Αντιστέκομαι
όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές σαν τα κόκκαλα τ' αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας, που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα, αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους χυμούς, ειρήνη και φως..
(Νικ.Βρεττάκος)
Email:filikitati@hotmail.com
Οι τύραννοι κάθε τύπου πάντα γνώριζαν την αξία της ψυχαγώγησης των μαζών ως τρόπου κατευνασμού. Όμως οι περισσότεροι από αυτούς δεν φαντάστηκαν ούτε στο πιο τολμηρό τους όνειρο ότι θα έφταναν σε μια κατάσταση όπου οι μάζες θα αγνοούσαν κάθε τι μη ψυχαγωγικό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι τύραννοι πάντα βασίζονταν -και ακόμη το κάνουν- στη λογοκρισία.
Σε τελική ανάλυση η λογοκρισία είναι ο φόρος τιμής των τυράννωνστην υπόθεση ότι ο λαός γνωρίζει τη διαφορά μεταξύ σοβαρού λόγου και ψυχαγωγίας και μεριμνά για αυτό.
Πόσο ευχαριστημένοι θα ήταν όλοι οι βασιλείς , οι τσάροι και οι φύρερ του παρελθόντος (καθώς και οι κομισάριοι, του σήμερα), αν γνώριζαν ότι η λογοκρισία παύει να αποτελεί αναγκαιότητα όταν όλος ο πολιτικός λόγος παίρνει τημορφή χωρατού. ( Νιλ Πόστμαν, από το βιβλίο "Διασκέδαση μέχρι θανάτου" εκδόσεις Δρομέας, σελ.153 )
Το πιο κάτω άρθρο του κ. Κ. Τσιρόπουλου επιβεβαιώνει περίτρανα τον συνεχή διωγμό των πιστών και ευσεβών που στις μέρες μας έχει ενταθεί την ίδια ώρα που η πατρίδα χάνεται και οι καλοί σου... χτενίζονται.
Ας τον μελετήσουμε: ..................................................................................
Τσιρόπουλος Κώστας
Ὑπάρχει μία λέξη πού ἀγκυλώνει, πού τρυπᾶ τίς συνειδήσεις σήμερα, μία λέξη πού ἐνοχλεῖ, πού προκαλεῖ ἔξαψη, λοιδορία, ἐχθρότητα, μίσος τυφλό, μία λέξη πού καίει, πού ἐξαγριώνει τούς πολλούς τῶν καιρῶν μας, λέξη-καρφί, λέξη-μαχαίρι, λέξη-πυρακτωμένη βουκέντρα πού ἐξεγείρει, πού ἐρεθίζει, πού γεννᾶ μανία σατανική καί λύσσα.
Δέν πρόκειται γιά τίς τρέχουσες ἤ τίς νεόκοπες λέξεις τῆς πολιτικῆς προπαγάνδας καί τῆς δημοσιογραφικῆς ἀοριστολογίας. Ἀντίθετα, εἶναι λέξη παλιά κι ὅμως αἰώνια ἐπίκαιρη, λέξη πού πιάνει πολύ χῶρο στή ζωή μιᾶς κοινωνίας, ὅποιας κοινωνίας, ὅποιου πολιτικοῦ συστήματος γέννημα κι ἄν εἶναι αὐτή, λέξη πού πάνω της στηρίζεται ἡ ζωή κι ὁ θάνατος, δυναμική, ἐκρηκτική, τελεσφόρα, ἐρεθιστική.
Δεν θέλουμε να ακούμε τον πόνο του άλλου - θέλουμε τους ανθρώπους που θέλουν να μας κάνουν να είμαστε χαρούμενοι, μας λέει ο πρωτοπρεσβύτερος Σταύρος Κοφινάς, Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής και Υπεύθυνος του Δικτύου του Οικουμενικού Πατριαρχείου για την Ποιμαντική στο Χώρο της Υγείας, στο τέταρτο και τελευταίο μέρος της συνέντευξής του σχετικά με τη θλίψη των γιορτών.
Θα διαβάσεις αγαπημένο μου, τα σχετικά από τη σελίδα του Προσκυνητή, πατώνταςΕΔΩ.
Μπορείς να μάθεις επίσης και για τηθαυμαστή αφθαρσία του λειψάνουντου επισκόπου Κωνσταντίνου, πατώντας.... ΕΔΩ. Ευανθία η Σαλογραία
Στο γέροντα έρχονταν και πολλοί νέοι
άνθρωποι πού παραπονούνταν πώς είναι μελαγχολικοί και υποφέρουν από αϋπνίες και
έλλειψη όρεξης. Αυτούς ό γέροντας τούς έπαιρνε στη μέση της αυλής, τούς έλεγε
να κάνουν 450 εδαφιαίες μετάνοιες και τούς προέτρεπε να κάνουν το ίδιο και στο
σπίτι τους κάθε βράδυ.
Τούς συμβούλευε επίσης να φορούν
στο λαιμό τους σταυρό, να μην πίνουν,να μην καπνίζουν,να εκκλησιάζονται, να
νηστεύουν τις καθορισμένες από την Εκκλησία νηστείες και να κοινωνούν. Τότε,
σύμφωνα με τά λεγόμενά του, όλα τά «νεύρα» θα φύγουν και θα γίνουν υγιείς. Πρόσθετε επίσης πώς με τά νεύρα αισθανόμαστε πόνο, όταν όμως η ψυχή είναι
άρρωστη δε σημαίνει πώς είναι άρρωστα και τά νεύρα αλλά οι δαίμονες μάς
βασανίζουν και τότε χρειάζεται προσευχή για να τούς νικήσεις.
Ο γέροντας αγαπούσε πολύ τη φύση.
Την αισθανόταν. Προσπαθούσε να ομορφύνει τη γη με λουλούδια και διάφορα δέντρα.
Σε όσα μέρη κι αν έζησε, όπως στη Λαύρα του Ποτσάεφ, στο κοιμητήριο των
μοναχών, στην Ίαλόβιτσα, άφησε πίσω του ένα ζωντανό μνημείο με καλλωπιστικά
φυτά και λουλούδια αλλά και οπωροφόρα δέντρα.
Η άνοιξη ήταν γι’ αυτόν μια
παραδεισιακή εποχή. Ο γέροντας έλεγε πώς μέχρι την εποχή του θερισμού, όλη η
χλωρίδα, το χορτάρι, τά λουλούδια, τά φύλλα των δέντρων και τά δεντρύλια είναι
φρέσκα, λαμπερά και γεμάτα ζωή, ενώ μετά τον καιρό του θερισμού έρχεται το
φθινόπωρο και τά φύλλα αρχίζουν να χάνουν το χρώμα τους, τη φρεσκάδα τους.
’Έτσι είναι κι ο άνθρωπος…
Ο στάρετς .... είχε
καλή καρδιά. Λυπόνταν πολύ για τις ψυχές τών κακών ανθρώπων, επειδή το κακό δεν
είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης. Το κακό εμφανίζεται στον άνθρωπο με την
επήρεια των δαιμόνων, γι’ αυτό κι οι κακοί άνθρωποι φτάνουν στο σημείο να
μοιάζουν μ’ αυτούς. «Κάθε αμαρτία τυλίγει την ανθρώπινη ψυχή σαν ένας ιστός
αράχνης, γιατί η κακία είναι σαν την ατσάλινη κλωστή. Προσπάθησε να την
σπάσεις. Κακοί άνθρωποι σκότωσαν τον τσάρο και τώρα χλευάζουν τούς ορθοδόξους.Είναι μεγάλη ευτυχία για μάς πού αξιωθήκαμε να γεννηθούμε ορθόδοξοι.
Επειδή, να, πολλοί λαοί
δυστυχώς δε γνωρίζουν την Ορθοδοξία», επαναλάμβανε συχνά ο γέροντας. Δέκα χρόνια
πριν από την αγιοκατάταξη του αγίου πατριάρχου Τύχωνος -μεγάλου ομολογητή της
Ορθόδοξης πίστης- ο γέροντας .... τον θεωρούσε ήδη άγιο και είχε τη φωτογραφία
του δίπλα από την εικόνα του αποστόλου Ανδρέα.
Ο Γέροντας ισχυριζόταν
πώς οι εκπομπές της τηλεόρασης αδειάζουν την ανθρώπινη ψυχή και την
παρεκκλίνουν από το δρόμο της σωτηρίας. Μετά την παρακολούθηση τέτοιων εκπομπών
ο άνθρωπος δε θέλει να προσευχηθεί- και αν προσευχηθεί, θα το κάνει μόνο με τά
χείλη, η καρδιά του θα είναι μακριά από το Θεό. Μια τέτοια προσευχή κατά το
γέροντα είναι «εις κατάκριμα». «Η σωτηρία δεν είναι εύκολο πράγμα», έλεγε ο
γέροντας.
«Εγώ δε θα σάς δώσω τη
σωτηρία «στο πιάτο». Αγωνιστείτε και προσευχηθείτε μόνοι σας. ’Αν θέλετε να
σωθείτε, γίνετε κουφοί, μουγγοί και τυφλοί για τον κόσμο».
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟΣΙΟΣ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΣ ΤΗΣ ΛΑΥΡΑΣ ΤΟΥ ΠΟΤΣΑΕΦ. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
ΚΟΝΙΣΠΟΛΙΑΤΗ. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2015
H φωτογράφος Βγαίνει στους δρόμους και κυνηγάει στιγμές. Οπλίζει τη φωτογραφική της μηχανή και σημαδεύει σαν να εκμαιεύει μυστικά. Φωτογραφίζω, γι αυτήν σημαίνει θαυμάζω,απορώ, ερωτώ. Τις απαντήσεις τις βρίσκει μετά, μελετώντας τις φωτογραφίες. Θέλει να κατακτά την ομορφιά της συγκίνησης. Στο πρόσωπο και στις κινήσεις των άλλων βλέπει τον γεωφυσικό χάρη των συναισθημάτων. Παρατηρεί με πάθος τις δονήσεις της χαράς, τη σύσταση της αγωνίας, την έκταση της οργής, τη βαρύτητα του πόνου, το σχήμα της σιωπής, τα σημάδια της ανάγκης και της ανεμελιάς. Αιχμαλωτίζει στην ομίχλη το βάθος των πραγμάτων και τις διαστάσεις του ονείρου. Συλλαμβάνει τα πουλιά σε ομαδική μετακίνηση από φόβο ή από αγάπη, και τους γλάρους σε παιγνίδι ισορροπίας ανάμεσα στο νερό και στον αέρα. Συνομιλεί με γέροντες, που συντηρούν τη νεότητα της αυταρέσκειας και σέβεται τις σκιές των δέντρων και των παιδιών. Γιατί ξέρει καλά πως ό,τι περνάει, ό,τι ξεχνιέται ή φεύγει ποτέ δεν χάνεται αν έχει αγαπηθεί.
Διονύσης Καρατζάς
(Από τη συλλογή "Ακοιμήτων" εκδόσεις "Μετρονόμος" )