Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένα Παπαδημητρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένα Παπαδημητρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Ιουνίου 2018

ΑΓΕΝΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ- Λένα Παπαδημητρίου- (ή τι μπορεί να συμβεί όταν Οργισμένοι, "ξεσκίζουμε" γραπτά και σιωπηλά αυτόν που μας έχει τσαταλιάσει τα νεύρα!)



ΑΓΕΝΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ 

BHmagazino την Κυριακή 17 Ιουνίου 2018.



Τον απόλυτο εφιάλτη έζησε εσχάτως ο γνωστός βρετανός καθηγητής και πολιτικός Ρόμπερτ Γουίνστον ταξιδεύοντας με το τρένο από το Λονδίνο στο Μάντσεστερ. 

Μια γυναίκα στο ίδιο βαγόνι μιλούσε δυνατά στο κινητό, αγνοώντας παντελώς το παιδί της στο διπλανό κάθισμα (που φορούσε ακουστικά) αλλά και τους λοιπούς επιβάτες (που δεν είχαν προνοήσει να φορέσουν). Η ακατάσχετη λογοδιάρροια συνεχιζόταν επί μακρόν. 

 Ο Γουίνστον, ειδικός σε θέματα γονιμότητας, ένιωθε παντελώς αδύναμος να συγκεντρωθεί στο οτιδήποτε. Οσο περνούσε η ώρα, άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Στα 30 λεπτά έκλεισε την εφημερίδα του, σήκωσε ανεπαίσθητα το αριστερό φρύδι και αποφάσισε να διοχετεύσει την οργή του. Οχι στη λυσίπονη θέα από το παράθυρο, αλλά στο Twitter.

Είχε περάσει σχεδόν μία ώρα. Η φωνή στο γειτονικό κάθισμα εξακολουθούσε να ηχεί, βροντερή, υστερική και επαίσχυντα αγενής, αλλά ο μαινόμενος καθηγητής είχε βρει διέξοδο. Μετά τα σαρκαστικά «τιτιβίσματα» («Εχοντας ήδη εξαντλήσει το ένα αφτί, τώρα χρησιμοποιεί το άλλο»), οι 40.000 ακόλουθοί του είχαν λάβει και φωτογραφίες της συνεπιβάτιδος. Το τρένο έφτασε επιτέλους στον σταθμό Μάντσεστερ Πικαντίλι. 

Ανυποψίαστη, η ξανθιά κυρία με το τηλέφωνο (η οποία δεν είχε πάψει να μιλάει) ακούμπησε με τη λευκή γόβα της την αποβάθρα και είδε τους δημοσιογράφους να την περιμένουν. Ηταν πια celebrity. Η αγένειά της είχε κάνει τον γύρο του Διαδικτύου.

Η αντίδραση του Γουίνστον πυροδότησε με τη σειρά της ένα διαδικτυακό κύμα οργής. 

Ποιος ήταν τελικά πιο αγενής; Η κυρία με τη λογοδιάρροια ή ο συνεπιβάτης της που την παρέδωσε με τέτοιο μένος στον ψηφιακό όχλο; Ο ίδιος (όταν πια τον κατηγόρησαν για bullying) αναγκάστηκε να επιδείξει μετριοπαθή μεταμέλεια: «Οπως και να έχει, μετανιώνω. Εσβησα τα tweets, αλλά ακόμη νιώθω ότι η παραβίαση της ιδιωτικότητας μπορεί να είναι διπλής κατεύθυνσης».

Στην ψηφιακή εποχή, οι κακοί τρόποι είναι κάτι σαν ιός. Οπως σημειώνει στο αμερικανικό «Τime» ο Ντάνι Γουάλας, συγγραφέας του βιβλίου «F*** You Very Much: The surprising truth about why people are so rude», «οι μελέτες δείχνουν ότι η αγένεια εξαπλώνεται ταχύτατα και επιθετικά, όπως το κοινό κρυολόγημα. Οταν γινόμαστε μάρτυρες απρεπούς συμπεριφοράς από άλλους αυξάνουμε τις πιθανότητες να γίνουμε και εμείς αγενείς αργότερα». Η ανωνυμία είναι καθοριστικός παράγοντας στην online καφρίλα και στο τρολάρισμα, αλλά «τελευταίες έρευνες καταδεικνύουν ότι στην πραγματικότητα είναι η απουσία οπτικής επαφής που μας επιτρέπει να γινόμαστε υπερβολικά αγενείς με τους άλλους».

