Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παναγία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022

Παρασκευή 26 Μαρτίου 2021

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Συντετριμμένος ζητά συγνώμη ο Δήμος Βερύκιος μέσω της Romfea.gr

Verikios h


Την ειλικρινή του συγνώμη δηλώνει δημοσίως από τον Τριαδικό Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο και τον πιστό λαό που σκανδαλίστηκε ο γνωστός δημοσιογράφος Δήμος Βερύκιος μέσω του εκκλησιαστικού πρακτορείου Romfea.gr.


Ο γνωστός δημοσιογράφος και αντιπρόεδρος του τηλεοπτικού σταθμού Alpha στον προσωπικό του λογαριασμό στα social media (twitter) χρησιμοποίησε μία εικόνα που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο, προσβλητική για την εικόνα της Παναγίας από την οποία έβγαιναν τρωκτικά.
Θέλοντας να στείλει μηνύματα και συμβολισμούς με τον χαρακτηριστικό του οξύ τρόπο έκφρασης, η αλήθεια είναι πως ξεπέρασε τα όρια. 

Το σημαντικό είναι πως αφαίρεσε την προσβλητική εικόνα και με δήλωσή του ζητά συντετριμμένος συγνώμη για αυτό το σφάλμα.
Ολόκληρη η δήλωση του κ. Δ. Βερύκιου είναι η ακόλουθη:
"Με πόνο ψυχής και πραγματικη συντριβή αισθάνομαι την ανάγκη να ζητήσω συγνώμη πρώτα και πάνω από όλους, από τον Τριαδικό Θεό και την Υπεραγία Θεοτόκο, που κατ' επανάληψη και οπότε αυτό χρειάστηκε, αποτέλεσαν στήριγμα και παρηγοριά στη ζωή μου.
Η ευσπλαχνία της, είμαι σίγουρος, για ακόμη μια φορά πως θα αποτελέσει σωσίβιο στην τρικυμία που βρίσκομαι, μετά από μια μεγάλη πλάνη, από την οποία παρασύρθηκα, αναζητώντας στο διαδύκτιο εικόνα της Παναγίας που προστατεύει τα πάσης φύσεως τροκτικα ζώα, προκειμένου να αναδείξω, όχι τα αθώα ζωα, αλλά τα ανθρωπόμορφα, που αναζητούν απελπισμένα προστασία κρυπτόμενοι ακόμη και πίσω από τα Ιερά Εικονίσματα.
Η ταχύτητα με την οποία έκανα την αναζήτησή με «στράβωσαν» και δε συνειδητοποίησα πως ήταν απεικόνιση προσβλητική για το πρόσωπο της Παναγίας και γι αυτό την απέσυρα από τον προσωπικό μου λογαριασμό.
Τόσο ο πνευματικός μου, όσο η προσπάθεια μου να ενισχύσω όλα αυτά τα χρόνια, από όποιο πόστο και αν υπηρέτησα, το έργο της εκκλησία και η προσπάθεια μου να αναδείξω το φιλανθρωπικό της έργο, ομολογούν πως όχι μόνο πρόθεση δεν είχα να προσβάλλω το Πανίερο Πρόσωπο της Παναγίας, αλλά αντίθετα ότι αποτελεί το Πρόσωπο που αντλώ και εγώ πολλές φορές δύναμη για να ξεπεράσω τα εμπόδια και τα θηρία που επιθυμούν να με κατασπαράξουν.
Οι ψαλμοί του Δαυιδ στους στίχους 4, 5, 17 , 50, 81 και 90 περιγράφουν με σαφήνεια.
Ένα μεγάλο συγνώμη όμως, οφείλω και στον πιστό λαό του Θεού, που σκανδαλίστηκε, από δικό μου λάθος.
Συγνώμη νοιώθω την ανάγκη να ζητήσω και από τον ραδιοτηλεοπτικό Σταθμό Alpha που εργάζομαι από την πρώτη μέρα λειτουργίας του και προσωπικά από τον Δ. Κοντομηνά που διαρκώς κρατάει ψηλά το λάβαρο της Ορθοδοξίας και επιδεικνύει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα εκκλησιαστικά ζήτημα.
Έχω μάθει να παραδέχομαι τα λάθη μου, πάνω από όλα όμως έχω μάθει να σέβομαι και να ζητάω συγνώμη, όταν η συνείδηση μου το επιβάλει.
Δήμος Βερύκιος”.

πηγή: http://www.romfea.gr/diafora/23451-suntetrimmenos-zita-sugnomi-o-dimos-berukios-meso-tis-romfeagr
...................................................................................
......................................................................................

Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017

Ο απολυμένος και η βοήθεια από την Παναγία της Τήνου (επανάληψη)



Ευλογημένο μου

Το θαύμα, ως αποκάλυψη του Φωτός του Θεού, στη μυστική και προσωπική ζωή εκάστου ανθρώπου, συμβαίνει συνεχώς και αδιάλειπτα.

Ακόμα και η ελαφριά -στον αέρα κίνηση- μιας άδειας, γαλάζιας, νάϋλον σακκούλας
( θυμάσαι την ταινία  με τον Κέβιν  Μπέϊκον) μπορεί στα μάτια της ευαίσθητης ψυχής, να φανερώσει την παρουσία της Χάριτος και να δημιουργήσει συγκίνηση, αγάπη και ελπίδα.

Ο καθένας, βιώνει  στον μυστικό  του βίο, μικρά και μεγάλα, φανερά και αόρατα θαύματα.
 Μπορεί κάποιος τρίτος, ακούγοντάς τα, αδιάφορα, με ψύχρα ψυχής , να προσπεράσει.
Ο ίδιος, όμως, ο αποδέκτης του δώρου, εσωτερικά αλλοιώνεται με την καλή την αλλοίωση και προχωράει στον προσωπικό του ανήφορο(γολγοθά κάποιες δύσκολες ώρες)με ουράνιο κουράγιο.

Και απορούνε οι άπιστοι ή ολιγόπιστοι άλλοι, και μουρμουράνε ενοχλημένοι: "σύμπτωση!"

-" Το μυαλό τους και μια λίρα το πουλάνε στη Βαλύρα"  που θα μου πούνε εμένα ότι είναι "σύμπτωση"!

-Ψυχραιμία!

Επειδή, λοιπόν, στενοχωρήθηκες   για τον ξάδερφο που απολύθηκε, θα σου αφηγηθώ ένα  μικρό  αληθινότατον σκηνικό  που άκουσα   τις προάλλες, επειδή νομίζω, ότι εσύ ειδικά, το μήνυμα θα το νιώσεις, και θα δυναμώσεις την ελπίδα της  προσευχής σου.

(Σχετικό με το θέμα της θαυμαστής επέμβασης του Θεού στη μικροκλίμακα της ανθρώπινης ζωής,  είναι και η παλιότερη ανάρτησή μου,  για την Οικονομική κρίση .... Πρόκειται για  το σκηνικό  με το φίλο   γιατρό και τη γυναίκα του, που  συνέβη, όταν έπαιρνε τις ειδικότητές του- εκείνος- στη Νέα Υόρκη. ).

Στο ξαναλέω με την καρδιά μου:

-Ναι, είναι χάλια χαλίων η κατάσταση αυτή τη στιγμή, όχι μονάχα στη χώρα μας αλλά και παγκόσμια, όμως:

ρνούμαι,  να διαβάζω  και να ακούω  συνέχεια,  σπαστικά, τα ανάποδα.

 -Υπάρχει και Θεός, τελεία και παύλα!

Υπάρχει Θεός που ακούει και  παρεμβαίνει με μυστήριους και απίστευτους τρόπουςαρκεί ο άνθρωπος δια Πίστεως, να Του  εμπιστεύεται  με την αθωότητα  μικρού παιδιού, το χεράκι του.

-Αμάν  μωρή Σαλογραία, έλεοςςς! Άρχισες πάλι τα κηρύγματα;
 Δε με παρατάς, λέω εγώ, στη ζαλάδα μου!
Έχω καταπικραθεί τούτες τις μέρες, άσε με.

Ούτε  γαλακτομπούρικο δε θέλω να φάω!

-Ούτε γαλακτομπούρικο;
Ε τότε, πράγματι, ζόρισε  η κατάσταση!
Ένας λόγος παραπάνω, λοιπόν, για να σου γίνω τσιμπούρι.
Δεν επιτρέπεται να σε παρατήσω.
Nαι, ναι!
Μου αρέσει να γίνομαι τσιμπούρι ιλαρό, άγγελέ  μου.

 ( Όλα κι όλα! δεν θα σου γίνονται τσιμπούρια μόνο οι υποβολιμαίες εκ του Εξαποδού   σκέψεις απελπισίας, που σε παρακινούν ενδόμυχα,  να πας και να κρεμαστείς, όπως έλεγες -χαρούμενα δήθεν- τις προάλλες.Θα σου γίνονται, θες δε θες,  τσιμπούρια και οι λογισμοί της ελπίδας, αστέρι μου...)

Επιμένω και   θέλω να το πιστέψεις:

Τα πράγματα,  δεν είναι μόνο μαύρα-άσπρα- για Όνομα!

Ενυπάρχουν εντός τους, ακαταμέτρητες αποχρώσεις χρωμάτων.

Υπάρχει Θεός,  η Παναγία είναι ολοζώντανη, και ο ελπίζων στη δύναμή Τους, ου καταισχυνθήσεται στον αιώνα, μας τονίζει το Πνεύμα το Άγιο, το Πνεύμα της Αληθείας.

Ας μπω, όμως, στο θέμα, να μη σε καθυστερώ, δεν είναι και μεγάλη η ιστορία, αξίζει να την ακούσεις, στις μικρές  λεπτομέρειες,  έτσι, ως αντίδοτο στη μαύρη μουρμούρα του διαβόλου, που λυσσάει,  επιθυμώντας,  την κάθε ψυχή να την τρομάξει, να την απελπίσει, να την βυθίσει στην απόγνωση, μέχρι  τον τέλειο  αφανισμό της.

Τα γεγονότα  τα έμαθα απ' τον εντιμότατο   φίλο  Αντώνη Κ. -πρωτοετή φοιτητή Φυσικό, τώρα στα Γιάννενα

(αν επιθυμείς περισσότερες διευθύνσεις και...τηλέφωνα, γράψε μου στο... πριβέ να σου δώσω).

Αφορούσαν, έναν  κολλητό  του Αντώνη, τον εικοσιεπτάχρονο  Αλέξανδρο.

Ο Αλέξανδρος,  λεβέντης,  φιλότιμος και εργατικός.

Παρόλα αυτά μια ωραία πρωία, όπως γίνεται όλο και πιο συχνά τελευταία,  ο εργοδότης, τού έδωσε τα παπούτσια στο χέριιι!

Ο Αλέξανδρος με τα παπούτσια στο χέρι, παρότι από κάτι κάλους ανακουφίστηκε σφόδρα
(ουδέν κακόν αμιγές καλού, πάντα θα ισχύει)

 μίσησε  τόσο  την κοινωνία την άδικη, που του προέκυψε αυτοκαταστροφική διάθεση 
(είναι τόσο εύκολο)  κάπου σκουντούφλησε και, από τη μεγάλη  σκασίλα,  πέφτοντας,  έσπασε το ένα του πόδιιι!

-Φτού να πάρει!
Δεν του έφτανε το ένα κακό-της απόλυσης- τον βρήκε και δεύτερο-αυτό του κατάγματος.
 Άντε αγχωμένες τρεχάλες στα κατεπείγοντα.
Νοσοκομεία, γιατροί, νοσοκόμες, ακινησία, πόνος!
Τον γυψώσανε.
Πήρε  και πατερίτσες.

Δεν του έφτανε του Αλέξανδρου  η απόλυση, δεν του έφτανε   το κάταγμα- τα χάλασε και με την κοπελιά  με την οποία πλέκαν μαζί, για κάμποσο διάστημα,  το πράσινο  πουλόβερ μιας σχέσης.

Ένιωθε άξιος μόνο για μούτζες και τύφλες.

Η ζωή, ξαφνικά,  φαινόταν μια σκύλα κατάμαυρη που τον γάβγιζε κακιασμένα, ασταμάτητα.
Το μέλλον   τοίχος σκληρός, αδιαπέραστος,  δίχως  ευλογίας αχτίδα.

 Ο Αλέξανδρος,  έχασε  δουλειά,  κορίτσι πλέον  δεν είχε,  το πόδι του ρηγματώθηκε, πλην  όμως, διέθετε   φίλο πιστότατο.

"Πιστεύω τω φίλω. Τον πιστόν φίλον εν κινδύνοις γιγνώσκεις".

-Θυμάσαι, περιστεράκι μου, τα  έγραφε ο μακαρίτης ο Ζούκης.

-Τα νεύρα μου! Προχώρα, μανδάμ, πού τον ξεθάψαμε πάλι το φιλόλογο  Ζούκη;  στο παρασύνθημα! βιάζομαι!

-Μη μου αγριεύεις εμένααα! Θα σηκωθώ και θα φύγωωω!
Αν ξαναμουρμουρίσεις, ανυπόμονα, σύξυλο θα σ'αφήσω  και θα τρέξω  να μαζέψω λαψάνες.

(Όχι. Δεν θα σου πω τι είναι οι λαψάνες. Να μάθεις.  Θα σου χρειαστούνε -  μέρες που έρχονται!)

Τέλος πάντων, ψυχραιμίααα!  ας ξαναπιάσω το νήμα μας.

-Ας πιώ  και μια γουλιά  τσάι, χι χι ... it's time for five o' clock  tea, darling!

Χρειάζεται  σασπένς η αφήγηση, ας είναι και λίγη.

 Έλεγα, λοιπόν,  ότι πράγματι μεγάαααλος θησαυρός ο πιστός φίλος

( παρακαλώ όποιος απέκτησε  έστω και έναν πιστό φίλο, έστω και ηλεκτρονικό,  να μηννν  τον θεωρεί αυτονόητο ή δεδομένο και να ευχαριστεί για κείνον, τον Κύριο, στουμπώντας το κεφάλι του, σε στρωτές, εδαφιαίες μετάνοιες-  μέρα και νύχτα!).

Αν χαθεί ένας πιστός φίλος, δύσκολα, πολύ δύσκολα ξαναβρίσκεται, νεαντερταλονικολάκη  μου.
.....................................................................................
Τον εμψύχωνε, λοιπόν και εν Κυρίω,  ο καλός ο Αντώνης.

Τον παρότρυνε:
-Ρε συ Αλέξανδρε, δεν έχεις που δεν έχεις δουλειά- μην κάθεσαι κι αναστενάζεις  ζωγραφίζοντας  ραγισμένες καρδούλες  πάνω στο γύψο, σαν χαζογκομενίτσα.

 -Moove! Κουνήσου!
Ξεκίνα, να ζητήσεις βοήθεια, είναι τόσο σημαντικό να ζητάμε βοήθεια, το συμβούλεψε και ο Χριστούλης, λέγοντας:
"Αιτειτε και δοθήσεται, κρούετε και ανοιγήσεται, ο ζητών ευρίσκει ο αιτών λαμβάνει και τω κρούοντι ανοιγήσεται" 
ξεκίνα- να  μια ιδέα τώρα- ξεκίνα   να πας στην Παναγία της Τήνου, να της ανάψεις ένα κεράκι, να την παρακαλέσεις για μια  λύση στο πρόβλημα.

-Η Παναγία ακούει!
Τόσο εκατομμύρια πιστούς ανά τούς αιώνες έχει βοηθήσει...

Μάνα είναι η Παναγιά- αδέρφια  οι άγιοι.
Αυτούς έχουμε οικογένεια.
Μας προτρέπουν, επιθυμούν διακαώς,  να τους  ζητάμε βοήθεια.

Ζητώντας βοήθεια, λαβαίνοντας χάρη,   
θερμαίνεται μεταξύ μας ο σύνδεσμος της αγάπης. 

Όταν "αγκαλιάζουμε" με την προσευχητική  σκέψη  τους άγιους, "κολλάμε" και μεις κάποια αγιωσύνη, σωζόμαστε στον αιώνα.

Καταλαβαίνει   η Παναγία κι  από άνεργα  παιδιά, ρε φίλε,  καταλαβαίνει!

(Δεν έκανε και καμιά γιάπικη καριέρα εξάλλου ο λατρεμένος  Της γιος.
Απλός ξυλουργός ήταν που  τα παράτησε κιόλας - και για ένσημα του ΙΚΑ ούτε που νοιάστηκε τι θα απογίνει).

-Ζήτα, λοιπόν,  δική Της επέμβαση!

(Συνελόντ'ειπείν, "του έφαγε τα τζιέρια" στο "μπούρου μπούρου"  ο φίλος, τον παρακίνησε , με κάθε λογικό και τρελό επιχείρημα- το "λάδι" του έβγαλε!).

-Να πάω στην Τήνο; παραδόθηκε  ξεπνοημένα ο
Αλέξανδρος .
Με σπασμένο το πόδι; με  γύψο; και  πατερίτσα και μόνος μου;
Μα πόσο ήρωας θέλεις να γίνω;
Ξέρεις τι απόσταση  είναι από την Πάτρα, η Τήνος, ρέ Άντονυ;
Και από μακριά η  Μεγάλη Δέσποινα,  δεν μας  ακούει;

Είναι ανάγκη να πάω να βασανιστώ- ο καραβοτσακισμένος- μέσα και σ'άλλα καράβια;

-Μάλιστα. Είναι ανάγκη!
Η Παναγία θα σε βοηθήσει, αν προσφέρεις  και συ μια θυσία, επέμεινε σπαστικά ο Αντώνης, που δεν έκανε πίσω με τίποτα, γιατί είχε μάθει να παλεύει δουλεύοντας   στις οικοδομές - με  τα ζόρια  στα  σίδερα- από τα δώδεκα χρόνια του.

Επέμενε τόσο, που ο Αλέξανδρος το πήρε απόφαση
(γι αυτό σου λέω:καμιά φορά, ευλογημένα  και τα "τσιμπούρια"...)

Ξεκίνησε   για Πειραιά, έβγαλε εισιτήριο με το καράβι  για Τήνο.
Ταξίδευε "σέρνοντας την πληγωμένη  περηφάνεια του σαν  ματωμένο άλογο", που γράφει και ο Νικηφόρος Βρεττάκος,  σέρνοντας  το γυψωμένο το πόδι, με πατερίτσες, μονάχος.
Ήταν καλοκαιράκι.
Βρήκε κάπου μια θέση.
Άπλωσε το χτυπημένο του πόδι, κάπως να χαλαρώσει.
Το καράβι ανοίχτηκε στο Αιγαίο.

 Γαλάζιος ουρανός, γαλάζια θάλασσα  και μια ελπίδα αδιόρατη -μικρή σαν  αποπροσανατολισμένη και χαμένη  μαρίδα- ίσα που φαίνονταν κάτω απ'  το  βουβό, σχεδόν απεγνωσμένο  κύμα  της συνείδησης, το πελαγίσιο.

Ο Αλέξανδρος σκεφτόταν και πάλευε  να γιατρέψει, την τυφλή,   κωφάλαλη   απιστία  του.

 Κάπου ανάμεσα στις μπερδεμένες του σκέψεις, φώναζε  νοερά  και κάποιο:
"Παναγία μου βόηθα με".

Τον άκουγε η Κυρά η Μεγάλη; Δεν τον άκουγε; πολύ θα επιθυμούσε να ξέρει...

Την ώρα αυτή της βαρύθυμης ενατένισης των πραγμάτων,  βλέπει κάποια στιγμή, έναν άνθρωπο με κοστούμι, που ερχότανε προς το μέρος του.
Κρατούσε  σκουρόχρωμο χαρτοφύλακα στο ένα του χέρι.
Στο άλλο χέρι βάσταγε  έναν καφέ, σε πλαστικό ποτηράκι.

Καθώς πλησίασε τον Αλέξανδρο- δεν ξέρω πώς και τι  ακριβώς -  ο άνθρωπος παραπάτησε, σκόνταψε και ο καφές του, περίλουσε τού Αλέξανδρου  το ταξιδιωτικό  παντελόνι.

-Ω ! χίλια συγνώμη, αναφώνησε κοκκινίζοντας  ο κουστουμάτος.
 Σας λέρωσα!

-Δεν πειράζει δεν πειράζει, απάντησε εξουθενωμένα  ο νέος.

(Τι χειρότερο θα μπορούσε να πάθει; ούτε να θυμώσει δεν είχε κουράγιο, εξάλλου και με την αγριάδα τι θα βγαινε; θα γινόταν ο άλλος προσεκτικότερος; δεν υπήρχε περίπτωση. )

Εντάξει. Χαμογέλασε βεβιασμένα.
Ο άνθρωπος με τον καφέ, αμήχανος για την αδεξιότητα, και αφού ξαναζήτησε "χίλια συγνώμη",   κάπου μέσα στο πλήθος του καταστρώματος χάθηκε.

Μετά από  ώρες ταξίδι , το καράβι έδεσε στου ευλογημένου νησιού, το λιμάνι.

Ο Αλέξανδρος με τις πατερίτσες, αγκομαχώντας, σέρνοντας το μπανταρισμένο το  πόδι του, έφτασε με κόπο και αγώνα μέχρι την θαυματουργή  εικόνα της Παναγίας της Τήνου, άναψε με συγκίνηση ένα κερί, ασπάστηκε την Άγια μορφή της,  Της κατάθεσε  για λίγο, και επισήμως,  τον πόνο του.

Αν γινόταν ας τον βοηθούσε.Τόσους και τόσους στο διάβα των αιώνων είχε βοηθήσει.
Γιατί όχι και κείνον, Κυρία μου;

Αφού άναψε το κερί, ξανακατέβηκε,  πήρε το καράβι για Πειραιά...
Πάνω στο πλοίο  της επιστροφής-τι σύμπτωση- βρισκόταν  και  ο ίδιος άνθρωπος που τον λέρωσε με τον καφέ του,  την προηγούμενη μέρα.

Ε! καθώς διασταυρώθηκαν οι ματιές , χαμογέλασαν, χαιρετήθηκαν, και μια και η ζημιά με τον  καφέ είχε γίνει  αφορμή γνωριμίας, κάθισαν  δίπλα  και σιγά σιγά άρχισαν τη  συζήτηση.

Κουβέντα στην κουβέντα, ο Αλέξανδρος τον πόνο του, τον ξεδίπλωσε
.
-Δουλεύεις νεαρέ; ρώτησε  το κοστούμι.
-Όχι. Απολύθηκα. Ψάχνω.
-Τι ξέρεις να κάνεις;
-Αυτό και κείνο και το άλλο και το παράλλο.
-Α ωραία! αναφώνησε  το κοστούμι.
-Λοιπόν,νεαρέ,  εγώ δούλευα στην τάδε επιχείρηση.
Τώρα όμως φεύγω και πηγαίνω σε ένα άλλο πόστο καλύτερο.
 Σε συμπάθησα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σε συμπάθησα.

-Θες να σε συστήσω να έρθεις στη θέση μου;

-Αν θέλωωω!  χαρά μεγάλη  άστραψε στην καρδιά  του Αλέξανδρου.

Την ευκαιρία της δουλειάς, στον αέρα την άρπαξε.
Δε στάθηκε να την κοιτάξει όπως μερικοί κοιτάγαν το γαιδούρι στα δόντια.

Ξεκίνησε και ας είχε πονεμένο ακόμη το πόδι.
Το πόδι γιατρεύτηκε.

Και για να μη στα πολυλογώ, περιστεράκι μου, ο Αλέξανδρος  βρήκε όχι μόνο  δουλειά, αλλά   στο παραδίπλα γραφείο, βρήκε και μια άξια γυναίκα.

  Μεταξύ μας:ξέρεις πώς γίνονται αυτά:
Ο έρωτας -λέει- ξεκινάει ή από θαυμασμό ή από οίκτο.

Ε! τον είδε η άλλη με την πατερίτσα, τής ξύπνησε μέσα της η αδερφή του ελέους....
( ήταν και πιστή στο Θεό,  κοπέλα φιλάνθρωπη εξάλλου)....

-Εντάξει!!!  Εντάξει!!!!μη βαράςςςς!!!   τής αφυπνίστηκε θέλω να πω το συναίσθημα  ενός ενδιαφέροντος και  μιας φροντίδας που έφτασε μέχρι σε γάμου απόφαση!(πήγα να το χαλάσω, χαχα, αλλά εγκαίρως το μπάλωσα.
Άντε και στα δικά σου, ξεφτέρι  μου!)

Και πολύ σύντομα  παντρεύτηκαν("Το γοργόν και χάριν έχει")

Και έγινε ο Αντώνης κουμπάρος.

Και τώρα τα νιογάμπρια   αναμένουν και τέκνο.

Και έζησαν αυτοί καλά -και ελπίζω και μεις, χάριτι θεία, να ζήσουμε καλύτεραααα!
(Μη γελάς! Θα ζήσουμε!)

Αυτό είναι το μικρό αληθινό σκηνικό, αγαπημένο  μου.
Θα έσκαγα αν δε σου το έλεγα.

Ξέρω ξέρω, θα μου αρχίσεις τα διάφορα τα δικηγορίστικα, τα εξυπνακίστικα, τα πεσιμίστικα,  έως τα τεμπελίστικα.

Δεν χαμπαριάζω μία!

Ζήτα βοήθεια από την Παναγία και η πόρτα θα ανοίξει όπως άνοιγε εκείνη η αόρατη σπηλιά όταν ο Αλή Μπαμπάς φώναζε μπροστά της :

- Ανοιξε " σουσάμι" !

-Μανδάμ, η κρίση στο "Δόξα Πατρί"  σε έχει βαρέσει...τι να πω! μένω άλαλος...

-Σκέψου για μένα ό,τι θες, δε με νοιάζει.

 Όμως...
Κράτα γερά,  ό,τι και να γίνει την ελπίδα, την πίστη και την αγάπη και την προσευχή σου ολοζώντανη.

Η Παναγία ακούει!
Η Παναγία ευλογεί! 
Η Παναγία προστατεύει!

Η Παναγία,  μάς δίνει όλες τις Χάρες, όλα τα αληθινά αγαθά-  πάντα  να το θυμάσαι.

Και οι κουτσοί-  μέσα ακόμα  στου κυκλώνα το "μάτι"- βρίσκουν δουλειά
-και όχι μόνον-

άμα το θέλει η Παναγιά!

Ευανθία η Σαλογραία

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2017

1918: Η Παναγία της «Γρίπης» που έσωσε τους κατοίκους σε Αγρίνιο και Μεσολόγγι



Οκτώβριος 1918.

Το Αγρίνιο δεν απαριθμεί περισσοτέρους από 15.000 κατοίκους

Μία επάρατος νόσος, η γρίπη, έχει ενσκήψει και θερίζει, κυριολεκτικώς, την πόλη και την γύρω περιοχή της. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θρηνή τα θύματά της. Φόβος συνέχει τους κατοίκους όλης της περιοχής, γιατί η κατάσταση δεν είναι καλύτερη στο Μεσολόγγι και στο Αιτωλικό.

Η επιστήμη φαίνεται ανίκανη να ανακόψει τη θανατερή πορεία της νόσου. Ο αριθμός των θανάτων μόνο μέσα στο Αγρίνιο φτάνει τον αριθμό των 40 έως 50 ημερησίως. Κανείς δεν συνοδεύει πια τους νεκρούς, οι οποίοι μεταφέρονται με δίτροχα κάρα από αχθοφόρους στο νεκροταφείο, όπου μετά από μια σύντομη ευχή τους ιερέως, πολλές φορές δε και χωρίς αυτήν, θάπτονται. Οι κάτοικοι όχι μόνον δεν επιμελούνται τους νεκρούς τους, αλλά και τους αποφεύγουν από τον φόβο της μεταδόσεως της ασθένειας.

Όλοι αποκαμωμένοι ψυχικά λες και περιμένουν με σταυρωμένα χέρια το μοιραίο. Καμιά ελπίδα από πουθενά δεν φαίνεται. Δεν μένει άλλο καταφύγιο από την πίστη. Αλλά και αυτή κάποτε μπρος στο αδιάκοπο θανατικό κλονίζεται σε πολλούς. Μα μέσα σ’ αυτήν την παραζάλη της απελπισίας, που συνέχει όλους, υπάρχουν και μερικοί γέροντες που θυμούνται.

 Η μνήμη τους ξαναγυρίζει 64 χρόνια πίσω, στο 1854. Θυμούνται ότι και τότε μια άλλη επάρατος νόσος, η χολέρα, είχε ενσκήψει στην πόλη του Αγρινίου και είχε αποδεκατίσει τον πληθυσμό της. Και θυμούνται τότε το θαύμα της Παναγίας της Προυσιώτισσας.

Η «σανίς σωτηρίας» είχε βρεθή. Ήταν η πίστη στην προστασία της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Στο θαύμα της Μεγαλόχαρης. Όταν οι γέροντες το είπαν, όλοι ζήτησαν να μεταφερθή η εικόνα της. Όλοι αυτομάτως πια ήταν βέβαιοι ότι, όταν η εικόνα της Προυσιώτισσας θα ερχόταν στο Αγρίνιο, η πόλη θα απαλλασσόταν από την τραγική δοκιμασία. 


Μα κανένας δεν αποφασίζει, δεν τολμάει να πάη στο Μοναστήρι, στον Προυσσό, για να μεταφέρη την παράκληση της πόλης στον Ηγούμενο. Ένας φόβος για την περίπτωση αυτή συνέχει όλους. Πιστεύουν ότι το θανατικό της γρίπης ήταν μια δοκιμασία εξαγνισμού που την έστειλε η Θεία Βουλή στον «παραστρατημένο» λαό. Γι’ αυτό και φοβούνται να πάνε στο Μοναστήρι, μήπως η Θεία «οργή» ξεσπάση στους απεσταλμένους.

Ολόκληρη κίνηση έγινε τότε για να συγκροτηθή μια αντιπροσωπευτική επιτροπή, που θα μετέβαινε στην Ναύπακτο, για να ζητήση από τον τότε Μητροπολίτη Αμβρόσιο την άδεια μεταφοράς της Εικόνας και εν συνεχεία θα ανέβαινε στο Μοναστήρι, για να συνοδεύση την θαυματουργό Προυσιώτισσα στην πόλη.

Τελικώς έγινε μια τριμελής επιτροπή, αλλά εντός της ίδιας ημέρας τα μέλη της παραιτήθηκαν, για να γίνη άλλη την επομένη και να παρουσιασθή εμπρός στην ασκητική μορφή του Μητροπολίτου Ναυπάκτου Αμβροσίου, μεταφέροντας την παράκληση της πόλης.

Με την ευλογία του Αμβροσίου και με το σχετικό έγγραφο της άδειας στα χέρια η επιτροπή αφήνει την Μητρόπολη. Η άδεια έχει δοθή. Μα τα λόγια του Δεσπότη, παρά την τελική ευλογία του, στριφογυρίζουν καυτερά στην ψυχή και στην σκέψη. Τα βήματά τους σέρνονται όχι προς το Αγρίνιο, αλλά προς την παραλία της Ναυπάκτου. Εκεί καθισμένοι στο μουράγιο, αμίλητοι, κάνουν αυτοκριτική. Είναι, άραγε, άξιοι να παρουσιαστούν μπροστά στην θαυματουργό Εικόνα; Αμαρτωλοί αυτοί, πρεσβεία αμαρτωλών; Ο Μητροπολίτης επέτρεψε, αλλά θα ευδοκήση, θα δώση συγχώρεση και η Παναγία; Αυτές οι σκέψεις τους βασανίζουν στις ώρες της σιωπής.

 Ύστερα από μια κοπιώδη πορεία η επιτροπή-πρεσβεία, κατά το δειλινό της 22ας Οκτωβρίου, έφτανε στο Μοναστήρι, στον Προυσσό. Γονατιστοί μπροστά στην Θαυματουργό Εικόνα οι τρεις πρεσβύτες ευχαριστούν που τους αξίωσε να φτάσουν ως εκεί και προσεύχονται. Σε λίγο το Μοναστήρι παρουσιάζει εικόνα συναγερμού ικεσίας. Οι Πατέρες μαζεμένοι όλοι στην εκκλησία, με τον Κωνσταντίνο Καθηγούμενο, αναπέμπουν Παράκληση στην Θεομήτορα, ενώ τα πρόσωπα των Αγρινιωτών, που εξακολουθούν να είναι γονατιστοί μπροστά στην Εικόνα, τα αυλακώνουν τα δάκρυα. Είναι τα δάκρυα της μετανοίας.

Το άλλο πρωΐ γίνεται Δοξολογία και το βράδυ ολονύκτια Παράκληση. Η προετοιμασία για την μεταφορά της Εικόνας έχει αρχίσει το πρωΐ της 24ης Οκτωβρίου, μετά τον Όρθρο σχηματίζεται η πομπή και η Ιερά Θεωρία ξεκινάει…

Εν τω μεταξύ στο Αγρίνιο έχουν ειδοποιηθή. Από την πόλη και τα γύρω χιλιάδες οι πιστοί μετά την Παράκληση στην Μητρόπολη ξεκινάνε σε μια ολονύκτια πορεία μέσα στα βουνά. Τραβάνε όλοι με συντριβή και μετάνοια τόση που μεταρσιώνει προς τα Αραποκέφαλα, για να προϋπαντήσουν την Μεγαλόχαρη, την μόνη ελπίδα της σωτηρίας που τους απόμενε. Λιτανεία ψυχών είναι η πορεία τούτη με την ολονύκτια προσευχή. 

Το ίδιο πρωΐ οι χιλιάδες αυτές των πιστών συναντώνται με την θρησκευτική πομπή που φέρνει την Θαυματουργό Εικόνα πάνω σε μια από τις ψηλότερες κορφές των Αραποκέφαλων. 

Οι στιγμές αυτές, όπως τις περιγράφουν οι επιζώντες ακόμα γέροντες, είναι ασύλληπτες από την φαντασία σε κατάνυξη. Εκεί γίνεται η πρώτη μεγάλη Δέηση. Δέησις εις το όρος. Σε πέντε χιλιάδες υπολογίσθηκαν οι Χριστιανοί, που γονυπετείς γέμισαν τα γύρω φαράγγια και με δάκρυα μετανοίας πραγματικής παρακολούθησαν την Δέηση στην Παναγία. Και μετά από αυτήν ξαναρχίζει η πορεία. Η Θεία Εικόνα ακολουθουμένη από τις χιλιάδες των ευλαβουμένων προχωρεί να φτάση το πρωΐ της επομένης στο χωριό Προστοβά, όπου ψέλνεται κατανυκτική Παράκληση και τις νυχτερινές ώρες φτάνει στα προάστεια του Αγρινίου.

Όταν η ιερή πομπή έφθασε στα πρόθυρα της πόλης, το Αγρίνιο μέσα είχε ερημωθή. Δεν είχαν μείνει παρά μόνον μερικά παιδιά στα καμπαναριά των εκκλησιών που χτυπούσαν χαρμόσυνα τις καμπάνες.
Η πομπή τώρα προχωρεί προς την πόλη και κατευθύνεται στο Ναό της Αγίας Τριάδος, όπου αναπέμπεται ευχαριστήρια Δέηση και ακολουθεί Μεγάλη Παράκληση για την απαλλαγή του δοκιμαζόμενου λαού από την μάστιγα της τρομερής αρρώστιας. Και μετά όταν μπήκε η Εικόνα της Θεομήτορος στο Ναό, επί ένα εικοσιτετράωρο συνεχώς οι παπάδες δεν σταμάτησαν να ψέλνουν ομαδικές Παρακλήσεις των πιστών, ενώ άλλοι μεταλάμβαναν των Αχράντων Μυστηρίων.

Μετά τις πρώτες ώρες από την άφιξη της Προυσιώτισσας στην πόλη, το κακό είχε σταματήσει. Οι άρρωστοι, και οι κατάκοιτοι ακόμα που δεν μπορούσαν να σηκωθούν από το κρεββάτι, τώρα κατά δεκάδες, τελείως υγιείς, έσπευδαν στην Αγία Τριάδα για να ευχαριστήσουν την Μεγαλόχαρη. Το θαύμα είχε συντελεσθή ομαδικά. Η ζωή στο Αγρίνιο ξανάρχιζε να παίρνη το ρυθμό της.

Αλλά μόνον η πόλη του Αγρινίου είχε απαλλαγή από το κακό. 

Όλη η γύρω περιοχή από όπου δεν πέρασε η προς το Αγρίνιο πορεία, το Αιτωλικό, το Μεσολόγγι, θερίζονταν ακόμα από την αρρώστια με ρυθμό συνεχώς αυξανόμενο. Το θανατικό ήταν τόσο που οι παπάδες δεν προλάβαιναν ούτε καν μια ευχή να διαβάσουν στους νεκρούς.
Οι επιτροπές που φτάνουν από τα γειτονικά χωριά και από τις δύο πόλεις, το Μεσολόγγι και το Αιτωλικό, αντιδρούν. Αλληλομάχονται για την προτεραιότητα της μεταφοράς της Εικόνας. Αλλά και οι Αγρινιώτες δεν εννοούν να επιτρέψουν να απομακρυνθή η Εικόνα της Παναγίας από την διασωθείσα πόλη πριν προσκυνήση όλος ο λαός και πριν ψαλή η μεγάλη ευχαριστήρια Δοξολογία.

Κάποιοι, οι ψυχραιμότεροι από το πλήθος των κατοίκων, με επικεφαλής τον Ηγούμενο, πρωτοστατούν σε μια προσπάθεια συμβιβασμού και αποφυγής του κακού που απειλείται από μια σύγκρουση των κατοίκων.
Η προσπάθεια αυτή και οι σχετικές διαπραγματεύσεις κράτησαν για αρκετές ημέρες, ώστε δόθηκε ο καιρός στους Αγρινιώτες να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις τους, που εν τω μεταξύ είχαν αυξηθή. Ήθελαν τώρα η Εικόνα να λειτουργηθή σε όλες τις εκκλησίες της πόλης.

Έτσι, στις 27 Οκτωβρίου, στο Ναό της Αγίας Τριάδος ψέλνεται κατανυκτικώτατα η ειδική ακολουθία με την οποία λιτανεύεται η πάνσεπτη Εικόνα της Προυσιώτισσας και κατόπιν σχηματίζεται ιερή πομπή η οποία δια μέσου των κεντρικωτέρων οδών της πόλης μεταφέρει την Εικόνα στον παλαιό Ναό του Αγίου Χριστοφόρου, που βρίσκεται έξω από το Αγρίνιο επάνω σε έναν λόφο. Εκεί εψάλη η Μεγάλη Παράκληση μετά από την οποία ο Ηγούμενος έδωσε την εξήγηση ότι η φοβερή αρρώστια δεν ήταν παρά μια δοκιμασία του πληθυσμού της πόλης για την εκτροπή από τον δρόμο της πίστεως και ανέλυσε τις υποχρεώσεις που δημιουργεί πια για τους Αγρινιώτες η δοθείσα Χάρις της Θεομήτορος.

Ακολούθησε 24ωρο προσκύνημα μετά το οποίο, κατά τα πέντε εικοσιτετράωρα που ακολούθησαν, η Εικόνα μεταφέρθηκε διαδοχικά και λιτανεύθηκε στους Ναούς της Ζωοδόχου Πηγής και του Αγίου Δημητρίου. Στο διάστημα αυτό του προσκυνήματος ολόκληρος ο πληθυσμός εξομολογείται και μεταλαβαίνει των Αχράντων Μυστηρίων. Η ζωή και η κίνηση στην πόλη αποκαθίστανται, κανένας άρρωστος δεν υπάρχει, κανένας θάνατος δεν σημειώνεται.

Στο Μεσολόγγι η επάρατη νόσος συνεχίζει να αποδεκατίζη τους κατοίκους. Καθημερινά πεθαίνουν από την γρίπη 25-30 άτομα, τα οποία μεταφέρονται με κάρα και θάβονται κατά το πλείστον χωρίς την συνοδεία ούτε ιερέως καν.
Μια επιτροπή κατευθύνεται στην Ναύπακτο και αμέσως λαμβάνει την άδεια του Μητροπολίτου για την μεταφορά της Εικόνας στην πόλη. 



1918 - Η θαυματουργή εικόνα περνά από την Πλατεία Στράτου.

Πράγματι, την 1η Νοεμβρίου 1918, η Εικόνα φτάνει με τον σιδηρόδρομο στον σταθμό του Μεσολογγίου, όπου οι κάτοικοι αναμένουν από τη βαθειά νύκτα παρά το γεγονός ότι έριχνε καταρρακτώδη βροχή.

 Πολλοί από τους επιστήμονες και τους προκρίτους της πόλης προέτρεπαν το πλήθος να επανέλθη στα σπίτια του και εξέφραζαν την πεποίθηση ότι οι θάνατοι από την γρίπη τουλάχιστο θα τριπλασιασθούν. Ο λαός όμως ανέμενε καρτερικώτατα. Με την άφιξη της Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας εψάλη στον σιδηροδρομικό σταθμό κατανυκτική Παράκληση και στην συνέχεια έγινε η είσοδος της Εικόνας στην πόλη.

Το μέγα θαύμα συντελείται. Μάρτυρες παρίστανται όλοι οι κάτοικοι. Κατά το Μεσονύκτιο, ενώ όλοι προσεύχονταν αρχίζει να πνέη σφοδρότατος άνεμος που ξερρίζωσε πολλές δεκάδες δένδρων της πόλης. Από το πρωΐ της 2ας Νοεμβρίου 1918 κανένας θάνατος δεν σημειώθηκε στο Μεσολόγγι. Οι κάτοικοι με πρωτοφανή ευλάβεια προσέρχονταν μπροστά στην Αγία Εικόνα ψάλλοντας την Παράκληση, προσφέροντας διάφορα αφιερώματα, χρυσό, άργυρο κλπ, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς την Παντοδύναμο Μητέρα του Θεού.


Στο Αιτωλικό

 επικρατεί η ίδια κατάσταση. Οι κάτοικοι πεθαίνουν κατά δεκάδες. Η μεταφορά της Εικόνας πραγματοποιείται από την πόλη του Μεσολογγίου. Στον σιδηροδρομικό σταθμό έχουν προσέλθει όλοι, πλην ελαχίστων, οι οποίοι ανέμεναν την ιερή πομπή στο τέρμα της μεγάλης ανατολικής γέφυρας. Διαπρύσιοι κήρυκες του συντελεσθέντος θαύματος της καταπαύσεως της νόσου μεταξύ των άλλων και ο δήμαρχος Κων. Σταράμος, καθώς και οι: Παντ. Μόσχος, Χρ. Γαζώτης, Παντ. Σκόνδρας, Χρ. Μπογιατζής, Ανδρ. Λιαπίκος κα.


Απειράριθμα θαύματα διηγούνται πολλοί των κατοίκων. Ο συνταξιούχος δάσκαλος Λάμπρος Μούτσος, ο οποίος υπηρετούσε άλλοτε στο χωριό Ντέμη, διηγείται: 

«Το 1918 η σύζυγός μου Σπυριδούλα είχε προσβληθή από βαρύτατη μορφή γρίπης. Οι φίλτατοί μου γιατροί Σελιμάς και Σακκάς με είχαν διαβεβαιώσει ότι η σύζυγός μου ευρίσκεται στις τελευταίες στιγμές της ζωής της. Εκείνο το πρωΐ είχε φθάσει στο σπίτι μου και ο αδελφός της συζύγου μου Νικ. Πανουκλιάς, από το Μεσολόγγι, για να ιδή για τελευταία φορά την αδελφή του. Όλοι στο σπίτι μου συζητούσαμε τα της κηδείας. 

Μετά από λίγες ώρες περνούσε εξω από το σπίτι μου η ιερή πομπή της Αγίας Εικόνας της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Η εκπνέουσα σύζυγός μου μας παρεκάλεσε να την μεταφέρουμε στο παράθυρο, πράγμα το οποίο πράξαμε. Η ασθενής μόλις αντίκρυσε την Εικόνα και προσευχήθηκε περιέπεσε σε νάρκη, αλλά μετά από μία ώρα παρατηρήσαμε κατάπληκτοι ότι το ανθρώπινο εκείνο ράκος άρχισε να κινείται, να ζωντανεύη και μετά από λίγες ημέρες να γίνεται εντελώς καλά. Ήδη η σύζυγός μου ευρίσκεται εν ζωή και χαίρει άκρας υγείας, χάρη στο θαύμα της Παναγίας της Προυσιωτίσσης».
(Εφημερίδα Εκκλησιαστική Παρέμβασις).




πηγή: 
https://proskynitis.blogspot.gr/2017/01/1918.html

....