Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Ο θαυμαστός Γερμανός ορειβάτης της Αίτνας-μια αληθινή ιστορία (επανάληψη)




-Απ' τα πολλά βάσανα του βίου-

μπαρουτοκαπνισμένο μου

καιρό τώρα, όλο θέλω να μοιραστώ μαζί σου,  μια  μικρή, 
πλην, αληθινή  εικόνα  ψυχικού σθένους, 
που θυμήθηκε απ’ την επαγγελματική του ζωή, ο Αντρέα
(ο Γερμανο-Ιταλός μέσης ηλικίας, πολύγλωσσος  ξεναγός μας) 
σε κείνη την αλησμόνητη  

( κάνε κλικ στην υπογραμμισμένη φράση  αν  δεν το έχεις διαβάσει).

Tο  σκηνικό το ‘ φερε στην κουβέντα- ύστερα από  σχετική ερώτηση 
την τελευταία βραδιά της παραμονής μας στην Ταορμίνα, το 2010- ο Αντρέα.

Μετά το φαγητό,  ανάμεσα στις  συζητήσεις που γίνονται σε παρόμοιες περιπτώσεις, 
εμείς οι κεφάτοι  επισκέπτες (για επιστημονικούς λόγους )τού γοητευτικού τόπου εκείνου, 
ρωτήσαμε τον οδηγό μας :

-Αντρέα, αρκετά χρόνια  εργάζεσαι σ’αυτή την περιοχή.
 Έζησες   άραγε κάποια εμπειρία  που να σ’ εντυπωσίασε,
 συνοδεύοντας τουρίστες στον κρατήρα  της Αίτνας;

-Θα χαιρόμασταν  πολύ,  αν μας έλεγες!

Ο Αντρέα, τύπος φιλικός, μοναχικός αλλά και κοινωνικότατος 
 ιδιαίτερα όποτε τον κέρναγαν μια μαύρη μπυρίτσα  
δε χρειάστηκε  παρακάλια περισσότερα.

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ξεφύσηξε 
τον καπνό του τσιγάρου του, κάπνιζε σαν ηφαίστειο κι αυτός, 
οι... κακές επιρροές απ’ το... εκρηκτικό περιβάλλον,θα  υπέθετα και... ξαναθυμήθηκε την σκηνή που-όπως μας τόνισε- του είχε μείνει, δια παντός αλησμόνητη!

Πριν συνεχίσω, να ανοίξω εδώ, κατά τα ειωθότα, μια μακροσκελή παρένθεση, ω   λατρεμένο μου.

Να εξηγήσω  ότι επειδή ανέβηκε...

 -χάριτι θεία-  και η σαλή αφεντιά μου, περπατώντας,  αγκομαχώντας και ξεφυσώντας –επί απροσδιόριστο  χρονικό διάστημα τουλάχιστον κάμποσων ωρών, που λόγω του υπερβάλλοντος κόπου, το βίωσα ως αιωνιότητα-

 ...επειδή, επαναλαμβάνω,  σκαρφάλωσα, στα 2.400 μέτρα -η λώλαα- δηλαδή,  αρκετά  χαμηλότερα απ’ την κορυφή της Αίτνας, που υψώνεται στα 3.350 περίπου

(εκεί τελειώνει ο μεγάλος κρατήρας της-το λεωφορείο μάς είχε παρκάρει σε  πλάτωμα κάτι  χιλιόμετρα παρακάτω)

σου υπογράφω, ω ευλαβικέ ή και ανευλαβικέ,  αναγνώστα μου
ότι αυτό το καουμποϋλίκι της ανάβασης,  τυγχάνει απίστευτα ζορισμένο και,  καθόλου  εύκολο, όχι μόνο  για  άμαθες
-από σκαρφάλωμα σε λαβ-ωμένα από ξεράσματα ηφαιστείων κορφοβούνια-  χαζοβιόλες, όπως η ταπεινότης μου, αλλά  ούτε καν για νεαρότερα άτομα, που,  και ιδιαίτερα  γυμνασμένα-υποθέτω- να ήταν, αρκούντως θα  βαριανάσαιναν τραβώντας την- προς την κορφή της Αίτνας- ανηφόρα στα 3.350 μέτρα που λέγαμε.

Προσωπικά, σου  ομολογώ, ανερυθριάστως, περιστεράκι μου,
ότι ανεβαίνοντας ιδρωμένη και ασθμαίνουσα,  αναθεμάτιζα νοερώς και πολλάκις, την ώρα και τη στιγμή που δεν κάθισα στα αβγουλάκια  μου, παραμένοντας στο υπέροχο ξενοδοχείο, τέλος πάντων, αντί να θέλω να παραστήσω-το βούρλοοο!- τον Ροβινσώνα Κρούσο,  σε νέες περιπέτειες!

-Χα! Όλες ανεξαιρέτως οι αμαρτίες, οι κακίες,  οι κουτουράδες,  οι λάθος αποφάσεις, και  από τούτη εδώ τη ζωή πληρώνονται, μη γκρινιάζεις, μανδάμ, καλά να τα πάθεις, μανδάμ, ό,τι και να μου πεις, μην επιμένεις, μανδάμ, όχι, όχι, δε σε λυπάμαι!

-  Για κοίταξέ με στα μάτια! Δεν πρόλαβα να ανοίξω το στομα, να εκφράσω  τον πόνο μου, και άρχισες πάλι την... κρεβατομουρμούρα 
“ my precious»,  εαυτέ γκρινιάρη και μίζερε;
Λοιπόν,  απαξιώ να απαντήσω, σε κοιτάζω με... περιφρόνηση   
και συνεχίζω να γράφω, όσα άκουσα απ’ τον  ξεναγό  Αντρέα, παραφράζοντας 
στο  πιο σαλογραιϊστικο...

( για ευνόητους  λόγους ψυχοθεραπείας δικής μου)

...το σοβαρό ύφος της κανονικής, δικής του αφήγησης.

Θυμήθηκε, λοιπόν, ο ξεναγός μας Αντρέα, τα ακόλουθα:
............................................................................
...............................................................................
.....................................................................
-Φίλοι,  μια μέρα, πριν καιρό, είχα να οδηγήσω,  ως συνήθως, ένα πούλμαν με τουρίστες,
 στον κεντρικό  κρατήρα  της Αίτνας στα 3.350 μέτρα περίπου.

Το λεωφορείο ξεκίνησε πρωί και  σταμάτησε κάμποσο χαμηλά πριν το τελικό προορισμό μας, 
σε μια απόσταση, που για να φτάσεις  ως την κορυφή, χρειαζόταν οπωσδήποτε  έξι με εφτά  ώρες περπάτημα.

Αφού αποβιβαστήκαμε, αρχίσαμε την ανάβαση με τα πόδια, κουβαλώντας μόνο ό,τι ήταν 
 για τον καθένα απαραίτητο απόλυτα, μια φωτογραφική μηχανή ας πούμε, ένα μπουκάλι νερό, 
ένα σάντουιτς, καταλαβαίνετε...

-Καταλαβαίνουμε!

Ανάμεσα στους  νεαρούς φοιτητές  και μέσης ηλικίας ανθρώπους της ομάδας μας, 
βρισκόταν κι  ένας ηλικιωμένος Γερμανός τουρίστας -όπως έμαθα αργότερα, ετών 81!
..................................................
( ναι, ναι, σωστά το διάβασες, δεν έκανα λάθος στο νούμερο, φίλε μου! ακούραστοι οι Φράγκοι, 
ανά τους αιώνες- τιμή τους και δόξα τους!)
.......................................................................

Ξεκινήσαμε την πορεία  με γρήγορο βήμα, προσπαθώντας  να μην καθυστερούμε, να μην σπαταλάμε χωρίς λόγο  δυνάμεις επειδή το άναντες εκείνο μονοπάτι έμοιαζε  ανελέητο  και τα χορταριασμένα-  συχνά καλυμμένα από πολυκαιρισμένο μάγμα, περάσματα- φαίνονταν  απότομα, επίφοβα 
για ξαφνικό  στραμπούληγμα των ποδιών,  δυσανάβατα.

Καθώς με προσοχή σκαρφαλώναμε, ακούγονταν διαρκώς, λαχανιασμένα  ξεφυσητά,
 διαμαρτυρίες απ’ τους πιο άμαθους, κάποια γέλια,  και σποραδικές  ερωτήσεις,  
για το πόσος δρόμος μένει ακόμα, καταλαβαίνετε...

-Καταλαβαίνουμε.

Τους εμψύχωνα.

-Κοντεύουμε;

-         Υπομονή! « Μεγάλο πράμα η υπομονήηηη!»
-         το τονίζει κι ο εθνικός σας ποιητής,
-      Σαλογραιότατη, πάντα να το θυμάσαι! 
...................................................
.................................................
Και  ο Αντρέα ο ξεναγός μας, συνέχισε:

-         Ο 81 χρονος  Γερμανός της παρέας, ωστόσο, προς παραδειγματισμό των νεότερων, ανέβαινε, σιωπηλά, αδιαμαρτύρητα, με μεγάλες δρασκελιές, φαινόταν  πεπειραμένος  ορειβάτης, 
στ’ αλήθεια.
Μ’ εντυπωσίαζε.

Δεν υπολειπόταν  το περπάτημά του, απ’ εκείνο, των εικοσάχρονων ή των σαραντάχρονων, 
φτου να μην τον βασκάνω!
   
Φαινόταν  γυμνασμένος...( χιχι... ίδιος ο Κλίνταρος, τζετζεκάκι μου...)

Μου έκανε εντύπωση, το εύρος του  διασκελισμού του- το μεγάλο άνοιγμα, δηλαδή 
που είχε το βήμα του.

Έδειχνε να ξέρει, ο συγκεκριμένος  από πορεία σε κακοτράχαλο έδαφος, και έτσι βαδίζοντας 
περίπου  εξάωρο, μπορεί και εφτάωρο, φτάσαμε κάποια στιγμή-  με τις γλώσσες έξω, 
πλην, με  επιφωνήματα χαράς και ανακούφισης  
στο μεγάλο, τον κεντρικό κρατήρα  της Αίτνας που δέσποζε στον Σικελικό ουρανό, 
ίδιος περήφανος γίγαντας.

Νιώσαμε υπέροχα, αγγίζοντας στην κορυφή, φτάνοντας στην καρδιά του βασίλειου του Ήφαιστου,
εξάλλου...
πάντα η θέα από υψηλή κορυφή αποζημιώνει για τον  όποιο κόπο... καταλαβαίνετε.

-Καταλαβαίνουμε! (έλεος- έλεος!)

-Και φυσικά, όταν φτάσαμε,  κάναμε στάση λίγης ώρας, πριν επιχειρήσουμε ξανά  την κατάβαση.

-         Χα! Αυτό δα έλειπε να μην κάνατε και στάση!

-         Το ‘χετε το σαδιστικό, το κουβαλάτε οι Γερμαναράδες,
ανεξάλειπτα τυπωμένο σαν κακό τατουάζ  στο DNA σας, μην κοιτάς που  την σήμερον,
φαρισαϊκά, κάπως  το κρύβετε.
Μέχρι τα Χιτλερικά άκρα, προς  το παρόν-  ελπίζω-  δε φτάνετε!

-Ασχολίαστον! Όχι ρατσιστικά σχόλια, μανδάμ!
Από μια κατηχητικούδα-  του( μή) κερατά-  σαν και τα μούτρα σας,
σαφώς, τα ρατσιστικά σχόλια και  δεν επιτρέπονται!

Συνεχίζω λοιπόν:  Μόλις  σφύριξα «στάση»,  ο 81χρονος, με  πλησίασε:

 -Μπορώ να απομακρυνθώ  απ’ την ομάδα, να πάω  πίσω από κείνο το βράχο;
με σεμνότητα, ρώτησε.

 -Βεβαίως, απάντησα.
Δεν το βρήκα παράξενο.  
Τόσες ώρες, επιτέλους, βαδίζαμε.
Υπέθεσα πως  το γερόντιο από συχνουρία, μάλλον, θα έπασχε.
Τόση  πορεία!
Σίγουρα,  η  σωματική  ανάγκη τον πίεσε  κι έψαχνε ν’ ανακουφιστεί  κάπου απόμερα, 
από αδιάκριτα μάτια- αθέατος.

Ο ηλικιωμένος  τουρίστας, απομακρύνθηκε.

Τον ακολούθησα με το βλέμμα,  για λίγο  τον ξέχασα, στράφηκε αλλού η προσοχή, 
είχα να μιλήσω  και  στους υπόλοιπους...  μετά, ξανακοίταξα το ρολόι μου.

Πέρασαν κάποια λεπτά, ο Γερμανός, ακόμη δε φάνηκε.
Πέρασαν τέσσερα, πέντε λεπτά, επιπλέον...
Ανησύχησα.
Τα είχε τα χρονάκια του, ο λεβεντόγερος.

«Μήπως τον κούρασε υπέρμετρα το ατελείωτο  ανέβασμα σε κόντρα ανήφορο;
Μήπως ένιωσε αδιαθεσία;
Μήπως  η καρδιά του τον πείραξε;» ψιλοαγχώθηκα.

Μέτραγα τα δευτερόλεπτα της απουσίας του και, η νευρικότητά  μου, μεγάλωσε.

Είχα επιτέλους-ως οδηγός τους- και μία  ευθύνη...

 Άφησα τους λοιπούς της μεγάλης παρέας, προχωρώντας  προς την κατεύθυνση 
που εκείνος απομακρύνθηκε.

Τον αντίκρισα,  να κάθεται ήσυχα πάνω στο χώμα, στηρίζοντας σε μεγάλο, μαύρο  βράχο
την πλάτη του.

Από μακριά πρόσεξα πως  κάτι κρατούσε στο χέρι του.
Δεν είδα καλά, δεν κατάλαβα...
Πλησίασα.
Ξανακοιτάζοντας, σοκαρίστηκα!.
Τι είδα;
Θα το πιστέψετε;

-Αμάν! Μόνο ένα ποτήρι μπύρα, ως τα τώρα,  κατέβασες!
Θα σε πιστέψουμε!
  
-Είδα, λοιπόν, φίλοι, τον 81χρονο της παρέας μας,
να κρατάει  στα  χεράκια του, να κρατάει –επαναλαμβάνω- όχι μήλο, όχι πορτοκάλι, όχι μια πέτρα, 
όχι σάντουιτς,  όχι «το φιδάκι το Διαμαντή» -που θα ‘λεγε και  η  κουφή  σαλογραία, 
αλλά τί; 

Τον είδα να κρατάει  με τα δυο του χεράκια
 τη μία του  κνήμη 
για Όνομααα!

-Δηλαδή;

-Τόσο κουτεντές είσαι κυρία μου; και μπαίνεις και στο διαδίκτυο και σερφάρεις σε σελίδες ακατονόμαστες, [....] ;  
με όλο το σεβασμό, θέλω να τονίσω, επιτέλους, ξεκάθαρα

 πως

το ένα  πόδι 

τού 81 χρονου που σκαρφάλωσε μαζί μας στα 3.350 μέτρα της Αίτνας,

( περπατώντας  επί ώρες πιο σταθερά κι  από σκληραγωγημένο  στρατιώτη της Βέρμαχτ)

το  ένα του πόδι,  από το γόνατό του  και κάτω, 
έλειπε.

Το πόδι του, ήταν κομμένοοο!
Υπήρχε μόνο ένα τεχνητό, αντίστοιχο μέλος στη θέση του!

Αυτό το τεχνητό άκρο- κάτω πόδι, είχε το γερόντιο στα χέρια του, τη στιγμή που τον είδα!

Το τίναζε, εκείνη την ώρα, προσπαθώντας  απ’ το μηχανισμό
τής τεχνητής  γάμπας, να πετάξει κάτι  σφηνωμένα χαλίκια 
που του προκαλούσαν ενόχληση.

 -Το κατάλαβες φίλε μου; 

Ο Γερμανός  81χρονος συνοδοιπόρος  που περπάτησε μαζί μας 
επί τουλάχιστον ένα εξάωρο, σε  ανηφόρα που άνετα,  εξοντώνει  ελέφαντα, 

αυτός ο άνθρωπος,

ξαναλέγω, 

ήταν α- νά- πη- ρος!

-Έχασα τη μιλιά μου, μωρή σαλογραία!
Τα παγανά του ηφαίστειου
λες και την έκλεψαν!

Μου πήρε  κάμποσα δευτερόλεπτα, απ' την έκπληξη
να συνέλθω!
........................................................................................................

Ο 81χρονος χαμογελώντας ελαφρά,  πέταξε μακριά 
ό,τι εμπόδιζε  το  μηχανισμό του  τεχνητού άκρου,  
στη συνέχεια το  συνάρμοσε πάνω του, 
με τη φυσικότητα που φοράει   κάποιος τις μάλλινες  κάλτσες του,
   
και... συνέχισε  το πρόγραμμα της κατάβασης
λίγο αργότερα,  ανάλαφρος σαν νεαρό κατσικάκι!
.............................................................  

«Ξέρεις έχασα το κάτω  πόδι μου, όταν παραλίγο να σκοτωθώ από χτύπημα   χιονοστιβάδας, 
τότε που  έκανα σκι στις Άλπεις, στα νιάτα μου» με ενημέρωσε στωικά, καθώς επιστρέφαμε.

-Σέβας!
Λόγια δεν είχα!
.................................................................................
Και ο Αντρέα στην αφήγησή του  κατέληξε:

 -Πέρασε τόσος καιρός.
Έχω ζήσει  ταξίδια αμέτρητα, έχω μιλήσει με χιλιάδες  ανθρώπους.

Η ζωντανή εικόνα, εκείνου του 81χρονου Γερμανού, 
που σκαρφάλωσε   μέχρι  το μεγάλο  κρατήρα  της Αίτνας στα 3.350 μέτρα,
πεζοπορώντας  για ώρες, στην ανώμαλη και σκληρή ανηφόρα,

μ' ένα πόδι γερό και τ' άλλο, χρόνια  κομμένο...

υπήρξε  για μένα, τον πολύπειρο  ξεναγό, 
ένα  απίστευτο παράδειγμα σθένους!
........................................................................................
........................................................................................
Με τα παραπάνω λόγια, έκλεισε την αφήγηση  ο Αντρέα,
και ξεφύσηξε για άλλη μία φορά, 
σαν   παράξενο  ξωτικό,  
τον καπνό τού τσιγάρου 
απ’  το  ηφαίστειο των σωθικών του.
...................................................
Εμείς, δεν   γνωρίσαμε προσωπικά, το θαυμαστό ορειβάτη.

Έχοντας όμως σκαρφαλώσει  αρκετά ψηλά
-  όχι στο μεγάλο κρατήρα, δεν προχωρήσαμε, δεν ήταν στο πρόγραμμα-  
έχοντας απλώς μικρή εμπειρία απ' τα προηγηθέντα
στην άλλη αφήγηση σκηνικά... 
υποκλίθηκα -νοερά-  στο 81χρονο,
ακούραστο Γερμανό πεζοπόρο

που ακόμη και  δίχως  το ένα του πόδι,  
φορώντας την τεχνητή του την κνήμη,

αψηφώντας
το γήρας του,

αψηφώντας
και τον ανήφορο

αποφάσισε

(η ζωή που θα ζήσουμε, ως ένα μεγάλο βαθμό, 
είναι εν τέλει, θέμα απόφασης...)

πως...

την κορυφή θα  την κατακτούσε
   
και... την κατάκτησε!

-Τι ακριβώς θες να πεις, μωρή Σαλογραία;

-         Χα! Άρχισες πάλι τις ζαβές ερωτήσεις;
-         Αφού τις απαντήσεις- τις ξέρεις!  

-Όλες οι  ερμηνείες, τυγχάνουν  θέμα προαίρεσης.

- Η προαίρεση αναδύεται εξ εγκάτων
ως έκχυση μάγματος
πίστης,
ελπίδας
και 
αγάπης 
εν Αληθεία...

Προς το παρόν, σταματώ.

Είτε με ηφαίστεια, είτε χωρίς ηφαίστεια, να θέτεις  στόχους,
πάντα θα  εύχομαι.

Για τα υψηλά  και τα  άγια, φτιάχτηκε ο άνθρωπος
να θυμάσαι.

Μακάρι, σε όλο  το βίο σου

 άοκνα να επιδιώκεις

-χάριτι θεία-

ακατάβλητες

- εν  ευχαριστία-

πνευματικές
και σωματικές

αναβάσεις...



..............................................................................................
...............................................................................................



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου