Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Γράμμα-ποταμός, ενός πατέρα που οδηγείται στη φυλακή για χρέη στο ΤΕΒΕ


ΕΙΝΑΙ ΜΕΓΑΛΟ,
ΟΣΟ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ!
ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ

http://troktiko.blogspot.com/2010/06/blog-post_4559.html

Γράμμα- ποταμός, ενός πατέρα που οδηγείται στη φυλακή για χρέη στο ΤΕΒΕ!

Αναρτήθηκε από Αναστάσιος στις 12:55 π.μ. 0 σχόλια
"Θα σας παρακαλούσα να το δημοσιεύσετε και να το προβάλετε όσο περισσότερο μπορείτε. Είναι το γράμμα ενος αδελφικού μου φίλου που σε λιγες μερες θα μπει στην φυλακή... Πάλεψε για πάνω από 10 χρόνια με τον καρκίνο στα οστά και τον κέρδισε, αλλά την κρατική αδικία δεν μπορεί να την κερδίσει και δεν δεχεται ούτε να πληρώσουμε για αυτόν οι φίλοι του. Τουλάχιστον ας γίνει για άλλη μια φορά γνωστό σε τι κράτος ζούμε ποιους τιμωρούν μπας και ξυπνήσουμε."
ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

Γράμμα- ποταμός, ενός πατέρα που οδηγείται στη φυλακή για χρέη στο ΤΕΒΕ!...........................................................................


Προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης, διαφάνειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Φέρες 10 Ιουνίου 2010

Κύριε Υπουργέ,
Ονομάζομαι Γιώργος Αποστολόπουλος και ζω, σήμερα, στον Έβρο.

Μέχρι πριν από επτά χρόνια ζούσα στην Κομοτηνή, όπου διατηρούσα και εργαζόμουν σκληρά σ΄αυτή, μια μικρή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (security) η οποία βούλιαξε το 2003, κάτω από το βάρος μιας άσχημης συγκυρίας προσωπικών λαθών και λανθασμένων επιλογών, μιας άσχημης περιπέτειας με την υγεία μου, ψεύτικων υποσχέσεων εκ μέρους της πολιτείας και νόμων φτιαγμένων έτσι που να μη μ΄αφήσουν ν΄αναπτυχθώ παραπάνω από όσο χρειαζόταν για να μπορώ να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου προς το δημόσιο.

Το δημόσιο, που ήθελα δεν ήθελα, το είχα συνεταίρο στην, κατά τα άλλα «ατομική» επιχείρησή μου. Ένας συνεταίρος που μόνο έπαιρνε απ΄το ταμείο, χωρίς ποτέ να δώσει τίποτα, χωρίς ποτέ να δουλέψει δίπλα μου στα ατέλειωτα ξενύχτια των φυλάξεων, χωρίς ποτέ να τρέξει μαζί μου στον ψυχοφάγο αγώνα για την είσπραξη των οφειλόμενων.

Δεν επιδοτήθηκα ποτέ, Υπουργέ μου.

Ούτε το βοήθημα που δινότανε στους νέους επαγγελματίες πήρα, γιατί, λέει, το επάγγελμά μου δεν ήταν στη λίστα.

Όποιος άνοιγε ένα ψιλικατζίδικο για να απασχοληθεί αυτός και η γυναίκα του, το έπαιρνε αυτό το βοήθημα. Εγώ που φύλαξα μια πόλη και τη βιομηχανική της περιοχή δεν πήρα ποτέ τίποτα!

Ήρθατε τότε, οι πολιτικοί, και μου μιλήσατε για ανάπτυξη της Θράκης.

Υποσχεθήκατε νόμους που θα φέρνανε επενδύσεις και δουλειά στον τόπο.

Και με γελάσατε, κύριε.

Δώσατε άπειρα χρήματα σε ψευτοεπενδυτές για να επιχειρήσουν στον τόπο μου.

Ήρθανε οι απατεώνες – φίλοι της εκάστοτε κυβέρνησης- και στήσανε εργοστάσια – φαντάσματα για να αναπτύξουνε τάχα την παραμεθόριο περιοχή.

Υποσχεθήκανε εκατοντάδες θέσεις εργασίας, συμφωνήσανε μαζί σας να απασχολήσουν ντόπιους άνεργους και στην συνέχεια λειτουργούσανε με έξι – εφτά άτομα προσωπικό κι αυτούς ξένους.

Δεν ελέγξατε ποτέ αν τήρησαν τη συμφωνία οι φίλοι σας.

Αντίθετα συνεχίσατε να τους χρηματοδοτείτε.

Κι όταν αυτοί τα μάζεψαν κι έφυγαν αφήνοντας πίσω τους κι άλλους άνεργους, εσείς πάλι δεν κάνατε τίποτα.

Δώσατε στους ανθρώπους αυτούς χρήματα, που δεν ήταν δικά σας, για να αναπτυχθεί η Θράκη.

Κι εκείνοι πήγαν και επένδυσαν τα χρήματα αυτά στις γειτονικές χώρες και βοήθησαν την ανάπτυξή στη Βουλγαρία και τα Σκόπια, αφήνοντας στη Θράκη μόνο χρέη και ακάλυπτες επιταγές, βυθίζοντας μικρομάγαζα σαν το δικό μου.

Κάντε μια βόλτα στη ΒΙ.ΠΕ. Κομοτηνής, δείτε τα κουφάρια των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, δικών σας και δικών τους και θα καταλάβετε τι λέω.

Σε μια κίνηση απελπισίας, τότε, πήρα μια στοίβα ακάλυπτες επιταγές που με είχανε φορτώσει αυτοί τους οποίους είχατε χρυσοπληρώσει για να με «αναπτύξουν» και πήγα στον Εισαγγελέα της έδρας ζητώντας του βοήθεια.

Μου απάντησε πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα, επειδή οι οφειλέτες μου ήταν ανώνυμες εταιρείες και πως θα πετούσα τα λεφτά μου αν προσπαθούσα να τους πιέσω να με πληρώσουν.

Είχε δίκιο ο άνθρωπος και είναι ο μόνος που μου είπε την αλήθεια.

Δεν τον άκουσα.

Ξόδεψα εκατομμύρια σε δικηγόρους και κλητήρες, χωρίς ποτέ να πάρω κάτι απ΄τα χρωστούμενα.

Σήμερα δεν έχω χρήματα να πληρώσω ένα δικηγόρο να μου παρασταθεί στη δύσκολη στιγμή μου.

Το καλύτερο απ΄όλα; Το κράτος – συνεταίρος ήθελε το μερτικό του κι απ΄τα λεφτά που δεν εισπράχτηκαν ποτέ!

Με αδικήσατε Υπουργέ μου της δικαιοσύνης.

Δεν φροντίσατε όταν τους δίνατε τα χρήματα, να φτιάξετε και τους κατάλληλους νόμους ώστε με τα χρήματα αυτά να κάνουν πράξεις τις υποσχέσεις.

Μου τάξανε ανάπτυξη και μου δώσανε «πέτσινες» επιταγές.

Μου τάξατε επιτυχία και μου φέρατε καταστροφή.

Τον καιρό της «δόξας» μου ήμουν απ΄τους αγαπημένους σας.

Ένας πετυχημένος ντόπιος επιχειρηματίας, που έδινα δουλειά σε περισσότερο κόσμο απ΄όσο οι Χρυσοεπιχορηγούμενες Α.Ε.- πελάτες μου, πρόεδρος σε τρείς συλλόγους και μέλος του Δ.Σ. άλλων έξι, αγαπητός στην τοπική κοινωνία, απ΄τους πρώτους καλεσμένους στις διάφορες εκδηλώσεις και δεξιώσεις σας.

Μέχρι που μου προτείνατε να γίνω δημοτικός σύμβουλος.

Πιστεύατε, τότε, πως η παρουσία μου δίπλα σας θα τόνιζε τη λάμψη σας, νομίζατε πως θα μπορούσα να επηρεάσω ψηφοφόρους προς όφελός σας. Εκεί σας γέλασα, μια φορά κι εγώ.

Ποτέ δεν είπα σε κανέναν, ούτε στη γυναίκα και τα παιδιά μου, ποιόν να ψηφίσει.

Με χειροκροτούσατε όταν, για χρόνια, με δικά μου έξοδα, επάνδρωνα το πυροφυλάκιο της Νυμφαίας, τη νύχτα, αφού η Πυροσβεστική Υπηρεσία δεν είχε το απαιτούμενο προσωπικό για να το κάνει. Με βραβεύσατε, γιατί ήμουν απ΄τους πρωτεργάτες που έστησαν το παράρτημα της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης στη Ροδόπη Με αποκαλούσατε ραχοκοκαλιά της οικονομίας τότε.

Σήμερα, που δεν έχω να πληρώσω φυσικοθεραπευτή για τον διαλυμένο μου αυχένα, δε με θυμάται κανείς σας.
Ήμουν η καλύτερη παρέα, τότε, όπου βρισκόμουν γινόταν γλέντι.


Σήμερα, οι λίγοι φίλοι που μου απομείνανε, τις λίγες φορές που με επισκέπτονται, μου φέρνουν για δώρο τα αντικαταθλιπτικά μου, που ξέρουν πως δεν έχω τη δυνατότητα να αγοράσω.

Το σπίτι μου ήταν πάντοτε γεμάτο κόσμο, τότε.

Σήμερα ζω σ΄ένα καλύβι στο Δέλτα του Έβρου, ξεχορταριάζοντας αυλές, σκάβοντας μπαξέδες και ξεναγώντας τους επισκέπτες στο βάλτο για να επιβιώσω.

Δεν παραπονιέμαι, πληρώνω τα λάθη μου.

Πληρώνω όμως και τα δικά σας λάθη κι αυτό είναι αδικία κύριε Υπουργέ της δικαιοσύνης.

Κι εδώ ήρθατε και με βρήκατε κι εδώ με χειροκροτήσατε, γιατί ήμουν , λέει, ο ακρίτας και ο φύλακας των συνόρων.

Και πάλι με γελάσατε.

Λίγα χρόνια μετά, θελήσατε –στο όνομα κάποιας τάχα πράσινης ανάπτυξης και για λογαριασμό των συμφερόντων που θέλουνε να φτιάξουν bungalows στο Δέλτα- να με διώξετε κι από δω.

Από ακρίτας έγινα καταπατητής απ΄τη μια μέρα στην άλλη!
Έτσι πήγε η ζωή μου, αυτή ήταν η επαφή μου με την πολιτεία και τους πολιτικούς της.

Όπου ανταμώσαμε με πιάσατε κορόιδο, όποτε με ζυγώσατε ήταν για να με εκμεταλλευτείτε.

Με κοροϊδέψατε για χρόνια όταν οι δάσκαλοί μου στο σχολειό μου μαθαίνανε πως ο Τούρκος είναι ο εχθρός μου, όταν οι αξιωματικοί μου στο στρατό μου μιλάγανε για τη γενοκτονία των Ελλήνων της Μικρασίας ή με κοροϊδέψατε όταν είπατε πρόπερσι πως οι πρόγονοί μου πέθαναν λόγω συνωστισμού;

Ποιο απ΄τα δύο είναι αλήθεια και ποιο ψέμα; Η γιαγιά μου πάντως που πέθανε δείχνοντας προς την Αίνο, μίλαγε για σφαγή.


Με κοροϊδέψατε όταν με κάνατε έφεδρο αξιωματικό, γιατί τάχα ήμουν καλύτερους απ΄τους άλλους.

Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω ότι απλά μου κλέψατε έξι επί πλέον μήνες απ΄τη ζωή μου και πως με θέλατε μόνο για να κάνω το άχαρο κομμάτι της δουλειάς και για να πληρώσω στο τέλος τα υλικά που είχανε χάσει οι επαγγελματίες του στρατού σας.

Κανείς δε θα θυμάται σήμερα εκείνο το τρελό παιδί που το ΄87, χωρίς να του το ζητήσει κανείς, πέρασε νύχτα το ποτάμι, με το κουπί, για να δει αν οι Τούρκοι είχαν φέρει άρματα απέναντι.

Κανείς, εκτός ίσως από κείνον τον συνταγματάρχη που με κοίταγε με γουρλωμένα μάτια, όταν του ΄λεγα πως στην άλλη όχθη δεν υπάρχει ψυχή.

Μα την έκφραση του προσώπου του, εγώ δε θα την ξεχάσω ποτέ.

Ήταν το παράσημό μου εκείνο το βλέμμα.

Κι ήταν καλύτερο απ΄οποιοδήποτε παράσημο θα μπορούσε να μου δώσει κάποιος από σας.

Με κοροϊδέψατε όταν κάνατε πως δε βλέπατε τα 4 ένσημα που μου κόλλαγε ο εργοδότης μου, ενώ δούλευα 7 μέρες τη βδομάδα, 12 ώρες τη μέρα, για να μη χάσω τη δουλειά, να θρέψω τα παιδιά μου, να τα μεγαλώσω με αξιοπρέπεια, χωρίς να ζητώ ενίσχυση από γονείς και πεθερικά.

Με κοροϊδέψατε όταν μου τάξατε προκοπή κι ένα καλύτερο μέλλον αν έστηνα τη δική μου επιχείρηση και με εξαπατήσατε λέγοντάς μου πως είναι υποχρεωτικό να ασφαλιστώ, για να μου φυλάξετε τα χρήματα που πιθανόν δεν θα μπορούσα να αποταμιεύσω μόνος μου για την περίθαλψη και τα γεράματά μου.

Με ξεγελάσατε όταν μου είπατε πως δεν μ΄αφήνετε να διαλέξω μόνος τον ασφαλιστικό μου φορέα, γιατί ο μόνος αξιόπιστος ήταν αυτός που διαλέξατε εσείς για λογαριασμό μου.

Κι ύστερα πήρατε τα χρήματα αυτά και τα παίξατε, τα χάσατε στο τζόγο, στο χρηματιστήριο, στα δομημένα ομόλογα.

Και συνεχίζετε να με κοροϊδεύετε κυνηγώντας τους απατεώνες με άσφαιρες επιτροπές και εξεταστικές του τύπου: «όσα κόμματα, τόσα πορίσματα», που δε θα στείλουν ποτέ κανένα κλέφτη στη φυλακή και το ξέρουμε όλοι.


Εγώ όμως θα πάω στη φυλακή Υπουργέ μου.

Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εξάμηνης φυλάκισης μου, επειδή δεν πλήρωσα τις εισφορές μου στο ΤΕΒΕ από το 2006 μέχρι το 2009.

Μα η επιχείρησή μου βούλιαξε το 2003.
Από τότε είμαι ανασφάλιστος.
Τι μου προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια το ΤΕΒΕ; (μπορεί εσείς να το λέτε ΟΑΕΕ, αλλά ο λαός σας το λέει ΤΕΒΕ, κύριε, και είναι η πιο σφιχτή θηλιά στο λαιμό του κάθε επαγγελματία).

Τι τους χρωστάω; Γιατί να τους πληρώσω; Τι θα μου προσφέρουν;

Το ταμείο το βουλιάξατε εσείς, όχι εγώ. Όλοι πια ξέρουν πως ο μεγαλύτερος οφειλέτης προς τα ταμεία, ο χειρότερος κακοπληρωτής είναι το κράτος.

Πήγε κάποιος από σας φυλακή για να πάω κι εγώ;

Γιατί να φυλακιστώ;
Μήπως εγώ δεν ήθελα να είμαι ασφαλισμένος;
Τα λεφτά μου έχασα.
Δεν έκλεψα, δεν εξαπάτησα κανέναν.

Μαζί με την επένδυσή μου έχασα και τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου.
Τόσος κόπος, τόσα όνειρα και τόσο μεράκι πήγαν χαμένα.
Έχασα και την αξιοπρέπειά μου.
Έγινα «αυτός που φαλίρισε», «αυτός που βάρεσε κανόνι».
Επειδή είμαι φτωχός θα με φυλακίσετε;
Τι θα κερδίσει το κράτος μ΄εμένα στη φυλακή; Τίποτα, αντίθετα θα επιβαρυνθεί με την διατροφή και την ιατροφαρμακευτική μου περίθαλψη.

Ποιο έγκλημα διέπραξα ώστε να χρειάζομαι σωφρονισμό;
Κανένα και το ξέρετε.
Ποιος κινδυνεύει από μένα και μου πρέπει εγκλεισμός;
Κανείς και το γνωρίζετε.

Με κλείνετε μέσα, για να εκβιάσετε εμένα και μέσα από μένα τους δικούς μου ανθρώπους, να σφιχτούν, να βρουν λεφτά, να πληρώσουν για να με βγάλουν


Για να μπορέσετε να συντηρήσετε την απάτη που εσείς λέτε ΟΑΕΕ κι εγώ ΤΕΒΕ, με τους εκατονταπλάσιους απ΄όσους χρειάζεται υπαλλήλους και τις μισές παροχές σε σχέση με τις εισφορές, από οποιαδήποτε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία.

Για να΄χετε κάπου να διορίζετε τους δικούς σας ανθρώπους, να μαζεύετε τους ψήφους.

Όμως όχι κύριε. Τούτη τη φορά δεν πιάνομαι κορόιδο.

Ούτε εγώ ούτε οι δικοί μου έχουμε τα χρήματα, αλλά και να τα΄χα δεν τα΄δινα.

Χίλιες φορές κρατούμενος, παρά ξανά κορόιδο.
Το χρέος προς την πατρίδα μου το΄καμα.

Το χρέος προς το κράτος, την πολιτεία σας –που καμιά σχέση δεν έχει με την πατρίδα μου έτσι πως την καταντήσατε- θα το πληρώσω στο κελί.

Δεκάρα δε σας δίνω, γιατί δεν την αξίζετε, γιατί δε δουλέψατε για να την δικαιούστε.

Αλλάξατε πολλοί Υπουργοί δικαιοσύνης όλα αυτά τα χρόνια.

Κανείς δεν είχε την τιμιότητα να πει: «αυτός ο νόμος που φυλακίζει νοικοκύρηδες γιατί φτωχύνανε, είναι άδικος, τον καταργώ». Μα αυτή η ανοησία πρέπει επιτέλους να σταματήσει.

Ξέρετε Υπουργέ μου ότι σήμερα στη χώρα μας χρειάζεται κανείς περισσότερα χρήματα για να κλείσει μια επιχείρηση από όσα για να την ανοίξει;

Ξέρετε άραγε πόσες εκατοντάδες χιλιάδων πολιτών είναι επιχειρηματίες μόνο στα χαρτιά και ψάχνουν μεροκάματο για να΄χουνε να φάνε;

Επιχειρηματίες φαντάσματα, φορτωμένοι με νεκρές επιχειρήσεις που το μόνο που προσφέρουν πια είναι ποσοστιαίες μονάδες σε κάποιες κάλπικες στατιστικές.

Σας βολεύει να λέτε πως είμαστε χώρα αυτοαπασχολούμενων;

Άνθρωποι σαν και μένα, σήμερα, δεν προσφέρουν τίποτα στην κοινωνία.

Όχι γιατί δε θέλουν, αλλά γιατί δεν τους αφήνει το πτώμα που κουβαλούν στη ράχη τους.

Γιατί δεν απλοποιείτε τα πράματα;

Ίσως αν απαλλαγούμε απ΄το νεκρό βάρος να μπορέσουμε να προσφέρουμε κάτι στο σύνολο. Χρεοκοπημένοι είμαστε, όχι πεθαμένοι.

Γιατί μας στερείτε το δικαίωμα της δεύτερης προσπάθειας;

Εσείς αν δεν εκλεγείτε με την πρώτη, δε θα ξαναβάλετε υποψηφιότητα την επόμενη τετραετία; Αν δεν πάει καλά το εκλογικό σας ποσοστό, θα πάτε στη φυλακή;

Όλα αυτά βέβαια ισχύουν για μας τους μικρούς.

Οι άλλοι οι μεγάλοι, οι φίλοι και σπόνσορες, όσες φορές χρεοκοπούν, άλλες τόσες επιδοτούνται.
Κι αυτοί που πήραν τις επιδοτήσεις κι έφυγαν συνεχίζουν τη ζωή τους στη βίλλα τους στην Κούβα ή πάνε και ρίχνουν τη θαλαμηγό τους πάνω στις ξέρες του Αιγαίου.

Εγώ ο εχθρός της έννομης τάξης πάω στη φυλακή, επειδή δεν είχα να πληρώσω για την ασφάλειά μου, για το γιατρό του παιδιού μου.

Δικαιοσύνη Υπουργέ μου!

Αλλάξανε πολλοί λειτουργοί της Δικαιοσύνης όλον αυτόν τον καιρό.

Κανείς δεν είχε τα κότσια να πει: «αυτός ο νόμος που κλείνει σπίτια είναι άτιμος.

Δεν τον εφαρμόζω».

Και πώς να το κάνετε;

Κάτι τέτοιοι νόμοι είναι που γεμίζουν τα δικαστήρια με κατηγορούμενους, που δίνουν δουλειά στους συναδέλφους σας δικηγόρους.

Κι αυτής της κυρίας με την παλάντζα, που χετε πάνω απ΄τα κεφάλια σας, δεν της βάλατε το πανί για να μη βλέπει ποιόν δικάζει, το βάλατε για να μη βλέπει ο κόσμος πως της τα΄χετε βγάλει τα μάτια από τη ρίζα. Και μάλλον την κουφάνατε κι όλας.

Αλλιώς, δεν μπορεί, κάτι θ΄άκουγε απ΄το κλάμα ενός ολόκληρου λαού.


Ερήμην με δικάσανε, Υπουργέ μου.

Δεν με ειδοποιήσανε να πάω στο δικαστήριο.

Ίσως για να μην ακούσουνε αυτά που σου γράφω σήμερα.

Δεν είναι που δε με βρήκανε, ξέρανε που μένω όταν ήταν να μου κοινοποιήσουν την απόφαση. Αυτή είναι η δικαιοσύνη, αυτή η διαφάνεια κι αυτά τα ανθρώπινα δικαιώματα που υπηρετείτε.

Με κοροϊδέψατε όταν μου μιλήσατε για αλλαγή, με εξαπατήσατε όταν μου υποσχεθήκατε επανίδρυση του κράτους.

Τίποτα δεν αλλάξατε, τίποτα δεν επανιδρύσατε. Ψέματα μου είπατε.
Εκτός τόπου και χρόνου είσαστε όλοι σας.
Έχετε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και το λαό σας.


Μετατρέψατε το κοινοβούλιο σε μια εισπρακτική Α.Ε. που το μόνο που κάνει είναι να ψάχνει τρόπους και να ψηφίζει νόμους για να πάρει όσο γίνεται περισσότερα χρήματα απ΄τον πολίτη.

Οι πολίτες σας αποκαλούν κλέφτες εκεί έξω αλλά μάλλον δεν το ακούτε ή αν το ακούτε δεν φαίνεται να σας απασχολεί.

Οι πολίτες δε νοιάζονται αν τα χρήματα που πήρατε ήταν μίζα ή προεκλογική χορηγία.

Πως θα διαπραγματευτεί μετεκλογικά ο Υπουργός με τον επιχειρηματία που του ΄δωσε χρήματα προεκλογικά για να γίνει Υπουργός;

Ίσως στη δικαιοσύνη να περνούν τέτοια τερτίπια και η διαφορετική ονοματοδότηση του «δώρου» να αθωώνει.

Η κοινή γνώμη όμως δεν γελιέται πια. Για τον απλό πολίτη τα πράματα είναι απλά: ή πήρες χρήματα ή δεν πήρες.

Ο κόσμος εδώ έξω έχει σχεδόν πειστεί ότι η μεγαλύτερη περιπέτεια της δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν ήταν η χούντα αλλά η μεταπολίτευση.

Το δίλημμα πλέον δεν είναι αν θα κυβερνήσει το ένα κόμμα ή το άλλο αλλά αν αυτός που θα μας απαλλάξει από σας θα είναι λοχίας, λόγιος ή επιχειρηματίας.

Κι αυτό είναι ντροπή για κάθε δημοκράτη και για κάθε Έλληνα.

Ξεφτιλίσατε τη δημοκρατία μέσα στο ναό της, το κοινοβούλιο.

Ποιος μπορεί να μου εξηγήσει πως γίνεται σ΄ένα κοινοβούλιο που θέλει να λέγεται δημοκρατικό, να υπάρχουν κομματικές γραμμές;

Γιατί ο δημοκρατικά εκλεγμένος βουλευτής πρέπει να ψηφίσει ενάντια στη θέληση των ψηφοφόρων του και της περιοχής που τον εξέλεξε για να προασπίσει τα συμφέροντά της και γιατί αν δεν το κάνει ο αρχηγός τον διώχνει από το κόμμα;

Δεν αντιπροσωπεύει εμένα εκεί;

Για να στηρίζει τον αρχηγό του τον έστειλα;


Είναι δημοκρατικό να διορίζει ο αρχηγός υπουργούς που δεν έχουν εκλεγεί απ΄το λαό;

Αν είναι τι τους θέλουμε τους βουλευτές;

Μόνο για να τους πληρώνουμε;


Ας ψηφίζουμε έναν αρχηγό, να διαλέγει ποιους θέλει για υπουργούς, να κάνει τα κουμάντα του όπως καταλαβαίνει.

Βλέπετε; Μόνοι σας απαξιωθήκατε.

Εσείς κάνατε τον κόσμο να πιστέψει πως δεν σας χρειαζόμαστε, πως ο βουλευτής το μόνο που κάνει είναι θεατρινίστικα ξεσπάσματα, άσκοποι λόγοι γεμάτοι βερμπαλισμούς και επίδειξη ρητορικής δεινότητας και στο πηλίκον ουδέν!

Γιατί η υπουργός παιδείας στέλνει το παιδί της σ ένα σχολειό (ΙΒ θαρρώ το λένε) από το οποίο δεν μπορεί να μπεί παρά μόνο σε πανεπιστήμια του εξωτερικού;

Δεν της κάνουν τα Ελληνικά;

Υπουργός παιδείας είναι, ας τα κάνει καλύτερα.

Εμένα όταν οι κόρες μου παίρνανε το πτυχίο τους από τα ΙΕΚ καμάρωνα Και συγχρόνως έκλαιγα που δεν είχα τα λεφτά να τις στείλω κάπου ψηλότερα.

Έτσι όπως κλαίω και σήμερα, στη σκέψη πως το 3,5 χρονών παληκαράκι μου (ένα δώρο που μου΄στειλε ο Θεός στα 47 μου, τότε, να γλυκάνει τη δυστυχία μου, να διώξει απ΄το χέρι μου το όπλο που μέρα με τη μέρα ζύγωνα πιο κοντά στο κεφάλι μου, να μου ξαναδώσει δύναμη και θέληση για ζωή)

που είναι κολλημένο πάνω μου σα βδέλλα, θα πρέπει να ζήσει μακρυά μου όσο καιρό θα είμαι κρατούμενος.

Για μένα, βλέπετε, δεν είναι τίτλος τιμής να μεγαλώνει το παιδί μου χωρίς πατέρα.

Σήμερα θα τις έστελνα κι εγώ έξω γιατί θα θεωρούσα ντροπή να μάθουν τα παιδιά μου γράμματα στο εκπαιδευτικό σύστημα που έδιωξε τη Χαρά Νικοπούλου απ΄το Μεγάλο Δέρειο.

Αυτά κι άλλα πολλά τέτοια κουβεντιάζει ο λαός σας σήμερα, Υπουργέ μου.

Αυτά ρωτάει κι απαντήσεις δεν παίρνει.

Δεν ήταν αναρχικοί, ούτε αντιεξουσιαστές που φωνάζανε τις προάλλες να καεί η βουλή.

Άνθρωποι σαν εμένα ήτανε και σαν το συχωρεμένο τον πατέρα μου.

Άνθρωποι που πιθανόν να μην έχουν ξαναπάει σε συλλαλητήριο ποτέ τους.

Και το «να καεί» δεν ήταν μίσος ούτε κακία.

Η τελευταία, η απελπισμένη λύση είναι.

Όταν δεν αποδίδει κανένα άλλο μέσο, βάζεις φωτιά στο χωράφι για να ξεφορτωθείς τα ζιζάνια. Αυτό σας φώναξε ο κόσμος.

Μα ούτε κι αυτό τ΄ακούσατε.

Τίποτα δεν ακούτε πια.

Αμπαρωμένοι σ΄ένα δικό σας κόσμο, πολύ μακριά απ΄το δικό μου κι ακόμη μακρύτερα απ΄τον πραγματικό, θωρακισμένοι, κυκλωμένοι από σωματοφύλακες μη σας πειράξει κανείς, από μυαλοφύλακες μη τυχόν κι αλλάξει η σκέψη σας, από ψυχοφύλακες, μήπως αγγίξει κανείς την ψυχή σας και ξεφύγει κάποιο ίχνος ανθρωπιάς, από διορισμένους κόλακες που σας γλείφουν λέγοντας πως ότι κάνετε είναι σωστό και φροντίζουν να μη δείτε ποτέ την πραγματικότητα, απόμακροι κι απρόσιτοι, άτολμοι και άβουλοι εκτελεστές των εντολών που σας δίνουν ξένοι, πειθήνια όργανα μιας θολής παγκόσμιας διακυβέρνησης, στην οποία κάποιοι λίγοι από σας θα είναι κάτι λίγο κι υπόλοιποι, μαζί με μας, απολύτως τίποτα.

Τέλειωσε η εποχή σας κύριε.

Μόνοι σας την τελειώσατε.

Δεν θα΄χει πιά λαοθάλασσες στις συγκεντρώσεις σας.

Ούτε οι «βολεμένοι» θα΄ρχονται πια από φόβο μη τους πάρει κι αυτούς η μπάλα.

Ήδη άρχισαν να σας «κράζουν» στο δρόμο.

Ο λαός ψάχνει να βρει αλλού τη σωτηρία.

Δεν πιστεύουμε πως θα δώσουν τη λύση οι ξενόφερτοι σωτήρες, όσα δανεικά κι αν φέρουν, ούτε οι ξενοσπουδαγμένοι μας πολιτικοί που τά ΄μαθαν όλα εκεί έξω, εκτός απ΄το πώς σκέφτεται και αντιδρά ο λαός που ήρθανε να κυβερνήσουν.


Ούτε και στους παλιότερους έχουμε εμπιστοσύνη. Επί 36 χρόνια οι ίδιοι άνθρωποι μας πήγαν απ΄το κακό στο χειρότερο, εξαφάνισαν τον όποιο πλούτο παρήγαγε η χώρα. Τι άλλαξε σήμερα και θα μας πάνε στο καλύτερο;

Και ούτε το: «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» περνάει πιά.

Αν υπάρχουν καλοί και κακοί στο κοινοβούλιο, τότε τα πράματα είναι απλά.

Αν οι καλοί είστε περισσότεροι διώξτε τους κακούς.

Αν πάλι είναι οι κακοί περισσότεροι ας σηκωθούν να φύγουν οι καλοί, να ξέρουμε τι μας γίνεται.

Μα ούτε το ΄να θα γίνει ούτε τ΄άλλο.

Η καρέκλα έχει κόλλα, έτσι δεν είναι;
Ή μήπως είναι μέλι;
Έτσι είναι και το ξέρω, κύριε.

Και, αντίθετα από σας, τις αποφάσεις μου τις έχω πάρει.

Την ερχόμενη βδομάδα θα πάω στον κ. εισαγγελέα της Κομοτηνής για να εκτελέσει την ποινή που μου επέβαλε.

Με το κεφάλι ψηλά θα πάω, να πληρώσω για τα λάθη μου, το μεγαλύτερο απ΄τα οποία είναι που πίστεψα σε σας και το νόμο σας και σας άφησα να με ξεγελάσετε τόσες φορές.

Κι αφού ξεχρεώσω ότι χρωστώ στην πολιτεία σας, θα περάσω στην απέναντι πλευρά του ποταμιού, να ζητήσω απ΄τους γειτόνους να με αφήσουν να στήσω εκεί το καλύβι μου.

Είναι φιλόξενοι άνθρωποι, δε φαντάζομαι να μου αρνηθούν.

Από κει και πέρα, όταν η χώρα που ζώ με πληγώνει, θα πονάει λιγότερο γιατί δεν θα είναι η πατρίδα μου.

Δεν φεύγω χωρίς να πληρώσω το λογαριασμό, δεν με λένε Χριστοφοράκο και θέλω τα παιδιά μου να συνεχίσουν να φέρουν το όνομά μου με περηφάνια.

Θα φύγω για να ζήσει ο γιός μου μακριά από σας, μη μάθει πως φερθήκατε στον πατέρα του και γίνει αντιεξουσιαστής για να σας χτυπήσει.

Γιατί εξουσία εξασκείτε όχι διακυβέρνηση.

Γιατί εξουσιάζετε, δεν διοικείτε.

Γιατί η εξουσία είναι βία και βία θα φέρει.

Δεν έγραψα για να ζητήσω χάρη, δε σας την κάνω τέτοια χάρη.

Δε θέλω κάποιο ρουσφέτι, θέλησα να μιλήσω στον υπουργό της δικαιοσύνης, για τις αδικίες που, χρόνια τώρα, βασανίζουν τον τόπο μου και τους ανθρώπους του.

Δεν έγραψα την ιστορία της ζωής μου, την ιστορία του Θρακιώτη μικρομεσαίου της γενιάς μου σας αφηγήθηκα και την ιστορία του πολιτικού της γενιάς σας έτσι όπως την είδαμε εμείς.

Θέλησα να μοιραστώ την πίκρα μου με τον Υπουργό, γιατί είμαι σίγουρος πια πως τα βογγητά του λαού δεν φτάνουν στα υπουργεία και αυτό είναι αδικία κύριε Υπουργέ της δικαιοσύνης.

Γιώργος Κ. Αποστολόπουλος


Κυριακή 4 Ιουλίου 2010

Η κυματική θεωρία της ύλης και οι χαμένοι παπάδες(επανάληψη)



Δημοσιεύω για δεύτερη φορά μια παλαιότερη ανάρτηση πού ίσως ενδιαφέρει καινούργιους επισκέπτες.
Πρώτη ανάρτηση στο:
http://salograia.blogspot.com/2009/10/blog-post_16.html
...........................................................

Αγαπημένε- πάντα- του Χριστούλη
πρώην ιερέα, που κορδακίζεσαι ότι σου άνοιξαν τώρα τα μάτια -οι ξανθιές της τυφλεόρασης γκόμενες και είδες το φώς το αληθινόν, το εκ της οθόνης του υπολογιστή σου προερχόμενο- και γι αυτό έβγαλες τα ράσα και επιδίδεσαι- urbi et orbi- σε κατά συρροήν βλασφημίες, ως κουλτουριάρης δήθεν,προκειμένου να ζήσεις και σύ τώρα -σαν δυστυχής έφηβος στα πενηνταφεύγα, βιολογικά σου χρόνια- την μίζερη του μικροαστισμού σου, ζωούλα σου, ο ΘΕΟΣ που έφτυσες και που βλασφήμησες, είτε το θες, είτε δεν το θες,
ΥΠΗΡΞΕ,
ΥΠΑΡΧΕΙ
ΚΑΙ ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ,
ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ
ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ,
ΑΜΗΗΗΝ!

Το πρόβλημα όπως καταλαβαίνεις δεν είναι του Θεού, χρυσούλι μου.

Το πρόβλημα είναι ότι η φτυσιά σου, θα πέσει επάνω σου, και θα πνίξει στο βρόμικο σάλιο της, εσένα τον ίδιο...

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ, σε λίγο, άμα τα τινάξεις αυτά τα πέταλα, και στην ευειδή- πλην ώριμη φυσιογνωμία σου- αρχίσουν να έρπουν τα σχετικά του θανάτου σκουλήκια, θα είναι ΟΛΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ.

Και κανείς τότε δεν θα μπορεί να σου γράψει ηλεκτρονικά ραβασάκια μήπως και σε ξυπνήσει εγκαίρως!

Επειδή στα αυτάκια μου, έπεσαν κάτι υπαινιγμοί σου, ότι δήθεν και συ είχες υπερφυσικές εμπειρίες κάποτε που ήσουν παπάς, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει-κατά την άποψή σου- ότι ο Χριστός είναι Ζωντανός και Αναστημένος, έχω να δηλώσω ευθέως, πως στην περίπτωσή σου, ισχύει απολύτως η παροιμία που τονίζει:

-Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα!


Έχεις καταντήσει κουφός λόγω συγκατάθεσης σε πάθη

(κενοδοξίας κυρίως, σαρκικά ίσως...)

και κατά απόλυτο μαθηματική ακρίβεια,όποιος γίνεται δούλος σε πάθη,
τ υ φ λ ώ ν ε τ α ι
με έναν ιδιαίτερο τρόπο και το Σκοτάδι το ερμηνεύει ως Φως, το Φως το ερμηνεύει ως Σκότος.

Εισέρχεται -ο συγκατατιθέμενος συνειδητά σε πάθη, ιερέας- σε κυκεώνα παρ-αισθήσεων που δεν έχουν τέλος, μέχρι να αυτοκτονήσει από απελπισία κάποια στιγμή, ή μέχρι να παραφρονήσει ολότελα, εμφορούμενος από το πνεύμα του Φθόνου και της Οργής του Εωσφόρου, λαμβάνοντας, και αιώνια κόλαση, διότι εν τω Αδη ουκ έστι μετάνοια,!

Μετά- νοια μπορούμε να βιώσουμε, όσο φοράμε ακόμα τη φθαρτή τούτη σάρκα, και διαχειριζόμαστε τον υλικό μας εγκέφαλο, ως όργανο σωτηρίας.

Δεν αμφισβητώ ότι ως ιερέας, κάποτε, μπορεί να έζησες , πνευματικές εμπειρίες, τις οποίες τώρα αναπλαισιώνεις σε κάδρα θετικισμού και υλισμού- απορρέοντα από τις χονδροειδείς επιστήμες του 19ου αιώνα, τις, σε μηδενισμό, οδηγούμενες.

Ο Θεός ακούει, κάνει και θαύματα -ακόμη και σε πολύ αμαρτωλούς όπως εγώ- και σε αλλόθρησκους, ακόμη και σε άθεους, όταν του ζητήσουν βοήθεια.

Πέρα πάντως, από το να ήταν ο Θεός αυτός που απάντησε στις προσευχές σου, <παίζει>(για εξέτασέ το λιγάκι) και το ενδεχόμενο να ήταν και ο Αρχέκακος όφις, αυτός που σου έδωσε κάποια σημεία, ώστε να κοιταχτείς στο καθρέφτη σου υπερηφάνως- σαν την γκρινιάρα μάγισσα στο παραμύθι της Χιονάτης- και να καυχηθείς ότι είσαι ο παπάς ο καλυτερότερος των υπαρχόντων παπάδων...και όπου υπερηφανία προκατέλαβεν, εκεί επακολούθησε πτώμα φοβερόν και εξαίσιον...κατά των Αγίων Πατέρων τις διαπιστώσεις και διατυπώσεις, τα γνωρίζεις από μένα καλύτερα, αλλά ε π ι λ έ γ ε ι ς να τα λησμονείς, αγαπημένε μου.

Είμαστε πολύ μικροί όλοι μας, φίλτατε, πρώην πάτερ, ώστε να αποφαινόμαστε με τη δική σου έπαρση και αυθάδεια ότι ο Χριστός δεν αναστήθηκε.

Και όπως έγραφα πριν λίγο και σε έναν ταλαίπωρο, τώρα μόλις η επιστήμη αρχίζει και μας βάζει σε βεβαιότητες για τη διττή φύση του κόσμου και των φαινομένων του.

Αυτό που λέει η Γραφή ότι η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα επιθυμεί κατά της σαρκός νομίζω ότι εκφράζεται- για κάποιον που είναι σε θέση να κάνει τις σχετικές αναγωγές- με επιστημονικό τρόπο, από την υλοκυματική θεωρία, και την αρχή της απροσδιοριστίας του Heisenberg που μας λέει ότι τα ηλεκτρόνια του σώματός μας, μπορεί να εκτείνονται και μέχρι την άλλη άκρη του σύμπαντος, άρα και από καθαρά υλική άποψη, ο άνθρωπος -ως σωματική υπόσταση- μπορεί να μην είναι τόσο μικρός και μηδαμινός, όσο ο εωσφορικός υλισμός επιθυμεί να του υποβάλλει, οδηγώντας τον σε σαρκολατρία και ειδωλολατρία.
Θα παραθέσω το κείμενο που σου έστειλα στο πριβέ- για τον καλοπροαίρετο αναγνώστη- για να μη λές ότι σε βρίζω.

Αλήθεια;Πιστεύεις ότι σε βρίζει όποιος σου ασκεί μια αυστηρή κριτική;

Δεν έχω ανάγκη να βρίσω κανέναν, αγαπητέ μου.

Λόγω παλαιάς εκτίμησης προς το πρόσωπό σου,τότε που ήσουν άψογος -κατά το φαινόμενο, όπως ομολόγησες και συ- ιερέας, και λόγω θλίψης για το τωρινό σου κατάντημα, προσπαθώντας να σε αφυπνίσω, έγραψα τα κάτωθι:
.....................................................................

Αγαπημένε του Θεού, κύριε... μιλώντας χτες με έναν δυνατό επιστήμονα στο χώρο της φυσικοχημείας- άκουγα τα της υλοκυματικής θεωρίας.

Η ύλη -λέει- είναι και σωματίδιο είναι και κύμα.

Οι Thomson -πατέρας και υιός- ανακάλυψαν την σωματιδιακή φύση του ηλεκτρονίου και την κυματική φύση του.

Πήραν, γι αυτή τους την ανακάλυψη και οι δυο Νόμπελ, πατέρας και γιος με λίγα χρόνια διαφορά.

Τι υποστηρίζει η υλοκυματική θεωρία;

Λέει ότι ΔΕΝ γίνεται να παρατηρηθεί συγχρόνως ή ύλη ως σωματίδιο και ως κύμα.

Ανάλογα με τα όργανα παρατήρησης, άλλοτε φανερώνεται ως ύλη και άλλοτε φανερώνεται ως κύμα.

Τη θεωρώ καταπληκτική αυτήν την εκ της επιστήμης πληροφορία,διότι με ανάγει στα Λόγια του Κυρίου που λέει ότι όταν λειτουργούμε κάτω από τους νόμους της σάρκας δεν μπορεί το Άγιο Πνεύμα να φανερωθεί στο πνεύμα μας- ζωή μας(το γράφω σε ελεύθερη απόδοση)και το αντίστροφο.

Λοιπόν...το να θέλει κάποιος να στενεύει τα όρια της σκέψης,και να καταργεί την Παρουσία της Παναγίας Τριάδος εν τω κόσμω, σήμερα που υπάρχει τέτοια ανάπτυξη επιστήμης, το βρίσκω τουλάχιστον εωσφορικό και...πολύ αφελές...
........................................................................................
Και συνεχίζω αυτή τη στιγμή , τις σκέψεις τις προηγούμενες:

Τα της υλοκυματικής-κβαντικής θεωρίας, ακριβώς λόγω των πνευματικών αναγωγών στις οποίες μπορούν να οδηγήσουν έναν καλοπροαίρετο νου, τα πολέμησαν λυσσαλέα στο Σοβιετικο καθεστώς επί πολλά έτη.
Τώρα πλέον κανείς σοβαρός επιστήμονας δεν ειναι σε θέση να τα αμφισβητήσει...

(Εμείς, οι πιστοί οι Ορθόδοξοι δεν έχουμε ανάγκη τις επιστημονικές αυθεντίες.
Σε μάς αρκεί η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ, παραθέτω όμως τα εκ της επιστήμης απορρέοντα κοσμοείδωλα, επειδή κάποιοι κινούνται και σε τέτοια χωράφια και δεν τα θεωρούν του πεταμάτου)

Ο μέγας Luis de Broglie (τιμήθηκε και αυτός με Νόμπελ) σκέφτηκε ότι άν ένα κύμα φωτός μπορεί να δρα ως σωματίδιο, γιατί όχι και τα υλικά σωματίδια να μη μπορούν να δρουν ως κύματα;
Και το απέδειξε.

Τι λέει η κυματική θεωρία της ύλης;

Λέει ότι κάθε κινούμενο σωματίδιο έχει συνδεδέμενο κύμα(Pilot wave).
H συχνότητα
(το πόσες δηλαδή φορές επαναλαμβάνεται η μορφή του κύματος στη μονάδα του χρόνου)
και το μήκος του οδηγητικού κύματος, σχετίζονται με τη σχετική μάζα m και την ταχύτητα υ του κινούμενου σωματιδίου.

Η κυματική φύση των ηλεκτρονίων αποδεικνύεται από τα φάσματα περίθλασης
(όταν πέφτει ένα κύμα πάνω σε ένα εμπόδιο, λέμε ότι περιθλάται, δηλαδή, ότι αλλάζει δρόμο).

Η πρακτική εφαρμογή της κυματικής φύσεως των ηλεκτρονίων, είναι το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο σάρωσης που χρησιμοποιείται ευρέως σήμερα από τους επιστήμονες.

Η Ορθόδοξη Πίστη, μάς διδάσκει εξ Αποκαλύψεως, ότι αποτελούμαστε απο σώμα και ψυχή-μια ζωοποιό ενέργεια που συνοδεύει το σώμα σε κάθε του κύτταρο όσο είναι ο άνθρωπος εν ζωή, όπου η ψυχή μας είναι και αυτή υλική, όπως υλικά είναι και τα σώματα των αγίων Αγγέλων, πλην, λεπτοτέρας υφής σώματα από τα δικά μας- άυλος-άκτιστος πραγματικά, είναι μόνο Ο Ακτιστος Θεός, στην Τριαδικότητά Του.

Δεν μπορείς, όμως, ταυτόχρονα να παρατηρήσεις και τις εκδηλώσεις του σώματος και του πνεύματος.

Χρειάζεσαι άλλα όργανα παρατήρησης κάθε φορά.

Για να παρατηρήσεις τα του Πνεύματος, πρέπει να είσαι γνήσιος υπηρέτης του Πνεύματος και ο ίδιος.

Αν είσαι ένας απλός υλιστής, αποκομμένος από το Σώμα του Χριστού, που είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία Του,και με την εγκόσμια-μόνο- κουλτούρα ανά χείρας,
φ α ν τ ά ζ ε σ α ι
ότι είσαι και αληθινός άνθρωπος του Πνεύματος, τόσο το χειρότερο για σένα τον ίδιο!

Όταν θα σε ξυπνήσει η Πραγματικότητα του προσωπικού σου θανάτου, θα είναι πάρα πολύ αργά για να επανορθώσεις οτιδήποτε- όπερ απεύχομαι να συμβεί, δια πρεσβειών της Υπεραγίας Θεοτόκου και του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητή που κάποτε πολύ τον αγάπησες, αμήηηην!

Σαλογραία

Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

O Σουλτάνος της Βαβυλώνας ...

Προσευχή-Χάρις Αλεξίου

Παρασκευή 2 Ιουλίου 2010

"Το Σπίτι των παιδιών" του Ν.Βρεττάκου-απόσπασμα


................................................

Έτσι βρέθηκα εδώ σε τούτον τον τόπο.
Έτσι βρέθηκα ανάμεσα σ'αυτά τα παιδιά
που κάθησαν πάνω στα γόνατά μου όπως πάνω
σε δυο βράχους απ'την πατρίδα τους, που δεν είχαν.

Με τίμησαν καταθέτοντας στην ψυχή μου τη λύπη τους
κ' εγώ τους μοίρασα ένα χαμόγελο
κομμένο απ'το δέντρο της υπομονής που είχα μέσα μου.
..................................................

Θα βαδίζω και θα εύχομαι: Ας ήταν αυτά τα παιδιά

να γίνουνε τα φτερά στη νίκη της Σαμοθράκης
.........
..............................................

Νικηφόρος Βρεττάκος

Άγιος Ιωάννης Μαξιμόβιτς(Βίντεο, βιογραφία)






(Αγαπημένο μου, 

εγώ η άθλια και ολιγόπιστη , δ ε ν πίστευα πριν λίγα χρόνια στην αγιότητά του.
Είχα αδιαφορία, άγνοια και άρνηση.

Αν θες, ρίξε πρώτα ματίτσα στην ανάρτηση με τίτλο:

Η φανέρωση του Αγίου Ιωάννη Μαξιμόβιτς στη ζωή μου και θα  καταλάβεις καλύτερα
τι θέλω να μοιραστώ μαζί σου

Σε ασπάζομαι
ευχόμενη  κάθε ευλογία από τον μοναδικό αυτόν, αγιώτατο  πνευματικό πατέρα και ποιμένα.

Σαλογραία)
....................................................................................................................................

Ο Άγιος Ιωάννης Μαξιμόβιτς

Σύντομη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη Μαξιμόβιτς (1896 - 1966)


Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας.

Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξιμόβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξιμόβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ.

Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ου αιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανηψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομα, του θείου του.

Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου.

Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη.

Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο.

Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα.

Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων.

Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος.

Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη.

Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων.

Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.

Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ' ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ.

Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές.

Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του.

Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ.

Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα.

Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του.

Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και τελείωσε τις σπουδές του.

Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν' απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός.

Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.

Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν' αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις.

Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας».

Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή.

Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό.

Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες.

Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ.

Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ.

Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε.

Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα.

Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά.

Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγγάη.

Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγγάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να ‘ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά.

Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά.

Όταν ήρθαν και εκείνοι οι κομουνιστές πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και μετά στην Αμερική
.

Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ.

Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.


Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε.


Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία.

Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε.

Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα.


Όταν ήρθαν στην Κίνα οι κομμουνιστές έφυγαν οι Ρώσοι για την Αμερική και φεύγει και ο Άγιος το 1951 στην Αμερική μεταφέροντας το ποίμνιο του.

Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών.

Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά.

Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό.

Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.

Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα.

Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς.

Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες.


Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε.

Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πείθανε τον 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ' επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη.

Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ' όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ».

Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.


Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε.


Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει:

«οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή».

Και αμέσως ηρέμησα.

Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα το Άκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη.

Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε.


Όταν έφυγε στην Αμερική άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα.

Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει.

Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.

Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει:

όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν.

Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς.

Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία.
Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα.

Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, αδύνατον να ξεχάσουν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο.

Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι' αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό.

Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή.

Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ.

Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία.

Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση.

Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό.

Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη.

Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας.

Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.


Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή.

Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρσκ.

Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο.

Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας.Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει.

Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει.

Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του.

Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.


Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή.

Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να' ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν' άκουγε τον συνομιλητή του.

Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη.

Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα.

Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.

Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων».

Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος.

Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό.

Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη.

Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή.
Ετάφη σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό.

Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ' άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ' έναν ζωντανό άνθρωπο.
Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους.

Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν.

Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο.

Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ' άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του.

Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού.

Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού.

Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον.

Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.

Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην "Χαρά των θλιβομένων", βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο.

Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό.
Κατεβαίνει σ' ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο.

Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του.

Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.

Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου.

Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα.

Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας.

Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους.

Σ' ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του.

Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία.

Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων.

Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος.

Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο.

Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.

Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς.

Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει.

Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους».

Επίσης και σ' ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι: «είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους».

Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο.

Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; - Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα: «ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν».

Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του.

Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.

Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν.

Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις.

Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά.
Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα.
Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου.
Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο.
Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή.
Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα.
Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές.
Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν.
Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα.

Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος.
Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία.
Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της.

Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.

Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό.

Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια.

Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με.

Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου.

Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε.

Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια.

Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος.

Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ.

Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα.

Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο.

Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί.

Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα:

«Στην Ζηναίδα».

Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό.

Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο.

Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει.

Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος.

Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα.

Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα.

Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήταν νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.

Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.

Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη.

Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.

Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι.

Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό.

Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό.


Γι΄ αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τ

ον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει.

Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια.

Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη.

Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε:
- Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας.

Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ' όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια.

Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της.

Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει.

Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί.

Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ



Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. Α'

Τον συνάναρχον Λόγον.


Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.


Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'. Τη Υπερμάχω

Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.



Μεγαλυνάριον.

Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.



(Από την Ακολουθία του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος 2006).

Πηγή: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου Τεύχος 23 Μάιος - Αύγουστος 2008
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Σοφία, η πνευματική μας μητέρα...


Περιστεράκι μου

τις προάλλες, πηγαίνοντας εις αποχαιρετιστήριο - και διαποτισμένο από χαρμολύπη- καθήκον, εντελώς στο ξαφνικό, εντελώς στο απροσδόκητο, ποιον νομίζεις ότι ένιωσα να με σκουντάει με τρυφερότητα στην πλάτη και στρέφοντας προς τα πίσω το κεφάλι, τον αντίκρισα -μετά από δεκαετίες- κατάπληκτη ;

Την αλησμόνητη δ.Σοφία, την πνευματική μου μητέρα!

-Πνευματική μητέρα;
Τη νονά σου εννοείς;


-Όοοχι τη νονά μου!

Δυστυχωωωώς δεν ευτύχησα να γνωρίσω τη νονά μου.

Το νονό , τον ξέρω από φωτογραφία- σχεδόν- έχω ξεχάσει και τ' όνομα.

Μονάχα το φριχτό του επάγγελμα εν-τυπώθηκε ως σφραγίδα άλγους, στη μνήμη μου.

-Οδοντίαααα(χ)τρος!

Εκείνο το νονό, καλώς ή κακώς -ουκ οίδα, Κύριος οίδεν- από τότε που βαφτίστηκα -δίχρονο κοριτσάκι στον Αγιάννη το Ρώσο στο Προκόπι της Εύβοιας, προκειμένου να εκπληρωθεί το μεγάλο τάμα που έκανε - στην εποχή του Εμφύλιου, ακόμη άγαμος- ο πατέρας μου- εκείνον -λέω- το νονό, για πολλούς και διάφορους λόγους, δεν τον ξαναθυμάμαι μπροστά μου...

Και να σου ψιθυρίσω εμπιστευτικά, να το γνωρίζεις μόνον εσύ- εγώ- κι ο κόσμος όλος

(διότι ουδέν κρυπτόν υπό τον ιντερνετικόν ήλιον)

σαν αγκαθάκι με τσίμπαγε στην καρδιά, η σκέψη ότι τον νονό δεν τον έβλεπα ποτέ και ΔΕ λάβαινα από κείνον την πασχαλινή μου λαμπάδα- όπως ήταν το έθιμο- ή κάποιο ζευγάρι παπούτσια που συνηθιζόταν να χαρίζει το Πάσχα, έκαστος ευ-συνείδητος ανάδοχος στα πολλά και διάφορα- κατά την προαίρεση της ψυχής- γηθοσύνως τιτιβίζοντα, βαφτιστηράκια του.

Μιλώντας, λοιπόν, για τον οδοντίαααα(χ)τρο εκείνον

(ούτε καν γνωρίζω αν ζει ή πέθανε, τοιαύτη πλήρης και τελεία επί δεκαετίες, φριχτή αποξένωση)

έρχομαι να τονίσω ότι το πρόσωπο του αναδόχου στην τελετή της Ορθόδοξης Βάπτισης, θα όφειλε να ταυτίζεται και με το πρόσωπο της πνευματικής μητέρας ή του πνευματικού πατέρα, πλην... τις περισσότερες φορές στα νεότερα χρόνια όλο και δ ε ν συμπίπτει, αλίμονο και γραψαλίμονο!

Οι λόγοι, πλείστοι όσοι, δε θα αναλύσουμε

(Έλεος πια-ξεφεύγω από το κύριο θέμα- έλεος με την ατελεύτητη ανάλυση!
Αυτή με το πλανεμένο υποκειμενικότατο...ψείρισμα,ειδικά σε μικροσκοπικό επίπεδο συγγενικών-φιλικών σχέσεων, κάνει φύλλο- φτερό προθέσεις άγιες και ακυρώνει του πλησίον πολυτίμητα συναισθήματα, δημιουργώντας στην τελική ένα άσπλαγχνο φαντασιακό σύμπαν εσωτερικού-εξωτερικού κόσμου των συν-ανθρώπων και των πεπραγμένων τους,μια αρνητική μετα-τόπιση κινήτρων και παρ-ερμηνεία χαρακτήρων και στάσεων βίου, χωρίς ζωηφόρο λάμψη, χωρίς ανακαινιστική δύναμη, δίχως αιώνια αξία, απαρασάλευτη...)

Πήγαμε, λοιπόν, στον Αγιάννη το Ρώσο - εκεί και τότε- με βάφτισαν- έχω στη μνήμη ζωντανή τη σκηνή μετά το μέγα Μυστήριο... με κράταγαν αγκαλιά και, πλησιάζοντας ο ιερέας- απροσδοκήτως- άπλωσα τα αθώα, φρεσκοβαφτισμένα χεράκια, τον άρπαξα με σθένος -ου το τυχόν- από τη μακριά τη γενειάδα- χαχαχα... είδε και έπαθε ο χριστιανός- τις λευιτικές, σεβάσμιες τριχούλες, να τις γλιτώσει!

( "οποίαι προσημάνσεις υπολανθάνουσαι", θα ηδύνατο να σχολιάσει κακεντρεχώς τις, ευγενικό μου αγαπημένο, αλλ' ημείς, ας συνεχίσωμεν απτόητοι, την περιγραφή των εμπειριών και συναισθημάτων μας...)

Το θέμα είναι ότι μεγάλωσα σαν ορφανό τόσο από βιολογικούς γονείς όσο και από πνευματικούς αναδόχους και στο συνειδητό- όπως θα άρθρωνε εμφαντικά και ο νηφάλιος γνωστός, αμερικανοσπουδαγμένος πατρινός ψυχαναλυτής

(εκείνος ντε που ρίξαμε ΤΟ γέλιο στην κηδεία της μανούλα του, ξαναδιάβασε το σκηνικό να ευθυμήσεις, αν τραβάς κανα ζόρι- μέρες που έρχονται...)

ουδαμώς συνειδητοποιούσα το βάθος της έλλειψης.

Προσωπικά, μπορεί να μην αντιλαμβανόμουν, βεβαίως, τις διαστάσεις της έλλειψης -ως " κουτορνίθι ολκής,

κνώδαλο, κωθώνι και τέρας της Κοινωνίας των Εθνών"

- όλα μαζί, με μια ανάσα τα εκσφενδόνιζε-

"στολίζοντάς " με, ευκαίρως ακαίρως, σε καθημερινή βάση η συχωρεμένη
- η ουδόλως από μοντέρνες παιδαγωγικές πρακτικές, χαμπαριάζουσα-

πλήν...η έλλειψη υπήρχε και παρα-υπήρχε και, με την παγερή της σκιά,

με ξύλιαζε αφόρητα...

Ποιος δύναται να νιώσει στο πετσί του, την ψυχολογική ορφάνια παιδιού, που οι γονείς του μαχαιρώνονται για ψύλλου πήδημα ή για άλλης φύσης... πηδήματα γενικότερον;

Ουδείς λατρεμένο μου, ει μη μόνον, όποιος, από τέτοιο ηλεκτρισμένο περιβάλλον κατόρθωσε -χάριτι Θεία- να επι-βιώσει!
.........................................................

Έτσι είχαν τα πράγματα μέχρι που στη μικρή επαρχιακή πόλη της Κυπαρισσίας Μεσσηνίας, που μεγάλωνα, ο Κύριος, έστειλε ως άγγελο εξ ουρανού, τη δ.Σοφίααα!

Η δ. Σοφία όπως σχολίαζε η μάνα μου- με απαξιωτικό μορφασμό ενίοτε, ήτανε και "πολυυυύ θεούσα"!

Ξέρεις τώρα δα και πώς φαίνονται οι... θεούσες κάποιας συγκεκριμένης κατηγορίας.

Η δ. Σοφία διατηρούσε φυλακισμένα μονίμως σε μεσαιωνικό κότσο τα υπέροχα καστανόξανθα μαλλιά της, έθαβε το νεανικό της, 37χρονο(τότε )σφύζον από ζωντάνια σώμα κάτω από άχρωμο ντύσιμο δεκαετίας 1940, και...
φόραγε κάλτσα με ΡΑΦηηή!

-ΟΛΑ τα... λεφτά, ΘΕ μου ΘΕ μου, εκείνη η ραφή!

τη σχολιάζαμε κιόλας, οι πιτσιρίκες με καλοπροαίρετα χάχανα κάθε που στράβωνε η γραμμή της, πάνω στη γάμπα...

-Αμάν! πού τις βρίσκαν, αδερφάκι,
α υ τ έ ς τις κάλτσες!

-άλυτη θα μείνει η απορία μου, στον αιώνα-

και τέλος πάντων... η... θεούσα δ. Σοφία, εννοείται ότι δεν έμοιαζε στο παραμικρό με τις γκλαμουριάρες ξανθιές της τυφλεόρασης που ευτυχώς ακόμη
δ ε ν είχαν προκύψει στις συνειδήσεις μας, όμως,
ήταν τέτοια η λάμψη των λαδοπράσινων-ίδια ήμερος ελαιώνας - ματιών της που για χάρη της, όλες θα πέφταμε στη φωτιά- αν θα το ζήταγε!

Την πρώτη φορά που την είδα, και παρά το ντεμοντέ, της αμφίεσης, με άφησε άφωνη μια ευλογία πνευματική που η παρουσία της έκπεμπε, και ένιωσα σαν τον τυφλό που ξαφνικά... του θεραπεύουν τα μάτια και έκθαμβος βλέπει τον ουρανό- το γαλάζιο, από τη διάχυση των χρυσαφένιων αχτίδων..

Όταν πρωτοαντάμωσα την ταπεινότατη- μέσ'στη Μεγάαααλη Χαρά, λουσμένη παρουσία- που όλο γελούσε σαν παιδούλα πεντάχρονη, και θεωρούσε άπαντα τα του βίου- ακόμη και τα πικρότατα- ως τερπνά, ωφέλιμα και δωρεές απερίγραπτες... έπαθα πολιτισμικό σοκ- που γράφει και κάποιο μικρό περιστέρι μου...
...........................................

Θυμάσαι και συ, τι μου 'χεις τονίσει- με περίσκεψη- σε ανύποπτο χρόνο;

-Ποιοι χριστιανοί, ρε μανδάμ Σαλογραία;
Ἐχεις βρει εσύ, κανένα π ρ α γ μ α τ ι κ ό χριστιανό;
Σου λέω,λοιπόν, ότι αν ποτέ συναντήσω έ ν α ν χριστιανό και
τον θ α υ μ ά σ ω,
και σκεφτώ ότι θα 'θελα να ήμουν σ α ν και α υ τ ό ν,
τότε θα κάνω στροφή, θ΄ αφήσω όλη τη ματαιότητα πίσω μου
και θα ακολουθήσω τα βήματά του!

Μέχρι να γίνει τέτοια Ανά-σταση, σε παρακαλώ, μ ή μου σκοτίζεις τον ...έρωτα!


Έτσι είπες, μονάκριβό μου, και τις κρατώ σκεπασμένες σε αλαβάστρινο δοχείο σιωπής, τις προφητικές λέξεις- εκεί που φυλάω των προσευχών, τους ταπεινούς μαργαρίτες...
περιμένοντας υπομονετικά το "πότε" της δικής σου Συνάντησης...
.......................................................

Η δική μου Συνάντηση, προέκυψε τότε.

Την προσφωνούσαν: "δεσποινίς Σοφία!"

Με θέρμανε -το πεντάρφανο- με τη μορφή της, ο Ήλιος, μέσ' απ'την απερίγραπτη δοτικότητα την απαράμιλλη -εν Κυρίω Ιησού Αναστάντι- αγάπη, την αδιάλειπτη προσευχή της.

Τελικά, ίσως δεν ήμουν τόοοσο "όρνιο", όσο η μακαρίτισσα στα τετραπέρατα διαλαλούσε...

Μου έλειπαν γονείς.
Σχεδόν βιολογικοί.
Και οπωσδήποτε πνευματικοί.

Δίχως να πω μία λέξη, χωρίς να κάνω καμία ξεκάθαρη δήλωση- ανεπιγνώστως-
υ ι ο θ έ τ η σ α τη δ. Σοφία,
ως τη λατρεμένη, πνευματική μου μητέρα.

(Την ίδια εποχή είχα υιοθετήσει και τον ασκητικότατο, ταπεινότατο, πτωχότατο και εντιμότατο π.Χρυσόστομο της Μονής του Τιμίου Προδρόμου, ως τον πνευματικό μου πατέρα...)

Ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας, για εκείνη τη Φ ώ τ ι σ η!

Και η δ.Σοφία η...θεούσα, η "αφιερωμένη" της αδελφότητος.... που επέλεξε, να μην αποκτήσει δικά της κατά σάρκα παιδιά, παρά μόνον κανάκευε ανίψια, και ζέσταινε στην πλατιά αγκαλιά της, τα παιδιά πάσης της Οικουμένης, δέχτηκε- εν επιγνώσει αυτή- με άφατη- απόλυτα θεραπευτική, χρυσή προθυμία- να γίνει η πνευματική μου μητέρα.
...........................................
Θυμάμαι ακόμα, πώς... ψάρεψε τον παιδικό μου εαυτό, στα δίχτυα της Πίστης...

Το δόλωμα το δικό της,

( σωστό βάλσαμο ψυχής -δια του σώματος- μια και δεν ήταν μονοφυσίτισσα)

βύσσινο γλυκό του κουταλιού που έφτιαχνε με αφάνταστο κέφι.

Τρελαινόμουν για κείνο το ονειρεμένο το βύσσινο.

Και πραγματικά, ποτέ μου δεν κατάλαβα τη λογική όσων απαξιωτικά αποφθέγγονται με ύφος θιγμένης κυρίας:

- Όου ντήαρρ! δε θα πάρω! να μένει το βύσσινο!

-Τι θα πεί να μένει το βύσσινο- για Όνομααα!
Είσαι με τα καλά σου;

Σε μένα- ομολογώ την αλήθεια- το βύσσινο, λεφτό, δεν προλάβαινε, να μείνει!

Έπαιρνε -όταν το πετύχαινα αφρούρητο σε βαζάκι - τρέχοντας- την κατιούσα προς το μικρό μου στομάχι...

-Διατί να το κρύψωμεν άλλωστε; που ρητορικώς αναρωτιέται κι ο Μητσοτάκης;

-Για όλα τα γλυκά -το πικραμένο- ξεπούλαγα στο πι και φι, της θεοτιμήτου εγκρατείας, τα πρωτοτόκια!

-Έλα να σε φιλέψω, καλούσε ειρηνικά- με φωνή που θύμιζε κοντράλτο καμπάνα σε όρθρο- ο επίγειος ο άγγελος.

-Θα έρθω, αν δεν σας είμαι βάρος, αν δεν τρώω το χρόνο σας...

(για το βύσσινο ούτε κουβέντα, το βύσσινο το 'τρωγα αλύπητα!)

απαντούσα, με ελαφρότατο -δήθεν- δισταγμό και λαιμαργία που νόμιζα πως κρυβόταν.

-Επιτέλους!

Υπήρχε κάποιος που ευχαριστιόταν να με φιλέψει γλυκάκι!

Υπήρχε κάποιος που πέταγε σκούφια - να μιλήσει μαζί μου.

Υπήρχε κάποιος που δε με αποκαλούσε "κωθώνι"-κι ας ήμουνα- υπήρχε κάποιος που επιθυμούσε να ακούσει τους αφελείς λογισμούς μου...

Έτρωγα ίσα με τρία πιατελάκια απ'το ποίημα των χειρών της- α! όλα κι όλα! γενναιόδωρη ως το Θεό η άγια κοπέλα!

-Καμία τσιγγουνιά και σε τίποτα!

Ωκεανός η καρδιά της.

Μέσα στις φλέβες της, έτρεχε το Αίμα Εκείνου που κάποτε είπε στους Μαθητές Του:

-ΛΑΒΕΤΕ ΦΑΓΕΤΕ!
ΤΟΥΤΟ ΕΣΤΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΟΥ..

-Λάβετε, φάγετε!

ήταν και η ζωή της Σοφίας.

-Λάβετε φάγετε:

Απ' το βύσσινο,
απ' το φαγητό,
απ' το ποτό,
απ' το χαμόγελο,
απ'την έγνοια,
απ'την προσευχή,
απ' το χρόνο,
απ'τα χρήματα
απ' τη ζωή μου,

σε όλους τους τόνους,
σε όλους τους ήχους,
διακονούσε αθόρυβα -μοιράζοντας τοις πένησιν,
εκείνη η ταπεινή αποδέκτης
των Δωρεών του Παράκλητου....

Λάβετε, φάγετε!

-Πώς να μην τιμώ αυτή τη Μητέρα;

Ενσάρκωνε για μένα, για μας, και εξακολουθεί να ενσαρκώνει- στο δικό μου εσωτερικό χρόνο, και ας μη συναντιόμαστε σωματικά -ενσάρκωνε, λέω, την ΑγιοΠνευματική εμπειρία του μεγάλου Απόστολου -όπως την περίγραψε στην προς Θεσσαλονικείς, Α΄ επιστολή του:

"Αλλ' εγενήθημε ήπιοι εν μέσω ημών,

ως αν τροφός θάλπη τα εαυτής τέκνα.

Ούτως ομειρόμενοι υμών

ευδοκούμεν μεταδούναι υμίν

ου μόνον το Ευαγγέλιον του Θεού

αλλά και τας εαυτών ψυχάς ,

διότι αγαπητοί ημίν

γεγένησθε"
(κεφ.β στ.7-8).
...........................


Όχι μόνο το Λόγο του Θεού, αλλά πάσα την ύπαρξή της-για Χάρη του Λόγου-
την πρόσφερε θ υ σ ί α μυστική, η Σοφία σε όποιο άνθρωπο, μικρό ή μεγάλο, πλούσιο ή φτωχό, αγράμματο ή σοφό, άσημο ή δήθεν σπουδαίο, συναντιόταν μαζί της.

Από το νοερό, πλούσιο μαστό της πνευματικής μας μητέρας , ατέλειωτες στρατιές παιδιών, θηλάζαμε Πίστη, Ελπίδα και Ανεξίκακη Αγάπη
στην π ρ ά ξ η.

Νομίζω ότι μετά τη γνωριμία μαζί της, το Σ. έγινε το αγαπημένο μου γράμμα στην αλφαβήτα, νομίζω ότι από τη γνωριμία μαζί της, άρχισα να ψυλλιάζομαι πως υπάρχει και μια Ουράνια Σοφία που κρατάει με Άφατη Τρυφερότητα στην αγκαλιά Της, και αναδημιουργεί το κάθε κλάσμα του χρόνου, ό λ ο το Σύμπαν..

Εν τέλει, το βλέπω: Ο άνθρωπος που ευλογήθηκε  να συναντήσει στη διάρκεια του βίου του, έστω έναν  αληθινό μαθητή του Κυρίου Ιησού, μπορεί να αντέξει μετέπειτα, κάθε δυσκολία, κάθε βασανιστήριο, των Πολεμίων...
.......................................................

Η δ. Σοφία ήταν για μένα η μάνα που θα θελα να χα -και που σε κείνη τη φάση, δεν είχα.

Στη μάνα μου όφειλα το σωματικώς ζην, στην κατηχήτρια και -όχι μόνον- το ευ ζην
της νήπιας ψυχής μου.

Αδύνατον να ζωγραφίσουν οι λέξεις, το ουράνιο χρώμα της ίασης, που άπλωσε σε δύσκολο καιρό, η φροντίδα της, μέσα μου.

Ο Άγιος Τριαδικός Θεός, μυριοπλασίως, ας αποδώσει.

Τόνιζε η  αγωνίστρια Γαβριηλία  γερόντισσα κάποτε :

-Να μη ζητάτε ευγνωμοσύνη από κανέναν,
αλλά εσείς, για ό,τι καλό λάβατε στη ζωή σας,
να είστε ευγνώμονες
όσο δεν παίρνει!


Λοιπόν.... απέναντι στη Σοφία

την ακάματη εργάτιδα της Πνευματικής σου Κυψέλης, Χριστέ,
η οποία, με το άφθαρτο μέλι της δικής Σου Παρουσίας
με τάισε, με τόνωσε και με ζέστανε
-τότε που πεινασμένο, 
και άστεγο τουρτούριζα από το ψύχος της οικογενειακής μου οδύνης-

είμαι
και
θα είμαι
νυν
και αεί
και
εις τους αιώνες...

ευγνώμων

όσο
δεν παίρνει!
!


διότι...

εν Χριστώ Ιησού μυρίους παιδαγωγούς έχομεν- που γράφει και ο άγιος Απόστολος,στην Α΄προς Κορινθίους-

αλλ'ου, πολλούς πατέρας....

και μητέρας...



Ευανθία η Σαλογραία
.............................................................