Η αγένεια στην ψηφιακή εποχή έχει βρει πολλά κανάλια εκτόνωσης. Εκτός από το να ουρλιάζεις στο κινητό και να επιδίδεσαι σε «shaming» αγνώστων, η γκάμα μοιάζει ανεξάντλητη. Το πλέον διαδεδομένο είναι το περίφημο «phubbing» (εκ του phone snubbing, ήτοι αγνοώ κάποιον επειδή τσεκάρω επιδεικτικά και χωρίς να μου καίγεται καρφάκι το κινητό μου). Δεν είναι τυχαίο ότι σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Computers in Human Behavior» (2016) αντιμετωπίζεται πλέον ως απολύτως «φυσιολογική» και κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά.

Σύµφωνα µε τον Ντάνι Γουάλας, η οργή απέναντι στην (παλαιάς και νέας κοπής) αγένεια μπορεί να είναι καταστροφική.

Γνωρίζατε αλήθεια ότι σε μια κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ένα προσβλητικό σχόλιο μπορεί να μειώσει την απόδοση ενός χειρουργού κατά 50%; Μπορεί επιπλέον να οδηγήσει σε παντελώς ανορθόδοξες αντιδράσεις. 

Στο πλαίσιο της έρευνάς του (συνομίλησε με 2.000 ενηλίκους ενώ συμβουλεύτηκε νευροεπιστήμονες, ψυχολόγους, ειδικούς της NASA κ.τ.λ.), ο βρετανός δημοσιογράφος και κωμικός διαπίστωσε ότι οι πράξεις αντεκδίκησης στις οποίες καταφεύγουν οι άνθρωποι κυμαίνονται από γελοίες («πασάλειψα με πατάτες τηγανητές το παρμπρίζ του») έως ανησυχητικές («του έκανα σαμποτάζ στη δουλειά»). 

Σύμφωνα με τον Γουάλας, την αγένεια είναι καλύτερο να την πολεμάς κατά μέτωπο. Αν π.χ. ο Γουίνστον είχε πλησιάσει την ξανθιά κυρία και την είχε παρακαλέσει (ευγενικά) να χαμηλώσει την ένταση, ίσως το ζήτημα να είχε λυθεί, ίσως να είχε προκληθεί πυρηνικός όλεθρος. 

Αμφότεροι πάντως θα είχαν γλιτώσει τον διασυρμό τους στο Διαδίκτυο.




* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 17 Ιουνίου 2018.

Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Τα βρωμόπαιδα της Σουηδίας...




Τα βρωμόπαιδα της Σουηδίας- Η «δικτατορία του παιδιού». 
Ή γιατί ακόμη και η πιο τέλεια (φαινομενικά) παιδική ηλικία έχει βαθιές ρωγμές 

Γράφει η Λένα Παπαδημητρίου στο ΒΗmagazino


Ομολογώ ότι ευχαριστήθηκα όταν το διάβασα. Τελικά, ακόμη και στον σκανδιναβικό παράδεισο, υπάρχουν ouppfostrade (ήτοι κακομαθημένα βρωμόπαιδα). Το βιβλίο του σουηδού ψυχιάτρου (ηχεί σχεδόν τόσο εξωτικό όσο και το «σουηδός μάγειρας») Ντέιβιντ Εμπερχαρντ «How Children Took Power» (σε ελεύθερη απόδοση: Πώς τα παιδιά υφάρπαξαν την εξουσία) συνεχίζει να διχάζει, πρωτίστως γιατί ανέδειξε ένα εθνικό ταμπού. 

Η χώρα με το πανίσχυρο κοινωνικό κράτος και την τέλεια παιδική ηλικία (σχεδόν νομίζεις πως στα ποτάμια ρέει ζεστή σοκολάτα και από τα κλαδιά των δέντρων κρέμονται ριγέ γλειφιτζούρια, για να δανειστώ από τη χειμαρρώδη φαντασία του αγαπημένου μου συγγραφέα παιδικών βιβλίων Ρόαλντ Νταλ) βρήκε αισίως έναν εσωτερικό εχθρό.   

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο Εμπερχαρντ, πατέρας ο ίδιος έξι παιδιών, αποφάνθηκε ότι η παιδοκεντρική Σουηδία έχει δημιουργήσει προβληματικά παιδιά. Και αυτό γιατί μεγαλώνουν πλέον χωρίς πλαίσιο, χωρίς όρια, χωρίς τιμωρία ή συνέπειες (υψώνεις λιγάκι τη φωνή και ύστερα από λίγο φοβάσαι ότι θα σου χτυπήσει την πόρτα η Πρόνοια). 

