Αντιστέκομαι
όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές σαν τα κόκκαλα τ' αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας, που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα, αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους χυμούς, ειρήνη και φως..
(Νικ.Βρεττάκος)
Email:filikitati@hotmail.com
(στη φωτό ο ήρωαςδιασώστης που θυσίασε τη ζωή του για τα παιδιά ... "Πρόκειται για τον Σαμάν Γκουνάν, μέλος των Ειδικών Δυνάμεων του Πολεμικού Ναυτικού της Ταϊλάνδης SEAL")
-Αντρέα, αρκετά χρόνια εργάζεσαι σ’αυτή την περιοχή.
Έζησες άραγε κάποια εμπειρία που να σ’ εντυπωσίασε,
συνοδεύοντας τουρίστες στον κρατήρα της Αίτνας;
-Θα χαιρόμασταν πολύ, αν μας έλεγες!
Ο Αντρέα, τύπος φιλικός, μοναχικός αλλά και κοινωνικότατος
ιδιαίτερα όποτε τον κέρναγαν μια μαύρη μπυρίτσα
δε χρειάστηκε παρακάλια περισσότερα.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ξεφύσηξε τον καπνό του τσιγάρου του, κάπνιζε σαν ηφαίστειο κι αυτός,
οι... κακές επιρροές απ’ το... εκρηκτικό περιβάλλον,θα υπέθετα και... ξαναθυμήθηκε την σκηνή που-όπως μας τόνισε- του είχε μείνει, δια παντός αλησμόνητη!
Πριν συνεχίσω, να ανοίξω εδώ, κατά τα ειωθότα, μια μακροσκελή παρένθεση, ω λατρεμένο μου.
Να εξηγήσω ότι επειδή ανέβηκε...
-χάριτι θεία- και η σαλή αφεντιά μου, περπατώντας, αγκομαχώντας και ξεφυσώντας –επί απροσδιόριστο χρονικό διάστημα τουλάχιστον κάμποσων ωρών, που λόγω του υπερβάλλοντος κόπου, το βίωσα ως αιωνιότητα-
...επειδή, επαναλαμβάνω, σκαρφάλωσα, στα 2.400 μέτρα -η λώλαα- δηλαδή, αρκετά χαμηλότερα απ’ την κορυφή της Αίτνας, που υψώνεται στα 3.350 περίπου
(εκεί τελειώνει ο μεγάλος κρατήρας της-το λεωφορείο μάς είχε παρκάρει σε πλάτωμα κάτι χιλιόμετρα παρακάτω)
σου υπογράφω, ω ευλαβικέ ή και ανευλαβικέ, αναγνώστα μου
ότι αυτό το καουμποϋλίκι της ανάβασης, τυγχάνει απίστευτα ζορισμένο και, καθόλου εύκολο, όχι μόνο για άμαθες
-από σκαρφάλωμα σε λαβ-ωμένα από ξεράσματα ηφαιστείων κορφοβούνια- χαζοβιόλες, όπως η ταπεινότης μου, αλλά ούτε καν για νεαρότερα άτομα, που, και ιδιαίτερα γυμνασμένα-υποθέτω- να ήταν, αρκούντως θα βαριανάσαιναν τραβώντας την- προς την κορφή της Αίτνας- ανηφόρα στα 3.350 μέτρα που λέγαμε.
ότι ανεβαίνοντας ιδρωμένη και ασθμαίνουσα, αναθεμάτιζα νοερώς και πολλάκις, την ώρα και τη στιγμή που δεν κάθισα στα αβγουλάκια μου, παραμένοντας στο υπέροχο ξενοδοχείο, τέλος πάντων, αντί να θέλω να παραστήσω-το βούρλοοο!- τον Ροβινσώνα Κρούσο, σε νέες περιπέτειες!
-Χα! Όλες ανεξαιρέτως οι αμαρτίες, οι κακίες, οι κουτουράδες, οι λάθος αποφάσεις, και από τούτη εδώ τη ζωή πληρώνονται, μη γκρινιάζεις, μανδάμ, καλά να τα πάθεις, μανδάμ, ό,τι και να μου πεις, μην επιμένεις, μανδάμ, όχι, όχι, δε σε λυπάμαι!
- Για κοίταξέ με στα μάτια! Δεν πρόλαβα να ανοίξω το στομα, να εκφράσω τον πόνο μου, και άρχισες πάλι την... κρεβατομουρμούρα
“ myprecious», εαυτέ γκρινιάρη και μίζερε;
Λοιπόν, απαξιώ να απαντήσω, σε κοιτάζω με... περιφρόνηση
και συνεχίζω να γράφω, όσα άκουσα απ’ τον ξεναγό Αντρέα, παραφράζοντας
στο πιο σαλογραιϊστικο...
( για ευνόητους λόγους ψυχοθεραπείας δικής μου)
...το σοβαρό ύφος της κανονικής, δικής του αφήγησης.
Θυμήθηκε, λοιπόν, ο ξεναγός μας Αντρέα, τα ακόλουθα:
Ξεκινήσαμε την πορεία με γρήγορο βήμα, προσπαθώντας να μην καθυστερούμε, να μην σπαταλάμε χωρίς λόγο δυνάμεις επειδή το άναντες εκείνο μονοπάτι έμοιαζε ανελέητο και τα χορταριασμένα- συχνά καλυμμένα από πολυκαιρισμένο μάγμα, περάσματα- φαίνονταν απότομα, επίφοβα
για ξαφνικό στραμπούληγμα των ποδιών, δυσανάβατα.
Καθώς με προσοχή σκαρφαλώναμε, ακούγονταν διαρκώς, λαχανιασμένα ξεφυσητά,
διαμαρτυρίες απ’ τους πιο άμαθους, κάποια γέλια, και σποραδικές ερωτήσεις,
-Ο 81 χρονος Γερμανός της παρέας, ωστόσο, προς παραδειγματισμό των νεότερων, ανέβαινε, σιωπηλά, αδιαμαρτύρητα, με μεγάλες δρασκελιές, φαινόταν πεπειραμένος ορειβάτης,
στ’ αλήθεια.
Μ’ εντυπωσίαζε.
Δεν υπολειπόταν το περπάτημά του, απ’ εκείνο, των εικοσάχρονων ή των σαραντάχρονων,
φτου να μην τον βασκάνω!
Φαινόταν γυμνασμένος...( χιχι... ίδιος ο Κλίνταρος, τζετζεκάκι μου...)
Μου έκανε εντύπωση, το εύρος του διασκελισμού του- το μεγάλο άνοιγμα, δηλαδή
που είχε το βήμα του.
Έδειχνε να ξέρει, ο συγκεκριμένος από πορεία σε κακοτράχαλο έδαφος, και έτσι βαδίζοντας
περίπου εξάωρο, μπορεί και εφτάωρο, φτάσαμε κάποια στιγμή- με τις γλώσσες έξω,
πλην, με επιφωνήματα χαράς και ανακούφισης
στο μεγάλο, τον κεντρικό κρατήρα της Αίτνας που δέσποζε στον Σικελικό ουρανό,
ίδιος περήφανος γίγαντας.
Νιώσαμε υπέροχα, αγγίζοντας στην κορυφή, φτάνοντας στην καρδιά του βασίλειου του Ήφαιστου,
εξάλλου...
πάντα η θέα από υψηλή κορυφή αποζημιώνει για τον όποιο κόπο... καταλαβαίνετε.
-Καταλαβαίνουμε! (έλεος- έλεος!)
-Και φυσικά, όταν φτάσαμε, κάναμε στάση λίγης ώρας, πριν επιχειρήσουμε ξανά την κατάβαση.
