Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Τα τρύπια χέρια-Νικηφόρος Βρεττάκος


Τα τρύπια χέρια

Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτα , είπες.
Τίποτα,
είναι τρύπια τα χέρια μου.
Ενώ
τον ουρανό που ήταν πάνω μου εσύ μου τον έφερνες.

Κι η πολιτεία ήταν όμορφη εκείνο το βράδυ.
Κι όλα είχαν όψη τρυφερή και ήρεμη......
.....................
Βαθιά στην καρδιά μου
σιγοψιχάλιζε ένα φως σαν στριμμένο μετάξι.
Μα περπατούσαμε σιγά στο δρόμο, γιατί εσύ,
κρατούσες κάτι σαν γρανίτη ή βαρύ φως.
Γιατ' είχες
εσύ τα χέρια σου γιομάτα.
Τόσο, που
μόλις εσήκωνες το βάρος.
Μόλις που μπορούσες
να ορίζεις το βήμα σου.
Γιατ' είχες τα χέρια σου
φορτωμένα με πέτρες
κομμένες
απ' το
λατομείο του ήλιου.
Απ' αύριο
θ' αρχίζω να χτίζω.

Νικηφόρος Βρεττάκος

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Μηδέν και Ένα υπαρξιακές καταστάσεις


Είπε,σήμερα, κάποιος πολύ προσφιλής μου- με εξομολογητικό τόνο,
και αναφερόμενος σε επίπονες διαδικασίες ωρίμανσης-
ότι κολυμπάει προς το Φώς
και
χάρηκα απίστευτα που το άκουσα.

"O Χρόνος ο παρών και ο παρελθών,
 είναι ίσοι και οι δύο παρόντες στο μέλλοντα χρόνο", γράφει ο Τ.Έλιοτ.

Πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς;

Τίποτα δεν χάνεται από τις μνήμες μας.

Απλά, τροποποιείται η ερμηνεία και η αξιολόγησή τους.

Στην προηγούμενη δημοσίευση, ο ποιητής εκφράζει μια πίκρα.

Για πολλά χρόνια αυτοί οι στίχοι του, εύρισκαν απήχηση στην ψυχή μου,
μέχρι που
α φ υ π ν ί σ τ η κ α
από τη φράση του
Αγίου Αθανασίου Αλεξανδρείας,
του αναφέροντος
ότι κάθε άνθρωπος,
είναι ή κ ε ν ό ς
ή π λ ή ρ η ς!

Τότε θαύμασα, αντιλαμβανόμενη
- με σύγχρονη γλώσσα μιλώντας-
 πως ο καθένας από μας, βρίσκεται

ή σε κατάσταση μ η δ έ ν , ή σε κατάσταση Έ ν α!

Με μ η δ έ ν και Έ ν α, αυτή τη στιγμή, προχωρεί το πρόγραμμα των υπολογιστών.

Με μ η δ έ ν και Έ ν α -υπαρξιακές καταστάσεις
-προχωρεί το πρόγραμμα του εγκόσμιου βίου μας

Και συνεχίζοντας ο Μ. Αθανάσιος
τονίζει ότι αν μεν ο άνθρωπος, δεν έχει εντός του Πνεύμα Αγιο,

κ ε ν ό ς εστι-και προς το μ η δ έ ν τείνει-

εάν όμως έχει εντός του, Πνεύμα Άγιο, είναι π λ ή ρ η ς,

και τείνει στον Έ ν α, Κύριον, κατά τον ειπόντα Θεόν: ενοικήσω εν υμίν

και εμπεριπατήσω και έσομαι υμίν εις πατέρα και έσεσθέ μοι εις υιούς και θυγατέρας,

λέγει Κύριος Παντοκράτωρ
(Β Κορινθ.κεφ.στ΄)

Όταν αποκτηθεί αυτό το αίσθημα-γεύση, της εσωτερικής
π λ η ρ ό τ η τ α ς
εν Αγίω Πνεύματι τότε, απο τη μακάρια ψυχή και οι κατά κόσμον δυσ-τυχίες,
ως ευ-λογίες προσλαμβάνονται και βιώνονται, και εισέρχεται ο πιστός
π ρ α γ μ α τ ι κ ά -και όχι κατά φαντασίαν που λένε κάποιοι άγευστοι- σε χώρο
ο ν τ ο λ ο γ ι κ ής αλλοίωσης , μετα-μόρφωσης και μυστικής ευφροσύνης.

