Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Δημοσθένης Κούρτοβικ: Συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Δημοσθένης Κούρτοβικ: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ (Αθήνα, 1948) σπούδασε ανθρωπολογία στην Αθήνα και στη Στουτγάρδη, έκανε το διδακτορικό του στην Πολωνία με θέμα την εξέλιξη της ανθρώπινης σεξουαλικότητας και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης το ίδιο αντικείμενο, καθώς και το θέμα της σεξουαλικότητας στην τέχνη. Έχει δοκιμαστεί σε όλα τα είδη του πεζού λόγου (μυθιστόρημα, διήγημα, δοκίμιο, αφορισμοί, λογοτεχνική κριτική κ.λπ.). Μυθιστορήματα και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε δέκα ξένες γλώσσες. Ο ίδιος έχει μεταφράσει εξήντα τρία βιβλία όλων των κατηγοριών από οκτώ ξένες γλώσσες. Σήμερα εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας στην εφημερίδα Τα Νέα.
..............................................................................................................................................
Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί το βιβλίο Η νοσταλγία της πραγματικότητας;
Ανά δεκαετία, περίπου, συγκεντρώνω τα κριτικά και τα δοκιμιακά κείμενά μου ή, όπως τώρα, μια επιλογή από αυτά, και τα δημοσιεύω σ’ έναν τόμο. Είναι ένας αγώνας εναντίον της εφήμερης παρουσίας τους σ’ εφημερίδες και περιοδικά. Είναι κι ένα τεστ: βλέπω, και κυρίως μπορούν να δουν οι αναγνώστες, αν και πόσο αντέχουν στον χρόνο πράγματα που έχω γράψει παλιότερα.
Γράφετε ότι ο τρόπος που προσεγγίζατε τα βιβλία όλα αυτά τα χρόνια δεν ήταν ο τρόπος του βιβλιοκριτικού. Δεν είναι δύσκολο για έναν συγγραφέα να κρίνει τα έργα άλλων συγγραφέων;
Όλοι οι συγγραφείς κρίνουν έργα άλλων συγγραφέων, και συχνά πολύ σκληρότερα απ’ ό,τι εγώ. Η διαφορά είναι ότι εγώ παίρνω το ρίσκο να δημοσιοποιώ τις κρίσεις μου, βάζοντας από κάτω την υπογραφή μου, και ότι γι’ αυτόν τον λόγο είμαι υποχρεωμένος να τις τεκμηριώνω.
Όταν διαβάζετε ένα βιβλίο, πώς λειτουργείτε: ως συγγραφέας ή ως κριτικός που πρέπει να γράψει κάτι για το βιβλίο που έχει στα χέρια του;
Αφουγκράζομαι το βιβλίο που διαβάζω χωρίς να μετράω πόσο λειτουργώ ως συγγραφέας και πόσο ως κριτικός. Κάνω σκέψεις όπως «να ένα ενδιαφέρον αίσθημα», «να μια ωραία τεχνική λύση, από την οποία μπορώ να μάθω», «εδώ στραβοπατάει ο συγγραφέας, διότι…» κ.λπ. Δεν αναστέλλω πάντως τις δικές μου συγγραφικές ευαισθησίες για χάρη των ευαισθησιών του συγγραφέα. Τις αφήνω ν’ αναμετρηθούν με αυτές ελπίζοντας ότι θα προκύψει κάτι ενδιαφέρον και για τον αναγνώστη της κριτικής μου.
Θα τους έλεγα μόνον ένα πράγμα: να ψάχνουν βαθιά μέσα τους για να καταλάβουν τι τους αρέσει πραγματικά και γιατί, όχι τι πρέπει να τους αρέσει επειδή το υπαγορεύει η μόδα ή η επίσημη κουλτούρα. Έτσι θα γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους και θα μπορούν να έχουν έναν γνήσιο διάλογο με τον κόσμο που τους περιβάλλει.
