Αντιστέκομαι
όπως οι ελιές της πατρίδας μου, οι σκληρές σαν τα κόκκαλα τ' αντρειωμένου, που τους λείπουν οι μαύρες μαντήλες μονάχα για να μοιάζουν με τις μανάδες μας, που σφηνωμένες γερά στην απόλυτη πέτρα, αδιαφορούν για τις θύελλες, αναπνέουν τις αστραπές και τις κάνουνε μες στους πικρούς τους χυμούς, ειρήνη και φως..
(Νικ.Βρεττάκος)
Email:filikitati@hotmail.com
είχαμε μια ...αεράτη, συννεφιασμένη Μαρτιάτικη μέρα στην Πάτρα και ακούγοντας για πολλοστή φορά, στο γιουτούμπι, το θεσπέσιο Canon του Pachelbel, επιθυμώ να σου περιγράψω το αληθινότατο σκηνικό με τη μικρή Αννούλα, τα τρία περιστεράκια που της χάρισα και το δεύτερο μικρομέγαλο θαύμα του Αγίου Φανουρίου που επακολούθησε...
έτσι για να μη χάνεις -με την καμία- τις χριστιανικά θεμελιωμένες ελπίδες σου
και τίποτε το υπερ-θετικό να μην το θεωρείς ακατόρθωτο.
Ό,τι σου φαίνεται με τη μπακάλικη, ανθρώπινη λογική σου αδύνατον, γίνεται δυνατό, δυνατότατο, αν το θέλει ο Τριαδικός, Άγιος Θεός, η Κυρία Θεοτόκος, ή ο Άγιος Φανούριος και Πάντες οι Άγιοι, δεν θα κουραστώ την αλήθεια αυτή, την προερχόμενη από την εμπειρία αμέτρητων ανθρώπων ανά τους αιώνες, να την επαναλαμβάνω!
Ας το πάρουμε, όμως, από την αρχή.
-Ποια είναι λοιπόν η μικρή Αννούλα, μωρή Σαλογραία;
-Η μικρή Αννούλα είναι το τετραπέρατο, πεντάχρονο κοριτσάκι της φίλης Μαρίνας και του Κωνσταντίνου. Προσωπικά, με τα παιδάκια μέχρι 15 χρονών, (" διατί να το κρύψωμεν άλλωστε" που επαναλάμβανε και ο συχωρεμένος Κων. Μητσοτάκης), γενικώς φρικάρω και ψιλοβαρύνομαι.Μου φαίνονται κουραστικά, μου φαίνονται κακομαθημένα
(τα περισσότερα) ώχου τώρα, δεν θα αναλύσω- καταλαβαίνεις!
- Γράψε ήσυχη. Καταλαβαίνω!
-Προτιμώ, λοιπόν, επικοινωνία με μεγαλύτερα παιδιά,
όταν μπορείς να τους πεις το οτιδήποτε και κάπως να αντιληφθούν τις προθέσεις σου.
Με τα πολύ μικρά, από τη μεριά του κουρασμένου ενήλικου, χρειάζονται γαϊδουρινές υπομονές, που πλέον, λόγω ηλικίας, και όχι μόνον, οριστικά, τις απώλεσα.
Ομολογώ ανερυθριάστως ότι αφότου μεγάλωσα με την κατά δύναμη αυταπάρνηση, τα δικά μου δυο αγόρια, και εκπαίδευσα -τρόπος του λέγειν, εκπαίδευσα, ας μην είμαι και απόλυτη- χιλιάδες εφήβουςμαθητές στα σχολεία, η υπομονή μου ξανεμίστηκε,
(κλαψ και ξανακλάψ... ) και προς το παρόν, κανένα μικρούλι
(ούτε καν ως ενδεχόμενο εγγονιού), δεν με ξετρελαίνει,
δια πολλοστήν φοράν, το ομολογώ!
Αυτές τις ρομαντικές θεωρίες, του προπερασμένου αιώνα που ανέπτυσσε χαζοχαρούμενα η πεθερούλα μου, ότι δηλαδή "και καλά", τα μικρά παιδάκια είναι σκέτα αγγελούδια, ποτέ, μα ποτέ μου δεν μπόρεσα εντελώς να τις υιοθετήσω -μάλλον τις παρατηρούσα, με μισόκλειστο, καχύποπτο μάτι.
Ίσως είχα αποδεχτεί ανεπιγνώστως την κρυφή (ας ήταν κρυφή, εγώ περιστεράκι μου, την "έπιανα" ) αντιπάθεια της συχωρεμένης μανούλας μου, η οποία ασχολούμενη επί δεκαετίες επαγγελματικά, ως επιστήμων μαία , με βρέφη και γεννητούρια, τα βρέφη τα είχε -και λόγω οικογενειακών προσωπικών της προβλημάτων-, ολότελα απομυθοποιήσει, και στο παρατσάκ, η σχετική ταύτιση, με τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, δεν της πρόεκυψε!
Εννοείται ότι όποτε τύχει να βρεθώ με χαριτωμένα νήπια,
μέχρι δυο δεύτερα λεπτά, αντέχω να τους χαμογελάσω.
Παραπάνω, α πα πα, όοοχι! Εώ αυτά χαίρειν, πάει να πει , τα αφήνω να πάνε στην ευχή του Θεού, μακριά από μένα, ώστε να παραμένουν τα νευράκια μου σε νορμάλ κατάσταση, φωναχτά τα εξομολογούμαι, όλα, σου τα εξομολογούμαι...(όπως αποφαίνεται και ο αρκουδίτσος Πετρής, είμαι ο πιο φωναχτά εκφραζόμενος άνθρωπος -"out spoken" στα αγγλικά- που έχει γνωρίσει στη ζωή του), δεν θα αξιολογήσουμε τώρα όμως και αυτή μου την τάση.
Απλώς εντίμως την περιγράφω στην αφεντιά σου, μια και το φέρνει η ψιλή κουβεντούλα μας.
Γι αυτό και δεν διανοήθηκα να γίνω και νηπιαγωγός εξάλλου.
Επειδή δεν άντεχα για πολλή ώρα τα λατρεμένα πιτσιδερλάκια.
Με την Αννούλα, όμως, όπως και με το βαφτιστηράκι μου, την πεντάχρονη Αγάπη, υπήρξε εξαίρεση, επειδή τα κοριτσάκια αυτά, κάτι ξεστόμισαν, κάπως χαμογέλασαν, κάποιο σκέρτσο μιμήθηκαν με ακαταμάχητη αγγελική χάρη, με τρόπο που έριξαν χαμαί τις αρτηριοσκληρωτικές αντιστάσεις μου, με αφόπλισαν και, αυθόρμητα μου προέκυψε να τους ανταποδώσω κάποιο δωράκι -με τη σειρά μου...
Λοιπόν στην πεντάχρονη τσαπερδονίτσα, Αννούλα, μου κατέβηκε, μίαν ωραίαν πρωίαν, η φαεινή ιδέα, να χαρίσω για pet, ένα περισσευούμενο- του περιστερώνα μου- ολόλευκο, περιστέρι!
- Ενθουσιασμό, η μικρή Αννούλα, δεν περιγράφεται.!
Η μικρή Αννούλα λόγω ηλικίας αλλά και η νεαρή μανούλα της, λόγω σχετικής απειρίας, φτάνοντας σπίτι, με το ζωντανό δώρο που τους έκανα, έδεσαν το κομψό πουλί με σκοινί, απ' το ποδαράκι, κάτω στην αυλή, πλην όμως... μέχρι να τσιμπολογήσει αμέριμνο δυο τρία χαλίκια εκείνο το ανίδεο από αλανιάρα ζωή, τρισχαριτωμένο, φτερωτό πλάσμα, αστραπιαία, του χυμήξαν της γειτονιάς τα αδέσποτα, αδηφάγα γατόνια, και ως που να πεις "ζαβαρακατρανέμια ίλεως ίλεως!" το πανέμορφο, ανυποψίαστο περιστέρι, πνιγμένο από τα κοφτερά και ανελέητα σαγόνια των γάτων, μετακόμισε πάραυτα στον παράδεισο των πτηνών, (αν υπάρχει τέτοιος παράδεισος), τουτέστιν έχασε απροσδόκητα τη μικρή του ζωούλα...
"Πόλεμος πατήρ πάντων" θα μουρμούριζε στωικά, και ο αρχαίος φιλόσοφος.
Με πικρά δάκρυα το άψυχο κορμάκι με τα μεταξωτά πούπουλα, το αποχαιρέτησε η μικρή Αννούλα.
Λυπήθηκα και γω, από εκείνην περισσότερο- δεν περιγράφεται.
Μεταξύ μας, νοερά, ψιλομουτζώθηκα, κιόλας: " Εσύ φταις, γρια καλτάκα! με έβρισα. Πάρτα βλαμμένο που ήθελες να χαρίσεις τόσο ντελικάτο πλάσμα, σε νήπιο..."
Με ελεεινολογούσα οδυνηρά, για μέρες. Το περιστέρι όμως πια δεν γύριζε πίσω...
Παρόλα αυτά...πέρασε λίγος καιρός και μια ωραία πρωία, η ανεπίδεκτη μαθήσεως, ανεγκέφαλη καρακάξα, μη θέλοντας να αφήσω την μικρή Αννούλα με τον πόνο του θανάτου, του μικρού περιστεριού, είπα να της δώσω "μια δεύτερη ευκαιρία" όπως συχνά ακούμε να παρακαλούν οι ήρωες, και στα Αμερικάνικα έργα.
Της χάρισα, λοιπόν, δεύτερο περιστέρι! Ολόλευκο και αυτό. Ένα σκέτο ποίημα φτερωτό.
Με ουρά που άνοιγε σαν τέλεια βεντάλια όταν ζυγιαζόταν στον αέρα σε πτήση γεμάτη μυστική αρμονία. Θηλυκό, ευγενέστατο. Καλοαναθρεμμένο και μοσχοταϊσμένο βιταμινούχες τροφές από την αφεντιά μου, με υπομονή και αγάπη.
-Το δις εξαμαρτείν, ου γραίας σοφής, μωρή βάβω!
-Μη μου κάνεις μαθήματα!
Σιχαίνομαι- η δασκάλα- να μου κάνουν μαθήματα, ρε χαμένο!
Το ήξερα, το ήξερα! Δεν έπρεπε να ξαναχαρίσω πετούμενο.
Τα περιστέρια είναι δύσκολα στα κουμάντα τους. Απαιτούν όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση. Αυτός που φροντίζει πουλιά πρέπει να επαγρυπνεί όπως και τα ίδια παραμένουν ακοίμητα...
Ωστόσο...με νίκησε η θλίψη του μικρού κοριτσιού.
Επιθυμώντας να της φαιδρύνω τη διάθεση, της χάρισα το δεύτερο ολάσπρο περιστεράκι!
Η μικρή Αννούλα, πανέξυπνη είπαμε, μετά το πρώτο περιστεροκάζο που έπαθε, είχε βελτιώσει την - στη φροντίδα πτηνών-, τεχνική της. Το έδεσε πάλι τρυφερά με σπάγκο από το ποδαράκι ,πλην, το κράταγε αυτή τη φορά, για χάζι, ψηλά, επάνω στο δέντρο της αυλής, ώστε να μην το φτάσουν τα πονηροκάτσουλα και το "λαιμοπινίξουν" που έλεγε και η συχωρεμένη η μανούλα μου....
-Εντάξει.
Για λίγα λεπτά, όλα με το δεύτερο πουλί πήγαιναν πρίμα, μετά όμως, το πτηνό, ως αεικίνητο πλάσμα του αέρα, είχε την παρόρμηση να πετάξει από το ένα κλαράκι στο άλλο.
Φτεράκισε. Κακή του ιδέα, βέβαια να φτερακίσει. Παγκάκιστη.
Ο σκληρός σπάγκος, που έφτανε από το πόδι του στην παλάμη της μικρής Αννούλας, τεντώθηκε με δύναμη και χράπ!το δεμένο ποδαράκι του υπέροχου -κάτασπρου σαν απάτητο χιόνι-, περιστεριού, ακρωτηριάστηκε! Κόπηκαν παρευθύς τα τέσσερα νυχοποδαράκια του (κλαψ, κλαψ και ξανακλαψ!) και απόμεινε να κρέμεται σαν ξυλάκι, το κεντρικό, άκρο στέλεχος του ενός ποδιού του, από όπου, τα -αποκομμένα πλέον- νυχοποδαράκια, ματωμένα, στο χώμα σκορπίστηκαν.
-Φρίκη! Τα βασανιστήρια της Ιεράς Εξέτασης, τα βασανιστήρια του Μεσαίωνα κάνατε στο έρμο το πουλί, μωρή Σαλογραία!
- Αμάν! Δεν υπήρξε κακή πρόθεση!
Δεν το κάναμε επίτηδες!
Ήταν η ώρα η κακή, σου ορκίζομαι!
Ήταν η λάθος ιδέα του ίδιου του πουλιού, να πετάξει,
ενώ, το χαζούλι, βρισκόταν δεμένο.
Δεν το κατάλαβε.
Δεν του εξήγησε η οικογένεια.
Δεν το έμαθε στο σχολείο, σου λέω!
-Τέλος πάντων.
Μια και είμαι λίγο του κατηχητικού,
ας μην εκφραστώ φιλελεύθερα, ως νταλικέρης, ας μην εκφραστώ!
Για... συνέχισε...Και μετά από το δεύτερο παρ' ολίγον θανατηφόρο περιστατικό,υποθέτω, έκατσες στα αυγά σου και σταμάτησες να θες να χειροτονήσεις ως καινούργιας γενιάς περιστερού, ζορ ζορινά, τη μικρή Αννούλα;
-Αμ δε! Δεν με ξέρεις καλά! Μανδάμ, η ψυχή μου είναι σαν τη μητέρα Ελλάδα...μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τη... δόξα τραβά!
-Που σημαίνει ;
-Που σημαίνει ότι, ναι, ναι, χάρισα και τρίτο περιστεράκιστη μικρή Αννούλα!
Αυτή τη φορά της χάρισα ένα πανέμορφο ολόλευκο αρσενικό, με την ελπίδα ότι αυτό, το νέο, αρτιμελές περιστέρι, θα ένωνε τον πόνο της μοναξιάς του (επειδή γεννήθηκε χωρίς ταίρι, δεν αποκτάνε ταίρι εξαρχής της επώασης των αυγών, όλα τα πουλιά...), με τον πόνο της μοναξιάς του ξε-ποδαριασμένου θηλυκού περιστεριού..και έτσι ...φανταζόμουν... από το σπίτι της μικρής Αννούλας, θα ξεκινούσε σιγά σιγά μια νέα περιστερούπολη ολόλευκων φτερωτών, ερωτικών ποιημάτων, που θα ξεσήκωναν με τα αγαπησιάρικα - και όχι μόνον- γουργουρητά και βογκητά τους, τα αυτιά των απηυδισμένων γειτόνων...
Ορίσαμε λοιπόν μια μέρα με τους αγαθούς γονείς της Αννούλας, (περίπου δέκα χιλιόμετρα απόσταση έμεναν μακριά από τη δική μου γειτονιά- ας το σημειώσω...) να έρθουν με το αυτοκίνητό τους, να παραλάβουν τον αστραφτερό, Κούκλο περιστέρο. Τον παρέδωσα, όμως, αυτή τη φορά, σε ένα παλιό, ξεχαρβαλωμένο κλουβί, που Δεν ασφάλιζε εντελώς. Δεν διέθετα ελεύθερο κλουβί καλύτερο, δυστυχώς. Το είπα στη μαμά τής Αννούλας ότι δεν ασφάλιζε το κλουβί. Δεν το άκουσε όμως και ο μπαμπάς τής Αννούλας, ο χαρούμενος Κωνσταντίνος που οδηγούσε το αμάξι.
Φτάνοντας στο μέρος που έμεναν, κάπου στα περίχωρα της Πάτρας, ο μπαμπάς Κωνσταντίνος, προθυμοποιήθηκε, ως ευγενής σύζυγος, βγαίνοντας από το αυτοκίνητο, να βοηθήσει τη μαμά, να μεταφέρει το κλουβί μέσα στο σπίτι.
Το κλουβί όμως Δεν ασφάλιζε από τη βάση του,οπότε... με το αμέριμνο πιάσιμο που έκανε ο μπαμπάς της Αννούλας, έφυγε η πάνω μεριά του κλουβιού, και ο περιστέρος βγαίνοντας απότομα στον ελεύθερο αέρα, φτερούγισε και χάθηκε από τα μάτια τους, απίστευτα αγριεμένος και τρομαγμένος.
-Άλλο θρήνος και κοπετός απ' τη μικρή Αννούλα να υποθέσω
-Μάντης είσαι;
-Στενοχώρια και η γλυκύτατη μαμά της μικρής Αννούλας- δεν περιγράφεται!
Ήταν ημέρα Σαββάτο που χάσαμε τον τρίτο περιστέρο.
Και η αφεντιά μου, μη νομίσεις: Με το ξεπάστρεμα -τρόπον τινά, κατά κάποιον τρόπο δηλαδή- και του τρίτου περιστεριού, όλο μουτζωνόμουν νοερά και με έβριζα ανελέητα κατά τα αξέχαστα μοντέλα βρισίματος που μου παρέδωσε η η συχωρεμένη μανούλα μου η Καλλιρρόη- στ' άγια η ψυχούλα της, Μικάκι μου!
Πέρασαν, έτσι, από το Σαββάτο που χάσαμε τον "κούκλο" ΠΕΝΤΕ ολόκληρες μέρες.
Έφτασε ημέρα Τετάρτη. Είχαμε Προηγιασμένη θεία λειτουργία στην ενορία.
Σκασμένη η φίλη Μαρίνα και η μικρή της κόρη Αννούλα, μόλις με είδε στο ναό, άρχισε να χειρονομεί, ανεβοκατεβάζοντας τα χεράκια της στα πλάγια, δείχνοντάς μου, πώς φτερούγισε στα ουράνια, αλαφιασμένος ο "Κούκλος", με απογοήτευση επαναλαμβάνοντας : "τρίτη φορά! τρίτη φορά! πάλι! ["τα θαλασσώσαμε!"]
Για να παρηγορήσω τη μικρή Αννούλα, όταν τέλειωσε η θεία λειτουργία και βγήκαμε έξω στο δρόμο, της αφηγήθηκα τη σοφή ρήση του Καραγκιόζη που λέει ότι ΜΟΝΟ για ΔΥΟ πράγματα ΔΕΝ πρέπει να στενοχωριόμαστε: Πρώτον για πράγματα που διορθώνονται και δεύτερον για πράγματα που ΔΕΝ διορθώνονται"
Της εξήγησα όσο πιο απλά μπορούσα επίσης ότι όταν μας συμβαίνει κάτι δυσάρεστο, ο Θεός επιτρέπει να μας συμβεί για κάποιους λόγους που μπορεί και να ΜΗΝ τους καταλαβαίνουμε , όμως, για καλό δικό μας, οφείλουμε να δεχτούμε αυτό που επιτρέπει ΧΩΡΙΣ να τρελαινόμαστε στη στενοχώρια...Να το δεχόμαστε ΉΡΕΜΑ...προσπαθώντας από το όποιο σκηνικό να καταλάβουμε γιατί επιτράπηκε.
Προσπαθώντας να καταλάβουμε... και στο κάτω κάτω -παρηγορητικά κατέληξα - (χωρίς πια να το πολυπιστεύω ), το περιστέρι ίσως ξαναγυρίσει σε μένα που το είχα για μήνες στο σπίτι...επειδή ξαναγυρίζουν τα περιστέρια στο μέρος όπου γεννήθηκαν... [το αναφέρει φίλε αναγνώστη και ο πρώην κατάσκοπος Τζον Λε Καρέ στο σχετικό του αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, όπου περιγράφει τις σήραγγες με τα περιστέρια] ...ας προσευχηθούμε, λοιπόν, Αννούλα μου, στον Άγιο Φανούριο,μπορεί να το επιστρέψειισε μένα τοπεριστέρι ξανατόνισα, πιο πολύ για να παρηγορήσω την λυπημένη μητέρα της μικρής Αννούλας, παρά διότι το έβρισκα πιθανόν...επειδή οι κίνδυνοι που απειλούν ένα πουλί που αιφνίδια απελευθερώθηκε από το κλουβί του, και τυγχάνει παντελώς άβγαλτο στην πιάτσα των φτερωτών, οι κίνδυνοι είναι μυριάδες, από ύπουλες κουκουβάγιες, επιθετικούς γλάρους, αδηφάγα κοράκια, έως αθόρυβες γάτες, πεινασμένους, σαδιστές ανθρώπους- οτιδήποτε.
Το σπίτι όπου απέξω του, χάθηκε ξαφνικά το περιστέρι..βρισκόταν στα πέριξ της Πάτρας...αυτό, όμως, ήταν πετούμενο, ως τώρα μεγαλωμένο σε κλουβί... Σπάνια το έβγαζα στη βεράντα για ασκήσεις πετάγματος, απόλυτα επιβλεπόμενες.
Εντάξει..όταν είναι εκπαιδευμένα τα περιστέρια επιστρέφουν στη βάση τους
και μετά από 50 χιλιόμετρα απόσταση, αυτό όμως ΔΕΝ ήταν εκπαιδευμένο.
Μεγάλωσε από αυγό, μονίμως, μέσα στο κλουβάκι του...
Δεν περίμενα να επιστρέψει στο δικό μου σπίτι.
Μόνο αν ήθελε ο άγιος Φανούριος, αλλά..μήπως και ο Άγιος Φανούριος δεν ήθελε; Ήδη, μου είχε βρει πεντέξι χαμένα αντικείμενα, και γω τις φανουρόπιτες που του είχα τάξει, ψιλοτεμπέλιαζα να του τις φτιάξω..
Υποπτευόμουν σοβαρά- ω λατρεμένο- ότι μου κράταγε μούτρα πια και ο Άγιος Φανούριος...πόσο να αντέξει και αυτός την ασυνέπειά μου; το στυλ, της "τάξε και τον γελούμε" συμπεριφοράς μου;
Δεν είχα εν κατακλείδι, και επί της ουσίας πολλές ελπίδες στη δική Του παρέμβαση, όμως τα αισιόδοξα μηνύματα τα ξεστόμισα, για να παρηγορήσω τη Μαρίνα περισσότερο... το ξαναγράφω...
Η Μαρίναεπειδή με αγαπάει, με πίστεψε και παρηγορήθηκε...
Πάντα πιστεύουμε αυτούς που αγαπάμε. Κανείς δεν πείθεται με επιχειρήματα δήθεν. Πρώτα και κύρια από την αγάπη,- στραβή ή σωστή αγάπη-, πάντως από την αγάπη, πειθόμαστε οι πάντες.
Μου είπε ότι θα προσευχηθούν με τη μικρή Αννούλανα ξαναγυρίσει τουλάχιστον σε μένα το χαμένο περιστέρι. Να μην κακοπέσει σε θανατηφόρες γάτες. Να μην ακρωτηριαστεί. Να μη το φάνε πεινασμένοι άνθρωποι ή κοράκια... Τόσοι κίνδυνοι! Τόσοι κίνδυνοι για ένα ανυποψίαστο περιστέρι σε κάθε εποχή, σε κάθε περιοχή, το γνωρίζεις...
-Πούθε να πρωτοαμποδηθούμε; δηλαδή από πού να πρωτοξεφύγουμε , τόσες δυσκολίες...τόσες δυσκολίες θα μουρμούριζε και η μάνα μου...
Με αυτές τις σκέψεις και αυτά τα ταξίματα, μετά την Προηγιασμένη της Τετάρτης, έφτασε και η θεία λειτουργία της Κυριακής ...οπότε κάποια στιγμή συνάντησα στο ναό τη Μαρίνα.
Μόλις με είδε αναπήδησε χαρούμενη.
-Εύα μου, γύρισε μόνος του, ο κούκλος περιστέρος στο σπίτι μας!!!
φώναξε με ενθουσιασμό απερίγραπτο!
Και εξήγησε:
"Μετά από πέντε ολόκληρες μέρες με χαμένο τον φωτεινό περιστέρο, την Τετάρτη που αποφασίσαμε να προσευχηθούμε στον Άγιο Φανούριο, με πόνο ψυχής προσευχηθήκαμε με τη μικρή Αννούλα...και το υπέροχο περιστέρι την ίδια μέρα της Τετάρτης, απροσδοκήτως,προσγειώθηκε απέξω από το τζάμι του παραθύρου του δωματίου της μικρής Αννούλας!
Προσγειώθηκε, μετά από πέντε ολόκληρες μέρες, γύρευε από ποια σκεπή, και στάθηκε εκεί , χτυπώντας με το ράμφος του, απέξω, το τζάμι του δωματίου της μικρής Αννούλας,επιλέγοντας ακριβώς το δικό μας σπιτάκι, από τα δεκάδες διαμερίσματα και πολυκατοικίες που υπήρχαν τριγύρω!
Η μικρή Αννούλα, λοιπόν, βλέποντας ξαφνικά μπροστά στο παράθυρό της, το χαμένο πουλί, έμπηξε ενθουσιώδεις αλαλαγμούς..."Μαμάαα! το περιστέριιιι! ήρθε πίσω το περιστέριιιι!"
Τρέχοντας έφτασε -αστραπή-, από το δίπλα δωμάτιο η μαμά- Μαρίνα..
Έφερε σπόρους.., άνοιξε με προφύλαξη το τζάμι του παράθυρου, άπλωσε το χέρι..το πτηνό δεν τρόμαξε...δεν έφυγε όπως θα περίμενε ο καθένας.....άρχισε δειλά να τσιμπολογάει την τροφή από το χέρι της Μαρίνας... τους άφησε και το έπιασαν.
Πανηγύρι, για όλη την οικογένεια- δεν περιγράφεται!
-Τελικά..πραγματικά... τιτανοτεράστιος άγιος, ο Άγιος, ο Άγιος Φανούριος,
λατρεμένο μου.. σε βεβαιώνω!
Μετά την ανεύρεση του απολεσθέντος ιπτάμενου "Κούκλου", (έτσι τον ονόμασε η Μαρίνα από τη στιγμή που τον πρωτοείδε, ας το σημειώσω), που τόση ευφροσύνη έδωσε στη μικρή Αννούλα μέχρι γω η ακαμάτρα...(βαριόμουνα- ξεβαριόμουνα), συγκέντρωσα τα υλικά, τα απαραίτητα κατσαρολικά, ανασκουμπώθηκα και ...την πιτούλα του Αγίου Φανουρίου, με ευγνωμοσύνη την έψησα και, στην ενορία, μετά την επόμενη θεία λειτουργία, αφού "την διάβασε" το ιερέας, κατά την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στους εν Χριστώ αδελφούς, την εμοίρασα...
( Χτεςοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί του Πατρίου Εορτολογίου,
εορτάσαμε στην Ελλάδα, στο Αγιονόρος, στα Ιεροσόλυμα, στη Ρωσία και λοιπά και λοιπά,
τον τιτανοτεράστιο Άγιο Φανούριο..
Σήμερα σου έχω, ω λατρεμένο, μια εμπειρία της ξαδέρφης μου
(του Μιμικακιού), επανάληψη από το https://salograia.blogspot.com/2013/09/blog-post_9.html - επειδή ξέρω ότι εσύ ειδικά δεν το έχεις διαβάσει...
"φιλούθκια!" που λεν και οι Κύπριοι...)
.................................................................................
..................................................................................
Επειδή το γνωρίζεις
-ω, απ' τον εγκόσμιο, μονοδιάστατο ορθολογισμό αποπροσανατολισμένο μου- ότι με τα θαύματα των αγίων, με δέρνει, παιδιόθεν (αλλά και προϊόντος του γήρατος τα τελευταία χρόνια)
μια έξτρα πώρωση,
σήμερα, θα σου περιγράψω εν συντομία
ένα μικρομέγαλο θαύμα, του Αγίου Φανουρίου
-Μικρομέγαλο θαύμα;
Τι είδους τίτλος είναι αυτός πάλι, ω τρελοτάτη μου;
Εντάξει, το μικρό θαύμα, το καταλαβαίνω.
Το μεγάλο, το θαυμάζω επίσης.
Αλλά το "μικρομέγαλο", με μπέρδεψε.
-Θα το καταλάβεις στο τέλος, μη βιάζεσαι.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε:
Μια ωραία πρωία, ξαφνικά,
λαβαίνω στο κινητό ένα γραπτό μήνυμα
απ' τη λατρεμένη πρωτοξαδερφή μου (οι πατεράδες μας Παναγόπουλοι, αδέρφια), τη Μίκα:
"Ευανθούλι μου, που να σ’τα λέω!
μας κλέψανε το αμάξι τη νύχτα!
Το είχαμε σταματημένο λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι.
Πήγαμε να το πάρουμε σήμερα το πρωί. Άφαντο! Φτερά είχε κάνει!
Έσκασε ο Κώστας μου!"
................................
Ο Κώστας να σου εξηγήσω να καταλάβεις, είναι ο σύζυγος.
της ξαδερφής μου- να το πω παλιομοδίτικα-το "στεφάνι" της!
Στενοχωρήθηκα.
Γράφω με τη σειρά μου στο κινητό, τη θεούσική μου, πλην, την επάνω στο χριστιανικό βίωμα αιώνων, στηριγμένη απάντηση:
"Μικάκι μου, μη στενοχωριέστε για την κλοπή.
Άμα θέλει, σας το βρίσκει το αμάξι
ο άγιος Φανούριος!
Παρακαλέστε τον.
Τάξτε του και μια Φανουρόπιτα.
Του αρέσουν τρελά οι πίτες, το έχω τσεκάρει!"
................................................................... Εσύ τώρα εδώ, περιστεράκι μου, θα χλευάσεις, θα ειρωνευτείς, θα μου πεις ότι ζω στο Μεσαίωνα, ότι δεν μπορείς να καταλάβεις:
"πώς και τα θαύματα πετιούνται κάθε τόσο ξαφνικά, σαν ποπκόρν, στα μούτρα σου"
τα γνωστά, που κάθε τόσο, μου σούρνεις, τα μύρια χάχανα τα δικά σου, τα τρώω στη μάπα κάθε τόσο,
συνήθισα πλέον. Δε σου θυμώνω. Ο Κύριος μας δίδαξε να μην κρατάμε κακία στους είρωνες. Μπορείς , λοιπόν, να καγχάζεις με μένα, ελεύθερα. Αγνοώ τα σαρκαστικά σου ενδόμυχα, και προχωρώ στην αφήγηση του αληθινού περιστατικού μου, απτόητη. .................................................... Τον άγιο Φανούριο, λοιπόν, ευλαβώς, που έχει ειδικότητα στην ανεύρεση των χαμένων... ........................................................................ (Μάλιστα μάλιστα! και οι άγιοι...αναπτύσσουν "ειδικότητες" γιατί σου κάνει εντύπωση, παρακαλώ;
Άνθρωποι "σάρκα φορούντες και τον κόσμο οικούντες", σαν και μας, δεν ήταν και αυτοί κάποτε; Δεν είχαν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά; Όχι ότι δεν μπορεί να βοηθήσει σε κάθε πρόβλημα ο κάθε άγιος με τη δύναμη του Αναστάντος Ιησού Χριστού, και βέβαια μπορεί, αλλά συχνά οι άγιοι, μας συνδέουν μαζί τους, και με τον Επουράνιο Βασιλέα, κάνοντάς μας και μικρές ή μεγάλες, ιδιαίτερες χάρες, εφόσον αυτές οι χάρες συντελούν προς της αθάνατης ψυχής μας, το αιώνιο συμφέρον.) ............................................................................
...τον παρακάλεσε, λοιπόν, τον άγιο Φανούριο πάραυτα, το Μικάκι μου,
αλλά ο σύνευνος Κώστας, καλού- κακού,
ως ανήρ λογικός και τετραγωνισμένος
είπε να ενημερώσει και την Ασφάλεια.
Τηλεφώνησε αμέσως στην Τροχαία επίσης.
Και απεφάνθησαν σοβαρώς, οι υπεύθυνοι:
-Θα κάνουμε, βεβαίως, ό,τι μπορούμε για να βρεθεί το αμάξι σας
Αλλά...μην το δένετε και κόμπο...μάλλον για ψύλλους στ’άχυρα
σε κοτζά Αθήνα θα ψάξουμε...
Έκαναν, ό,τι μπόρεσαν, πράγματι.
-Δε βρέθηκε τίποτε.
Πέρασε μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες,
τέσσερις μέρες, πέντε μέρες, έξι μέρες,
εφτά μέρες...
-Έλεος, μανδάμ, έλεος, το βιβλίο της Γένεσης θα ξαναγράψουμε;
-Εντάξει, εντάξει! Μην εκνευρίζεσαι, θα συντομεύσω.
Πέρασε, τελικά, χρυσούλι μου,
ολόκληροςενάμισης μήνας!
-Ενάμισης μήνας;
-Μάλιστα. Μπορεί και δυο μήνες!
-Άφαντο τ’αυτοκίνητο!
Όσο περνάγαν οι μέρες,
Οι ελπίδες για την ανεύρεση του κλαπέντος
γινόνταν φτερά περιστερήσια, στον άνεμο.
(Για να είμαι ειλικρινής, και μη προς κακοφανισμόν σου,
που εξηγούσαν κι οι παλιές φυλλάδες, ευλαβικέ μου αναγνώστα,
με τόσα κλεμμένα τροχήλατα,
μου φάνηκε κάπως αυτονόητο το ότι ο Άγιος Φανούριος
δεν είχε καιρό να ασχοληθεί και με της ξαδέρφης μου, το ζήτημα.)
Και η Τροχαία του Νέου Κόσμου (εκεί εχάθη το αμάξι),
είχε σηκώσει, πλέον, ψηλά τα χεράκια της,
-Λυπούμεθα αγαπητοί.
Ψάξαμε, ξαναψάξαμε.
Χαμένο το αμάξι σας.
Να αγοράσατε άλλο!
-Να αγοράσουνε άλλο;
-Με τέτοια κρίση;
- Θ'αστειεύονται βέβαια!
Στενοχωρήθηκε ο Κώστας.
Πλάνταξε ελαφρώς το Μικάκι μου, αλλά...είπαν να πάρουν απόφαση
την απροσδόκητη απώλεια, και συνέχισαν τα δρομολόγια για τις δουλειές τους, χρησιμοποιώντας τη συγκοινωνία, άντε και κάποιο ταξί στην ανάγκη. ............................................. Είχαν περάσει ενάμισης μήνας "στο νερό", μπορεί έως και δυο μήνες ( ημερολόγιο, επακριβώς, δεν εκράτησα). Ένα πρωί, ο ξάδερφος Κώστας, πήρε ταξί από το Νέο Κόσμο διότι έπρεπε να φτάσει στο Μεταξουργείο, για κάτι επείγοντα. Στην Αθήνα, γινόταν κάποια συγκέντρωση. Κλεισμένοι οι δρόμοι. Το γνωστό χάος. Ο ταξιτζής αποφάσισε να κινηθεί περιφερειακά-λέει- από Ν. Κόσμο και με τον ξάδερφο Κωστή ως επιβάτη, κάνοντας κάποια παράκαμψη βγήκαν στη Γέφυρα του Πουλόπουλου. Τοις πάσι γνωστόν, να σχολιάσω ότι οι φίλτατοι ταξιτζήδες, εκτός από οδηγοί, συχνά αναλαμβάνουν και άτυπα χρέη ψυχαναλυτή, κουράροντας επ'ολίγον (για όσο διαρκεί η κούρσα τους, και χωρίς έξτρα χρέωση- προς τιμήν τους!) εξοργισμένους ή στενοχωρημένους πελάτες. Ο Κώστας συνέχιζε- κι ας είχαν περάσει τόσες ημέρες - συνέχιζε με την κλοπή του αμαξιού του, να αισθάνεται λυπημένος. Ξεκίνησε, για πολλοστή φορά, από ενδόμυχη ψυχολογική πίεση ωθούμενος, να εξιστορεί την εμπειρία με το χαμένο του όχημα, στον υπομονετικό ταξιτζή στον οποίο είχε αναθέσει εκείνη την κούρσα. Ο ταξιτζής, άκουγε, κουνώντας το κεφάλι, δείχνοντας ευγενικό ενδιαφέρον. Επειδή το κέντρο, εκείνη τη μέρα, ήταν "κατά τα ειωθότα", που θα σχολίαζε και ο Παπαδιαμάντης όπως συνήθως δηλαδή, αποκλεισμένο, το ταξί, κατευθύνθηκε ζητώντας ταχύτερη έξοδο από δευτερεύοντες δρόμους. Την περιοχή διέσχιζε με κανονική ταχύτητα ο οδηγός, προσέχοντας τα φανάρια. Ο Κώστας κοιτώντας αφηρημένα απ' το παράθυρο, όπως το ταξί προχωρούσε, συνέχιζε ... να μονολογεί επάνω το πρόβλημά του, το ανέλυε, εμβάθυνε, καταλαβαίνεις: ο καθένας στην πίκρα του, ψάχνει έναν ώμο, έστω και δανεικό, προκειμένου έστω για δευτερόλεπτα, την απώλειά του, να μπορέσει να την πενθήσει... Ξαφνικά, και ενώ το ταξί πέρναγε ήσυχα, μπροστά από δυο τεράστιους σκουπιδοντενεκέδες του Δήμου, ο τόνος της φωνής του Κώστα, υψώθηκε και ο ταξιτζής άκουσε έκπληκτος, τον επιβάτη του, να φωνάζει:
-Παναγία μου και Χριστέ μου, ο Θεός να με ευλογεί! Μπροστά βλέπω το κλεμμένο αυτοκίνητό μου! -Θα αστειεύεσαι βέβαια! κάγχασε ο ταξιτζής, με την απίστευτηδήλωση. Πιθανόν να φαντάστηκε πως ο επιβάτης του, απ' την γενικότερη κρίση που μαστίζει τον τόπο μας, άρχισε να σαλτάρει! -Τι λες ανθρωπέ μου, που αστειεύομαι! ανέβασε κι άλλο τους τόνους, σε ημιέξαλλη, πλέον κατάσταση- ο ξάδερφος.
-Κοκκάλωσέ το, το... τιμημένο, εδώ, επί τόπου!
Πάτησε πάραυτα τρομαγμένος το φρένο ο ταξιτζήςκαι πράγματι!
Το κλεμμένο προ δυο περίπου μηνών, καλοσυντηρημένο αμάξι του Κώστα, βρισκόταν εκεί! Μπροστά τους. Τους ατένιζε.
Ακίνητο. Σκουροπράσινο. Άδειο. Ακέραιο. Φιλικότατο. -Χαράς Ευαγγέλια που δεν περιγράφονται! Κατεβαίνουν και οι δύο, ο ένας πρόσεχε το αυτοκίνητο ο άλλος καλούσε την Τροχαία. Επάνω του ο Κώστας, μέχρι εκείνη την ώρα, κουβάλαγε, την άδεια οδήγησης με το νούμερο του αμαξιού, του χαμένου. Ευτυχής, ανέμιζε, τώρα, εις επίρρωσιν των λεγομένων του, το δίπλωμα, έδειχνε με το δάχτυλο, μία το νούμερο του αυτοκινήτου, επάνω στην άδεια, μία το ίδιο νούμερο μπροστά στον προφυλακτήρα του ανευρεθέντος, το έδειχνε σχεδόν χοροπηδώντας με ενθουσιασμό, με έξαψη μικρού παιδιού, μπρος στον ταξιτζή που δεν πίστευε στα ματάκια του, και διασκέδαζε αφάνταστα βλέποντας το ξεσάλωμα του πελάτη.
Πολύ σύντομα κατέφθασε το "Εκατό", δήλωσαν την ανεύρεση, τηλεφώνησε ο ξάδερφος Κώστας, περιχαρής, στο Μικάκι μου. Το Μικάκι, στην κουζίνα του, ακούγοντας τα ανέλπιστα νέα, χτύπησε τα ταψιά και τις κατσαρόλες της σαν αναστάσιμες καμπάνες, χαρμόσυνες. -Αλληλούιαααα! Εύρηκα! Εύρηκα! -Μεγάλε μου άγιε Φανούριε! Τη Φανουρόπιτα, ατάκα και επί τόπου και ανυπερθέτως θα σου τη φτιάξω! ανεβόησε. Ανασκουμπώθηκε.
Την έφτιαξε, μια σπέσιαλ Μελιγαλιώτικης προέλευσης Φανουρόπιτα, ω αδελφέ εν Κυρίω, να τρώει το Μικάκι μου και στα λατρεμένα παιδιά της, ούτε μπουκιά να μη δίνει! -Και η ζωή τραβά την ανηφόρα. Με σημαίες και με ταμπούρλα!
-Και με Φανουρόπιτες, σαλεμενότατη. -Ναι και με Φανουρόπιτες!
Ευλαβικέ ή και ανευλαβικέ αναγνώστα μου, σου μίλησα για μικρομέγαλο θαύμα του Αγίου στην αρχή. Θα κατάλαβες τώρα. Το θαύμα είναι ίσωςμικρό θαύμα, για όποιον δεν έχασε ποτέ του αμάξι και μεγάλο, τρισμέγιστο θαύμα, για εκείνον που αμάξι του κλέψανε και με την επίκληση του Άγιου Φανούριου σε κοτζαμάν, "παλιαθήνα"... (που έλεγε κι η γιαγιά Πετρού) το κλεμμένο του αμάξι ο ίδιος αυτοπροσώπως και απροσδοκήτως χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο εξάφανισής του το βρήκε αβλαβές και ασφαλέστατο. .............................................................
Εκείνη την Κυριακή, συγκινημένη η Μίκα μου,
εκτός από τη Φανουρόπιτα που πήγε στο ναό άναψε και μεγάλο κερί με συγκίνηση. -Καλέ μου Άγιε Φανούριε, εκ μέσης καρδίας, σ' ευχαριστούμε που μας βοήθησες και το μηχανικό γαιδουράκι μας, το φανέρωσες! Και η ίδια, υπογράφουσα ως αυτήκοος μάρτυς του αληθινού σκηνικού, με το γνωστό ντροπαλό και χαμηλοβλεπούσικο ύφος μου, ομολογώ: -Συχώρα με, άγιε Φανούριε, που σε κοίταξα καχύποπτα στην αρχή αυτής της υπόθεσης. Συχώρα με που σκέφτηκα- η ολιγόπιστη- ότι ήσουν πολύ απασχολημένος... Δεν θα το ξανακάνω. Το υπόσχομαι. Με όλο το σεβασμό, λατρεμένε πολεμιστή του Χριστού Άγιε Φανούριε, ασπάζομαι την τίμια εικόνα Σου επειδή η αγάπη και η ευγνωμοσύνη είτε απέναντι σε αγίους είτε απέναντι σε αγαθοποιούντες ανθρώπους δεν είναι -ποτέ των ποτών- μονοφύσιτισσα! Η εν Πάτραις κατοικοεδρεύουσα Ευανθία η Σαλογραία
που στηρίζει και σε Σένα, Άγιε Φανούριε, τις τελευταίες ελπίδες της , προκειμένου να ξαναβρεί τα μυαλά που εδώ και χρόνια τα έχει χαμένα... ...............................................................................................