Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Το Βυζάντιο έχει Ρεπό-Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης: Μεταβολίζοντας τον πατέρα




Opuntia ficus-indica L., φραγκοσυκιά ελληνιστί, φραγκιστί συκιά της Μπαρμπαριάς.





Αποτέλεσμα εικόνας για Γαβριήλ Πεντζίκης












 Αποτέλεσμα εικόνας για To Το βυζάντιο έχει ρεπόΑποτέλεσμα εικόνας για To Το βυζάντιο έχει ρεπό





Στην περίπτωση της Τριόδου του Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη (μέχρι στιγμής έχουν εκδοθεί τα δύο πρώτα βιβλία καθώς και τα χαμένα κεφάλαια του δεύτερου τόμου), γινόμαστε μάρτυρες κατασκευής μιας κιβωτού διάσωσης της ίδιας της «ελληνίδας λαλιάς». Εδώ χωράνε όλα: η βυζαντινή γραμματεία, τα αστυνομικά μυθιστορήματα, το Άγιον Όρος, το σώμα και η ψαύση του, οι λέξεις και οι αναγραμματισμοί τους, το σπικάζ ποδοσφαιρικών αγώνων, η διερμηνεία˙ προοίμια, σταυρεπίστεγα, χαμένα κεφάλαια: θραύσματα που διασπείρονται και ενώνονται από το λόγο, την ομιλία, το μυθιστόρημα. Ο Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης ως “bricoleur” ενώνει τα διεστώτα και μάς παρέχει αντίδωρο μια από τις πλέον ευρηματικές καταθέσεις των τελευταίων –πολλών– χρόνων.

γαβριήλ νικολάου πεντζίκης

Μέχρι στιγμής έχουμε τη χαρά να κρατάμε στα χέρια μας τους δύο πρώτους τόμους της Τριόδου «Το Βυζάντιο έχει Ρεπό» και τα «ΩΑ Ωξύρρυγχα και Απόκρυφα». Διαβάζονται, άραγε, με τη σειρά που προτείνονται;
Kαι στο πρώτο και στο δεύτερο βιβλίο, έχετε εκατόν σαράντα τέσσερα κεφάλαια, προοίμιο, και σταυρεπίστεγη κατακλείδα και μπορείτε από οποιοδήποτε από αυτά να ξεκινήσετε. Το ίδιο ισχύει και για το δεύτερο βιβλίο και αν η ερώτησή σας είναι αν κάποιος μπορεί να ξεκινήσει από το δεύτερο βιβλίο και να πάει στο πρώτο, ναι βέβαια, φυσικά και μπορεί να το κάνει.

Με την παραπάνω ερώτηση δεν προσπαθώ να κάνω μια αναγνωστική υπόδειξη, αλλά να σχολιάσω ότι ο τρόπος της «Τριόδου», οδηγεί σε μια διάνοιξη ορίων και τελικά επαναδιαπραγμάτευσης του ίδιου του είδους του μυθιστορήματος. Θεωρώ, λοιπόν, ότι η «Τριόδος» τεντώνει στην πραγματικότητα την επικράτεια και του είδους και της γλώσσας. Δεν είναι έτσι; 
Την επικράτεια της γλώσσας σίγουρα, διότι με αυτή τη διάθεση ξεκίνησα και όχι με τη διάθεση να φτιάξω χαρακτήρες. Είμαι τεμπέλης σ’ αυτό. Τους βρίσκω έτοιμους. Το πώς τους επιλέγω, όμως, έχει μία κάποια σημασία.
Γράφω σαν χτίστης. Είναι μάλλον τετριμμένη παρομοίωση˙ την έχει χρησιμοποιήσει ο Σεφέρης. Κρίνω τι μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μια παλιότερη μορφή της γλώσσας ως φέρων οργανισμός, ώστε να μπει και να ενσωματωθεί σε δεύτερη χρήση σε αυτό που χτίζω. Η τρίοδος Το Βυζάντιο έχει ρεπό είναι κάπως διαφορετική από αυτούς που γράφουν ιστορικά βιβλία για το Βυζάντιο και τα γράφουν με σκυρόδεμα, πολλές φορές ούτε καν οπλισμένο.

Άρα, λοιπόν, χρησιμοποιείτε ως “bricoleur” τα υλικά που διαθέτει η γλώσσα, η ιστορία και η παράδοση και τα ανακατασκευάζετε αφηγηματικά;
Όλα ξεκινούν από τις προσωπικές εμπειρίες του καθενός. Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, μεγάλωσα πλάι σε έναν συγγραφέα και ζωγράφο. Κατά κάποιον τρόπο μεγάλωσα, όπως θα μεγάλωνε ο γιος ενός ξυλουργού, ο οποίος θα πήγαινε στο μαγαζί του πατέρα του και θα ‘βλεπε έπιπλα ή άλλες κατασκευές σε διάφορες φάσεις ολοκλήρωσης. Αυτό έπαιξε πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο εργάζομαι. Εργάζομαι, δηλαδή με λέξεις και έτσι αυτό που υπάρχει είναι σελίδες με κείμενα που έχω αρχίσει, δεν έχω τελειώσει, αλλά τα αποθησαυρίζω για να τα χρησιμοποιήσω σε άλλη στιγμή, όταν κρίνω ότι είναι πιο κατάλληλα. Δεν ξεκινώ κάτι ξέροντας από την αρχή πού θα τελειώσει. Κάτι τέτοιο θα ήταν φοβερά βαρετό και ανερωτικό. Αν, όμως, κάνατε μια βουτιά στο κεφάλι μου θα βρίσκατε ένα σωρό ημιτελείς κατασκευές, οι οποίες κάποια στιγμή μπορεί να ολοκληρωθούν.

