Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόλλυβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κόλλυβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2020

Τα Ψυχοσάββατα

Τα Ψυχοσάββατα

psixosabbato 

Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.

Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.

Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.

Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης )  γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.

Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα :  Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.

Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:

* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.

* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.

* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.

* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.

Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο: « Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».

Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κο 5,14).

Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας
Οι γυναίκες του χωριού τα Ψυχοσάββατα τρέχουν στο νεκροταφείο με ένα πιατάκι σιτάρι στο χέρι.Καθαρίζουν τους τάφους των δικών τους,ανάβουν τα καντήλια-και όσων τάφων δεν έχουν κάποιον να τους περιποιηθεί-και κουβεντιάζοντας-πόνος μοιρασμένος μισός πόνος-περιμένουν τον ιερέα να ψάλει τρισάγιο.Και,φυσικά, τα κόλλυβα είναι φτιαγμένα στο σπίτι,με κόπο, φόρο τιμής και μνήμης στους ανθρώπους που αγάπησαν.


Η συνταγή για τα κόλλυβα που παρουσιάζουμε αλλάζει από εποχή σε εποχή ανάλογα με τα προϊόντα που υπάρχουν στο εμπόριο(όταν είναι η εποχή του ροδιού δεν λείπει ποτέ από τα κόλλυβά μου)ή αυτά που έχω στο ντουλάπι μου.Πάντως φρόντίζω να μη λείπουν ποτέ οι ξηροί καρποί,αφού τους θεωρουμε,μαζί με το σιτάρι, τη βάση των κολλύβων.
Βράζουμετο σιτάρι(αν είναι με το φλοιό του καλό είναι να το μουσκέψετε αποβραδίς) καλά και το στραγγίζουμε(μπορείτε να το ξεπλύνετε και με κρύο νερό) .


Κατόπιν τα απλώνουμε σε μια πετσέτα για να φύγει το νερό.Στην πετσέτα το αφήνουμε όσο περισσότερο μπορούμε(όλο τα βράδυ αν πρόκειται να το ετοιμάσουμε το πρωί).


Λίγο πριν φύγουμε για την εκκλησία,ανακατεύουμε το σιτάρι με τα υπόλοιπα υλικά δηλαδή:σουσάμι καβουρδισμένο,καρύδια,αμύγδαλα( κανονικά άσπρα αφού συμβολίζουν τα "οστά τα γεγυμνωμένα"),φουντούκια-όλοι οι ξηροί καρποί χοντροκομμένοι-σταφίδες μαύρες και ξανθές,ξύσμα από λεμόνι ή πορτοκάλι(αν έχουμε ρόδι,ρίχνουμε από αυτό αντί για ξύσμα),λίγο μαιντανό(συμβολίζει τον "τόπον χλοερόν"),λίγη κανέλα και λίγες κουταλιές τριμμένη φρυγανιά(άλλες φορές ρίχνουμε τριμμένα μπισκότα).


Στη συνέχεια τα  βάζουμε σε μια πιατέλα και τα στρώνουμε καλά πατώντας τα με το κουτάλι.



Κατόπιν στο μύλο του καφέ(ηλεκτρικός) κάνουμε αλεύρι από μαλακά στραγάλια και τα απλώνουμε με το σουρωτήρι πάνω από τα κόλλυβα.Το στρώνουμε με ένα κομμάτι λαδόκολλας.                                                                                                                               



Ύστερα ρίχνουμεω με το σουρωτήρι ζάχαρη άχνη(για μισό κιλό σιτάρι βάζουμελίγο λιγότερο από μισό κιλό ζάχαρη άχνη).Το στρώνουμε επίσης καλά με το κομμάτι της λαδόκολλας που είπα πιο πάνω.


Τέλος στολίζουμε με κουφετάκια,σταφίδες,ξηρούς καρπούς ή ότι άλλο θέλει η φαντασία της νοικοκυράς.


ΚΑΛΗ  ΑΝΑΣΤΑΣΗ...
ΠΗΓΗ:" Τρελογιάννης"

Δείτε επίσης  :

Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2018

To θαύμα του Αγίου Θεοδώρου με τα κόλλυβα και κάποιες "παρεξηγήσεις"


Όταν έγινε βασιλιάς ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363) έκανε πολλά και διάφορα εναντίον των Χριστιανών καί προσπάθησε να αναστήσει την παλαιά ειδωλολατρική θρησκεία των Ελλήνων. 

Στην εποχή του είχαν ουσιαστικά ξαναρχίσει οι διωγμοί των Χριστιανών καί τα βασανιστήρια. 

Ο Ιουλιανός, γνώριζε πολύ καλά τα ήθη των Χριστιανών καί ότι την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής τηρούν αυστηρή νηστεία καί εξαγνίζονται μ’ αυτή καί τη θερμή προσευχή. Θέλησε, λοιπόν, να τους μιάνει με τις ειδωλολατρικές θυσίες. 

Γι’ αυτό καί κάλεσε τον έπαρχο της πόλεως καί του ανέθεσε να επιβλέψει στην εκτέλεση της εξής εντολής του: 

Να σηκωθούν από την αγορά όλα τα τρόφιμα καί να μην υπάρχουν σ’ αυτήν παρά μόνον εκείνα πού θα ήταν ραντισμένα με το αίμα των θυσιών πού έγιναν στα είδωλα. Με τον τρόπο αυτό αναγκαστικά, ή θα αγόραζαν όλοι να φάνε καί έτσι να γευθούν από τη θυσία προς τους θεούς, ή αν δεν υπακούσουν, να πεθάνουν από την πείνα.