-Χα! Αυτό δα έλειπε να μην κάνατε και στάση!
-Το ‘χετε το σαδιστικό, το κουβαλάτε οι Γερμαναράδες,
ανεξάλειπτα τυπωμένο σαν κακό τατουάζ στο DNAσας, μην κοιτάς που την σήμερον,
φαρισαϊκά, κάπως το κρύβετε.
Μέχρι τα Χιτλερικά άκρα, προς το παρόν- ελπίζω- δε φτάνετε!
-Ασχολίαστον! Όχι ρατσιστικά σχόλια, μανδάμ!
Από μια κατηχητικούδα- του( μή) κερατά- σαν και τα μούτρα σας,
σαφώς, τα ρατσιστικά σχόλια και δεν επιτρέπονται!
Συνεχίζω λοιπόν: Μόλις σφύριξα «στάση», ο 81χρονος, με πλησίασε:
-Μπορώ να απομακρυνθώ απ’ την ομάδα, να πάω πίσω από κείνο το βράχο;
με σεμνότητα, ρώτησε.
-Βεβαίως, απάντησα.
Δεν το βρήκα παράξενο.
Τόσες ώρες, επιτέλους, βαδίζαμε.
Υπέθεσα πως το γερόντιο από συχνουρία, μάλλον, θα έπασχε.
Τόση πορεία!
Σίγουρα, η σωματική ανάγκη τον πίεσε κι έψαχνε ν’ ανακουφιστεί κάπου απόμερα,
από αδιάκριτα μάτια- αθέατος.
Ο ηλικιωμένος τουρίστας, απομακρύνθηκε.
Τον ακολούθησα με το βλέμμα, για λίγο τον ξέχασα, στράφηκε αλλού η προσοχή,
είχα να μιλήσω και στους υπόλοιπους... μετά, ξανακοίταξα το ρολόι μου.
Πέρασαν κάποια λεπτά, ο Γερμανός, ακόμη δε φάνηκε.
Πέρασαν τέσσερα, πέντε λεπτά, επιπλέον...
Ανησύχησα.
Τα είχε τα χρονάκια του, ο λεβεντόγερος.
«Μήπως τον κούρασε υπέρμετρα το ατελείωτο ανέβασμα σε κόντρα ανήφορο;
Μήπως ένιωσε αδιαθεσία;
Μήπως η καρδιά του τον πείραξε;» ψιλοαγχώθηκα.
Μέτραγα τα δευτερόλεπτα της απουσίας του και, η νευρικότητά μου, μεγάλωσε.
Είχα επιτέλους-ως οδηγός τους- και μία ευθύνη...
Άφησα τους λοιπούς της μεγάλης παρέας, προχωρώντας προς την κατεύθυνση
που εκείνος απομακρύνθηκε.
Τον αντίκρισα, να κάθεται ήσυχα πάνω στο χώμα, στηρίζοντας σε μεγάλο, μαύρο βράχο
την πλάτη του.
Από μακριά πρόσεξα πως κάτι κρατούσε στο χέρι του.
Δεν είδα καλά, δεν κατάλαβα...
Πλησίασα.
Ξανακοιτάζοντας, σοκαρίστηκα!.
Τι είδα;
Θα το πιστέψετε;
-Αμάν! Μόνο ένα ποτήρι μπύρα, ως τα τώρα, κατέβασες!
Θα σε πιστέψουμε!
-Είδα, λοιπόν, φίλοι, τον 81χρονο της παρέας μας,
να κρατάει στα χεράκια του, να κρατάει –επαναλαμβάνω- όχι μήλο, όχι πορτοκάλι, όχι μια πέτρα,
όχι σάντουιτς, όχι «το φιδάκι το Διαμαντή» -που θα ‘λεγε και η κουφή σαλογραία,
αλλά τί;
Τον είδα να κρατάει με τα δυο του χεράκια
τη μία του κνήμη
για Όνομααα!