Εκτός αυτού, τα παιδιά είναι εκείνα που κάνουν κουμάντο. 

Είναι εκείνα που αποφασίζουν τι θα φάει σήμερα η οικογένεια και αν το καλοκαίρι θα πάει διακοπές στην Κρήτη ή στα Κανάρια Νησιά, ποιο κανάλι θα παίζει όλο το απόγευμα η τηλεόραση, αν πρέπει να χοροπηδάμε σαν κατσίκια την ώρα που έχουν έρθει για επίσημο δείπνο ο υπέργηρος θείος Σβαν και η θεία Ινγκριντ με την ιδεοψυχαναγκαστική νεύρωση και πότε είναι η πιο κατάλληλη ώρα να σταματήσουμε να παίζουμε «Mignon Rush» στο iPad και να πέσουμε για ύπνο. 

Στη χώρα αυτή με την πλέον προοδευτική νομοθεσία (η πρώτη στον κόσμο που κατήργησε τη σωματική τιμωρία το 1979, ενώ από το 1988 απαίτησε από όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης να προσφέρουν ίσες ευκαιρίες σε αγόρια και κορίτσια), στη χώρα με τα πιο «προχωρημένα» κοινωνικά πειράματα (θυμίζω τον πρωτοποριακό παιδικό σταθμό της Στοκχόλμης, όπου αγόρια και κορίτσια χρησιμοποιούν την προσωπική αντωνυμία «hen», αντί του «αυτός» και «αυτή»), οι γονείς έχουν εκπαιδευτεί να υπακούουν και να συμμορφώνονται.
Σύμφωνα με τον Εμπερχαρντ, ο οποίος σημειωτέον δεν είναι η πρώτη φορά που διαολίζει τους Σουηδούς (στο προηγούμενο βιβλίο του, «Land of the Safety Junkies», τους περιέγραφε σχεδόν ως ημιπαράφρονες), οι επιπτώσεις της «ανεξέλεγκτης» διαπαιδαγώγησης και της συστηματικής κατάργησης των ορίων είναι ο θηριώδης εγωκεντρισμός, η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές (αν όχι στα παιδιά, στους αυριανούς ενηλίκους).

 Είναι, όμως, ήδη εμφανής και η πτώση στις ακαδημαϊκές επιδόσεις των σουηδών μαθητών (εν αντιθέσει, μάλιστα, με τους Φινλανδούς που «πετάνε»). 

Ο ίδιος ο σουηδός υπουργός Παιδείας έφτασε εσχάτως στο σημείο να υπογραμμίσει την ανάγκη αυστηρότερων κανόνων σχολικής πειθαρχίας. Ενδεικτικό το παράδειγμα που δίνει ο Εμπερχαρντ για να περιγράψει το αχαλίνωτο της κατάστασης. 

Αν ο δάσκαλος «κατασχέσει» το κινητό ενός μαθητή που παίζει ή στέλνει SMS εν ώρα μαθήματος, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κληθεί αργότερα να απολογηθεί ενώπιον των γονέων του για αυτή την κατάφωρη καταπάτηση των δικαιωμάτων «του παιδιού». 

Για να αποφύγει όλη αυτή την ψυχοφθόρα διαδικασία, ο δάσκαλος αναλαμβάνει να συνετίσει τον άτακτο μαθητή με λογικά βεβαίως επιχειρήματα (διότι, αν εξοργισθεί ή χτυπήσει το χέρι επάνω στην έδρα, πάλι θα βρεθεί αντιμέτωπος με εξοργισμένους γεννήτορες να του κραδαίνουν τη Διεθνή Σύμβαση για τα ∆ικαιώµατα του Παιδιού).


Σύμφωνα με τη «Wall Street Journal», το βιβλίο του σουηδού ψυχιάτρου μεταφράζεται ήδη στην αγγλική γλώσσα και ψάχνει εναγωνίως τον αμερικανό εκδότη του. 

Προφανώς, ο Εμπερχαρντ έχει διαπιστώσει ότι αυτή η «δικτατορία του παιδιού» (και όχι «η δημοκρατία της οικογένειας» που ευαγγελίζονται οι συμπατριώτες του) έχει εξαπλωθεί σαν επιδημία ιλαράς και σε άλλες παιδικές ηλικίες ανά την Ευρώπη. 

Και όσο και αν μια τέτοια συζήτηση μοιάζει με επιστημονική φαντασία στη σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης (με το ισχνό κοινωνικό κράτος και την παιδική κακοποίηση σε έξαρση), πολλοί εναλλακτικοί, εξόχως ενοχικοί γονείς, εξακολουθούμε να πιστεύουμε πως το να πούμε «όχι» στην εξάχρονη κόρη μας ισοδυναμεί με τον εγκλεισμό της σε μεσαιωνικό μπουντρούμι. 

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

To τέλος της σκέψης (Λένα Παπαδημητρίου)


Γιατί ο «σκεπτόμενος άνθρωπος» είναι πια «καλωδιωμένος»

kinhto
Σχετική εικόνα
Γράφει η Λένα Παπαδημητρίου
Συνομιλώ με μια αγαπημένη παιδική φίλη. 

Δεν τα λέμε συχνά, αλλά είναι μία από αυτές τις λυτρωτικά αβίαστες σχέσεις· έχουν τόσο γερά θεμέλια, ακόμη και αν δεν τους κάνεις συχνό «update». Την ώρα που μιλάμε στο σταθερό τηλέφωνο, την αισθάνομαι να «χάνεται». «Λουκία;». Περνούν κάποια δευτερόλεπτα ώσπου να μου απαντήσει. Η φωνή της κάπως αργόσυρτη, η προσοχή της πρόδηλα εστιασμένη αλλού. Δεν μου παίρνει πολύ να αντιληφθώ ότι μόλις έχει λάβει e-mail από τον φίλο της στις ΗΠΑ. Υποτασσόμενη στο άγραφο savoir vivre του ψηφιακού κόσμου – ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού είναι ιεραρχικά πολύ ανώτερο από μια τηλεφωνική συνδιάλεξη, ήτοι ένα άθλιο κουφάρι της αναλογικής εποχής – της λέω ηττοπαθώς: «Σε αφήνω τώρα».
Κλείνοντας το τηλέφωνο, είμαι πλέον πεπεισμένη ότι ο ιός Ζίκα ωχριά μπροστά στην «πανδημία» διάσπασης της προσοχής. Αν ο σημερινός «networked individual» αδυνατεί να φέρει εις πέρας μια απλή συνομιλία, τι γίνεται – φευ! – με τη σκέψη του; Παλιά επιβιβαζόσουν, για παράδειγμα, στο τρένο ή στο λεωφορείο και άφηνες το βλέμμα σου και το μυαλό σου να περιδιαβάσουν τον μικρόκοσμο μέσα στον οποίο ήσουν εγκλωβισμένος, έστω για ένα τέταρτο της ώρας. Χάζευες, για παράδειγμα, την ηλικιωμένη κυρία στο απέναντι κάθισμα με τα τρεμάμενα, οστεώδη χέρια (με αψεγάδιαστο μανικιούρ), απύθμενα σνομπ αλλά και με κάτι στο βλέμμα που σε κάνει να τη φαντάζεσαι νεαρή να αφηγείται σόκιν ανέκδοτα. Ή μια παρέα εφήβων που μπούκαραν μέσα με μπίρες, ακμή και λεξιλόγιο χαμαιτυπείου, όλα απταίστως σκηνοθετημένα για να «δοκιμάσουν» το comme il faut ενήλικο σύμπαν.
Σήμερα, όλες αυτές οι γιγάντιες ασημαντότητες της καθημερινότητας καταργούνται με ένα κλικ. Οπως και να το κάνουμε, ο στοχασμός (όχι μόνο ο βαθύς, αλλά και ο πλέον ρηχός) θέλει χρόνο και παρατηρητικότητα, θέλει ενδοσκόπηση, θέλει μια άλφα απομόνωση: όλα παντελώς ασύμβατα με τη σύγχρονη πανταχού παρούσα «καλωδιωμένη ατομικότητα». Στο πρόσφατο άρθρο του στους «New York Times» με τίτλο «Τhe Εnd of Reflection» («Το τέλος του στοχασμού») ο Τέντι Γουέιν δεν διστάζει να εξομολογηθεί: «Το τελευταίο εναπομείναν μέρος όπου μπορώ εγγυημένα να μείνω μόνος με τις σκέψεις μου είναι κάτω από το ντους».
Σύμφωνα με τον (υποψήφιο για βραβείο Πούλιτζερ 2011) Νίκολας Καρ, συγγραφέα του «The Shallows: What the Internet Is Doing to Our Brains», πάντα ήταν δύσκολη η ανεύρεση στιγμών για περισυλλογή, καθότι η ανθρώπινη προσοχή έχει μια εγγενή τάση να διαχέεται στο Διάστημα. Σήμερα, όμως, «…αυτές οι ευκαιρίες γίνονται όλο και πιο συχνές, για τον απλούστατο λόγο ότι έχουμε πλέον τη δυνατότητα να αποσπόμαστε διαρκώς».

 Μια έρευνα του 2015 που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση PLoS «μέτρησε» (μέσω μιας εφαρμογής) τη χρήση του smartphone σε ανθρώπους ηλικίας 18-33 ετών, μαζί, όμως, με τις δικές τους προσωπικές εκτιμήσεις. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες κατέθεσαν ότι «έπαιζαν» με το κινητό τους 37 φορές ημερησίως (μέγα λάθος: 85!), ενώ εκτίμησαν εσφαλμένα και τον συνολικό χρόνο ενασχόλησής τους με αυτό (μία ώρα λιγότερο από τις 5,05 ώρες που κατέγραψαν τελικώς οι ειδικοί). 

Οπως θα γράψει ο Γουέιν στους «New York Times»: «Αν είσαι ξύπνιος 16 ώρες, ανοίγοντας ή τσεκάροντας το κινητό 85 φορές, σημαίνει ότι το κάνεις κάθε 11 λεπτά (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται η χρήση του Internet στον υπολογιστή), που μεταφράζεται σε ποσοστό μεγαλύτερο από το 30% της ημέρας σου. Ποια είναι η επίδραση αυτής της ψυχαναγκαστικής συμπεριφοράς στη σκέψη;».
Ας αφήσουμε τους ειδικούς στη νευροπλαστικότητα του εγκεφάλου να δώσουν τις απαντήσεις και τα ελαφρυντικά για τις παρενέργειες της νέας τεχνολογίας. Δεν μπορείς, όμως, να μη στοχαστείς επάνω σε αυτή την ιλιγγιώδη συρρίκνωση της σκέψης. Να μη σκεφτείς, για παράδειγμα, πως αν η Βιρτζίνια Γουλφ έγραφε εμμονικά στον λογαριασμό της στο Twitter, ενδεχομένως να μην είχε παρατηρήσει αρκετά τον κόσμο γύρω της ώστε να συνθέσει φράσεις όπως: «Δεν είναι οι καταστροφές, οι αρρώστιες και οι φόνοι που μας γερνούν και μας σκοτώνουν. Είναι ο τρόπος που οι άνθρωποι κοιτούν και γελούν και ανεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλοπάτια του λεωφορείου».

(Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 18 Ιουνίου 2016)

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Μεγαλώνοντας μικρούς θεούς (ή όταν τα παιδιά δέρνουν τους γονείς )

Σχετική εικόνα
Γράφει η Λένα Παπαδημητρίου στο ΒΗmagazino
Μιλώντας προ ηµερών µε µια ισπανίδα φίλη κοινωνική λειτουργό – είχε έρθει στην Αθήνα για λίγες ημέρες διακοπών με τον έλληνα σύζυγό της – άκουσα για πρώτη φορά τον όρο «violencia filio-parental». 

«Ξέρεις, όταν τα παιδιά δέρνουν τους γονείς τους» μου είπε. Γνωρίζοντας ότι η ίδια ανέλαβε πρόσφατα συντονίστρια σε ένα είδος καταφυγίου για παιδιά από δυσλειτουργικές οικογένειες, κούνησα το κεφάλι μου με κατανόηση. «Οχι, αυτό δεν αφορά παιδιά από “διαλυμένα” σπίτια ή εφήβους με παραβατική συμπεριφορά» έσπευσε να μου αποσαφηνίσει. «Είναι ένα φαινόμενο που πλήττει πολύ συχνά πλέον “κανονικές” οικογένειες, από μεσαία στρώματα, συχνά ανώτερου μορφωτικού επιπέδου. Ξεκίνησε γύρω στο 2005 και κάθε χρόνο τα κρούσματα αυξάνονται. Πολλοί γονείς φοβούνται ή ντρέπονται να μιλήσουν. Τα παιδιά σήμερα μεγαλώνουν χωρίς κανείς να τολμά να τους πει “όχι”. “Δεν με αφήνεις να αγοράσω το κινητό που θέλω;”. “Δεν με αφήνεις να γυρίσω στο σπίτι ό,τι ώρα θέλω; Θα σου δείξω εγώ”».
Αυτή η «γονεϊκή κακοποίηση» (που μπορεί να εκδηλωθεί με μπινελίκια, αγκωνιές, αλλά και απλά με παντελή έλλειψη σεβασμού) δεν είναι παρά μια παρενέργεια της δυτικοτραφούς μάστιγας: παιδιά χωρίς όρια. Η Δύση έχει γεμίσει μικρούς, ανυπόφορους, αυταρχικούς ανηλίκους που όχι μόνο δεν υπακούουν στους κανόνες αλλά τους καταπατούν μετά βδελυγμίας. Για τους δε μοντέρνους, ενοχικούς, καθ’ όλα ενδοτικούς γονείς, η επιβολή ορίων έχει μετατραπεί σε ανάθεμα. Οι ειδικοί συνιστούν προσοχή. Ηδη από το 2006 το βρετανικό φιλανθρωπικό ίδρυμα Kidscape κατηγορούσε τους υπερβολικά ανεκτικούς γονείς για τους μικρούς «τραμπούκους της μεσαίας τάξης» που είχαν αρχίσει να λυμαίνονται τις παιδικές χαρές. «Τα παιδιά αυτά προέρχονται από ιδιαίτερα ανεκτικές οικογένειες. Στο σχολείο συμπεριφέρονται σαν μικροί θεοί, πιστεύοντας πως όλα περιστρέφονται γύρω τους και ότι τα άλλα παιδιά θα πρέπει να τα φοβούνται, όπως ακριβώς και οι οικογένειές τους» δήλωνε η διευθύντρια του ιδρύματος, Μισέλ Ελιοτ. «Πιστεύουν πως όλοι οι δάσκαλοι και τα άλλα παιδιά οφείλουν να τους υπακούουν. Στην αντίθετη περίπτωση αρχίζουν οι εκφοβισμοί». Ακόμα και στη Σουηδία, την Εδέμ της παιδικής ηλικίας, όπου όλα τα παιχνίδια είναι ξύλινα και οι εκπαιδευτικοί είναι τέλειοι, υπάρχουν πλείστα «ouppfostrade» (κακομαθημένα βρωμόπαιδα), όπως τουλάχιστον αποφαινόταν στο αιρετικό βιβλίο του «How Children Took Power» (2014) ο ψυχίατρος Ντέιβιντ Εμπερχαρντ.
Σύµφωνοι, η νέα ισορροπία δύναµης ανάμεσα σε παιδιά και ενηλίκους είναι μια κατάκτηση. Ο γονεϊκός αυταρχισμός είναι πια παρελθόν, ο μπαμπάς και η μαμά δεν είναι πλέον δύο απρόσωποι γεννήτορες που συμμορφώνουν τους απείθαρχους με αυστηρές σωματικές τιμωρίες. Σήμερα όμως το έχουμε «τερματίσει». Η μαμά και ο μπαμπάς έχουν απολέσει και την τελευταία ρανίδα κύρους. Η ανεξέλεγκτη διαπαιδαγώγηση και η συστηματική κατάργηση κάθε ορίου δεν παράγουν μόνο ελλειμματικά παιδιά (με γιγαντιαίο εγωκεντρισμό, κατάθλιψη και πλείστες αγχώδεις διαταραχές) αλλά και δυστυχείς γονείς. Διότι προφανώς όταν τις «τρως» ποικιλοτρόπως από το παιδί σου δεν μπορείς ποτέ να είσαι μια «υγιής» μαμά ούτε ένας σώφρων μπαμπάς.
Οι γονείς οφείλουν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος. Δεν πρέπει να λες συνέχεια «ναι» (επειδή λείπεις συνέχεια από το σπίτι και νιώθεις ενοχές / επειδή είσαι πολύ κουρασμένος για να πεις «όχι» / επειδή το παιδί θα σε συμπαθεί πιο πολύ αν λες συνέχεια «ναι» / επειδή απλώς βαριέσαι να πεις «όχι»).

 Οι γονείς οφείλουν να πάρουν εκ νέου τα ηνία. 

 Πάνω απ’ όλα βέβαια, καλούνται να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι υποχρεωτικό να είσαι πάντα αρεστός στο παιδί σου. Η Μπέτι Ντέιβις, νομίζω, το είχε θέσει πιο αριστουργηματικά από οποιονδήποτε:
«Αν το παιδί σας δεν σας μίσησε ποτέ, δεν υπήρξατε ποτέ γονιός».

 (Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2017)-πηγή http://alopsis.gr