Ο έπαρχος έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τη διαταγή του Ιουλιανού καί αποσύρθηκαν από την αγορά τα τρόφιμα. Αντικαταστάθηκαν βέβαια από τα μιασμένα από τις θυσίες τρόφιμα. Φάνηκε έτσι -προς στιγμήν- ότι κέρδιζε ο διάβολος, ο υποκινητής καί εμπνευστής καί πατέρας του Ιουλιανού. Ο Θεός όμως είναι καί Παντοδύναμος καί Πάνσοφος. Δεν άφησε,ούτε εγκατέλειψε το λαό Του. 

Για τη σωτηρία του από τις μεθοδείες του διαβόλου έστειλε το Μεγαλομάρτυρά Του Θεόδωρο, πραγματικά ως δώρο Θεού για να Τον δοξάσει με ένα θαύμα.

Καί παρουσιάζεται ο Άγιος στον Πατριάρχη Ευδόξιο (360-369) καί του φανερώνει το σχέδιο του Ιουλιανού με τα έξης λόγια:

– «Σήκω γρήγορα, Πατριάρχη, συγκέντρωσε το Χριστεπώνυμο πλήρωμα, καί διαφύλαξε το από τον μολυσμό των ειδώλων, παραγγέλοντάς του να μην αγοράσει κανείς από τα τρόφιμα που υπάρχουν στην αγορά».

Ο Πατριάρχης απορώντας είπε προς τον Άγιο:

– «Πώς είναι δυνατόν, Κύριε μου, να γίνει αυτό; Διότι, οι μεν πλούσιοι μπορεί να το εφαρμόσουν γιατί έχουν τρόφιμα στις αποθήκες τους, οι φτωχοί όμως, που δεν θα έχουν ούτε μιας ημέρας τρόφιμα, τί θα κάνετε μπροστά σ’ αυτή την ανάγκη»;

Καί ο Άγιος του είπε:
– Να τους προσφέρεις κόλλυβα, για να καλύψεις την ανάγκη τους».
Και επειδή ο Πατριάρχης άκουγε για πρώτη φορά το λόγο για τα κόλλυβα, τον ρώτησε με απορία:
– «Τί είναι αυτά τα κόλλυβα δεν το γνωρίζω». Ο Μάρτυρας τότε του αποκρίθηκε:
– «Είναι σιτάρι. Να το βράσεις καί να το μοιράσεις στους Χριστιανούς».
Καί για να δείξει ο Άγιος από που ήλθε, πρόσθεσε:
– «Γι’ αυτό το βρασμένο σιτάρι στα Ευχάϊτα συνηθίζουμε να το λέμε κόλλυβα. 
Κάνε, λοιπόν, έτσι καί σώσε το ποίμνιο του Χριστού από το μιασμό».

Λέει ο Πατριάρχης προς τον Άγιο:
– «Ποιος είσαι εσύ Κύριε μου, πού φροντίζεις με αγάπη καί ευσπλαχνία για τη σωτηρία μας»;
Καί ο Άγιος του αποκρίθηκε:
– «Εγώ είμαι ο Μάρτυρας του Χριστού Θεόδωρος, καί με έστειλε για τη σωτηρία καί βοήθειά σας».
Ο Άγιος έγινε άφαντος καί ο Πατριάρχης σηκώθηκε με θαυμασμό καί χαρά καί συγκέντρωσε το λαό του Χριστού καί του φανέρωσε την παρουσία καί βοήθεια του Μάρτυρα. Συγχρόνως έκανε σύμφωνα με το λόγο του. Δηλαδή έβρασε σιτάρι καί μοίρασε στο λαό καί διαφυλάχθηκε έτσι το ποίμνιο του Χριστού.

Στην αγορά, αν καί τελείωνε η εβδομάδα, η μηχανορραφία του Ιουλιανού έμεινε ανενέργητη, γιατί κανένας Χριστιανός δεν αγόρασε από τα μιασμένα τρόφιμα. Κι’ αφού ο Ιουλιανός νικήθηκε ολοφάνερα, απέσυρε από την αγορά τα μιασμένα τρόφιμα καί επανέφερε τα συνηθισμένα.
Οι Χριστιανοί ύμνησαν καί δοξολόγησαν το Θεό καί το Μάρτυρά Του Θεόδωρο καί για χάρη του έκαναν λαμπρή γιορτή.

Έτσι καθιερώθηκε από τότε καί το Σάββατο της πρώτης Εβδομάδος των Νηστειών της Μεγάλης Τεσσαρακοστής να γιορτάζεται στην Εκκλησία μας το θαύμα το δια κολλύβων του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος. 


Από το βιβλίο: «Οι Άγιοι Μεγαλομάρτυρες Θεόδωρος ο Στρατηλάτης και Θεόδωρος ο Τήρων» του Αρχιμ. Γεωργίου Μαραγκού Ηγουμένου Ι.Μ. Αγίων Θεοδώρων Αροανίας Καλαβρύτων

Πηγή: http://blogs.sch.gr/kantonopou/ 

Επισήμανση:Το πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δεν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλά ἑορτάζουμε το «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.

Παρ΄όλα αυτά, έχει επικρατήσει η συνήθεια όλα τα σπίτια των Χριστιανών κάμνουν κόλλυβα και τα πηγαίνουν εις τους ναούς, χάριν των κεκοιμημένων. Την ημέραν αυτήν γίνεται επίσκεψις και εις τα κοιμητήρια, όπου προσφέρονται υπό των οικογενειών κόλλυβα. Εις πολλά μέρη γίνεται υπό της Εκκλησίας δίσκος με κόλλυβα για κείνους, που πέθαναν χωρίς κληρονόμους και δεν έχουν ποίος να τους μνημονεύσει καθώς και για κείνους, που σκοτώθηκαν στον πόλεμο ή χάθηκαν μακρυά στην ξενητιά. 

ΠΗΓΉ: http://koukfamily.blogspot.gr/2018/02/blog-post_208.html

Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 2018

Αυτοί που πεθάνανε, πάει! πεθάνανε! Τι τα θέλουμε τα κόλλυβα ; (επανάληψη της επανάληψης, ω επανάληψη!)

Αποτέλεσμα εικόνας για κόλλυβα


(επανάληψη από τη σελίδα https://salograia.blogspot.gr/2017/06/blog-post_3.html )
..........................................................

Αγαπημένο μου
αμαρτία εξομολογημένη, συγχωρείται, έτσι δεν είναι;

-Τα είπαμε! Συγχωρείται.
Τι θα μου ξεφουρνίσεις πάλι ψυχοσαββατιάτικα;

-Θα σου εξομολογηθώ με το χέρι στην κατσαρόλα, 
ότι πριν λίγα χρόνια, βαριόμουν μέχρι θανάτου
να βράσω λίγο σιτάρι για τις ψυχές των αποθανόντων, 
όπως συστήναν με γουρλωμένα μάτια
 οι ευλαβείς γραίες και οι φιλοπαραδοσιακοί παπάδες!
Όσο για το ζύμωμα πρόσφορου; 
Ούτε που μου πέρναγε από το νου! 

Ω ναι! θα το ξαναπώ: βαριόμουν μέχρι θανάτου!

Το ορθολογικό σκεπτικό μου ήταν πως αυτοί που πεθάνανε, πάει πεθάνανε,
πήγανε σε άλλη γη σε άλλα μέρη και  κανείς δεν τους βρίσκει και κανείς δεν τους ξέρει -παραφράζω  ένα παλιό λαϊκόν ασμάτιον- επομένως; επομένως  δεν σκοτίζονται πια για φαγητά κάθε είδους, άσε που ψιλοέτρεμα κρυφά,  μην κολλήσω και γω, κάποια, ας πούμε  ..θανατίλα αν ασχολιόμουν ενδελεχώς  με τέτοιες συνταγές ...νεκρώσιμες. 
Εντελώς απωθητική, μέχρι και  ....δρακουλιάρικη 

μου φαινόταν η σχετική φροντίδα...

- Χριστέ μου φύλαγε!

-Kατάλαβα.
-Δεν κατάλαβες ακόμη, αλλά θα καταλάβεις,
περίμενε  να φτιάξω ένα τσάι και σου ξανάρχομαι.

-Τι να κάνω; Θα περιμένω.
......................................................................................

-Εντάξει.  Έχουμε και λέμε : το σκηνικό ξετυλίχτηκεπριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια και μου το αφηγήθηκε, την ίδια μέρα  που της  συνέβη, η συνάδελφος 
στο Γενικό Εσπερινό Λύκειο Πατρών, η Μαρία Σ.

Η Μαρία για να καταλάβεις είναι μια γλυκιά ψυχή (και σώμα γαλακτομπουρικέ επίσης) , κουλτουριάρα, αγαπησιάρα, φιλότιμη μέχρι το Θεό- τυχερά τα παιδιά που την είχαν δασκάλα, η κόρη της που την έχει μάνα και ο γαμπρός της που την έχει πεθερά- αλλά...με τα τυπικά της Ορθοδοξίας, πολλά νταραβέρια δεν επιθυμούσε να έχει. 

Σε  καλόψυχους και κουλτουριάρηδες ανθρώπους
αυτό συμβαίνει συχνά  και το  κατανοώ απολύτως.

Τώρα, δεν ξέρω πώς, παρόλα αυτά, μια  μέρα, έτσι στο ξαφνικό, της Μαρίας, της πρόεκυψε -σαν μια νοσταλγία ίσως απ' τα παλιά- η απόφαση να καθίσει και να ζυμώσει ένα πρόσφορο για τις ψυχές των αποθαμένων της ευρύτερης  οικογένειας. 

Ήταν κάτι που έβλεπε μικρή την μητέρα της να το κάνει και αποφάσισε και η ίδια, στην ώριμη πια ηλικία της,να μιμηθεί -έστω για μια φορά -την εν λόγω κίνηση, έτσι ρε παιδί, αν μη τι άλλο..."για το καλό" για το έθιμο!

