Αντιστέκομαι
όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές σαν τα κόκκαλα τ' αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας, που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα, αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους χυμούς, ειρήνη και φως..
(Νικ.Βρεττάκος)
Email:filikitati@hotmail.com
-Τι πάει να πει "φίνα"; Γενικόλογο αντηχεί στις αφτάρες μου. Για καν' 'το, πιο... λιανά.
-Δεν έχει λιανά σήμερα. Φινίτο τα λιανά. Τα ξόδεψα σε λαμπάδες!
Βαρυστομάχιασα και απ' το υπέροχα μαριναρισμένο αρνάκι, με σούρνει και σε ύπουλη υπνηλία
το επιδόρπιο γιαουρτόγλυκου με ξύσμα λεμονιού- μούτζω τα.
-Κραιπάλες!
-Άμα κραιπαλιάζει με φαγοπότια ο άνθρωπος, τι να γράψει; τι να αναλύσει;
-Μηδέν εις το πηλίκον.
-Α γεια σου! πώς με καταλαβαίνεις, ατιμούλικο! Πώς με καταλαβαίνεις!
Γι αυτό, βρε, σ' αγαπάω!
-Λοιπόν, ναι. Άμα τρώει τον άμπακο, ο χριστιανούλης, παχεία "γαστήρ, λεπτά νοήματα ού τίκτει" και καλύτερα να πηγαίνουμε τρέχοντας για ύπνο. Σε αφήνω, προς το παρόν να ευφρανθείς με την αισθαντική ανάγνωση του -ολοκέντητου γλωσσικά-, κειμένου του Παπαδιαμάντη και... ό,τι καταλάβεις, κατάλαβες!
Μόλις συνέλθω από την πολυήμερη, εκκλησιαστική ανάβαση στο Γολγοθά, από το σοκ της Αναστάσιμης Χαράς, θα επανέλθω-Θεού θέλοντος- στη νοερή αγκαλιά σου. - Τι ωραία! Τι καλά! Χριστός Ανέστη! -Αληθώς! Αληθώς, Ανέστη ο Κύριος!
(και ως γνωστόν αν ζουλήξεις, πάνω στην υπογραφή το "ποντίκι"
θα πεταχτείς στις παλιότερες σκέψεις μου-αυτή τη φορά με τίτλο: "Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η Αιώνια Ζωή και η Μαύρη Τρύπα του θανάτου" ) .................................................................................. ....................................................................................
Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό
"Νέα εστία" το 1933 πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
...Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του
αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο
καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και
συλλογιζόμουν ότι απ' τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος
Σκιαθίτης, και μαζί του να σβήσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό;
Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του
φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη
της γενεάς μας σ' εκείνους που θα 'ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό
μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον
αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη
ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό
του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. "Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον
ουδέ παντός ομοίωμα" ήταν η άρνηση του και η απολογία του.
Αποφάσισα
όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας
μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω
στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του
Παπαδιαμάντη.
Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό,
το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού.
Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι
ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον
αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει
μπροστά στον φακό μου.
Να "ποζάρει" είναι ένας λεκτικός τρόπος.
Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα
χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα,
στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο
ερημοκλησιού του νησιού του.
Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία.
Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του
Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου.
Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ
μια τέτοια ευτυχία.
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε,
ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει - ούτε
φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά:
"Nous excitons la curiosite du public".
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του... Κοινού!
Ποιου Κοινού;
Δεν ήταν εκεί
κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού
λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, καί δυο λουστράκια που παίζανε
παράμερα.
Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η
"περιέργεια" του. Κι' αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να
της δώσει ένα τέλος,
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι... μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια -
στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία
μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.
Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας
Μπυντέ, και των δικών μας του "Οδοιπορικού Συνδέσμου" , που πέρασαν
το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα
γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του.
Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά
στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που
έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους
λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις
πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του.
Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο
«Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής "ένα γκαρσόνι, ένας
γεροντάκος, δυο λουστράκια" που ανησυχούσε, τη μακρινή εκείνη μέρα ο
μακαρίτης μήπως "ερεθίση την περιέργεια των".
Τι ανησυχία θα είχε
νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου "αναπαύεται εν Χριστώ"
ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο;
Καί πόσο θα
βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή,
τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους.
Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο
συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους
, οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης:
«Όπου σας εύρει το κακό, όπου θολώνει ο νους σας μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.» Οδυσσέας Ελύτης Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κων. Καβάφη. 3 Ιανουαρίου του 1911, έφυγε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911), «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη, είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες, γνωστός και ως «ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων». Έγραψε κυρίως διηγήματα, τα οποία κατέχουν περίοπτη θέση στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο ίδιος σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα ιστορεί τη ζωή του:
Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν κλειστός τύπος. Μια φορά ὅμως πῆρε τό θάρρος καί ἀπήγγειλε στόν Μητσάκη ἕνα ἐρωτικό του ποίημα. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τον πειράξει:
-Ὥστε ἔτσι, κύριε Ἀλέξανδρε!
Ἔχουμε ἔρωτες καὶ τοὺς τραγουδοῦμε τόσο ὄμορφα!
-Ἐγώ δεν ἔχω ἔρωτες, ἀποκρίθηκε ὁ Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τα μάτια.
Ὁ ἥρωάς μου ἔχει !
Από το Επετειακό λεύκωμα:
«Εις μνήμην Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη (1851-1911).
Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο ότι οι μεγάλοι του πνεύματος, σαν τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, έχουν ένα μοναδικό προσόν να αντιλαμβάνονται τα πράγματα και να τα επεξεργάζονται σε διαχρονική βάση!
«...μ δεν ἦτον το μυαλό του ρολόϊ δια νὰ τὰ ἐνθυμῆται ὅλα· ἕνας νοῦς, κι αὐτός ρωμέϊκος...»
Αιωνία η μνήμη Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, του ανθρώπου που έζησε ενάντια στο ρεύμα της εποχής του και που δεν ήθελε παρά να «ομοιάζει μόνο με τον εαυτόν του» και να «ασχολείται με το Ωραίον».
Μνημονεύουμε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη για να ξεθολώσει ο νους και για να ξορκιστεί το «κακό» που μας βρήκε,
γιατί έχουμε χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς.
«Ἡ φιλοδοξία εἶναι ἡ νόσος τῶν χορτάτων,
ἡ λαιμαργία εἶναι τῶν πεινασμένων τὸ νόσημα.»
Ἀλ. Παπαδιαμάντη «Οἱ Χαλασοχώρηδες» (1892) (η συνέχεια εδώ: http://www.sophia-ntrekou.gr/2017/01/alexandros-papadiamantis1851-1911.html
.................................................................................... ...................................................................................... Στα Καρούλια οι ασκητές ζούν σα τα πουλιά. Δεν καλλιεργούν και δεν αποθηκεύουν τίποτα, μόνο ό,τι τους στείλει ο Θεός. O τρόπος ζωής τους είναι ένα χαστούκι στον δικό μας σύγχρονο τρόπο ζωής, στον δικό μας τρόπο σκέψης, που περιορίζεται μόνο στην ύλη...πως θα καλοπεράσουμε, πως θα διασκεδάσουμε, και δεν ασχολούμαστε καθόλου με τις πνευματικές ανάγκες της ψυχής μας... ...................................................... Υ.Γ. πηγή για τη φωτό και το σχόλιο η ηλεκτρονική σελίδα "Τρελογιάννης" (και μακάρι να ήξερα, ποιος είναι στ' αλήθεια αυτός ο κρυπτόμενος "Τρελογιάννης). Ευανθία η Σαλογραία