Το ότι αγαπάτε τη λογοτεχνία το διακρίνουμε από τα βιβλία που κρίνετε χρόνια τώρα αλλά και από το ότι, αν χρειαστεί να πάρετε θέση, έχετε την τόλμη να διατυπώσετε τη γνώμη σας. Αυτό όμως δεν έχει και κάποιες συνέπειες;
Φυσικά έχει συνέπειες. Ένας περισσότερο συνετός από εμένα θ’ απέφευγε να πει πράγματα που λέω εγώ και με τον τρόπο που τα λέω. Έχω το κουσούρι να μην κρύβω τις σκέψεις μου.
Έχετε κάνει ποτέ λάθος για κάποιο βιβλίο που το κρίνατε θετικά και στην πορεία αποδείχτηκε ότι δεν είχε τη συνέχεια που περιμένατε;
Ναι, έχει συμβεί, και όχι μόνο μία φορά. Προπαντός επειδή παλιά είχα την τάση να κρίνω με υπέρμετρη ευμένεια νέους και πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς που μου φαινόταν πως είχαν κάτι να πουν. Αυτό τώρα έχει αλλάξει κάπως. Η πείρα μού έχει διδάξει ότι ο πολύς έπαινος δεν ενθαρρύνει τους λογοτεχνικούς νεοσσούς ν’ αναπτύξουν το ταλέντο τους, αλλά τους κάνει αυτάρεσκους και στάσιμους.
Έχετε εργαστεί σε πολλές έντυπες εφημερίδες. Παλιότερα αφιέρωναν ένθετα στη λογοτεχνία. Σήμερα γιατί ο χώρος αυτός περιορίστηκε;
Ένας λόγος είναι ότι έσκασε η φούσκα της αγοράς του βιβλίου. Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ήταν μια δυναμικά ανερχόμενη αγορά κι έγιναν ανάλογες επενδύσεις σ’ αυτήν. Αργότερα φάνηκε καθαρά ότι οι προσδοκίες ήταν εξωπραγματικές. Αλλά υπάρχει κι ένας άλλος λόγος. Οι βιβλιοκριτικοί, οι συγγραφείς, οι πολιτισμικοί συντάκτες δεν τίμησαν, πλην εξαιρέσεων, όπως έπρεπε τον πολύ χώρο που τους παραχώρησαν μερικές εφημερίδες. Έγραφαν σαν ν’ απευθύνονταν στην παρέα τους ή σ’ ένα εξειδικευμένο, μυημένο κοινό, με αποτέλεσμα να μη διαβάζονται τα κείμενά τους.
Μήπως βρισκόμαστε σε μια νέα περίοδο, την εποχή των ηλεκτρονικών περιοδικών; Ποια είναι η γνώμη σας για αυτά;
Έχω διαβάσει στα ηλεκτρονικά περιοδικά, μεταξύ αυτών και στο δικό σας, εξαιρετικά κείμενα, όπως και κείμενα αδιάφορα. Ίσως είμαι όμως πολύ μεγάλος για να κρίνω αν ανοίγουν μια καινούργια εποχή. Μου φαίνεται πάντως ότι, σε γενικές γραμμές, δεν ξεφεύγουν από τη λογική των παραδοσιακών εντύπων και ότι έχουν ένα κάποιο έλλειμμα προσωπικότητας. Αλλά, επαναλαμβάνω, ίσως δεν βλέπω σωστά λόγω ηλικίας.
Αλήθεια, χρησιμοποιείτε τη νέα τεχνολογία; Γράφετε τα κείμενά σας στον υπολογιστή;
Είπα πως είμαι μεγάλος, αλλά δεν είμαι και τόσο αρχαίος ώστε να γράφω ακόμη στη γραφομηχανή ή με μολύβι και γομολάστιχα!
Πώς βλέπετε τη δημοσίευση διηγημάτων, ποιημάτων σε διαδικτυακά περιοδικά; Διαβάζετε βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή;
Καταλαβαίνω πολύ καλά τα πλεονεκτήματα των e-books, εμένα όμως μου αρέσει η σωματική επαφή με το βιβλίο, μέσω της αφής, της όσφρησης. Τη βρίσκω πιο ερωτική. Πάντως, πιστεύω ότι ειδικά την ποίηση μπορεί να τη διασώσει το Διαδίκτυο και μάλιστα να την οδηγήσει σε καινούργια άνθηση. Η ποίηση, εκτός από τη συντομία των ποιημάτων, έχει και κάτι το αφαιρετικό, που δεν θίγεται από την άυλη, ηλεκτρονική μορφή.
Η δικιά μου η γενιά αλλά και οι νεότερες σας γνωρίζουν από τις εφημερίδες όπου γράφετε. Βοήθησε η ενασχόλησή σας με την κριτική στη διεύρυνση του αναγνωστικού σας κοινού;
Υποθέτω πως ναι, δεδομένου και ότι ως κριτικός εμφανίζομαι κάθε βδομάδα, ενώ ως συγγραφέας κατά αραιά διαστήματα. Από την άλλη, αν δεν έγραφα κριτικές σαν αυτές που έχω γράψει, θα είχα αγαθότερες σχέσεις με τις λογοτεχνικές παρέες και θα είχα βρει ευρύτερη αποδοχή – ξέρετε, βραβεία, προσκλήσεις για ομιλίες και σεμινάρια και άλλα τέτοια, με ό,τι συνεπάγονται όλα αυτά για τις πωλήσεις των βιβλίων ενός συγγραφέα. Αλλά δεν παραπονιέμαι, τα περισσότερα βιβλία μου έχουν πάρει υμνητικές κριτικές, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, και τα διαβάζει ένα αρκετά μεγάλο κοινό.
Συνήθως, οι κριτικοί ρωτούνται να δηλώσουν λίστα από τα καλύτερα λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας ή των τελευταίων δεκαετιών. Αυτές οι κατηγοριοποιήσεις βοηθούν τους αναγνώστες;
Όχι. Οι αναγνώστες δυσπιστούν ή αδιαφορούν για τέτοιες λίστες, και κατά τη γνώμη μου καλά κάνουν.
Τι φταίει που οι Έλληνες διαβάζουν λίγο;
Η παιδεία. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κάνει τα παιδιά να μισούν το διάβασμα. Η διδασκαλία της λογοτεχνίας στο ελληνικό σχολείο είναι φριχτή. Μόνο κατά τύχη ή από έμφυτη κλίση μπορεί ο μαθητής ν’ αποκτήσει καλή σχέση με το βιβλίο ή ν’ ανακαλύψει αργότερα στη ζωή του τις χαρές της ανάγνωσης. Εκτός αυτού, ο Έλληνας έχει μια τάση προς τον ξερολισμό, νομίζει πως είναι γεννημένος παντογνώστης ή πως τα μαθαίνει όλα με καφενειακού τύπου συζητήσεις.
Με ποιον Έλληνα συγγραφέα θα θέλατε να είχατε ένα γεύμα και να συζητήσετε για λογοτεχνία;
Με κανέναν. Δεν θα συναντούσα ποτέ έναν συγγραφέα για να μιλήσω μαζί του για λογοτεχνία, και μάλιστα σ’ ένα γεύμα. Προτιμώ να κάνω τέτοιες συζητήσεις απροσχεδίαστα και κυρίως με ανθρώπους από άλλους χώρους.
Ποιο βιβλίο έχετε στο προσκεφάλι σας;
Μου είναι αδύνατον να διαβάσω στο κρεβάτι, γι’ αυτό δεν έχω κανένα βιβλίο στο προσκεφάλι μου.
Ποια συμβουλή σάς έδωσαν οι γονείς σας, που σας βοήθησε στη ζωή σας και εξακολουθείτε να την τηρείτε;
Δεν ήταν ακριβώς συμβουλή, ήταν αγωγή. Διαπαιδαγώγησαν εμένα και την αδελφή μου έτσι ώστε να έχουμε το θάρρος της γνώμης μας, ακόμη και αν έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι με τους πάντες. Τώρα, το αν αυτό μας βοήθησε στη ζωή ή όχι εξαρτάται από το πώς εννοεί κανείς τη βοήθεια και για ποιον σκοπό τη θέλει.
Τι θα λέγατε στους αναγνώστες μας που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας;
Δεν μου αρέσουν οι υποδείξεις ενός συγγραφέα στους αναγνώστες, του τύπου «πώς να διαβάζουμε» ή «γιατί να διαβάζουμε». Θα τους έλεγα μόνον ένα πράγμα: να ψάχνουν βαθιά μέσα τους για να καταλάβουν τι τους αρέσει πραγματικά και γιατί, όχι τι πρέπει να τους αρέσει επειδή το υπαγορεύει η μόδα ή η επίσημη κουλτούρα. Έτσι θα γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους και θα μπορούν να έχουν έναν γνήσιο διάλογο με τον κόσμο που τους περιβάλλει.
Η νοσταλγία της πραγματικότητας
πηγή: diastixo.gr

4 σχόλια:

  1. Ωραία συνέντευξη.Ειδικά το κομμάτι για το πως το σχολείο μας κάνει να μη θέλουμε να βλέπουμε βιβλίο μπροστά μας,σε συνδυασμό με την ξερολίαση που έχουμε σαν λαός με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο(μεγάλη δουλειά που συμφωνείς εσύ θα μου πείτε και θα έχετε και δίκιο).

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. παπα-Κώστα
    οι μαθητές σιχαίνονται το σχολείο -νομίζω- τόσο από τα βαρετά και άχρηστα που αναγκάζονται να μαθαίνουν, όσο και από την κρυφή εχθρότητα αρκετών διδασκόντων που στερούνται εκείνη την ανεκτίμητη, παλιοκαιρίτικη παιδαγωγική συνείδηση και αγάπη η οποία μπορεί να κάνει θαύματα.

    Ο Δημ.Κούρτοβικ είναι ένα από τα τρία-τέσσερα πρόσωπα για χάρη των οποίων αγοράζω τα ΝΕΑ ακόμη...
    ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ναι,να μην πω τη γνώμη μου για την παλιοκαιρίτικη παιδαγωγική πάλι γιατί δε νομίζω ότι θα συμφωνήσουμε.
    Δεν ξέρω αν φταίει το ότι είναι βαρετά και άχρηστα αυτά που μαθαίνουν.
    Θυμάμαι ότι το πιο ενδιαφέρον βιβλίοπου διάβασα σε όλες τις τάξεις (δημοτικό-γυμνάσιο-λύκειο) ήταν τα έργα του Λουκιανού.Οι Νεκρικοί Διάλογοι και η Αληθινή Ιστορία(κάτι σαν αρχαίος Πόλεμος των Άστρων).Ε,λοιπόν,η φιλόλογος που είχαμε το δίδασκε τόσο απαίσια που αισθανόμουν σαν ρεμπέτης σε όπερα.Θυμάμαι ότι μετρούσαμε πόσο "εεεεε" έλεγε όταν ανέλυε το μάθημα.Γύρω στα 45 την ώρα!
    Και δεν μπορώ να θυμηθώ πάνω από 4-5 καθηγητές που να προσπάθησα ποτέ να μας ξυπνήσουν την αγάπη για μάθηση,έρευνα,διάβασμα.Κάτι.Αυτή την εχθρότητα που λες,τη συνάντησα αλλά σε λίγους,να πω την αλήθεια,καθηγητές.Αδιαφορία όμως με το τσουβάλι.
    Ένα,μεγάλο,ελαφρυντικό που έχουν πάντως οι εκπαιδευτικοί είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να εργαστούν.Το ίδιο το σύστημα παιδείας τους δένει τα χέρια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. παπα-Κώστα μου
    η δική μου μακροχρόνια εκπαιδευτική εμπειρία σε γυμνάσια αλλά και σε λύκεια, με δίδαξε ότι αν ο δάσκαλος επιθυμεί διακαώς να προσεγγίσει το μαθητή, και αν ο μαθητής διαθέτει μια έστω και βαριεστημένη διάθεση να αφομοιώσει το παιδαγωγικό αγαθό, το ποθούμενο θα επιτευχθεί..

    Ναι..είναι αλήθεια...οι διαταγές του Υπουργείου και των Συμβούλων αγχώνουν και πιέζουν αλλά...ο δάσκαλος με αγαπητική φωτιά μέσα του, ξέρει πώς να αντιμετωπίσει την κατάσταση κατά περίπτωση.

    Προσωπικά διδάχτηκα τα καλύτερα από τους μαθητές μου
    (αλλά και τους εξαιρετικούς συναδέλφους και διευθυντές με συνείδηση) του Εσπερινού Λυκείου Πατρών, της επαρχίας και άλλων περιοχών Αθήνας και Πάτρας.

    Επίσης, ενθυμούμενη τους δικούς μου δασκάλους, βρίσκω και γω ανάμεσά τους 4-5 ονόματα που την ψυχή μου σε κείνα τα δύσκολα χρόνια της παιδικής ηλικίας αλλά και της εφηβείας την στήριξαν και την φώτισαν.

    Πάντα θα τους ευχαριστώ!
    ...........................................
    Ξαναπηγαίνοντας στον Κούρτοβικ να πω ότι διάβασα μια κριτική του για τον Κωστή Παπαγιώργη.

    "Θεός" ο μακαρίτης ο Παπαγιώργης στα γραψίματα αλλά και ο κριτικός Κούρτοβικ..ισάξιος!
    ;-)
    Επίσης στο ΒΗΜΑ ΜΕΝ είδα προχτές μια συνέντευξη που πήρε η Μ. Αστραπέλλου από τον Κούρτοβικ.

    Με εντυπωσίασε.
    «Εγραψε» πάλι ο ευφυέστατος πλην σεμνότατος και ειλικρινέστατος κύριος που παρότι εξοντωτικά «διαβασμένος - και ενίοτε, για μένα, ανυπόφορα κουλτουριάρης- καταφέρνει παρόλα αυτά, να ενδιαφέρονται για το λόγο του τρελές γραίες ...αλλά και οχι ευάριθμοι νεολαίοι..
    ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή