Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Ο Διγενής τζ' ο κάουρας




Ο Διγενής τζ' ο Κάουρας (Digenis and the Crab)

Digenis and the Crab

 Background information: Digenis Akritas was a Byzantine epic hero celebrated in Greek folk songs, between the 9th and 12th century.  Half Arab, half Byzantine ("Digenis" means two genes, in Greek), the young hero shows superhuman feats of bravery and strength. Folk songs all around the Greek-speaking world talk about his adventures, usually his fights against Death ("Charon"-the ancient Greek god of the underworld), dragons, beasts and other brave warriors. This is a folk song in the Cypriot Greek dialect, talking about Digenis killing a gigantic crab.
 

"Κάτω στην άκρην των ακρών, στον άρκον καλαμιώναν,
Κάουρος εδρακόντεψεν τζιαί τρώει τους αντρειωμένους,
Τους αντρειωμένους τους καλούς, τους καστροπολεμίτες.


Down at the shore of the shores, there where the reeds grow,
A crab grew enormously, and it eats all the brave ones:
all the good-hearted, brave, castle-warriors.

Χαπάρκα τζαι μηνύματα, του βασιλιά τζαι πάσειν,
Έλα να δεις α βασιλιά, ίντα δισπύκρκον πράμαν,
Κάτω στην άκρην των ακρών, στον άρκον καλαμιώναν.


News and messages are being sent to the king
"Come and see, oh king, what a terrible thing there is,
Down at the shore of the shores, there where the reeds grow."

Κάουρος εδρακόντεψεν τζαι τρώει τους αντριωμένους,
Νύχταν πατά τες χώρες τους, πατά τζαι τα παιδκιά τους,
Πατά τζαι τες γενέτζιες τους, στέκει τζι' αναγελά τους.


"A crab grew enormously, and it eats all the brave ones.
At night he crushes their lands, steps on their children
steps on their women, stands there and laughs at them."

Χαπάρκα τζαι μηνύματα, του Διγενή τζαι πάσειν,
Έλα να παμεν Διγενή, τζαι ο βασιλιάς σε θέλει,
Σαν τ' άκουσεν ο Διγενής λαλεί τους μισταρκούς του.


News and messages are being sent to Digenis
"Come, let's go Digenis, our king wants to see you"
When Digenis hears this, he says to his servants:

Τζαι φέρτε μου τον μαύρον μου, τον πετροκαταλίτην,
Που κοκκαλιεί τα σίδερα, τζαι πίνει τον αφρίτην,
Φέρτε μου το ττοππούζιν μου, τζίνο το σιλιολίτριν.


"Bring me my black stone-crusher
The thing that crushes irons and drinks blood
Bring me my beloved tool, my weapon"

Φέρτε μου το σπαθάτζιν μου, τζίνον το γρουσαφένον,
Πον' ο Χριστός τζ΄ Άης Λάζαρος, πάνω ζωγραφισμένος,
Ταβρά τον τζαι τον μαύρον του, σαν ήτουν μαθημένος.

"And bring me my sword, my golden one:
the one with God and saint Lazarus painted on it"
And with his weapons he sets off.

Πιάννει το τζίνον το στρατίν, τζίνον το μονοπάτιν,
Το μονοπάτιν φκάλλει τον, στου βασιλιά την πόρταν,
Ώρα καλή σου βασιλιά, καλώς το παλλικάρην.


"He takes the road, then he takes the path
The path leads him to the king's door
"Good day, dear king", "Nice to see you, brave man"

Ίντα με θέλεις βασιλιά, τζαι μήνυσες μου τζ' ήρτα,
Τζαι πολοάται ο βασιλιάς, του Διγενή τζαι λέει,
Έπαρ' μου λλίην υπομονήν, λλίην καρτεροσύνην.


"What do you want me for, oh king, why did you need me to arrive?
and the king replies to Digenis:
"Have some patience, have some understanding:

Κάτω στην άκρην των ακρών, στον άρκον καλαμιώναν,
Κάουρος εδρακόντεψεν τζαι τρώει τους αντριωμένους,
Τζι' αν ρέξουν δκυό σκοτώνει τους, τζι' αν ρέξουν τρεις ρουφά τους.


"Down at the shore of the shores, there where the reeds grow
a crab grew enormously, and it eats all the brave ones,
if two of them pass, it kills them, and if three of them pass, he sucks them inside it"

Πιάννει το τζίνον το στρατίν, τζίνον το μονοπάτιν,
Το μονοπάτιν φκάλλει τον, Καούρου το στιάδιν,
Καλώς ήρτεν ο Διγενής, να φάει να πιεί μητά μου.


"He takes the road, then he takes the path
The path leads him to the Crab's nest
"Welcome Digenis, come to eat and drink with me"

Τζαι πολοάται ο Διγενής, του Κάουρα τζαι λέει,
Εν ήρτεν δα ο Διγενής να φάει να πιεί κοντά σου,
Μον' ήρτεν δα ο Διγενής, έσχιει καφκάν μητά σου.

And Digenis replies to the Crab and says:
"Digenis didn't come here to eat and drink with you,
 Digenis came here to start a fight with you"

Γυρίζει το ττοππούζιν του, τζίνον το σχιλιολύτριν,
Τζαι μιαν του Κάουρα έδοκεν, που πάνω στην καυκάλλαν,
Δεν ήτουν πύρκος να ραεί, για όρος να χαλάσει.


He turns around his weapon,
And hits him once,
He wasn't a tower to collapse, he wasn't a mountain to get down

Αννοίει τες αγκάλες του, τζαι τον Θεόν δοξάζει,
Δοξάζω σε γλυτζιέ Θεέ, τζι' εσέν τζαι τ' όνομαν σου,
Καμιά δουλειά δεν γίνεται, δίχα το θέλημάν σου.

Digenis then opens his arms wide, and glorifies God
"I thank you, sweet God, you and your name
No work can be done, without your will"

Τζαι πολοάται ο Κάουρας, μισοξεψυσχισμένα,
Ά Διγενή χαρίζω την, καυκάλλαν μου σ' εσέναν,
Θεός σου επαράτζιλεν, τζι' εσκότωσες μ' εμεναν.


And the Crab responds to him, half-dead:
"Digenis, i let you take my skeleton
Because it's God who helped you kill me"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου