Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιον Όρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιον Όρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Καθηγούμενος Ιεράς Μονής Δοχειαρίου, Αγίου Όρους, Γέροντας Γρηγόριος: " H διπλωματία και η πολιτική στον καλόγερο δεν ταιριάζει· είναι αισχρό πράγμα. Και η ψευδοπροφητεία δαιμονική κατάσταση»



ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ

Τὰ χρόνια αὐτὰ τὰ κοσμογονικά, ἔχοντες συνείδηση ὀρθόδοξη, ἑλληνική, καλογερική, ὁδηγούμαστε ἀναγκαστικὰ στὸν ἔλεγχο ὄχι τῶν προσώπων, ἀλλὰ τῶν καταστάσεων. 

Δόξα τῷ Θεῷ, δὲν μπήκαμε ποτὲ στὸν πειρασμὸ νὰ εἰσέλθουμε στὴν προσωπικὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ ἀρχίσουμε τὶς κρίσεις καὶ τὶς κατακρίσεις. 

Ἐλέγξαμε καὶ ἐλέγχουμε τὴν προσπάθεια ποὺ γίνεται ἀπὸ κάποια πρόσωπα νὰ ἀλλάξουνε τὸ γνήσιο, τὸ ἀληθινό, τὸ παραδοσιακὸ στὴν πίστη μας καὶ στὴν ζωή μας. 

Καὶ ὅλα αὐτὰ γραμμένα ὄχι ἀπὸ σύναξη καὶ γραφεῖο, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ πόνου τὸ κρεβάτι. 

Γι᾽ αὐτό, δὲν ἔχουνε μήτε σφραγίδα μήτε ἐπίτιτλα.

Δὲν ἐλέγξαμε ἀδελφοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν προσωπική τους ζωή

Ἐλέγξαμε αὐτοὺς ποὺ θέλουν νὰ ἀλλάξουν τὸν τρόπο ζωῆς στὸν ἅγιο αὐτὸν τόπο, στὸ Ἁγιώνυμον Ὄρος. 

Ἐλέγξαμε αὐτοὺς ποὺ κουβάλησαν στὸ Ὄρος ὅλο τὸν σύγχρονο πολιτισμὸ καὶ ἐπῆλθε μία τέλεια ἐκκοσμίκευση στὴν ζωὴ τῶν μοναχῶν, μὲ ἀκριβὰ κινητά, κτλ. κτλ. 

Θυμᾶμαι ἀντιπρόσωπος Μονῆς νὰ λέγη μέσα στὴν Κοινότητα ὅτι τὸ μέλλον τοῦ κόσμου εἶναι τὸ κομπιοῦτερ! Ἂς εἶναι γιὰ τοὺς κοσμικούς, ἀλλὰ ὁ μοναχὸς ἂς ἔχη καὶ τὸν κοντυλοφόρο καὶ τὸ μελάνι. 

Ἄλλη δύναμη ἔχει τὸ χειρόγραφο καὶ ἄλλη τὸ τυπωμένο. 

Συνήθης ἐρώτησή μας εἶναι πόσα χειρόγραφα ἔχει ἕνα μοναστήρι. Τὸ χειρόγραφο ἔχει ψυχή, ἔχει πρόσωπο, ἔχει ἀποτυπωμένη ἔκφραση ἀνθρώπινη. Καὶ τὰ χειρόγραφα ποὺ εἶχαν παλιὰ τὰ βερεσέδια-δοσοληψίες εἶναι σήμερα τερπνὰ ἐντρυφήματα. Χαίρομαι τὸν μοναχὸ ποὺ σέρνει τὸ κοντύλι. Τὸ χειρόγραφο εἶναι ζωντανὸ πρᾶγμα, ὅσοι αἰῶνες καὶ νὰ περάσουν. Αὐτὰ βέβαια δὲν ὑπάρχουνε πιὰ σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο.

Ὑποστήριξα πολλὲς φορὲς ὅτι ὁ ὀρθόδοξος ἀνατολικὸς μοναχισμὸς εἶναι ἀγροτικός. 

Αὐτὴν τὴν φωνὴ τὴν ὕψωσα καὶ μέσα σὲ διπλὲς συνάξεις στὴν αἴθουσα τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος. 

Δυστυχία ὅμως, ὁ λόγος ἀκούστηκε πολὺ βαρύς, μᾶλλον ἀβάστακτος, σὲ ὅλους τοὺς καλογήρους. Ἄλλαξε ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ζωῆς καὶ ἔγινε ἐπιχειρηματικός. Τὸ ρίξαμε στὴν ἐπιχείρηση καὶ ὄχι στὸν τρόπο ζωῆς τοῦ ἀρχαίου μοναχισμοῦ.

Τὸ ἐπιχειρεῖν εἶναι πρᾶγμα ὀθνεῖο μέσα στὴν ζωὴ τοῦ μοναχοῦ, γιατὶ ὁ μοναχὸς ἔδωσε ὅρκους ὅτι θὰ κρατήση τὴν ἀκτημοσύνη. Πῶς μπορεῖ λοιπὸν τὴν ἄλλη μέρα τῆς κουρᾶς του νὰ προσπαθῆ νὰ γίνη φιλοκτήμων, μὲ τὴν πρόφαση νὰ ἐλεῆ τοὺς ἀνήμπορους; 

Αὐτὸ δὲν μᾶς τὸ λένε οἱ μοναχικὲς ὑποσχέσεις οὔτε οἱ παραινέσεις τῶν ἁγίων πατέρων. Τὸ ἐπιχειρεῖν ἔχει πολλὴ μέριμνα. Τὰ μοναστήρια ἐπροικίζοντο ἀπὸ τοὺς κτίτορες μὲ περιουσιακὰ στοιχεῖα, γιὰ νὰ ἐξασφαλίζουν στὸν μοναχὸ τὸ ἀμέριμνο, χωρὶς νὰ ὑπάρχη ἐκ μέρους τῶν μοναχῶν ἡ προσπάθεια νὰ πολλαπλασιάσουν τὰ γενήματά τους καὶ τὰ ἔσοδά τους.

Σήμερα ὅμως ἡ προσπάθεια ἐπικεντρώνεται στὸ νὰ αὐξήσουμε τὰ ἔσοδά μας! 

Ἄλλωστε, τὸ ἐπιχειρεῖν αὐτὴν τὴν ἔννοια ἔχει: τὰ πέντε ποὺ ἔχω σήμερα νὰ γίνουν δέκα. 

Καὶ μάλιστα στὴν ἐποχή μας, ποὺ ἔχουν γίνει ἄδηλες καὶ κρύφιες οἱ ἐπιχειρήσεις, κεκαλυμμένες μὲ διάφορες διεθνεῖς ὀνομασίες, εἶναι δύσκολο νὰ βρῆ κανεὶς τὰ ὑποστατικὰ τῶν ἐπιχειρηματιῶν. 

Γι᾽ αὐτὸ καὶ σ᾽ ἕναν ἔλεγχο μπορεῖ νὰ φανοῦνε πάμπτωχοι. 

Ὅσο ὅμως καὶ νὰ κρύπτωνται, φαίνεται ὁ πλοῦτος ὅταν ρέη, φαίνεται ἡ καρδιὰ ποὺ εἶναι ἀκουμπισμένη σ᾽ αὐτόν, ἀντίθετα μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ προφήτη «Πλοῦτος ἐὰν ῥέῃ, μὴ προστίθεσθε καρδίαν». 

Τὰ αὐτοκίνητα τὰ πολυτελῆ, τὰ τέλεια στὴν κυκλοφορία, τὰ ταχύπλοα ποὺ ταξιδεύουν στὰ παράλια τοῦ Ὄρους κ.ἄ., κ.ἄ., καὶ οἱ κουβέντες ποὺ ξεφεύγουν ἀπὸ τὰ ἀπόκρυφα καὶ μυστικὰ τῆς ἐπιχείρησης εἶναι ἀρκετὲς ἐνδείξεις, ἵνα μὴ εἴπω ἀποδείξεις, ὅτι ὑπάρχει θησαυρὸς κεκρυμμένος, αὐξανόμενος ὁσημέραι.

Καὶ στὰ κελλία ἄλλαξε ὁ τρόπος τῆς βιοτῆς. Ὁ κελλιώτης στὸ Ἅγιον Ὄρος ζοῦσε ἀπὸ τὴν καλλιέργεια τῆς γῆς· εἶχε τὰ φουντούκια του, τοὺς κήπους του, τὰ ἀμπέλια του. Ζοῦσε ἐπίσης μὲ τὸ ἐργόχειρό του, ἐνίοτε καὶ μὲ τὸ μεροδούλι. 

Διηγεῖτο ὁ παπα-Διονύσης στὴν Κολιτσοῦ ὅτι ἐργαζότανε σὲ μοναστήρι, γιὰ νὰ πάρη ἕνα ψωμὶ τὴν ἡμέρα γιὰ τὸ Κελλί. Τώρα ὅμως, ἔφυγε ἀνεπιστρεπτὶ ἀπὸ αὐτὸν τὸν τρόπο τῆς ζωῆς καὶ ἀπέκτησε ταξί. Ψόφησαν τὰ μουλάρια καὶ τὰ γαϊδούρια καὶ δὲν κάνουνε ἀγώγι. Δὲν ὑπάρχουνε πιὰ στὸ Ἅγιον Ὄρος οὔτε γιὰ σουβενίρ. Τώρα τὸ ἀγώγι εἶναι μὲ ταξί. Ἕνα, δύο, ἀνάλογα μὲ τὴν δυνατότητα ποὺ διαθέτει τὸ κάθε Κελλί. Ἔχουμε καὶ ὁδηγοὺς ξένους καὶ τρέχουνε στὴν ραχοκοκκαλιὰ τοῦ Ὄρους, ποιὸς θὰ προλάβη νὰ κάνη τὰ περισσότερα δρομολόγια. 

Ἐλάχιστοι ἔχουν μείνη στὰ παραδεδομένα, στὸ ἐργόχειρο καὶ στὴν καλλιέργεια τῆς γῆς. Κομποσχοινάδες ἔχουν μείνη λίγοι καὶ κομπολογάδες. Φανοποιοί, ὑποδηματοποιοί, σαμαράδες, βιβλιοδέτες, ἀργυροχόοι ἔχουν ἀπαλειφθῆ ἀπὸ τὸ Ὄρος. Σκοῦφοι καλογερικοὶ δὲν κατασκευάζονται· καμμιὰ πιὰ νεροτριβὴ δὲν δουλεύει στὸν Ἄθωνα.

Καὶ τὸ σεπτὸ κέντρο τῶν Καρυῶν ἔγινε τόπος γιὰ νιτερέσα, γιὰ ἐπιχειρήσεις. Τὰ πάντα βρίσκεις, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία. 

Πολλοὶ κοσμικοὶ δουλεύουν αὐτὰ τὰ μαγαζιὰ καὶ πολὺ παζάρι πέφτει καὶ συμφέρον. Δὲν ὁμιλῶ γιὰ τοῦ καλογέρου τὸ μαγαζάκι ποὺ πουλοῦσε κομποσχοίνια καὶ κομπολόγια καὶ λιβάνι καὶ εἰκονίτσες, τὰ πρέποντα στὸν τόπο καὶ στὸ περιβάλλον. 

Ὅλα αὐτὰ ἀφέθηκαν ἐλεύθερα καὶ μπαίνοντας στὶς Καρυές, στὸν τόπο τῆς Παναγίας, γεμίζεις ἀπορίες καὶ ἐρωτηματικά. 

Τὰ ταπεινὰ καὶ ἀπέριττα μαγαζάκια ἔγιναν κέντρα ἐμπορικά. Καὶ δυστυχῶς ὅλα τὰ ἐμπορεύματα ἔρχονται ἀπ᾽ ἔξω· ἀπὸ τὸ Ὄρος εἶναι μόνον ὁ ἀέρας καὶ τὸ νερὸ τῆς βρύσης τῆς Μονῆς Ζωγράφου. 

Ἡ Δάφνη δὲν ἔχει καλύτερη τύχη· τόπος κι αὐτὴ ἐμπορίου καὶ νεοπλουτισμοῦ.

Ὅλα αὐτὰ σ᾽ ἕνα παλιὸ μοναχὸ τοῦ φέρνουν χτικιὸ στὴν ψυχή του. 

Τὰ ἐρωτηματικά του μπορεῖ νὰ τὰ ἔχη καὶ κάθε εὐλαβὴς κοσμικὸς ποὺ ἔρχεται ἐδῶ γιὰ προσκύνημα: Ἔχουμε ἀπὸ τὴν ξηρὰ τὰ ταξὶ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα τὰ ταχύπλοα. Σὰν νὰ μισήσαμε τὴν ἡσυχία καὶ ἀγωνιζόμαστε νὰ τὴν διώξουμε. Κάθε γωνιὰ τοῦ τόπου αὐτοῦ ἔγινε τόπος ἐμπορίου καὶ νιτερέσου.

Μεγάλε καὶ μεγάλοι ἡγούμενοι, τί τὴν θέλετε τὴν ἐπιχείρηση; Θὰ σωθῆτε εὐκολώτερα μὲ τὸ νὰ ἔχετε χρήματα ἢ μὲ τὸ νὰ εἶστε φτωχοί; Καὶ ἐλεημοσύνες νὰ κάνετε, δὲν ζητᾶ ὁ Θεὸς ἀπὸ μᾶς τοὺς μοναχοὺς ἐλεημοσύνες.

 Πωλήσαμε τὴν ζωὴ τῆς Ναζαρέτ, τὴν ζωὴ τῆς Βηθλεέμ, καὶ πιαστήκαμε ἀπὸ τοὺς τρόπους ζωῆς τῶν κοσμικῶν ἀνθρώπων. Νά ᾽χω λεφτά, νὰ κάνω ἐλεημοσύνες. Ποιός; Ἐγὼ ὁ μοναχός, ποὺ ζοῦσα μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.

Τὸ κάμποτο σταμάτησε πιὰ νὰ εἶναι τὸ ἔνδυμα τῶν μοναχῶν. Ἡ συρτὴ παντόφλα μὲ σόλα ἀπὸ ρόδα αὐτοκινήτου ἔχει ἀντικατασταθῆ μὲ τὸ σκαρπίνι. Κι ὁ καλογερικὸς σκοῦφος ὁ μάλλινος μὲ τσόχινα σκουφιά.

Αὐτὰ δὲν θὰ πάψω νὰ τὰ λέγω, νὰ τὰ ἀντιλαλῶ στὸν κόσμο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Λαχταρῶ ἔστω καὶ τὴν φιγούρα τοῦ ταπεινοῦ μοναχοῦ, τοῦ ἀπέριττου, τοῦ φτωχοῦ, τοῦ περιφρονημένου κι ὄχι τοῦ ὁμιλητῆ στὶς αἴθουσες τὶς κοσμικές. Ὄχι μὲ συνάξεις στὸν κόσμο καὶ ἐπιδείξεις καὶ μὲ παρουσιάσεις τόμων καὶ ἐργασιῶν. 

Προτιμῶ τὸν μοναχὸ μὲ τὸν ντορβᾶ στὴν πλάτη ποὺ γύριζε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ καὶ εὐαγγέλιζε τὸν κόσμο.

– Ποῦ ἔμαθες, μπαρμπ᾽-Ἀναστάση, νὰ κάνης ἀκολουθία καὶ νὰ ψάλλης;
– Διάβηκε μοναχὸς στὰ μικρά μου χρόνια ἀπὸ τὸ χωριό μου, τὰ Δολιανὰ τῆς Εὐρυτανίας, καὶ μὲ δίδαξε νὰ ψάλλω καὶ νὰ διαβάζω ἀκολουθίες.
Πέρασε ἕνας μοναχὸς ἀπὸ τὸ πρῶτο μοναστήρι ποὺ ἐγκαταβίωσα. Μοῦ λέγει:
– Μοῦ χάρισαν αὐτὰ τὰ ὑποδήματα, ἀλλὰ δὲν εἶναι καλογερικά. Νὰ στὰ ἀφήσω νὰ μοῦ δώσης τὰ δικά σου.
Βρῆκα στὴν Θεσσαλονίκη ἕνα μοναχὸ ποὺ ζῆ στὰ ἄκρα τῆς ἁγιορειτικῆς γῆς.
– Τί ζητᾶς ἐδῶ; –τὸν ρωτάω.
– Κάνω –μοῦ λέει– ὀλίγη ἱεραποστολή.

– Ἡ Θεσσαλονίκη –τοῦ ἀπαντῶ– δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἱεραποστόλους· ἔχει ἱερεῖς, ἱεροκήρυκες, διδασκάλους. 

Ἂν θὲς νὰ κάνης ἱεραποστολή, νὰ πᾶς στὰ Ἄγραφα, νὰ πᾶς στὰ χωριὰ τῆς Ἠπείρου. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀκούσουνε λόγο Θεοῦ, ἀλλιῶς γύρισε στὴν ἀποκλείστρα σου.

Μὴ περιμένετε ἀπὸ μᾶς τοὺς μοναχοὺς ἐλεημοσύνες, ἀλλὰ ἄσκηση καὶ προσευχὴ καὶ ἀγῶνα κατὰ τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς. 

Μὴ μοῦ λέτε ὅτι ὁ τάδε ἡγούμενος ἐλεεῖ ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ δουλειά του. Ἂν τὸ κάνη, νὰ σιωπήση καὶ νὰ μὴ τὸ ξέρη οὔτε ὁ Θεός. Ὁ ἀγῶνας του νὰ εἶναι ἡ κάθαρση τῶν παθῶν καὶ ὄχι ἡ προβολὴ ἁγίων ἀμφιβόλου ἀναδείξεως.

 Ἡ διπλωματία καὶ ἡ πολιτικὴ στὸν καλόγερο δὲν ταιριάζει· εἶναι αἰσχρὸ πρᾶγμα. Καὶ ἡ ψευδοπροφητεία δαιμονικὴ κατάσταση.

Αὐτὰ μπορῶ νὰ πῶ, αὐτὰ μπορῶ νὰ ὑποδείξω καὶ αὐτὰ θὰ κάνω, ὅσοι πόλεμοι καὶ νὰ σηκωθοῦν ἐναντίον μου. 

Ἕτοιμος εἶμαι καὶ γιὰ δικαστήρια καὶ γιὰ κάθε μέσο ἐξαφανίσεώς μου. 

Ἀλλὰ δὲν θὰ σὲ ἀφήσω νὰ ἀνατρέπης τὴν καθεστηκυῖα τάξη τοῦ ἁγίου τόπου τούτου.

Πλούσιοι ἐπτώχευσαν καὶ ἐπείνασαν, οἱ δὲ ἐκζητοῦντες τὸν Κύριον οὐκ ἐλαττωθήσονται παντὸς ἀγαθοῦ.

Ἄνοιξε τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν. Ἂς προχωρήσουμε καὶ ἂς δοξάζουμε τὸν Θεὸ ποὺ μᾶς τὸ χάρισε καὶ μᾶς τὸ ὑπέδειξαν οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας. Ἀμήν.

Γρηγόριος Αρχιπελαγίτης 

πηγή: 
pentapostagma
.......................................................................................................
........................................................................................................



Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

"...όταν μοναστήρια έχουν οικονομικούς και νομικούς συμβούλους σε ξένες χώρες, πώς να συγκρατήσεις το λογισμό σου; "



Αρχιμ. Γρηγόριος, Καθηγούμενος Ι.Μ. Δοχειαρίου Αγίου Όρους
Στὸ ξεκίνημα τῶν ἀγώνων τοῦ Μεγάλου σὲ Ἀνατολὴ καὶ Δύση, ὁ διάβολος χρυσὸ τοῦ παρουσίασε. Μία φορὰ φανταστικὸ καὶ δεύτερη φορὰ πραγματικό. Ὅμως τὸν ἀντιπαρῆλθε· ὄχι πρόσκαιρα, ἀλλὰ παντοτινά.
Ὁ στοχαστικὸς καὶ μεγάλος Γέροντας ἐμπιστευτικὰ μοῦ μίλησε: «Ἀπὸ τὸ τίποτα πήραμε μισὸ δὶς καί». Τοῦ ἀπήντησα: «Μιμήσου τὸν Ἀντώνιο καὶ ἀντιπάρελθέ το. Ἔτσι καὶ θὰ ἀποκτήσης εἰρήνη καὶ θὰ δώσης». Μὲ βουτηγμένη ὅμως τὴν ψυχή του μέχρι τὰ μπούνια στὸ μέλι τοῦ χρυσοῦ καὶ τοῦ ἀργύρου, προχώρησε ἀκάθεκτος μὲ ἱμάτια χρυσᾶ καὶ διαμαντένια.
Αποτέλεσμα εικόνας για αρχιμανδρίτης Γρηγόριος ΔοχειαρίουἜτσι, μιὰ μέρα ἄνοιξε ἡ αὐλαία τοῦ Ἁγίου Ὄρους μὲ ἐνθρονισμένο τὸν χρυσὸ καὶ τὸν ἄργυρο στὸν τόπο τῆς ἀκτημοσύνης! Ἔκθαμβος ὁ κόσμος, ἔκθαμβη ἡ οἰκουμένη εἶδε νὰ ρέη ὁ πλοῦτος. Στὰ χέρια τῶν μοναχῶν νὰ βρίσκεται ὁ θησαυρὸς τοῦ κόσμου. Ἄρχισε νὰ σείεται ὁ κόσμος καὶ νὰ γίνεται παγκόσμιο σκάνδαλο, σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ συζητιέται ὁ εὔκολος πλουτισμὸς τῶν καλογήρων, νὰ ἐμπλέκωνται καὶ πολιτευτές. Οἱ φτωχοὶ ἀνακεντρίστηκαν ὅπως τὰ ἄλογα καὶ οἱ πλούσιοι βρῆκαν συναδέλφους. Ἀπὸ δῶ νὰ τὰ κρύψουμε, ἀπὸ κεῖ νὰ τὰ φανερώσουμε, ἀπὸ δῶ ὀλυμπιακὸ χωριό, ἀπὸ κεῖ μουρέλα, φάνηκε ὁ πλούσιος τοῦ Εὐαγγελίου.

 Ἄρχισε ἡ ἐπένδυση ἢ μᾶλλον οἱ ἐπενδύσεις, οἱ ὁποῖες σιγά-σιγὰ ἔγιναν τόσο ἀπόκρυφες, ποὺ οὔτε ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ τὶς ἀνακαλύψη. Λόγια, λόγια πικρά, ἄλλοτε πραγματικὰ καὶ ἄλλοτε φανταστικά, ἐνῶ μὲ ἕνα «ἀντιπαρέρχομαι» σταματάει τὸ διαβολικό, ἔρχεται ὁ Χριστός, ξυπόλυτος καὶ φτωχός, καὶ κάνει τὶς καλύτερες τοποθετήσεις.
Ἀπὸ τότε, ποιός νὰ φρενάρη; Τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι τόσο δυνατὰ καὶ τόσο πιστευτά. Ἡ φαντασία τοῦ ἀνθρώπου δὲν συγκρατιέται. Ἄνοιξαν οἱ μπουκαπόρτες καὶ ὅλη ἡ ἄβυσσος μπῆκε μέσα καὶ πνίγει τὸ καράβι. Τριγμοὶ τὸ συνοδεύουν στὸ ταξίδι του. Ἡ Ἐκκλησία πάλι στὸ στόχαστρο, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴ τόσο πυρόβλητη ὅσο ποτὲ ἄλλοτε.
Μπορεῖ νὰ μὴ μᾶς παρέχεται ἡ δυνατότητα νὰ σκύψουμε στὶς κάσες τῶν χρημάτων, ἀλλ᾽ ὅταν μοναστήρια ἔχουν οἰκονομικοὺς καὶ νομικοὺς συμβούλους σὲ ξένες χῶρες, πῶς νὰ συγκρατήσης τὸν λογισμό σου; Καὶ ὅταν ἡγούμενοι συναναστρέφωνται καὶ συμπορεύωνται μὲ τοὺς πλουσιώτερους ἀνθρώπους στὶς μεγάλες πόλεις τῆς οἰκουμένης, κράτα, ἂν εἶσαι πραγματικὰ παλληκάρι τοῦ Χριστοῦ, ἀθόλωτο τὸν νοῦ σου…
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἡ ἀκτημοσύνη ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὸ ἀμέριμνο, στὴν θεία ἀδολεσχία. Μοναδική του ἀπασχόληση γίνονται τὰ θεϊκὰ πράγματα. Ὁ Μᾶρκος ὁ ἀσκητής, ὅταν μελέτησε τὴν τελεία ἀκτημοσύνη, ἀναλογίσθηκε ὅτι μέσα στὸ κελλί του εἶχε μία Ἁγία Γραφή. Εἶπε καθ᾽ ἑαυτόν: «καὶ αὐτὸ πλοῦτος εἶναι, περιουσία εἶναι», καὶ πῆγε καὶ τό ᾽δωσε κι ἔμεινε μόνον μὲ τὸν ἐπενδύτη του καὶ μὲ μιὰ δερμάτινη ζώνη. Ἔμεινε ὁ Μᾶρκος ὁ ἀσκητής, ὁ Ἀθηναῖος, μόνον μὲ τὸ δέρμα καὶ τὰ κόκκαλα! Δὲν σκέφθηκε νὰ ἐκμεταλλευθῆ τὸ κτῆμα του, γιὰ νὰ κάνη ἐλεημοσύνες. Μοῦ ἔλεγε ἕνας μοναχός μου: «Τί ντροπὴ νὰ πεθαίνη ὁ μοναχὸς καὶ νὰ βρίσκουν στὸ κελλί του πορτοφόλι ἔστω καὶ μὲ μία δραχμή», κι ἔμενε πάντοτε παντελῶς ἀκτήμων. Σήμερα γιατί τόση ἐπιθυμία καὶ τόσος ἀγῶνας γιὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα, ἂν καὶ βαθιὰ μέσα μας ἀκοῦμε τὴν φωνὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου «ὡς μηδὲν ἔχοντες καὶ τὰ πάντα κατέχοντες»;
Πέρασε ἕνας Ἑλβετὸς τὸ καλοκαίρι ἀπὸ ἕνα κελλί. Εἶδε ὅτι ὁ μοναχὸς ποὺ διέμενε ἐκεῖ δὲν εἶχε τίποτα, οὔτε παξιμάδι. Ἐπιστρέφοντας στὴν πατρίδα του, τοῦ ἔστειλε πέντε δραχμές. Καὶ ἄλλος ὅμως προσκυνητὴς εἶδε τὴν ἀκτημοσύνη καὶ ἐτρόμαξε.
– Βάλε –τοῦ λέει– Γέροντα, ἕνα μουσαμᾶ, ἕνα στρωσίδι στὸ τραπέζι σου.
– Δὲν ἔχω νὰ τὸ πάρω, ἂν καὶ μοῦ εἴπανε φθηνὸς εἶναι ὁ μουσαμᾶς.
Αὐτὸς τότε τοῦ ἔστειλε τὸν ὀβολὸ τῆς χήρας. Εἶχε ὅμως λάβει πιὸ μπροστὰ τὴν βοήθεια τοῦ Ἑλβετοῦ. Τοῦ τὰ γύρισε ὀπίσω, λέγοντας:
– Εὐχαριστῶ, ἀλλὰ αὐτὰ ποὺ μοῦ ἔστειλε ὁ πρῶτος περαστικὸς φθάνουν γιὰ μένα γιὰ δύο χρόνια. Πάρε πίσω τὰ χρήματα καὶ διάθεσέ τα ὅπου ἐσὺ θέλεις.
Πόσο γρήγορα ἐξατμίστηκε τὸ πνεῦμα αὐτὸ καὶ θέλει ὁ μοναχὸς νὰ ἔχη στὸ κελλί του μαγαζί.
Ὁ λογισμὸς ποὺ μὲ κρατᾶ σὲ διηνεκῆ ἀπορία εἶναι γιατὶ ὁ διάβολος δὲν βάζει στὸν Ἀντώνιο σὰν πρῶτο δόλωμα τὴν γυναῖκα κι ἔβαλε τὰ χρήματα, ἐνῶ εἶναι τόσο ἐπιρρεπὴς ὁ ἄνθρωπος στὶς ὁρμὲς τῆς σάρκας. Γιατί τόσο ἐπιμένει νὰ τὸν μαγαρίση μὲ τὴν φιλοκτημοσύνη, μὲ τὰ χρήματα καὶ τὰ πλούτη; Ἂν τὰ μελετούσαμε αὐτὰ στὸν νοῦ μας, θὰ ἤμασταν συγκρατημένοι. Ἐμεῖς ὅμως, ἂν καὶ ζοῦμε ὠμὰ τὴν ζημιὰ τῆς φιλοκτημοσύνης, ἐξακολουθοῦμε τὴν δαιμονικὴ πορεία τοῦ κτᾶσθαι καὶ καταντήσαμε, ἀπὸ ὑψιπέτες ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἤμαστε, σὰν τὸν δέσμιο ἀετὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ πιάση τοὺς αἰθέρες.
Ὁ Θεὸς νὰ μᾶς λυπηθῆ ἐμᾶς τοὺς μοναχοὺς καὶ νὰ μᾶς κρατήση μακριὰ ἀπὸ τὴν προδότρα φιλαργυρία. Ἂν ἀγαπᾶς τὰ πλούτη, ποῦ ἡ ταπεινοφορία, ποῦ ἡ ἐγκράτεια, ποῦ ἡ ξενιτεία; Ποῦ τοῦ Πέτρου ἡ φωνὴ «ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ νομίσματα δὲν ἔχω· ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγειρε καὶ περιπάτει»; Ἡ φιλοκτημοσύνη θὰ ρημάξη τὰ σπήλαια καὶ τὰ καταγώγια τῶν μοναχῶν. Ἂς ἀγαπήσουμε ὅλοι τὸν ἀφιλάργυρο τρόπο ζωῆς.
Δῶσε, Κύριε, σύνεση σὲ μᾶς τοὺς μοναχούς, νὰ κρατηθοῦμε στὴν ἐγκράτεια, στὴν ἀκτημοσύνη, στὴν ξενιτεία –γιατὶ ὄχι καὶ στὴν εὐλογημένη ζητεία, ἡ ὁποία ταπεινώνει τὸν ἄνθρωπο– καὶ στὴν πλήρη ὑπακοή. Ἀμήν.
 Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης