Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Πώς θεραπεύτηκε ο καρκίνος στο πάγκρεας και στο συκώτι της κυρά-Ζωής...(επανάληψη)



(To κείμενο που ακολουθεί είναι επανάληψη 
και βρίσκεται κάτω από  
από παλιότερη ανάρτηση  
αναφερόμενη στους μεγάλους  Αγίους Ραφαήλ, Νικόλαο και Ειρήνη

Ξαναθυμήθηκα  τις προάλλες την περίπτωση και την αφηγήθηκα
στα πεθερικά σου.

Παραθέτω  σήμερα  τα τότε γεγονότα
με την σκέψη ότι θα τα διαβάσεις και συ, 
αγαπημένο μου...)
......................................................................................
.....................................................................




Περιστεράκι μου

Υποσχέθηκα ότι θα παραθέσω  μια ιστορία θεραπείας 

που συνέβη σε μια γνωστή, φίλη του πατέρα μου.

Την έλεγαν  Ζωή, την κυριούλα, έμενε στο χωριό Β. [του νομού Ηλείας] 

μεγάλη σε ηλικία , και  άρρωστη μέχρι θανάτου,  
από καρκίνο στο ήπαρ και στο πάγκρεας. 

Της έμενε ελάχιστος καιρός- σύμφωνα με τις ιατρικές γνωματεύσεις.

 Η κοιλιά της, απ΄ την ασθένεια,  υπέρμετρα φουσκωμένη σαν να ήταν εννιά μηνών έγκυος.

 Η γυναίκα υπέφερε και σερνόταν. 

Μια ΛαμπροΤρίτη, μετά τη θεία Λειτουργία που οργάνωσε  ο πατέρας,  στο [ιδιόκτητό μας ] εκκλησάκι των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης,  τον πήρε η κυρά Ζωή  τηλέφωνο παρακαλώντας,  να της πάει στο χωριό, άρτο απ' την αρτοκλασία. [για την ίδια ήταν λόγω της υγείας της, αδύνατη η μετακίνηση]

Εκείνο τον καιρό, ο μακαρίτης [ο πατέρας μου],  

είχε επισκεφθεί και το μοναστήρι Παναγίας Μαλεβής.

Ζήτησε, λοιπόν,η κυρά Ζωή  απ' τον αδελφό εν Κυρίω,[ τον πατέρα μου]

να της φέρει [για ευλογία] και  απ' το μύρο της θαυματουργής εικόνας της Παναγίας.

Επειδή βρισκόταν  σε κακό χάλι η σωματική της κατάσταση, ο κυρ-Γιώργης [ο μπαμπάς],  

την επισκέφθηκε, και της πήγε  άρτο της αρτοκλασίας και μύρο, που ήθελε.

Τη συμβούλεψε να φάει τον άρτο για ευλογία  και να σταυρώσει την κοιλιά της,
 με το μύρο απ' την εικόνα της Θεοτόκου.


Έτσι και έπραξε  η κυρά Ζωή.

Το βράδυ της ίδιας μέρας και ενώ κοιμόταν -όσο είναι δυνατόν να κοιμηθεί - κοντά στο θάνατο άρρωστος και καρκινοπαθής άνθρωπος,  που έκανε κάθε μέρα μια μορφίνη και ινσουλίνη, ώστε  να μπορεί να αντέχει τη βαριά  κατάσταση- είδε στο όνειρό της ότι άνοιξε η πόρτα,  και μπήκε  στο δωμάτιο, μια μαυροντυμένη γυναίκα που φορούσε  μαντήλι. 

Την πλησίασε η μαυροφόρα με ιλαρό πρόσωπο, της έπιασε τα δυο χέρια -όπως ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι- της σταύρωσε με το σημείο του σταυρού την κοιλιά και, της είπε επιτακτικά:

-Πάρε βαθιά αναπνοή και βγάλε τον αέρα!

Η κυρα Ζωή, [μέσα στο όνειρο πάντα ]

πήρε την αναπνοή και έβγαλε τον αέρα.

Βγάζοντας τον αέρα, ένιωσε -στ' όνειρο πάντα- ότι η κοιλιά της ξεφούσκωνε, σαν μπαλόνι, μέχρι που εξαφανίστηκε εντελώς,  εκείνο το φοβερό πρήξιμο του ασκίτη.
Επάνω σ'  αυτή τη φάση, 

ξύπνησε η ασθενής και τότε  είδε 
με μεγάλη  κατάπληξη και συγκίνηση 
ότι η κοιλιά της
π ρ ά γ μ α τ ι είχε εξαφανιστεί, 
και ήταν  φυσιολογική πλέον.

Ώρα περίπου  τέσσερις το πρωί.

-Τρελάθηκε από τη χαρά της;
-Τρελάθηκε είναι μικρή λέξη. Λίγη. 


Δεν περιγράφεται η κατάσταση!
Πετάχτηκε, αμέσως  επάνω, με κλάματα και  πήρε  στη νύχτα τον πατέρα, τηλέφωνο:
-Κυρ Γιώργη μου,  έγινε θαύμααααα! 
Θαύμα  μεγάλο,  σου λέωωωω!
Έγινα καλάαααα! 

-Παναγία μου σ'ευχαριστώ, Άγιε μου Ραφαήλ σ'ευχαριστώ, έλεγε και ξανάλεγε και όλο κι  έκλαιγε απ' τη συγκίνηση ασταμάτητα...

Συγκινήθηκε και ο πατέρας.

Η κυρά Ζωή, ήθελε να πάει -λέει- στις τηλεοράσεις, στα ραδιόφωνα να το πει, να  διαλαλήσει την ίαση...
Την ηρέμησε ο κυρ Γιώργης.

Στη συνέχεια έτρεξε για  επαναληπτικές   εξετάσεις...
Οι εξετάσεις βγήκαν πεντακάθαρες.


Ούτε ίχνος καρκίνου στο συκώτι και στο πάγκρεας.

Η καλή γυναίκα πανηγύριζε!

-Δόξα στον Κύριο, αλληλούιαααα! που θα ανέκραζε και πας ενθουσιώδης θεραπευθείς -στη θέση της.

Ήταν χήρα και φτωχή σε υλικά αγαθά, αλλά πλούσια σε πίστη, αγάπη και ελπίδα!


Στη συνέχεια, η κυρά Ζωή, με τη μεσολάβηση του πατέρα μου, μπήκε σ'  ένα γηροκομείο,
της εκεί Μητροπόλεως...υγιής πλέον...


-Θέλεις να μάθεις και τη συνέχεια;
-Έχει και συνέχεια, τρελοτάτη μου;
-Έχει για!
-Τι συνέχεια;
-Την εξής χαρμόσυνη...


(που ο σοβαρός  σύνευνος- από δίπλα- μουρμουράει   να μη σου  τη γράψω, αλλά εγώ θα την γράψω, επειδή 
σ υ ν έ β η και θέλω να έχεις λατρεμένο, την πλήρηηηη, αισιόδοξη  εικόνα):

Η κυρά Ζωή, στο γηροκομείο, αγάπησε έναν παππού, της κλάσεώς της!
Μάλιστα, μάλιστα!


Είπαμεεεε! 
Χήρα γυναίκα ήτανε. 
Χήρος και ο παππούς!


Μοναξιά και των γονέων...

Και αποφάσισαν (μην καραφλιάνεις, αγαπημένο μου...) να προχωρήσουν εις γάμου κοινωνίαν!

Και παντρεύτηκαν, ευλαβικέ μου αναγνώστη-  ναι, ναι πσυχραιμίααα!..

(Δεν κατηγορεί τους γεροντοέρωτες ούτε ο Αγιάννης ο Χρυσόστομος- στα έχω ξαναπεί χαχαχούχα!)

Παντρεύτηκε, λοιπόν, η απολύτως  θεραπευμένη κυρά Ζωή, τον παππού - και  βγήκαν από το γηροκομείο- έφυγαν προκειμένου  να κάνουν στη γαμήλια ζωή τους, με σθένος και υγεία,
 ένα νέο(!) ξεκίνημα!


Και έζησαν αυτοί καλά, και μείς που διαβάζουμε τα απίστευτα, και γελάμε οι αναίσθητοι - με τη χαρά του άλλου- ζούμε  ακόμη καλύτεραααα!

- Ξέρεις γιατί θεραπεύτηκε η  ηλικιωμένη κυρα Ζωή, και έζησε - μέχρι  και έναν  γεροντοέρωτα;

Θεραπεύτηκε...επειδή, χαρά μου...

O Χριστός Αναστήθηκε!

Ζεί Κύριος ο Θεός!

Πίστεψέ με, λοιπόν,  και μεις θα ζήσουμε στον Αιώναααα! 



Ευανθία η Σαλογραία 

................................................................
................................................................

Γιατί μου άρεσε η ταινία "ο άνθρωπος που γνώριζε το άπειρο" ;





Θα το εξηγήσω προσεχώς
λατρεμένο μου...

(τώρα πέρασε η ώρα...
πρέπει να με βάλω-το κούσαλο- για ύπνο...)

Πήγαινε μια τρεχαλίτσα, δες το έργο, 
εσύ που την "καταβρίσκεις"
με τους αριθμούς και τα μαθηματικά 
και τις ταινίες
που βασίζονται σε βιογραφίες 
(τρελαίνομαι για τέτοια, η καλτάκα...)

και μετά- πρώτα ο Θεός...
τα ξαναλέμε!

Φιλιάααα!

Ευανθία η Σαλογραία

Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ναρκωτικά και νηπιαγωγείο-μικρή, αληθινή ιστορία πρόληψης (επανάληψη)




Αγαπημένο μου, 

τους βλέπεις κάθε μέρα 
να σωριάζονται δίπλα σου, στη μεγαλούπολη, 
οι δυστυχισμένοι που τα ναρκωτικά, τούς κατέστρεψαν. 

Και θλίβεσαι. 
Κομμάτια γίνεται η καρδιά σου.


Και αναρωτιέσαι: 
- Γιατί;
- Για άπειρους λόγους.


Ένας από τους άπειρους, 
έχει να κάνει με το γεγονός ότι κανείς από τους δημόσιους φορείς, 
επί της ουσίας, δεν επιθυμεί να προσφέρει ΑΛΗΘΙΝΗπρόληψη, 
σαν και αυτή που φρόντιζε να παρέχει
ακριβό αμερικάνικο ιδιωτικό νηπιαγωγείο στον Καναδά, 
σύμφωνα με τη μαρτυρία μιας φίλης, [ Κ.Χ.]
η οποία, εκεί- όταν υπήρξε νήπιο- φοίτησε.

Οι σοφοί διευθυντές του, δεν κατηγορούσαν υποκριτικά τα τσιγάρα, από τη μία, 
επιτρέποντας από την άλλη- ως γονείς, ή παιδαγωγοί-στα πιτσιρίκια, να υπνωτίζονται από τους αστέρες του σινεμά - αρειμανίως καπνίζοντες στις ταινίες τους, προκειμένουν να πεθάνουν λίγα μέτρα φιλμ παρακάτω- ειδυλλιακά- και με την κατάλληλη μουσική υπόκρουση,
υποκρινόμενοι τους αρρώστους.

Οι ιδιοκτήτες του ακριβοπληρωμένου νηπιαγωγείου
όπου φοίτησε η φίλη μου, 
ήξεραν ότι τίποτα δεν μπορεί να διδάξει 
όσο η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.
Τι μέτρο πρόληψης χρησιποιούσαν, λοιπόν;
Το Φόβο, μέσα από τη βίωση του γεγονότος.

Αυτό το φόβο, που υπάρχει και σε όλη τη φύση, από πλάσμα σε πλάσμα, από είδος σε είδος
και διευκολύνει την αυτοσυντήρηση των ειδών,
πριν έρθουν οι δήθεν ψυχολόγοι της καταναλωτικής αποβλακωμένης κοινωνίας μας 
και μας πιπιλίσουν τα αυτιά με το σοβαροφανές ύφος τους, λέγοντας:

- Όου ντήαρ! Πάψε να φοβήσαι! Ο φόβος δημιουργεί νευρώσεις! 
Θέλεις να σε κακοχαρακτηρίσω, ως νευρωτικό , αγαπητέ μου;

- Μωρ' δεν πάτε να κουρεύεστε, λέω εγώ, όλοι μαζί, ομοθυμαδόν οι ψυχοτέτοιοι
 μήπως και σωθούμε με καν' αποτελεσματικότερο τρόπο; 

Στο καναδέζικο, λοιπόν, ακριβό νηπιαγωγείο, μια ωραία πρωία, πήραν τα πεντάχρονα πιτσιρίκια(ακούστε το και φρίξετε, ω κουλτουριάρηδες )και πού τα πήγανε τσάρκα - τα χρυσά μου;

- Μαντεύεις;

Δεν θα το βρεις όσο και αν ψάξεις!


Τα πήγανε,αγαπημένο μου, τα πεντάχρονα, σε κέντρο απεξάρτησης από βαρέα ναρκωτικά - του αλκοόλ συμπεριλαμβανομένου. 

Τα έβαλαν τα νήπια, να κοιτάζουν πίσω απο καθρέφτη- αόρατα αυτά- τους τοξικομανείς σε στέρηση- αυτούς που φέραν μέσα στην αίθουσα...


Λοιπόν, τα παιδάκια, με τεντωμένα διάπλατα, τα αθώα ματάκια τους, παρατήρησαν επί χρόνο ικανό, την υστερία, την ποικιλόμορφη κρίση του στερητικού σύνδρομου, τη φρίκη που εξέπεμψαν με την οδύνη τους,επί πραγματικού τόπου και χρόνου, εκείνοι οι αιχμαλωτισμένοι-κατεστραμμένοι χημικά άνθρωποι.

Τα νήπια, στην κυριολεξία, είδαν το Χάρο με τα μάτια τους.

Φοβήθηκαν τις μαστουρωτικές ουσίες, εφάπαξ δια βίου!


(Τον βρίσκετε βλαβερό αυτό το σωτήριο φόβο, αγαπητοί έλληνες ψυχολόγοι;
Να υποθέσω, τον βρίσκετε το ίδιο βλαβερό με το φόβο του Θεού, κάνοντας ό,τι μπορείτε, ώστε από τις ψυχές των ανθρώπων, να τον ξεριζώσετε...)

Η οδυνηρή εικόνα της καταστροφής ψυχής και σώματος- χωρίς τη γκλαμουριά του σινεμά και τα αντικρουόμενα- διπλά μηνύματά του- σαφής και ξεκάθαρη, χαράχτηκε ανεξίτηλη μέσα τους.
Επέστρεψαν στα σπίτια τους συγκλονισμένα, τρομοκρατημένα.

Μίλησαν για τα γεγονότα στις μανάδες, στους πατεράδες τους.

Τα ουρλιαχτά των δυστυχισμένων, ακόμα και τώρα - που σαραντάρησαν- ηχούνε στα αυτιά τους.

Έγιναν τα νήπια με τη σειρά τους, οικογενειάρχες, μια χαρά ενήλικες, χωρίς προβλήματα νυχτερινής ενούρησης, ή ονυχοφαγίας-αγαπητέ Ζήκο, σε διαβεβαιώνω.

Το μόνο κακό - για τις βιομηχανίες- ήταν ότι:


-Δεν διανοήθηκαν έκτοτε, να δοκιμάσουν ποτέ των ποτών, 
ούτε από τη μικρότερη βλακώδη περιέργεια, 
ΟΥΤΕ ΕΝΑ τσιγάρο!!


(Και αν αρνείσαι να δοκιμάσεις τσιγάρο, δεν θα πας στα βαρύτερα, γιατί
όλοι κλιμακωτά, πάνε στα βαρύτερα, με μικρά, καλά προετοιμασμένα από τις δυνάμεις του Σκότους βηματάκια)

Συνέβη το τοιούτον, διότι οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν από τα μπλα μπλα των γονέων τους, τόσο, όσο από εμπειρίες που τους βάζουν σε συναγερμό το νευρικό σύστημά τους.

Και αυτό μονάχα τα ακριβοπληρωμένα σχολεία(στη σημερινή εποχή) είναι διατεθειμένα να το πετύχουν, δια των κατευθυνόμενων βιωμάτων - 
Θεός σχωρέσ'την ψυχούλα και του Παυλώφ, 
κάτι τα πειράματά του,για τα εξαρτημένα αντανακλαστικά, 
μάς εδίδαξαν.

Κατέθεσα - ως αφορμή προβληματισμού
- αυτή την αληθινή εμπειρία των φίλων μου 
και... ο σώζων εαυτόν, σωθήτω!

Ευανθία η Σαλογραία

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Το περίκλειστο δωμάτιο της προσωπικής εμπειρίας και οι παραμορφωτικοί καθρέφτες στο δωμάτιο της προσωπικής εμπειρίας (επανάληψη)



Το περίκλειστο δωμάτιο της προσωπικής εμπειρίας
που έγραψα παλιότερα
θα το διαβάσεις πατώντας με το "ποντίκι"
επάνω στον υπογραμμισμένο τίτλο
περιστεράκι μου.




Και επίσης...
μπορείς με τον ίδιο τρόπο να διαβάσεις, τη συνέχειά του με τίτλο:
οι παραμορφωτικοί καθρέφτες της υποκειμενικότητας 
στο περίκλειστο δωμάτιο της προσωπικής εμπειρίας.

Ξαναθυμήθηκα, ευλογημένο  μου,
αυτές τις παλιότερες αναρτήσεις μου,
τις προάλλες που διάβασα και αναμετέδωσα  και στη δική μου σελίδα,
το ωραιότατο  κείμενο του δρ. θεολογίας Ηλία Λιαμή με τίτλο:
Κρίμα! Δυο ανάσες δίπλα του, δυο ανάσες.
..............................................................................
................................................................................


Ξέρω, εκεί που βρίσκεσαι, δίνεις  αγώνα...
με  αβυθομέτρητη ερωτική σιωπή,  
υπομονή ελπιδοφόρα,  
αγάπη πιστεύουσα...

Και το νιώθεις και σύ...

Είμαστε
-με όλα τα ψυχοσωματικά μας κύτταρα
προσευχόμενοι-
δίπλα σου, κάθε ώρα.

Χαίρε, 
ειρήνευε 

και υγίαινε!

Ευανθία η Σαλογραία

(info: (χι..χι) αν κλικάρεις επάνω στο σαλόνομα 
τσουπ! θα πεταχτείς αστραπιαία, 
και θα διαβάσεις τα...άνομα νταραβέρια
που είχα με τις... ουσίες στα πρώιμα νιάτα μου
φτου κακά! φτου!...ξορκισμένες με τον απήγανο...!)





Τρίτη 24 Μαΐου 2016

Κρίμα! Δυο ανάσες δίπλα του, δυο ανάσες.

Του Ηλία Λιαμή, δρ Θεολογίας

.... Κρίμα! Κρίμα! Δυο ανάσες δίπλα του, δυο ανάσες. 
Και να πεις ότι δεν είχατε τη διάθεση, δεν είχατε την πίστη!

Βγαίνω από το σκοτεινό τούνελ των άσκοπων καθημερινών συγκρούσεων. 

Στέκομαι μπροστά στην «Πορεία προς Εμμαούς». Ο πιο κοινότυπος πίνακας των αστικών σπιτιών της δεκαετίας του ’60. Μα ο πίνακας του δικού μου σπιτιού, εκεί, στο βάθος του σαλονιού, διαφέρει. Δεν έχει μόνο τα χρώματα της reproduction. 

Επάνω του κρατάει όλες τις παιδικές μου στιγμές, τις άπειρες παιδικές μου στιγμές, που ξόδεψα να τον παρατηρώ. Τα θεόρατα δέντρα, το πέτρινο γεφύρι, η γλυκιά σκιά του μονοπατιού, η Εμμαούς στο βάθος. 

Κι εκεί, στο κέντρο, τρεις φιγούρες. Στη μέση, ένας λευκοφορεμένος διαβάτης και δίπλα του δυο άλλοι. Ακούνε τον συνοδοιπόρο τους, που με σηκωμένο χέρι μιλάει. 

Είμαι βέβαιος, ο δικός μου πίνακας διαφέρει. Ξέρει να με ρουφάει. Τα φύλλα των δέντρων σαλεύουν, η ησυχία διακόπτεται μόνο από μακρινά κελαηδίσματα. Μ 'αρέσει εδώ. 

Τους τρεις διαβάτες δεν τους ξέρω. Για κείνους έμαθα αργότερα και βάλθηκα να συνδυάζω τη μορφή τους με τα γεγονότα. Ο Λουκάς και ο Κλεόπας! Κι ανάμεσά τους ο Χριστός. 

Ο αναστημένος Χριστός να τους μιλάει. «Μα δε βλέπουν, δε βλέπουν;», αναρωτιόμουν πάντα. Δε βλέπουν. Τόσα χρόνια στον πίνακα αλλά δε βλέπουν. 
Με θύμωναν κάποτε. Όχι πια. Αντίθετα, με τον καιρό, τους αγαπάω περισσότερο. 
Γιατί, όσο τα χρόνια περνούσαν, η τύφλωσή τους, τούς έκανε οικείους, σημερινούς.

Δεν φταίνε αυτοί, δεν φταίμε εμείς. Φταίει το δωμάτιο που ζούμε, αυτό το δωμάτιο με τους μονόδρομους καθρέφτες. Απ’ τη δική σου τη μεριά βλέπεις το είδωλό σου. Από πίσω όμως σε παρακολουθούν, κι ας είναι αόρατοι για σένα. Τα βάζουνε συνήθως στα δωμάτια ανακρίσεων, κάποιους όμως σαν κι εσάς και σαν εμάς, μας κρύβουν την αλήθεια.
Φίλε μου Κλεόπα, φίλε μου Λουκά, δε βλέπουμε. 

Μπορεί τα πράγματα να άλλαξαν! Τα δέντρα γύρω σας γίνανε κάστρα τσιμεντένια. Και τα γεφύρια, κόμβοι μυρίων εποχουμένων. Το δωμάτιο όμως αυτό, το δωμάτιο με τους μονόδρομους καθρέφτες, είναι η πιο διαχρονική αξία και το πιο διαρκές αμάρτημα. 
Κάθε πρόσωπο, κάθε ανθρώπινη ύπαρξη που περνάει από τη ζωή μας γίνεται είδωλό μας. Νομίζουμε πως βλέπουμε, νομίζουμε πως ανταμώνουμε. Και στην πραγματικότητα καθρεφτίζουμε πάνω της τα δικά μας χαρακτηριστικά. 
Η δίψα για σχέση, η δίψα μας γι’ αγάπη εκτονώνεται σε μονολόγους με το είδωλό μας.


Αρνιόμαστε την έκπληξη. Νομίζουμε πάντοτε πως ξέρουμε το «πώς» και το «γιατί» για κάθε άνθρωπο που συναντάμε. Όπως κι εσείς νομίζατε πως ξέρατε όλη την ιστορία, που είχε διαδραματιστεί μπροστά στα μάτια σας. 

Του τά ’πατε του Χριστού το απόγευμα εκείνο χαρτί και καλαμάρι. 
Του διηγηθήκατε την ίδια τη ζωή Του.

 Πώς έζησε, πώς δίδαξε,πώς προδόθηκε, πώς σταυρώθηκε, πώς πέθανε και πώς τάφηκε. 

Αμ, δε μιλάγατε σ’ εκείνον. Με τις προσδοκίες και τα όνειρά σας κάνατε διάλογο. Για το θυμό σας, που δεν έγινε τίποτε, εκεί που περιμένατε τόσα πολλά. Τίποτε. Αυτό δεν του είπατε; «Εμείς ελπίζαμε ότι αυτός είναι εκείνος που έμελλε να ελευθερώσει τον Ισραήλ. Και είναι τρίτη μέρα από τότε που πέθανε και δεν έχει συμβεί τίποτα». 

Η βεβαιότητά μας πως ξέρουμε πάντα τι συμβαίνει, η βεβαιότητά μας πως καταλάβαμε, η στέρεη πεποίθηση πως τα εξηγήσαμε όλα, είναι οι καθρέφτες που δε μας αφήνουν ν’ αντικρίσουμε την έκπληξη πίσω από το τζάμι.

 Καθρέφτης και η θεολογία σας. Τα ξέρατε όλα καλά. Κι όσα δεν θυμόσασταν, για ώρες σας τα ανέλυε ο διδάσκαλος. Όλη την Παλαιά Διαθήκη σάς ανέλυσε. Προφήτες, τον έναν πίσω από τον άλλον, εξηγήσεις και ερμηνείες στην αυθεντικότερη, στην πιο άρτια παρουσίαση. 

Όμως κι αυτά, όπως και τα δικά μας, γίνανε φυλακή. 

Ξέρετε που καταλήγω; Ότι κι εσείς, όπως κι εμείς, δεν πιστεύουμε κατά βάθος πως αξίζουμε τέτοια θυσία. Όπως και τότε εσείς, όπως και σήμερα εμείς, ανατρεφόμαστε για να υμνούμε, να θαυμάζουμε τις ζωές των άλλων. Ψηλά, ψηλά, κάθε μέρα και ψηλότερα ανεβαίνουν τα είδωλα στα μάτια μας. Στολές και αξιώματα και ύφος και ...γνόφος φαρισαϊκός στερούσε τον Θεό απ’ την απλότητά σας, απ’ την απλότητα που γρήγορα σας μάθανε να την λογάτε γι’ ασημαντότητα. 

Δεν διαφέρουμε. Το ύφος και το στυλ και οι στολές, οι κάθε είδους στολές, πλημμύρισαν τις οθόνες και κάθε βράδυ, κάθε ώρα, μας εμπεδώνουν την πεποίθηση της ασημαντότητάς μας. Μπήκε και ο διδάσκαλός σας, ο διδάσκαλός μας, ο γλυκός μας ο Θεός, στους υποψήφιους επώνυμους. Δόγματα και τελετές και τύποι και παράδοση γίνανε μέρος του καθρέφτη. Λόγοι βαθείς, γλώσσα ακατάληπτη, το «τότε», πάντα το «τότε», τότε που μόνον τότε γίνονταν θαύματα.

Τίποτα και όλα γίνονταν τότε, τίποτε και όλα γίνονται τώρα. Ούτε εσείς καταλάβατε, ούτε εμείς καταλαβαίνουμε. Κι εκείνος και τότε δίπλα σας, και τώρα το ίδιο. 


Τόσο δίπλα, ν’ αγγίξεις τα μεταμορφωμένα κύτταρά του, το μεταμορφωμένο παντελόνι του, το σακάκι του, το χέρι του, το χέρι του, να το κρατάς σφιχτά και να μπεις κρατώντας το στην αιωνιότητα, όποια και νά ’ναι.

Τίποτε κι όλα γίνονται τώρα. Γλυκό ποτάμι των σχεδίων του, των περιστάσεων που ελέγχει, των λαθών που μεταλλάσσει. Να δείχνει, να δείχνει πίσω απ’ τον μονόδρομο καθρέφτη το τσαμπί των δώρων του, να έχει κολλήσει το πρόσωπό του στο τζάμι, στο τζάμι που απ’ τη μεριά μας συνεχίζει να καθρεφτίζει τα ...κατορθώματά μας, τα φράγματα της ροής των ακτίνων Του, την ομίχλη μπροστά απ’ τον ηλιακό Του δίσκο.

Ένα σύμπαν ολόκληρο και στη μέση το δωμάτιό μας με τους επίμονους καθρέφτες. Να οσμίζεσαι, όπως κι εσείς θα οσμιζόσασταν στον δρόμο προς Εμμαούς, πως κάτι τρέχει και πως δεν μπορεί να είναι τόσο απλά και προβλέψιμα τα πράγματα. Γύρω σας, γύρω μας, ένα σύμπαν άλλων σχεδίων, άλλων διαστάσεων, άλλων δυνατοτήτων. Ανέτοιμοι εσείς, ανέτοιμοι κι εμείς να στείλουμε το βλέμμα στ’ ακροδάχτυλά μας, στο δέρμα μας, στην καρδία μας.


 Μόνο εκεί, στυλωμένη εκεί η ματιά μας, στα μάτια του ειδώλου μας, που μόνο ένα πιστεύει βαθιά: δεν μπορεί, είναι αδύνατον ν’ αξίζει η ζωή κάτι περσότερο απ’ την κακομοιριά και την μαγεία των τελετών. Κοιτάμε επίμονα το μάτι του ειδώλου μας. Έτσι θα το κοιτάγατε κι εσείς. Καλά θα το είχατε πια καταλάβει. 

Τόσες φορές τ’ ακούσατε από το στόμα Του: όλα, όλα δομές και εξουσίες, ισχυροί κι οι προύχοντες, γραφεία και επιτροπές, όλα, όλα σάπια, τάφοι κεκονιαμένοι. Ε, και; Παρακάτω! 

Είναι αυτή η αλήθεια, είναι αυτή η μόνη αλήθεια του κόσμου; «Ξύπνησα, ξύπνησα», σου λέει η ματιά σου. Κι εσύ συνεχίζεις να κοιτάς επίμονα το βλέμμα του ειδώλου σου, γιατί πέρα, εκεί, στο βάθος του, μια ελπίδα μακρινή, μια τόση δα ελπίδα, γιατί κλαίω, γιατί δεν αναπαύομαι, ποιο είναι το φυσικό μου που με ταλαίπωρε, τι με καλεί, για ποια ζωή πλάστηκα;

 Τον ακούγατε και η καρδιά σας φλεγότανε. Δεν το λέω εγώ. Εσείς το είπατε. Και η δική μας φλέγεται. Κοιτάμε τα πρόσωπα των άλλων, των φίλων, της γυναίκας μας, των παιδιών μας και μια φλόγα πόθου καίει τα σωθικά μας, να σπαργάμε τον καθρέφτη και να ενωνόμασταν με το άλλο πρόσωπο, την διαφορετική μύτη, το διαφορετικό στόμα, τα άλλα μαλλιά, το άλλο κορμί, την άλλη ψυχή. 

Μας καίνε τα λόγια που δε μιλάνε, μας καινέ οι μορφές που μένουν μακρινές, μας καίει η κληρονομιά των Πατέρων μας που τόσο ευλαβικά κρατήσαμε, που τόσο ορμητικά θελήσαμε να την ακουμπήσουμε στους επόμενους, κι ας καταντάει αραιά-συχνά στείρα, βουβή, βαριά. 

Των αγίων Πατέρων μας η ζωή κρύφτηκε πίσω απ ́ τον μονόδρομο καθρέφτη και μείναμε έρημοι και μόνοι, παρέα με άμφια και σιρίτια, παρέα με το κέλυφος, το άδειο κέλυφος των δομών.

 Πιστέψαμε στη ζωή τους, δεν πιστέψαμε όμως στην δική μας ζωή κι ήρθε το βάρος των μορφών και μας συνέθλιψε.

 Άνθρωποι, ανάμεσα σε δισεκατομμύρια ανθρώπους, ζωές σταγόνες σ ́ ένα χείμαρρο προς στην άβυσσο. Κι ο Δάσκαλός μας, Κλεόπα και Λούκα μου πίσω από το τζάμι να σου δείχνει με νοήματα «εγώ ξέρω εσένα και για σένα είμαι τώρα πίσω από δω και επιμένω». 

Μα δε καταλάβατε. Ούτε κι εμείς καταλαβαίνουμε. 
Μέχρι που αποφασίζει να μπει στο δωμάτιο. 
Ώρα περπάταγε δίπλα σας. Χρόνια μάς τραβάει καθημερινά το μανίκι του μυαλού μας. 

Τον βλέπουμε κι Αυτόν, όπως βλέπουμε όλους τους γύρω μας να μιλάνε σαν κι εμάς, να κινούνται και να κάνουν ότι κι εμείς. Ίδιος ο Χριστός μας με τον δικό σας Χριστό. Γοητευτικός όπως και ο δικός σας, ομιλητής πύρινος όπως και ο δικός σας, γνώστης των μυστηρίων όπως και ο δικός σας. Αλλά... όμοιος με σας, όμοιος με μας. Μεγάλη η δύναμή Του, αλλά μεγάλη και η δύναμη τ’ ανθρώπου! 

Τον φυλακίσαμε στη ματιά μας, ξέρουμε πάντα να τον κάνουμε κομμάτι του ειδώλου μας. Του διαμαρτυρηθήκατε, γιατί αργεί να πάρει τα όπλα, γιατί δεν γίνεται μέρος των σχεδίων σας. 

Δε διαφέρουμε. Κι εμάς, οι φόρμες είναι έτοιμες. Αν δε χωράει, αν αρνηθεί, τόσο το χειρότερο για Κείνον. Τα σχέδιά μας προηγούνται των σχεδίων Του. Κι ας δρα παλεύοντας με τα προγράμματά μας. 
Κι ας νουθετεί. Κι ας έρχεται την ώρα των μεγάλων ανατροπών της λογικής μας να ψιθυρίζει στ’ αυτί μας: «Ανόητοι και βραδείς τη καρδία, δεν βλέπετε πως έτσι έπρεπε να γίνει;» 

Μέχρι που πιάνει το ψωμί, όπως και τότε σ’ εσάς. 

Αμ, δεν ήταν το ψωμί Απόστολοί μου. Η καρδιά σας ήτανε, ευλογημένη και σπασμένη σε κομμάτια. Και τώρα που το σκέφτομαι, ούτε η καρδιά σας ήτανε. Ο καθρέφτης σας ήτανε. Πάντα έρχεται να σπάσει τους καθρέφτες μας. Και καθώς πέφτουν τα θρύψαλα, εξαφανίζεται.
 Πάντα ξέρει πότε πρέπει να εξαφανιστεί για να μην διαλυθούμε.

«Φύγε από κοντά μου Κύριε», του είπε ο μοναχός, την ώρα που άνθιζε η προσευχή του, «θα σπάσει η καρδιά μου». Από τι; Από το μέγεθος της ζωής που μας περιμένει. 


Από το τέντωμα της καρδιάς και του μυαλού μας να καταλάβει όλον τον καινούργιο χώρο, όταν γκρεμίστηκε η φυλακή των κατόπτρων. 

Όπως εσείς, που επί τόπου τρέξατε να καλύψετε το χώρο αντίστροφα, από την Εμμαούς στην Ιερουσαλήμ. Αμέσως, μέσα στη νύχτα. Και ξέρετε πως νύχτα δεν ήταν. 

Ποτέ μετά το σπάσιμο των κατόπτρων, των μονόδρομων κατόπτρων, δεν είναι νύχτα.


Λέω να σας ακολουθήσω στο δρόμο για την Ιερουσαλήμ. Σε κάθε μας βήμα θ’ αφήνουμε πίσω μας και μια βεβαιότητά μας. Σε κάθε στροφή, θα ξεφορτωνόμαστε βεβαιότητες και ακλόνητες πεποιθήσεις. Θα κρατάμε την καρδία μας σε κομμάτια κι όποιον βρίσκουμε θα τον κερνάμε καρδιά. Θα του λέμε πως αυτά που φαίνονται δεν είναι όλη η αλήθεια. Θα του λέμε πως αυτά που του λένε οι άλλοι και ο εαυτός του είναι τις περισσότερες φορές ψέματα και κακόγουστα αστεία. 


Θα του λέμε, πως το πιο βέβαιο ρήμα στη ζωή αυτή είναι το «νομίζω», το ευλογημένο αυτό ρήμα, σημάδι επίγνωσης της λειψής μας ματιάς και των ορίων μας. Θα βρούμε πολλούς στο δρόμο μας. 
Δεν κινδυνεύομε όμως να μείνουμε από καρδιά γιατί οι καρδιές είναι μαγεμένες, είναι ευλογημένες. Συνέχεια σκορπίζονται κι όμως είναι αδαπάνητες. 

Μόνο κινδυνεύουμε να κοπούμε από τα γυαλιά, αν παρασυρθούμε να ξαναφτιάχνουμε καθρέφτες, μονόδρομους καθρέφτες. Κι αν το είδωλό μας θ’ αρχίσει πάλι να σχηματίζεται, θα πάρουμε μπογιά και σ’ όποιον παγωμένο τοίχο βρίσκουμε θα γράφουμε:

«Συμπονάω Χριστέ μου, 

βοήθει μου τη σκληροκαρδία»

..........................................................................................................
...........................................................................................................


Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Κάθε φορά που πέφτει ένα αεροπλάνο...



Πολεμιστή μου
κάθε φορά που πέφτει ένα αεροπλάνο, 
δεν ξέρεις πόσο στενοχωριέμαι.

Σκέφτομαι αυτούς που χάθηκαν αιφνίδια. 
Μου έρχονται στο μυαλό εικόνες σπαραχτικές 
από  το απερίγραπτο σοκ των φίλων και  συγγενών τους.

Και τότε, για να παρηγορηθώ, 
λέω διάφορα θεολογικά  στον εαυτόν μου
και ξαναθυμάμαι την θαυμαστή επέμβαση
του Αγίου Δαβίδ της Εύβοιας
όπως μου τη διηγήθηκαν φίλοι πιλότοι, 
οι οποίοι γνώριζαν  τον κυβερνήτη 
που βίωσε σε ανύποπτο χρόνο, 
την απίστευτη, εκείνη, εμπειρία.

Θα τη διαβάσεις και συ, πατώντας ΕΔΩ 
και νομίζω ότι ως καλοπροαίρετος και ευφυής άνθρωπος,
θα αισθανθείς  για μια επιπλέον φορά,
πως οι Άγιοι της Ορθόδοξης Πίστης μας, είναι ζωντανοί
και, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι, 
πάντοτε  πρόθυμοι, 
να μας προσφέρουν εν Χριστώ Ιησού,  
τη σωτήρια βοήθεια! 

Ευανθία η Σαλογραία
..........................................................................
.............................................................................