Το γεγονός ότι υπάρχει το πρόβλημα της ανθρώπινης τρεπτότητας και της μερικής
ή κάποτε και ολικής -κατά το φαινόμενο-απόσυρσης της Χάριτος, είναι ένα άλλο, εξαιρετικά σοβαρό ζήτημα, για το οποίο έκαστος, σε συγκεκριμένο αγώνα πρέπει να αποδυθεί, με τη βοήθεια των όπλων της Εκκλησίας και την καθοδήγηση της εμπειρίας Πάντων των Αγίων και της Υπεραγίας Κυρίας Θεοτόκου, της Ελπίδος και Σωτηρίας μας...

Σαλογραία
(κατά κόσμον η Ευαν. Παναγοπούλου-Κουτσούκου)

Τα πρώτα μου χρόνια τ'αξέχαστα....Ποίημα Κ.Παλαμά


Τα πρώτα μου χρόνια τ' αξέχαστα τα ΄ζησα κοντά στ' ακρογιάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη στη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη
Και κάθε φορά που μπροστά μου η πρωτάνθιστη ζωούλα προβάλλει
και βλέπω τα ονείρατα κι ακούω τα μιλήματα των πρώτων μου χρόνων κοντά στο ακρογιάλι
στενάζεις καρδιά μου το ίδιο αναστέναγμα Να ζούσα και πάλι
στη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη στη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη
Μια μένα είναι η μοίρα μου μια μένα είνε η χάρη μου δεν γνώρισα κι άλλη
Μια θάλασσα μέσα μου σα λίμνη γλυκόστρωτη και σαν ωκιανός ανοιχτή και μεγάλη
Και να! μεσ' στον ύπνο μου την έφερε τ' όνειρο κοντά μου και πάλι
τη θάλασσα εκεί τη ρηχή και την ήμερη τη θάλασσα εκεί την πλατιά τη μεγάλη
Κι εμέ τρισαλίμονο! μια πίκρα με πίκραινε μια πίκρα μεγάλη
και δε μου τη γλύκαινες πανώριο ξαγνάντεμα της πρώτης λαχτάρας μου καλό μου ακρογιάλι!
Ποια τάχα φουρτούνα φουρτούνιαζε μέσα μου και ποια ανεμοζάλη
που δε μου την κοίμιζες και δεν την ανάπαυες πανώριο ξαγνάντεμα κοντά στ' ακρογιάλι
Μια πίκρα είν' αμίλητη μια πίκρα είν' αξήγητη μια πίκρα μεγάλη
η πίκρα που είν' άσβηστη και μεσ' τον παράδεισο των πρώτων μας χρόνων κοντά στο ακρογιάλι
Κωστης Παλαμας

Ενας ήλιος για το παιδί που κρύβουμε μέσα μας-Ποίημα


H Μάνα

(του Μαχμούντ Νταρούς, παλαιστίνιου αγωνιστή)

Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου
Αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απο τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται απο το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου
Στην ταράτσα του σπιτιού σου

Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω
Στην άδεια σου αγκαλιά

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες- Ποίημα


Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π' αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοι τους φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π' άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

(Απο τα ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΓΓΙΞΑΝ)

Επιστροφές- Ποίημα Ν.Βρεττάκου


Επιστρέφω συχνά στη γενέθλια γη μου.
Εκεί, με βλέπει η χλόη, με ακούει
το χώμα, γνωρίζω τρεις λέξεις ανέμου.
Τα τοπία της είναι σαν μια αγκαλιά που
με παίρνει. Κ' ενώ ταλαντεύεται το κεφάλι μου
αστήριχτο, πέφτουν τα χέρια μου όπως
τα χέρια του Ιησού στους φιλεύσπλαγχνους
ώμους του Ιωσήφ , μετά την αποκαθήλωση

(Νικηφόρος Βρεττάκος )

Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009

Περισπασμός και γνήσια μέριμνα


Κυπριανέ μου
Νομίζω είναι πολύ σωστή η παρατήρησή σου.