Ανασκουμπώθηκε λοιπόν και ζύμωσε ένα πρόσφορο, μετά προσευχών "φανών και λαμπάδων", που λέει η κουβέντα  και Σάββατο απόγευμα, μαζί με ένα μπουκάλι νάμα, το έστειλε στον ενοριακό ναό της γειτονιάς της.  Έδωσε κι ένα χαρτάκι πάνω στο οποίο είχε γράψει κάμποσα ονόματα απελθόντων εις τας αιωνίους μονάς, γονέων, θειάδων, ξαδελφών, παππούδων, γειτόνων, φίλων, όσων μπόρεσε να θυμηθεί, ώστε να τα διαβάσει ο ιερέας, την επόμενη το πρωί, στον όρθρο της Κυριακής,τότε που προσκομίζει...

Μέχρις εκεί  που  η Μαρία, έστειλε στο γειτονικό ενοριακό ναό το κοριτσάκι της, την Ελ. να πάει τυλιγμένο, σε φροντισμένη πετσέτα, το πρόσφορό της, όλα σεμνά και λογικά.

-Έτσι είναι μανδάμ! 
Σε καθαρή, λινή, φρεσκοσιδερωμένη  λευκή πετσέτα, 
πρέπει να το πας στο ναό το πρόσφορο, 
όχι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο που το πήγε κάποια γνωστή μου, 
ονόματα δεν θα πω για να μην την  κάνουμε δα και  "ρόμπα"  στα διαδίκτυα!

-Μη με διακόπτεις, γριά κουτσομπόλα! Σκορπάει ο νούς μου...
-Λοιπόν; και γιατί το τόσο συνηθισμένο σκηνικό για μας τους Ορθόδοξους, 
είναι άξιο να γίνει ποστάκι, την σήμερον;

-Εξ αιτίας της συνέχειας της ιστορίας.
-Ποια είναι η συνέχεια;

-Η ακόλουθη: Όπως προείπα,  η  φίλη και εξαιρετική συνάδελφος, Μαρία, πολλά νταραβέρια με παπάδες και ενορίες, απέφευγε να έχει, ίσως ένεκα και κάποιου τραυματικού σκηνικού με  ιερέα που πήγε να την εξομολογήσει στην παιδική της ηλικία -ετών 12 παρακαλώ- και ο οποίος ιερέας,  την έκανε να φρίξει με τον αψυχολόγητο τρόπο του. έτσι που  να βγει σοκαρισμένη η Μαρία από το εξομολογητήριο , δεν θα επεκταθώ, αυτό είναι άλλης ανάρτησης,  και ίσως αρμοδιότητας της Διώξης, επεισόδιο.
......................................................................................................................................
Εδώ πάλι να ανοίξω μια παρένθεση ( υπομονή!) και να γράψω ότι η Μαρία ανάμεσα σε πολλές άλλες φίλες συμπαθούσε και  μια φίλη Βέτα με την οποία όμως εκείνον τον καιρό και για μήνες πριν,  δεν τηλεφωνιόντουσαν καν,  είχαν ψιλοχαθεί, ξέρεις πώς γίνονται αυτά, σε όλους μας συμβαίνει. 
Κάπου μπλέκει ο ένας, κάπου ξεχνιέται ο άλλος και κάνουμε χρόνια και ζαμάνια  να επικοινωνήσουμε με πρόσωπα για τα οποία μπορεί να νιώθουμε τα καλύτερα. 
Η Βέτα, τυγχάνει των θετικών επιστημών εκλεκτή δασκάλα, με δημιουργικές δραστηριότητες ποικίλες ασχολούμενη, ακτιβίστρια μπορεί να την αποκαλούσαμε σήμερα, ακολουθώντας  τις ορολογίες της μόδας.
........................................................................................
Ξαναπάμε στη Μαρία. Αφού έστειλε στην εκκλησία τα σχετικά, νωρίς εκείνο το απόγευμα του  Σαββάτου, και πέρασε η μέρα με τις συνήθεις ασχολίες, 
έπεσε το βράδυ για ύπνο, κάμποσο κουρασμένη. 

Θα ήταν ώρα 7 το πρωί της Κυριακής, δηλαδή, της επόμενης μέρας,
όταν ξαφνικά μέσα στην ησυχία, χτύπησε  το τηλέφωνο!

-Ωρα 7 την Κυριακή το πρωί, συνήθως, με την τσίμπλα στο μάτι, καμία λογική φιλενάδα δεν σε καλεί για μπίρι μπίρι. Όλες κοιμούνται το νήδυμο, μπορεί και να ρέγχουν αγκαλιά με το μαξιλάρι τους,  ως ο Ιωνάς έρεγχε, ροχάλιζε δηλαδή,  υπό την κολοκύνθην αναπαυόμενος, κατά την προσφιλή μου εικόνα!

-Αυτό είπα και γω, σαλοτάτη μου. Αυτό σκέφτηκε η Μαρία και τρόμαξε. Όμως στην άλλη άκρη της γραμμής, ακούστηκε η καθησυχαστική φωνή της φίλης με την οποία είχαν εδώ και μήνες χαθεί.
-Μαρία μου καλημέρα! Η Βέτα είμαι! (Το Βέτα από το Ελισάβετ προκύπτει.)
-Καλημέρα Βέτα μου. Τι απροσδόκητη έκπληξη!
Έχουμε πολύν καιρό να μιλήσουμε, είπε  η Μαρία.

-Όλα καλά; 
-Όλα καλά, Μαράκι μου, όλα καλά...
απλά...είδα ένα όνειρο σινεμασκόπ τώρα το πρωί, 
από το όνειρο ξύπνησα  και ήταν τόσο έντονο
και πήρα να σου το πω.
"Έπαιζες" και  εσύ στο όνειρο! 
Συμπρωταγωνίστρια!

- Τι λες τώρα! Με σκεφτόσουνα και με είδες;
-Όχι. Δεν σε σκεφτόμουνα.
Όμως το όνειρο ολοζώντανο. 
Γι αυτό υπέκυψα στην παρόρμηση:
"Θα πάρω τη Μαρία, αυτή τη στιγμή, 
ας είναι πολύ πρωί της Κυριακής,
να της το περιγράψω και  να τα πούμε"
Γι αυτό και σε πήρα. 
Καλά δεν έκανα;

-Άριστα! Δεν το συζητώ. 
Και τί είδες, δηλαδή στο όνειρο;

-Να είδα ότι βρισκόσουνα κάπου, σε ένα ωραίο μέρος, και είχες ετοιμάσει  ένα πλούσιο τραπέζι με φαγητά για όλους τους αγαπημένους σου. Ένα τραπέζι τρικούβερτο! Ήταν μαζεμένοι  στο φαγοπότι κόσμος, συγγενείς σου όλοι και φίλοι και έτρωγαν και έπιναν καταχαρούμενοι! Τι όμορφο όνειρο! Γέμισα φωτεινά συναισθήματα...ξύπνησα και είπα να μην περιμένω να περάσει η ώρα...ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο να σου το πω την ίδια στιγμή, συγνώμη αν σε ξάφνιασα πρωινιάτικα!

.......Η Μαρία, ακούγοντας τη φίλη Ελισάβετ, να περιγράφει το συμβολικότατον όναρ, κατασυγκινήθηκε, έμεινε άναυδη...διότι η Ελισάβετ δεν  είχε ιδέα, πως η Μαρία την προηγούμενη ημέρα,  απόγευμα του Σαββάτου, για πρώτη φορά στη ζωή της, έστειλε πρόσφορο στο ναό. Η Ελισάβετ δεν  είχε ιδέα, ότι την ώρα που είδε το όνειρο, κάποιος ιερέας στο ναό,διάβαζε τα ονόματα των αποθαμένων που είχε γράψει η Μαρία στο χαρτάκι με το οποίο το πρόσφορό της στην εκκλησία συνόδεψε!
..................
-Ήταν τυχαίο όλο αυτό το σκηνικό, μανδαμίτσα μου;
με ρώτησε έκπληκτη, στο τέλος της αφήγησής της,  η Μαρία.

-Ήταν μήνυμα κατευθείαν από το Χριστούλη, για σένα, προσωπικά, απάντησα. 
Όχι μόνο τυχαίο δεν ήταν το σκηνικό, 
αλλά και  πολύ συγκινητικό μου φάνηκε. 

Ακούγοντάς το, ένιωσε και η δικιά μου τεμπέλα ψυχή, ένα σκούντημα... ένιωσε ένα φιλότιμο...επειδή οι ψυχές, όσο παράλογο και αν σου φαίνεται, ναι, ναι,  "λαβαίνουν" πραγματικά και τα πρόσφορα και τα κόλλυβα και τις ελεημοσύνες και τις προσευχές που κάνει ο καθένας, για τη δική τους ανάπαυση..

Οι ψυχές των βαπτισμένων Χριστιανών, ζουν εν Κυρίω, ακούν εν Κυρίω και αγάλλονται μέσα στη χαρά, της προσευχομένης αγάπης των προσφιλών τους.
.............................................................................................................

Πέρασαν ημέρες μέχρι να συνέλθει η αγαπημένη συνάδελφος 
απ' τη συγκίνηση εκείνου του αξέχαστου τηλεφωνήματος.

-Κατάλαβα. Για πε τώρα, εσύ κυρά μου, από την αφήγηση της Μαρίας και μετά,  τουλάχιστον ζύμωσες, προκομένο μου,  κάποιο πρόσφορο, να το πας στην εκκλησία; 

- Για να πω όλη τη μαύρη αλήθεια σμπρώχνοντας τον εαυτόν μου, σμπρώχνοντας ζύμωσα, ζύμωσα.... και κάτι κολλυβάκια  κάποιες μετρημένες φορές τα κακοέβρασα, αλλά όχι με ζήλο...όχι σε μόνιμη βάση, μετά από λίγο καιρό, η θαυμαστή ανάμνηση του σκηνικού της Μαρίας, μέσα μου κάπως ξεθώριασε, σιγά σιγά, τα ιερά και όσια καθήκοντα των προσφόρων και των κολλύβων, και των οφειλομένων φανουροπιτών.... 

(αχ. λατρεμένε Άγιε Φανούριε, έξι πίτες τουλάχιστον σου έχω τάξει για χαμένα που μου βρήκες, μακροθύμησον και σήμερα ακόμη ο χαμένος περιστέρος μου ο Ψυχοσάββατος 
δεν ξαναφάνηκε!),  

....τα ξέχασα- 

-Πάλι τον καύκον* της ματαιότητος  ήπια, πάλι τον νουν απώλεσα!

-Ίλεως ας γίνει ο Κύριος!

...............................................................
................................................................
*πάλιν τον καύκον έπιες πάλιν τον νουν απώλεσας» που σημαίνει πάλι ήπιες μια κούπα κρασί, πάλι έχασες τα  μυαλά σου" ο καύκος εδώ, ή καυκί,  είναι το κύπελο..
...........................................................................................................................
...........................................................................................................................


.............................................................................................................................

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Αυτοί που πεθάνανε, πάει! πεθάνανε! Τι τα θέλουν τα κόλλυβα, τα πρόσφορα;


Φωτογραφία του Βασιλεύ Ουράνιε.

Αγαπημένο μου
αμαρτία εξομολογημένη, συγχωρείται, έτσι δεν είναι;

-Τα είπαμε! Συγχωρείται.
Τι θα μου ξεφουρνίσεις πάλι ψυχοσαββατιάτικα;

-Θα σου εξομολογηθώ με το χέρι στην κατσαρόλα, 
ότι πριν λίγα χρόνια, βαριόμουν μέχρι θανάτου
να βράσω λίγο σιτάρι για τις ψυχές των αποθανόντων, 
όπως συστήναν με γουρλωμένα μάτια
 οι ευλαβείς γραίες και οι φιλοπαραδοσιακοί παπάδες!
Όσο για το ζύμωμα πρόσφορου; 
Ούτε που μου πέρναγε από το νου! 

Ω ναι! θα το ξαναπώ: βαριόμουν μέχρι θανάτου!

Το ορθολογικό σκεπτικό μου ήταν πως αυτοί που πεθάνανε, πάει πεθάνανε,
πήγανε σε άλλη γη σε άλλα μέρη και  κανείς δεν τους βρίσκει και κανείς δεν τους ξέρει -παραφράζω  ένα παλιό λαϊκόν ασμάτιον- επομένως; επομένως  δεν σκοτίζονται πια για φαγητά κάθε είδους, άσε που ψιλοέτρεμα κρυφά,  μην κολλήσω και γω, κάποια, ας πούμε  ..θανατίλα αν ασχολιόμουν ενδελεχώς  με τέτοιες συνταγές ...νεκρώσιμες. 
Εντελώς απωθητική, μέχρι και  ....δρακουλιάρικη μου φαινόταν η σχετική φροντίδα...

- Χριστέ μου φύλαγε!

-Kατάλαβα.
-Δεν κατάλαβες ακόμη, αλλά θα καταλάβεις,
περίμενε  να φτιάξω ένα τσάι και σου ξανάρχομαι.

-Τι να κάνω; Θα περιμένω.
......................................................................................

-Εντάξει.  Έχουμε και λέμε : το σκηνικό ξετυλίχτηκε πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια και μου το αφηγήθηκε, την ίδια μέρα  που της  συνέβη, η συνάδελφος στο Γενικό Εσπερινό Λύκειο Πατρών, η Μαρία Σ.

Η Μαρία για να καταλάβεις είναι μια γλυκιά ψυχή (και σώμα γαλακτομπουρικέ επίσης) , κουλτουριάρα, αγαπησιάρα, φιλότιμη μέχρι το Θεό- τυχερά τα παιδιά που την είχαν δασκάλα, η κόρη της που την έχει μάνα και ο γαμπρός της που την έχει πεθερά- αλλά...με τα τυπικά της Ορθοδοξίας, πολλά νταραβέρια δεν επιθυμούσε να έχει. 

Σε  καλόψυχους και κουλτουριάρηδες ανθρώπους
αυτό συμβαίνει συχνά  και το  κατανοώ απολύτως.

Τώρα, δεν ξέρω πώς, παρόλα αυτά, μια  μέρα, έτσι στο ξαφνικό, της Μαρίας, της πρόεκυψε -σαν μια νοσταλγία ίσως απ' τα παλιά- η απόφαση να καθίσει και να ζυμώσει ένα πρόσφορο για τις ψυχές των αποθαμένων της ευρύτερης  οικογένειας. 

Ήταν κάτι που έβλεπε μικρή την μητέρα της να το κάνει και αποφάσισε και η ίδια, στην ώριμη πια ηλικία της,να μιμηθεί -έστω για μια φορά -την εν λόγω κίνηση, έτσι ρε παιδί, αν μη τι άλλο..."για το καλό" για το έθιμο!

Ανασκουμπώθηκε λοιπόν και ζύμωσε ένα πρόσφορο, μετά προσευχών "φανών και λαμπάδων", που λέει η κουβέντα  και Σάββατο απόγευμα, μαζί με ένα μπουκάλι νάμα, το έστειλε στον ενοριακό ναό της γειτονιάς της.  Έδωσε κι  ένα χαρτάκι πάνω στο οποίο είχε γράψει κάμποσα ονόματα απελθόντων εις τας αιωνίους μονάς, γονέων, θειάδων, ξαδελφών, παππούδων, γειτόνων, φίλων, όσων μπόρεσε να θυμηθεί, ώστε να τα διαβάσει ο ιερέας, την επόμενη το πρωί, στον όρθρο της Κυριακής, τότε που προσκομίζει...

Μέχρις εκεί  που  η Μαρία, έστειλε στο γειτονικό ενοριακό ναό το κοριτσάκι της, την Ελ. να πάει τυλιγμένο, σε φροντισμένη πετσέτα, το πρόσφορό της, όλα σεμνά και λογικά.

-Έτσι είναι μανδάμ! 
Σε καθαρή, λινή, φρεσκοσιδερωμένη  λευκή πετσέτα, 
πρέπει να το πας στο ναό το πρόσφορο, 
όχι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο που το πήγε κάποια γνωστή μου, 
ονόματα δεν θα πω για να μην την  κάνουμε δα και  "ρόμπα"  στα διαδίκτυα!

-Μη με διακόπτεις, γριά κουτσομπόλα! Σκορπάει ο νούς μου...
-Λοιπόν; και γιατί το τόσο συνηθισμένο σκηνικό για μας τους Ορθόδοξους, 
είναι άξιο να γίνει ποστάκι, την σήμερον;

-Εξ αιτίας της συνέχειας της ιστορίας.
-Ποια είναι η συνέχεια;

-Η ακόλουθη: Όπως προείπα,  η  φίλη και εξαιρετική συνάδελφος, Μαρία, πολλά νταραβέρια με παπάδες και ενορίες, απέφευγε να έχει, ίσως ένεκα και κάποιου τραυματικού σκηνικού με  ιερέα που πήγε να την εξομολογήσει στην παιδική της ηλικία -ετών 12 παρακαλώ- και ο οποίος ιερέας,  την έκανε να φρίξει με τον αψυχολόγητο τρόπο του. έτσι που  να βγει σοκαρισμένη η Μαρία από το εξομολογητήριο , δεν θα επεκταθώ, αυτό είναι άλλης ανάρτησης,  και ίσως αρμοδιότητας της Διώξης, επεισόδιο.
......................................................................................................................................
Εδώ πάλι να ανοίξω μια παρένθεση ( υπομονή!) και να γράψω ότι η Μαρία ανάμεσα σε πολλές άλλες φίλες συμπαθούσε και  μια φίλη Βέτα με την οποία όμως εκείνον τον καιρό και για μήνες πριν,  δεν τηλεφωνιόντουσαν καν,  είχαν ψιλοχαθεί, ξέρεις πώς γίνονται αυτά, σε όλους μας συμβαίνει. 
Κάπου μπλέκει ο ένας, κάπου ξεχνιέται ο άλλος και κάνουμε χρόνια και ζαμάνια  να επικοινωνήσουμε με πρόσωπα για τα οποία μπορεί να νιώθουμε τα καλύτερα. 
Η Βέτα, τυγχάνει των θετικών επιστημών εκλεκτή δασκάλα, με δημιουργικές δραστηριότητες ποικίλες ασχολούμενη, ακτιβίστρια μπορεί να την αποκαλούσαμε σήμερα, ακολουθώντας  τις ορολογίες της μόδας.
.........................................................................................
Ξαναπάμε στη Μαρία. Αφού έστειλε στην εκκλησία τα σχετικά, νωρίς εκείνο το απόγευμα του  Σαββάτου, και πέρασε η μέρα με τις συνήθεις ασχολίες, 
έπεσε το βράδυ για ύπνο, κάμποσο κουρασμένη. 

Θα ήταν ώρα 7 το πρωί της Κυριακής, δηλαδή της επόμενης μέρας,
όταν ξαφνικά μέσα στην ησυχία χτύπησε  το τηλέφωνο!

-Ωρα 7 την Κυριακή το πρωί, συνήθως, με την τσίμπλα στο μάτι, καμία λογική φιλενάδα δεν σε καλεί για μπίρι μπίρι. Όλες κοιμούνται το νήδυμο, μπορεί και να ρέγχουν αγκαλιά με το μαξιλάρι τους,  ως ο Ιωνάς έρεγχε, ροχάλιζε δηλαδή,  υπό την κολοκύνθην αναπαυόμενος, κατά την προσφιλή μου εικόνα!

-Αυτό είπα και γω, σαλοτάτη μου. Αυτό σκέφτηκε η Μαρία και τρόμαξε. Όμως στην άλλη άκρη της γραμμής, ακούστηκε η καθησυχαστική φωνή της φίλης με την οποία είχαν εδώ και μήνες χαθεί.
.
-Μαρία μου καλημέρα! Η Βέτα είμαι! (Το Βέτα από το Ελισάβετ προκύπτει.)
-Καλημέρα Βέτα μου. Τι απροσδόκητη έκπληξη!
Έχουμε πολύν καιρό να μιλήσουμε, είπε  η Μαρία.

-Όλα καλά; 
-Όλα καλά, Μαράκι μου, όλα καλά...
απλά...είδα ένα όνειρο σινεμασκόπ τώρα το πρωί, 
από το όνειρο ξύπνησα  και ήταν τόσο έντονο
και πήρα να σου το πω.
"Έπαιζες" και  εσύ στο όνειρο! 
Συμπρωταγωνίστρια!

- Τι λες τώρα! Με σκεφτόσουνα και με είδες;
-Όχι. Δεν σε σκεφτόμουνα.
Όμως το όνειρο ολοζώντανο. 
Γι αυτό υπέκυψα στην παρόρμηση:
"Θα πάρω τη Μαρία, αυτή τη στιγμή, 
ας είναι πολύ πρωί της Κυριακής,
να της το περιγράψω και  να τα πούμε"
Γι αυτό και σε πήρα. Καλά δεν έκανα;

-Άριστα! Δεν το συζητώ. 
Και τί είδες, δηλαδή στο όνειρο;

-Να είδα ότι βρισκόσουνα κάπου, σε ένα ωραίο μέρος, και είχες ετοιμάσει  ένα πλούσιο τραπέζι με φαγητά για όλους τους αγαπημένους σου. Ένα τραπέζι τρικούβερτο! Ήταν μαζεμένοι  στο φαγοπότι κόσμος, συγγενείς σου όλοι και φίλοι και έτρωγαν και έπιναν καταχαρούμενοι! Τι όμορφο όνειρο! Γέμισα φωτεινά συναισθήματα...ξύπνησα και είπα να μην περιμένω να περάσει η ώρα...ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο να σου το πω την ίδια στιγμή, συγνώμη αν σε ξάφνιασα πρωινιάτικα!

.......Η Μαρία, ακούγοντας τη φίλη Ελισάβετ, να περιγράφει το συμβολικότατον όναρ,  κατασυγκινήθηκε, έμεινε άναυδη...διότι η Ελισάβετ δεν  είχε ιδέα,  πως η Μαρία την προηγούμενη ημέρα,  απόγευμα του Σαββάτου, για πρώτη φορά στη ζωή της, έστειλε πρόσφορο στο ναό. Η Ελισάβετ δεν  είχε ιδέα, ότι την ώρα που είδε το όνειρο, κάποιος ιερέας στο ναό, διάβαζε τα ονόματα των αποθαμένων που είχε γράψει η Μαρία στο χαρτάκι με το οποίο το πρόσφορό της στην εκκλησία συνόδεψε!
..................
-Ήταν τυχαίο όλο αυτό το σκηνικό, μανδαμίτσα μου;
με ρώτησε έκπληκτη, στο τέλος της αφήγησής της,  η Μαρία.

-Ήταν μήνυμα κατευθείαν από το Χριστούλη, για σένα, προσωπικά, απάντησα. 
Όχι μόνο τυχαίο δεν ήταν το σκηνικό, 
αλλά και  πολύ συγκινητικό μου φάνηκε. 

Ακούγοντάς το, ένιωσε και η δικιά μου τεμπέλα ψυχή, ένα σκούντημα... ένιωσε ένα φιλότιμο...επειδή οι ψυχές, όσο παράλογο και αν σου φαίνεται, ναι, ναι,  "λαβαίνουν" πραγματικά και τα πρόσφορα και τα κόλλυβα και τις ελεημοσύνες και τις προσευχές που κάνει ο καθένας,  για τη δική τους ανάπαυση..

Οι ψυχές των βαπτισμένων Χριστιανών, ζουν εν Κυρίω, ακούν εν Κυρίω και αγάλλονται μέσα στη χαρά, της προσευχομένης αγάπης των προσφιλών τους.
.............................................................................................................

Πέρασαν ημέρες μέχρι να συνέλθει η αγαπημένη συνάδελφος 
απ' τη συγκίνηση εκείνου του αξέχαστου τηλεφωνήματος.

-Κατάλαβα. Για πε τώρα, εσύ κυρά μου, από την αφήγηση της Μαρίας και μετά,  τουλάχιστον ζύμωσες, προκομένο μου,  κάποιο πρόσφορο, να το πας στην εκκλησία; 

- Για να πω όλη τη μαύρη αλήθεια σμπρώχνοντας τον εαυτόν μου, σμπρώχνοντας ζύμωσα, ζύμωσα.... και κάτι κολλυβάκια  κάποιες μετρημένες φορές τα κακοέβρασα, αλλά όχι με ζήλο...όχι σε μόνιμη βάση, μετά από λίγο καιρό, η θαυμαστή ανάμνηση του σκηνικού της Μαρίας, μέσα μου κάπως ξεθώριασε, σιγά σιγά, τα ιερά και όσια καθήκοντα των προσφόρων και των κολλύβων, και των οφειλομένων φανουροπιτών.... 

(αχ. λατρεμένε Άγιε Φανούριε, έξι πίτες τουλάχιστον σου έχω τάξει για χαμένα που μου βρήκες, μακροθύμησον και σήμερα ακόμη ο χαμένος περιστέρος μου ο Ψυχοσάββατος 
δεν ξαναφάνηκε!),  

....τα ξέχασα- 

-Πάλι τον καύκον* της ματαιότητος  ήπια, πάλι τον νουν απώλεσα!

-Ίλεως ας γίνει ο Κύριος!

...............................................................
................................................................
*πάλιν τον καύκον έπιες πάλιν τον νουν απώλεσας» που σημαίνει πάλι ήπιες μια κούπα κρασί, πάλι έχασες τα  μυαλά σου" ο καύκος εδώ, ή καυκί,  είναι το κύπελο...
.......................................
καύκος είναι και ο αγαπητικός.
.............................................................................................
..............................................................................................