-Δηλαδή;
-Τόσο κουτεντές είσαι κυρία μου; και μπαίνεις και στο διαδίκτυο και σερφάρεις σε σελίδες ακατονόμαστες, [....] ;
με όλο το σεβασμό, θέλω να τονίσω, επιτέλους, ξεκάθαρα
πως
το ένα πόδι
τού 81 χρονου που σκαρφάλωσε μαζί μας στα 3.350 μέτρα της Αίτνας,
( περπατώντας επί ώρες πιο σταθερά κι από σκληραγωγημένο στρατιώτη της Βέρμαχτ)
το ένα του πόδι, από το γόνατό του και κάτω,
έλειπε.
Το πόδι του, ήταν κομμένοοο!
Υπήρχε μόνο ένα τεχνητό, αντίστοιχο μέλος στη θέση του!
Αυτό το τεχνητό άκρο- κάτω πόδι, είχε το γερόντιο στα χέρια του, τη στιγμή που τον είδα!
Το τίναζε, εκείνη την ώρα, προσπαθώντας απ’ το μηχανισμό
τής τεχνητής γάμπας, να πετάξει κάτι σφηνωμένα χαλίκια
που του προκαλούσαν ενόχληση.
-Το κατάλαβες φίλε μου;
Ο Γερμανός 81χρονος συνοδοιπόρος που περπάτησε μαζί μας
επί τουλάχιστον ένα εξάωρο, σε ανηφόρα που άνετα, εξοντώνει ελέφαντα,
Για σένα λατρεμένο, που δεν έτυχε να διαβάσεις τα παρακάτω να πω ότι τα πρωτανέβασα στο μπλοκάκι μου, ΕΔΩ. Μέσα στη σημερινή επανάληψη- ανάρτηση, αν κλικάρεις πάνω σε υπογραμμισμένες λεξούλες, αλλά και στην υπογραφή κάθε φορά, θα πεταχτείς τσουπ! σε παλιότερες σκέψεις μου για σχετικά με τις λέξεις εκείνες, θεματάκια, ή και σε κάτι ασχετούλι. (με σαλοπέτες σαν και μένα, οι επιλογές ποτέ δεν είναι προβλέψιμες, χιχι... αυτό είναι το πρόβλημα..) Βρέθηκα τότε, που λες, στην Αίτνα, συνοδεύοντας (ιδίοις εξόδοις) τον άντρα μου Πέτρο Γ.Κουτσούκο, σε συνέδριο χημείας-γεωθερμίας. Ξεκίνησα βαριεστημένα και ψιλογκρινιάζοντας (τραβάτε με κι ας κλαίω δηλαδή..κάπως έτσι..) που ο προκομένος σύνευνος επέμενε να με πάρει μαζί του, επειδή, η καλτάκα, δεν "το έχω" με τα ταξίδια.
Όμως η όλη εμπειρία πραγματικά, στο έπακρο, με αποζημίωσε! Θα ήταν συναρπαστικό να βρεθείς και συ κάποτε μέσα σε ένα τέτοιο σπήλαιο λάβας! Και να ακούς τη φωνή της Πρωτοψάλτη, να άδει μες στου σπηλαίου τον επίγειο άδη!
Το εύχομαι εκ καρδίας! Ευανθία η Σαλογραία ............................................................................................................................................................... ............................................................................................................................................................... Περιστεράκι μου
δεν είμαι ταξιδιωτικός τύπος και γενικώς στα ταξίδια βαριέμαι και μάλλον επιθυμώ το... κελλίον μου, αλλά...πρέπει να το σχολιάσω- δεν θ'αντέξω- αυτό που είδα σε ένα σπήλαιο, εκεί στους πρόποδες της Αίτνας στη Σικελία.
-Τι είδες, πάλι, μωρή σαλογραία;
-Είδα, αρχικά, ένα πηχτό σκοτάδι, πίσσα- κατράμι σου λέω!
- Είδες ένα πηχτό σκοτάδι;
Εντελώς οξύμωρο, μού ακούστηκε.
Στο ξεκάρφωτο, again, τον άρχισες το μονόλογο.
(Ολοφάνερο πως το αεροπορικό ταξίδι, κάποια τρικυμία εν κρανίω, προκάλεσε...)
-Πες το κι έτσι...σκέφτηκα, βλέπεις, ν' αρχίσω in medias res, την αφήγηση.
-Δηλαδή;
-Δηλαδή, σκέφτηκα να σου ξεκινήσω το ζήτημα απ' τη μέση- ρε όρνιοοο
(είπαμε:αετό εννοώ πάντα λέγοντας "όρνιο"),
υποθέτοντας-όπως οι περισσότερες τρελές γυναίκες- ότι εσύ διαβάζεις τη σκέψη μου, και ότι πίσω απ'τις φράσεις μου- χωρίς να εξηγήσω κάτι παραπάνω- εσύ από μόνος σου- ενορατικά σχεδόν- θα συλλάβεις -με την μία- την πλήρη εικόνα...
-Μανδάμ, πλατειάζεις και θα σε κάνω delete!
-Μη μου το κάνεις αυτό!
Θα πικραθώ φριχτά και θα χτυπήσω μπισκότο νηστήσιμο σοκολάτας με γεύση μαστίχας, προκειμένου να σε ξεχάσω...
-Α καλάααα!
Λαλήσαμεν.
Καληνύχτα!
-Μη φεύγεις! Ω μη φεύγεις!
(Σε παρακαλώ με χέρια απλωμένα, με ξέπλεκα τα μαλλιά, με ύφος ξεπατικωμένο από πονεμένο μελόδραμα...)
-Δηλαδή, μια ασταμάτητη έστω μικρή προσπάθεια, προς τη σωστή κατεύθυνση, όσο μικρή καιαν φαίνεται,ανώνυμε αλκοολικέ μου, μανιακέ καπνιστή μου, υπέρβαρε, άρρωστε φίλε μου, ανορεξική μου κόρη, άνεργε αδερφέ μου, μοναχική μου φιλενάδα, κάποια βελτίωση θα φέρει, κάποιο κιλό θα διώξει, κάποιο κιλό θα κερδίσει, κάποια εργασιακή πόρτα θα ανοίξει...κάποια καλή παρέα, με τη δύναμη του Κυρίου, θα ξημερώσει...
- Για κοίταξέ με στα μάτια!
Άρχισες πάλι τις οπτιμιστικές αηδίες -τις ανυπόστατες;
Άρχισες πάλι τις σαχλαμάρες που λένε οι κοτόμυαλοι ιεροκήρυκες στο ανεγκέφαλό τους πλήρωμα, και οι φιλόλογοι της συφοράς, στους βαριεστημένους μαθητές τους;
Καλά!
Για πόσο χαϊβάνι, με "κόβεις" που νομίζεις -θα σε πιστέψω;
-Λατρεμένο μου, ηρέμησε.
Επειδή είσαι -αλίμονο- υπερευαίσθητο και πανέξυπνο, θέλω να μοιραστώ μαζί σου, μια μονάχα εικόνα, που πήρα απ'τη φύση.
- Πες τη χριστιανή μου, και μ'έσκασες! .................................................. Λοιπόν, ήτο η θαυμαστή ημέρα που επισκέφτηκα στους πρόποδες της Αίτνας στη Σικελία, ένα σπήλαιο λάβας.
Τα σπήλαια της λάβας, όπως μας είπαν -οι του meeting ειδικοί- φτιάχνονται από λάβα καυτή που όπως ρέει, ψύχεται εξωτερικά- πλην- στο εσωτερικό της- για διάφορους λόγους- το μάγμα, μπορεί να πάρει και τη μορφή μιας μακριάς σήραγγας, της οποίας το δάπεδο, τα τοιχώματα και η οροφή είναι φτιαγμένα από καυτό υλικό που -όταν παγώσει και στερεοποιηθεί- λαμβάνει μορφή, χοντρών, ανώμαλων εξογκωμάτων στο δάπεδο, ή -στην οροφή- μορφή σταλακτίτη.
Στο σπήλαιο- σήραγγα, μπήκαμε φορώντας κράνη-προς αποφυγήν καρουμπάλων, επειδή στο εσωτερικό του σπηλαίου, άλλοτε η "οροφή" κατέβαινε απότομα άλλοτε υψωνόταν αποτόμα- ανάλογα με την πορεία του πυρακτωμένου ρευστού- προτού πήξει - μέσ' στο μαύρο σκοτάδι, δεν προλάβαινες να αντιδράσεις, σου ερχόταν το πέτρωμα κατακούτελα και έβλεπες... άστρα ώσπου να πεις κύμινο - μπήκαμε, λοιπόν, φορώντας τα προστατευτικά κράνη μας αχαχα..., κρατώντας αναμμένα τα φακουδάκια στα χέρια και προχωρούσαμε, σαν τους κολασμένους στον κάτω κόσμο, σαν τους τυφλούς στον άδη -που λέν' τα λαικά παραμύθια..."μανούλαααα!", θ' ανέκραζε ο Βέγγος...
Για κλειστοφοβικούς, σίγουρα δε θ' αποτελούσε και την πιο επιθυμητή εμπειρία- ας σημειώσω.
-Υπάρχουν και νυχτερίδες εδώ, κουρνιασμένες στην οροφή, παρακαλώ, με το φως των φακών σας, μην τις ταράξετε- με οικολογική ευαισθησία- σύστησε ο οδηγός μας.
-Χριστέ μου, ετούτο μας έλειπε!
Να ξαφνιαστούν τα νυχτεριδάκια και να φτερακιάσουνε πάνω μας...
Θα λιποθύμαγα πάραυτα από μεγάααλη τρομάρα...
Τα παπούτσια μας, αθλητικά μποτάκια, ως ψηλά στον αστράγαλο, προκειμένου να μας προφυλάξουν από κάποιο στραμπούληγμα, μιας και το έδαφος μέσα, ξεδιπλωνόταν πάνυ ανώμαλο- ό,τι πεις για να φάμε τα μούτρα μας- με το παραμικρότερο σκόνταμα.
Διαθέταμε ως έμπειρο οδηγό, έναν φιλικό, ομιλητικό πολύγλωσσο τύπο, με τριγωνικό πρόσωπο, μαυροκίτρινο δέρμα - από το μέχρι θανάτου φουμάρισμα- ρουφηγμένα μάγουλα, μυτερό ξανθό γενάκι ελάχιστο, στην άκρη του πηγουνιού, και πυρακτωμένο βλέμμα βοηθού του Εξαποδού, που του 'λειπε μονάχα η μακριά στριφογυριστή ουρά, και η τεράστια πιρούνα, ώστε να σπρώχνει με δαύτη, την ανυποψίαστη... πελατεία, μες στα καυτά καζάνια της ηφαίστειας κόλασης.
Θαύμασα το κουράγιο μου.
Ευτυχώς μου κράταγε το χεράκι, ο λατρεμένος συνοδοιπόρος και έπαιρνα δύναμη.
-Δεν προσευχόσουν μωρή σαλογραία, μέσα στο έρεβος; από το κράτημα του χερακιού, έπαιρνες δύναμη;ντροπή σου!
-Δεν προσευχόμουν, αγαπημένο μου- η γριά κάργια- δεν προσευχόμουνα....
Από τη σαστιμάρα, την τυπική προσευχή την είχα ξεχάσει...
Ευτυχώς, κανένας σεισμός, καμιά νέα ηφαιστειακή ταραχή δεν προέκυψε, και φτάσαμε ειρηνικά, μέχρι τη μέση του μακρότατου τούνελου.
Εκεί κάναμε στάση.
Τότε ο οδηγός, φωτίζοντας το ταβάνι, μας έδειξε κάτι λεπτότατες ρίζες, σαν χοντρές άσπρες κλωστούλες για ράψιμο σε λινό ύφασμα... ( πολύυυυ λεπτότερες απ' τα ριζίδια που φαίνονται να αιωρούνται στη φωτό -στο άνοιγμα μιας τέτοιας σπηλιάς- που παρέθεσα παραπάνω) οι οποίες ισχνότατες ρίζες, απ'το νοτισμένο με υγρασία "ταβάνι" κρέμονταν , μέσα στο σκότος.
Ήταν πεισματάρες ρίζες καχεκτικών φυτών της επιφάνειας, που αγωνίζονταν για επιβίωση.
Και είχαν τρυπήσει -οι σχεδόν αραχνοϋφαντες ρίζες αυτές- το σκληρό, στεροποιημένο πέτρωμα, και προχωρώντας -οι τριχοειδείς ρίζες αυτές- είχαν σπάσει το βράχο!
Μας έδειξε μια τεράστια-αναλογικά προς το μέγεθος των ριζών- πέτρα, που -οι ρίζες αυτές- είχαν βγάλει από τη θέση της, στην ακατάβλητη προσπάθειά τους να πάνε πιο πέρα, βρίσκοντας τροφή και την απαραίτητη γι αυτές, υγρασία.
Οι ρίζες οι λεπτότατες σαν κλωστή, με την αδιάκοπη πορεία τους, ναι, είχαν νικήσει τον ογκωδέστατο, βράχο.
Είχαν διαρρήξει το σκληρότατο βράχο.
Θαυμάσαμε με το θέαμα άπαντες. Προσωπικά συγκινήθηκα απίστευτα.
-Μα για Όνομααα! είναι τόσο μεγάλη η δύναμη μιας ισχνότατης ρίζας;
(καλά, για κείνες των τεράστιων δέντρων το ήξερα, πώς μπορούσαν).
Σπάει μέχρι και βράχια;
-Είναι! Και ναι! Τα σπάει, εσύ τι ζόρι τραβάς;
-Τότε, δεν δικαιούμαι να αδρανώ, να καταθλίβομαι, να κοψοφλεβιάζομαι...
Τότε καμία προσπάθεια, ακόμα και η πλέον αδιόρατη, δεν πηγαίνει χαμένη! Τότε έχει δίκιο ο Καζαντζάκης που γράφει ότι κι ένα χαλίκι να αρμολοήσουμε σε έναν τοίχο, στηρίζουμε τον τοίχο να μην πέσει, στηρίζουμε την ψυχή μας να μην πέσει, σ τηρίζουμε τον κόσμο ολόκληρο να μην πέσει, να μην πάει χαμένος!
Στα γράφω τούτα απόψε, επειδή λυπήθηκα που είδα στην αγαθή σου ψυχή, παραίτηση, αποθάρρυνση...
Αχ να ήσουν κοντά μας...
Αχ να έβλεπες την απίστευτη δύναμη εκείνης της επίμονης -σχεδόν μόνο από λευκοπράσινο φως, φτιαγμένης - ρίζας που ταλαντευόταν ανάερα απ' το πάνω μέρος του κατασκότεινου σπήλαιου.
Αχ και να καταλάβαινες
τι μυστικές και φανερές νίκες κερδίζει,
η καθημερινή, μικρή, ακούραστη
- δήθεν ασήμαντη* (εν Ελπίδι, Πίστει και Αγάπη Κυρίου Ιησού) γιγάντια, όμως, στ'αλήθεια-
προσπάθεια! Ευανθία η Σαλογραία
....................................................................
......................................................................