Έγραψες:

"Η μέριμνα,όπως στο οικείο εδάφιο αναφέρεται,αφορά στον περισπασμό του νού.
Και όταν ο νους περισπάται,στη νοερά προσευχή,δεν κοινωνεί τον Θεό.

Όμως οι ταπεινοί άνθρωποι,οι ταπεινοί τη καρδία άνθρωποι,είναι πάντα απερίσπατοι και πάντα κοινωνούν τον Θεό.

Ήταν αυτό που συνήθιζαν να λένε,αυτό το "έχει ο Θεός",και τα έβγαζαν πέρα με όλες τις αντιξοότητες".

28 Ιούλιος 2009 5:05 πμ
......................................................................................
Ας ορίσουμε τι εννοούμε μιλώντας για περισπασμό του νού.

Προσωπικά, εννοώ το να πηγαινοέρχεται ο νούς απο το ένα αντικείμενο στο άλλο, απο το ένα θέμα στο άλλο, με ένα ά γ χ ο ς να τα προλάβει όλα κατά τον καλύτερο-σύμφωνα με την άποψή του νου- τρόπο, και αυτή η ψευδαίσθηση του νου, ότι όλα μπορεί να τα προλάβει ή να τα ελέγξει, αυτή η ψευδαίσθηση – λέω- μπορεί στην κυριολεξία να τρελάνει ελέφαντα.

Ο περισπασμός, εφόσον ζούμε εν τω κόσμω, και τα αντικείμενα ζητούν τη φροντίδα και την προσοχή μας, θεωρώ ότι είναι αναπόφευκτος.

Εκείνο που η Ορθόδοξη Εκκλησία, μας δίδει ως ανεκτίμητο Δώρο, είναι ο εξωτερικός μεν περισπασμός, με εσωτερική δε, αδιάλειπτη εστίαση-επίκληση εν ταπεινώσει, 
στο Ονομα του Κυρίου Ιησού Χριστού.

Ενώ οι άνθρωποι οι μη έχοντες Πίστη, περισπώνται, δίχως εστίαση.

Ο περισπασμός δίχως εστίαση άγια, μυστική, 
είναι η εισαγωγή μας στον Πόνο της Κόλασης, απο τούτον τον βίο.

Όσοι έχουμε την ελπίδα μας στον Κύριο, ναι τρέχουμε, ναι φροντίζουμε, ναι κάνουμε σχέδια,
αλλά
πάντα εστιάζουμε στο Θέλημα του Κυρίου και προσθέτοντας: 

"Αν θέλει ο Θεός, θα πάω εκεί, θα κάνω το ένα, το άλλο..."
καταφέρνουμε και διατηρούμε το κέντρο της ύπαρξής μας, σε ισορροπία.

Έλεγαν σοφά οι παλιότεροι, το "Εχει ο Θεός", και το "Αν θέλει ο Θεός".

Το έλεγαν διότι εξ εμπειρίας γνώριζαν ότι σε κάποιες περιπτώσεις, 
πραγματικά
δ ε ν θέλει ο Θεός και είναι οδυνηρό σαν πρόσκρουση σε γρανιτένιο τοίχο, 
-ο άνθρωπος- το αναπόδραστο θέλημα του Κυρίου, να μην το αποδέχεται.

Όποιος αποδέχεται την κάθε στιγμή, τη γνήσια μέριμνα,
τού να τηρεί, δηλαδή, τις Εντολές του Ευαγγελίου το κατά δύναμη,
και να ακυρώνει -το κατά δύναμη πάλι- το προσωπικό θέλημά του, 
όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, 
εκείνος, τότε, αξιώνεται να γίνει κατοικητήριο της Ειρήνης
που είναι ο τρίτος καρπός του Παναγίου Πνεύματος,
κατά τη διδασκαλία της Αγιώτατης Ορθόδοξης Εκκλησίας μας

Ευανθία η Σαλογραία
(κατά κόσμον η Ευαν. Παναγοπούλου-Κουτσούκου)

Το καλοκαίρι, τα τζιτζίκια και η παιδική μου ψυχή


Στο ίδιο κάστρο, εκείνο το -πλήρες φωτός- μεσημέρι του Ιούλιου, συνάντησα μια άλλη παλιά αγάπη:

Πάνω σε τεντωμένο σκοινί –απλωμένο για προστασία των περιηγητών- αντίκρισα να ισορροπεί ειρηνικά, μια τζιτζικομάνα, τουτέστιν, ένα μεγάλο τζιτζίκι.

(Τζιτζικομάνες τα λέγαμε, όταν ήμασταν αγαθοβιόλικα μικρά.
Ηταν, πράγματι, μάνα; Ήταν, πράγματι, πατέρας;
Κάποτε όλες οι απορίες θα λάβουν απάντηση)

Το συναπάντημα πρόβαλε απροσδόκητο.

Πάλι μια χαρά παιδική - χαρά με φουστανάκι πεντάχρονου κοριτσιού- φάνηκε στης καρδιάς μου την πόρτα.
Τα τζιτζίκια υπήρξαν αρμονικότατη μουσική ταπετσαρία, στα καλοκαίρια της ηλικίας της αθωότητας, εκεί στην όμορφη πόλη  με το αλησμόνητο κάστρο.

Τα καλοκαίρια που μου φαίνονταν ο χρόνος ατέλειωτος.

Με θυμούμαι τα μεσημέρια- όταν οι μεγάλοι αναπαύονταν - να βγαίνω νυχοπατώντας απ' το σπίτι,
και να χάνομαι μέσ' στο μικρό ελαιώνα που βρισκόταν τριγύρω.

Πάνω στις γκρίζες, τραχιές επιφάνειες των σοφών δέντρων, δεκάδες μικροί φίλοι τερέτιζαν
μέσ' στο εκτυφλωτικό λιοπύρι, ασταμάτητα.

Πόσο μου άρεσε να επιδίδομαι σε κυνήγι τζιτζικιών, το καταμεσήμερο!

Τα πλησίαζα όσο γινόταν πιο αθόρυβα και τα καπάκωνα ξαφνικά με την παλάμη.
Αυτά τα καημένα, ξαφνιάζονταν,  τρόμαζαν και χτύπαγαν τα διάφανα φτεράκια τους.
Τα περιεργαζόμουν προσεκτικά.
Τα καθησύχαζα, δήθεν, μιλώντας τους- λες και κάτι μπορούσαν να ακούσουν-τα κράταγα για λίγο -στο ιδρωμένο απ' τη ζέστη και την προσπάθεια-χεράκι και,
μετά,  τα άφηνα πάλι ελεύθερα, να εκτοξεύονται  αστραπιαία σαν πανικόβλητες σφαίρες
με κοφτό βόμβο - να εξαφανίζονται στα ασημιά των ελιών τα φυλλώματα.

Σύμβολο ξεγνοιασιάς τα τζιτζίκια.

Σύμβολο και α-μερι-μνησίας.

Τα περιγράφει και ο σχετικός μύθος του τζίτζικα με τον μέρμηγκα.

-Εκείνος, ρε παιδί μου, ο τζίτζικας-στο μύθο- όλο τραγούδι και χαβαλέ.
Τίποτε, απολύτως, για επαγγελματικό προσανατολισμό!
Καμία, μα καμία έγνοια να διαβάσει, να περάσει στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, για Όνομααα!

- Τελικά, μήπως για όλα φταίνε τα γονίδια;
Μάλιστα, γιατρέ μου, τα γονίδια!
Διότι εάν τα γονίδια του έρμου του τζίτζικα τον ωθούσαν μόνο στο να ...τραγουδάει και να ζευγαρώνει, ποία είμαι εγώ που θα πάω και θα του ζητήσω ευθύνες;

Ένα σύμβολο ξεγνοιασιάς απ' τη μία.
Ξεγνοιασιάς σε υλικό επίπεδο.

Υπάρχει όμως και η Άγια Ξεγνοιασιά σε πνευματικό επίπεδο.

Αυτή τη δεύτερη, πόσοι την κατανοούν, πόσοι την επιδιώκουν;

Είναι το "Μη μεριμνάτε" που είπε ο Χριστούλης ο Λατρεμένος μου.

Και που κανείς -σχεδόν- δεν ακούει τη σοφή προτροπή Του.

Σκληρός ο Λόγος, όμως, είναι Πάσης Αποδοχής Άξιος.

Και ο έχων ώτα, ακούειν τα Τζιτζίκια,
ακουέτω...

Ευανθία η Σαλογραία
(κατά κόσμον Ευαν. Παναγοπούλου-Κουτσούκου)

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

H ευαίσθητη πεταλούδα-ψυχή




Τελικά, είμαστε οι άνθρωποι, απίστευτα συναισθηματικά πλάσματα.

Αυτή την αλήθεια, την κατανοούμε πάντα με τεράστια και καταϊδρωμένη καθυστέρηση.
Κάθε φορά που βιώνουμε ένα γεγονός, νομίζουμε - το βιώνουμε -εν πολλοίς- εν ψυχρώ.

Και δεν είναι π ο τ έ έτσι.
Επίσης, τρέφουμε  την ψευδαίσθηση, ότι εύκολα χάνονται οι μνήμες των εμπειριών μας.

Και πάλι δεν είναι π ο τ έ έτσι.
Οι μνήμες δεν χάνονται.

Προσωπικά, μεγάλωσα στην πόλη αυτή.
Η μάνα της φίλης, ήταν κάτι σαν μάνα- νούμερο δύο, για μένα.
Είχε και τέσσερις μοσχοθυγατέρες.

Η ίδια ήμουν μοναχοπαίδι-και παρίστανα την πέμπτη κόρη, την "ψυχοκόρη", όπως με φώναζε χαϊδευτικά, κι ο καλός τους πατέρας- ήμουν μοναχοπαίδι και μάλιστα σκληρά
- από την κακή σχέση των γονέων- δοκιμαζόμενο.

Πήγαινα, όμως-και αυτή ήταν η δική μου άτυπη ψυχοθεραπεία- κάθε μέρα, απ' το σπίτι
 που έμενα,αρκετά μακριά, δεκαπέντε λεπτά δρόμο με τα μικρά ποδαράκια μου, προς τα δυτικά, κοντά στη θάλασσα,  στο σπίτι της κυρα- Μαρίας, προκειμένου να παίξω με τις λατρεμένες φιλενάδες μου, και φτάνοντας, παρακάλαγα την μάνα τους με...διακονιάρικο ύφος:

"Κυρά- Μαρία μου, δώ μ' μια φέτα ψωμί ζυμωτό, βρεμένο με ζάχαρη!"

Και η άγια γυναίκα της σιωπής, της προσφοράς και του καθήκοντος, έκοβε μια φετάρα απο το τεράστιο καρβέλι, που κάθε τόσο ζύμωνε με τα ακούραστα χεράκια της,  για την πολυμελή οικογένεια.

Έκοβε μια φέτα που φάνταζε στα μάτια μου,  ατέλειωτη σαν αεροπλανοφόρο, την έβρεχε,
την πασπάλιζε με ζάχαρη και την καταβρόχθιζα  με βουλιμία -όπως ο Σπίθας
που διάβαζα στο "Μικρό Ήρωα", ότι μασούλαγε βογκώντας τις γαλέτες- γλυκαίνοντας, με το ζαχαρωμένο ψωμί,  την πληγωμένη ψυχή μου.

Είναι απίστευτο, πώς μια φέτα ψωμί με ζάχαρη, μπορεί να γλυκάνει και να θεραπεύσει ψυχή!

Και όμως συνέβαινε!

Τούτη είναι η μυστική, η παντοδύναμη παρουσία της αγνής αγάπης...

Είχα καιρούς να πάω σε αυτή την υπέροχη, μικρή , παραθαλάσσια πόλη της Κυπαρισσίας Μεσσηνίας.

Το μνημόσυνο έγινε στην Ευαγγελίστρια, εκεί που σύχναζα μικρή, ανεβαίνοντας στο γυναικωνίτη-προσευχόμενη και κάποιο πεντάλεπτο στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, αλλά προπαντός, σκυμμένη κοιτάζοντας με ενδιαφέρον αμείωτο, ποιος έμπαινε και ποιος έβγαινε στον κυρίως ναό, αφού άναβε το κερί του.

Ευλογημένος ο Θεός των Πατέρων μας, ο μακροθυμών και επανάγων ημάς,  εις το καθ' ομοίωσιν με άπειρους τρόπους...

Το μνημόσυνο ήταν πάντως, χαρμόσυνο!

Πλήρης ημερών "εν τη αμερίστω αγάπη",  που έγραφε και ο Καβάφης,έφυγε η κυρα- Μαρία και έχοντας εκπληρώσει κάθε επίγεια υποχρέωση, ως πιστός και φιλότιμος στρατιώτης Χριστού,
 που όλη της τη ζωή- εν επιγνώσει ή και ανεπιγνώστως- υπήρξε.

Μετά τούς καφέδες, μετά το φαγητό, και αφού ασπαστήκαμε με συγκίνηση οι παλιές φιλενάδες η μία την άλλη- δίνοντας ραντεβού σε πιο ευχάριστα γεγονότα- ανηφορίσαμε με τον Πέτρο, στο κάστρο της πόλης.

Ηταν καταμεσήμερο, Ιούλιος ο μήνας και η ζέστη πολλή.

Το κάστρο της Κυπαρισσίας πανέμορφο, από ακαταμάχητο φως μεσημβρίας, μεταμορφωμένο...
Καθίσαμε σε μια πέτρα να ξαποστάσουμε απ' την ανηφόρα.

Και τότε φάνηκε αυτή η πεταλούδα της φωτογραφίας.
Πέταξε απαλά και παιγνιδιάρικα πάνω απ' το κεφάλι μας.
Σκέφτηκα φωναχτά:
-Λες να είναι η ψυχή της κυρα -Μαρίας;
-Α ναι. Στα παραμύθια θα μπορούσε να είναι!
Η πεταλούδα, σαν ανάερο φιλί ντροπαλής παρουσίας, με μια μεταφυσική χάρη θα έλεγα, γυρόφερνε πάνω απο τα κεφάλια μας.
Ακούραστη, και αθόρυβη στην κίνησή της, σαν την ακάματη  ύπαρξη  της μάνας των μικρών μου φιλενάδων ...
Με έπιασε μια περίεργη και απροσδόκητη συγκίνηση.
Τη μεγάλωνε η ησυχία του κάστρου,  των ατελείωτων περιπάτων της παιδικής μου ηλικίας, μαζί με τις κολλητές μου...
Επεθύμησα να αιχμαλωτίσω την εικόνα στη ψηφιακή μνήμη που κουβαλάγαμε...
Και τότε η πεταλούδα, σαν να κατάλαβε τη σκέψη, ήρθε και ακούμπησε απαλά πάνω σε καταπράσινο θάμνο .
Την πλησίασα και τράβηξα μία, δυο , τρεις, τέσσερις, πέντε, φωτό...από κοντά και όλο απο πιο κοντά, και κείνη δεν έφευγε, παρά μονάχα όταν η ...καλλιτεχνική μου προσπάθεια, έλαβε τέλος...

Απο μικρή με μάγευαν οι πεταλούδες.

Αυτή η συγκεκριμένη, όμως, θα μείνει στη μνήμη μου, σαν αποτύπωμα της ζωής της κυρά Μαρίας:

Ένα, μικρό, πολύτιμο, εύθραυστο, σιωπηλό αριστούργημα.

Όπως ήταν η δια βίου προσφορά της στην οικογένεια.

Ο Κύριος, ας της χαρίζει πολλαπλάσια ανάπαυση.

Ας της δίνει τη χαρά μυριάδων φετών ψωμιού βρεμένων με ζάχαρη- όπως αυτό εξαργυρώνεται στις πνευματικές ουράνιες τράπεζες...

Ας είναι η ψυχή της, κάτω απο τη σκιά των φτερών των Αγίων Αγγέλων, μέχρι εν Αφάτω αγαλλιάσει και Αγάπη, να ξανασυναντηθούμε...

Ευανθία η Σαλογραία
(κατά κόσμον Ευαν. Παναγοπούλου-Κουτσούκου)

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

Οι περιστεριώνες της Τήνου




Το κάθε ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη, δεν είναι παρά ένας κολπίσκος ... κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών ... περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια ...
(Οδυσσέας Ελύτης)