος στο ατέρμονο πένθος. 
Να μαυροφορήσει η ψυχή του ισόβια. Να καταλήξει σκιά σερνάμενη του εαυτού του, φάντασμα αμίλητο κι ανέκφραστο, τσατάλι από ηρεμιστικές ουσίες και αλκοόλ. 

Τόσο ολοκληρωτικά να τον κυριεύσει ο θάνατος που να τον κάνει αντανάκλασή του επί της γης.

Εάν ένας φίλος μου είχε ξεκληριστεί από την πυρκαγιά στο Μάτι, θα έσπευδα στο πλευρό του από την πρώτη στιγμή. Θα οικονομούσα όμως αντοχή, υπομονή, λόγια και πράξεις παρηγοριάς για τη συνέχεια. 

Για όταν η τραγωδία θα έχει στα μάτια των πολλών παλιώσει και η παρουσία τού πενθούντος θα τους έχει γίνει μέχρι και ανομολόγητα δυσάρεστη, αφού θα τους υπενθυμίζει κάτι που θα θέλουν - και θα μπορούν - να λησμονήσουν.

Τότε ακριβώς η ανάγκη για ένα χέρι, για μια κουβέντα θα θεριέψει.

 Τότε θα έχει νόημα να λες και να ξαναλές και να ξαναλές ότι η ζωή είναι πιο δυνατή από τον θάνατο. 

Πως και οι πεφιλημένοι νεκροί δεν αναπαύονται, δεν ησυχάζουν, όταν κανείς τούς κλαίει νυχθημερόν. 

Τότε θα πρέπει κάποιος να βρεθεί στο ρημαγμένο σπίτι και να δυναμώσει το ραδιόφωνο. Να βάλει ένα φαΐ στον φούρνο. Να οργανώσει ένα αυτοσχέδιο πάρτι. Να ασκήσει έως και λελογισμένη ψυχολογική βία ώστε να ξεκολλήσει τον φίλο του από την ξέρα και να τον ρίξει εκ νέου στη θάλασσα, τη θάλασσα που σαν βαρκούλες χάρτινες μάς δόθηκε να αρμενίζουμε.

«Σαν να 'χαν ποτέ τελειωμό τα πάθια και οι καημοί του κόσμου...» που γράφει και ο Παπαδιαμάντης. 

πηγή:http://www.tanea.gr/opinions/all-opinions/article/5597234/san-na-xan-teleiwmo-ta-pathia-kai-oi-kahmoi/