Αλλά δεν είναι και απαραίτητο ότι θα ολοκληρωθούν, είναι;
Όχι, υπάρχουν εκεί. Μία τρέχουσα, ας πούμε, κατασκευή, που εκφράζει και αντανακλά κάποιους προβληματισμούς μου, είναι κατά πόσο η Β’ Βατικάνεια Σύνοδος έμμεσα οδήγησε στη συρρίκνωση των κλασικών σπουδών στην Ευρώπη, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό. Αυτός είναι ένας προβληματισμός, μία κατασκευή, που δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Όπως και η τρίοδος που γράφω, Το Βυζάντιο έχει ρεπό, δεν ξέρω πού θα με βγάλει.

Μου λέτε ότι δεν κινηθήκατε με βάση κάποιον αρχικό προγραμματισμό, ωστόσο προγραμματικά από το πρώτο σας βιβλίο εισάγετε την έννοια της «Τριόδου». Πώς, λοιπόν, προέκυψε η «Τρίοδος» και πώς αποκόπηκαν τα κεφάλαια των «ΩΑ»;
Να ξεκινήσω από το τελευταίο ερώτημα. Τὸ ΩΑ-Ωξύρρυγχα & Απόκρυφα αυτονομήθηκε για πολύ απλούς πρακτικούς λόγους: δεν μπορούσε να ενσωματωθεί στο δεύτερο βιβλίο λόγω όγκου καί βάρους αλλά κι επίσης επειδή πολλά από τα περιγραφόμενα θα μπορούσαν, ίσως, να σοκάρουν. Αποφάσισα, λοιπόν, να βγει χωριστά, σαν τσόντα κυριολεκτική και μεταφορική του Δεύτερου Βιβλίου, με το πρόσχημα των χαμένων κεφαλαίων.
Δεν μπορώ να πω ότι όταν άρχισα να γράφω Το Βυζάντιο ἐχει ρεπό, είχα στο μυαλό μου την προοπτική μιας τριλογίας ή τριόδου. Το υλικό επέβαλε τη μορφή. Δηλαδή κάποια στιγμή είδα τι είχε γραφτεί και καταλάβαινα, ότι αποκλείεται να χωρέσει σε έναν τόμο, οπότε σκέφτηκα ν᾽αναπτυχθεί το έργο σε τριλογία.
Τότε σκέφτηκα τη διάταξη Βιβλίο Πρώτο: Βασιλεύουσα & Κωνσταντινούπολις, Βιβλίο Δεύτερο: Βασιλεύουσα & Νίκαια, Βιβλίο Τρίτο: Βασιλεύουσα & Θεσσαλονίκη.
Το καλοκαίρι πριν βγει ο πρώτος τόμος συζητούσα με φίλη φίλου που μου μίλησε με πολύ θαυμασμό για την τριλογία του Τσίρκα. Της έθεσα την ερώτηση που πάντα θέτω, όταν ακούω γυναίκες να επαινούν τον Στρατή Τσίρκα, σχετικά με το πόσο ικανοποιεί αυτή η σχεδόν καρικατουρίστικη αποτύπωση των γυναικών στην Τριλογία του που είναι ουσιαστικά μια αχαλίνωτη αρσενική φαντασίωση νυμφομανών γυναικών. Δεν απάντησε στην ερώτησή μου αλλά μου είπε πως η Τριλογία αποτυπώνει τις τρεις μορφές της γυναίκας: μητέρας, συζύγου, ερωμένης.
Η συγκυρία τό᾽φερε το Πρώτο Βιβλίο της τριόδου Το Βυζάντιο έχει ρεπό να είναι το βιβλίο της συζύγου. Το Δεύτερο Βιβλίο είναι οπωσδήποτε το βιβλίο της ερωμένης και υποθέτω πως το Τρίτο Βιβλίο θα είναι το βιβλίο της μάνας – αν και δεν μ’ αρέσει να υπόσχομαι πράγματα που μπορεί να μην τα βγάλω πέρα. Σε μια συνέντευξη μετά την έκδοση του πρώτου βιβλίου, είπα ότι στο δεύτερο θα μιλήσω για την εικονομαχία και δεν μιλώ για την εικονομαχία, γιατί δεν μου βγήκε.

Ποια σχέση υπάρχει μεταξύ ομιλίας και μυθιστορήματος; 
Επηρεάστηκα πάρα πολύ από το σίριαλ Τα Φιλαράκια, γιατί πιστεύω ότι η βαθύτερη ανάγκη, η βαθύτερη έννοια της τέχνης είναι να μας ξελασπώνει από τις λιγότερο ευχάριστες πτυχές της ανθρώπινής μας συμπεριφοράς.
Αυτό το αισθάνθηκα μία φορά πάρα πολύ έντονα στη Βαρκελώνη. Έχει κάτι λεωφόρους, τις ράμλας, που έχουν στη μέση φαρδιά νησίδα με δενδροστοιχία η οποία φιλοξενεί καφενεία και περίπτερα, όπου βρήκα εξαιρετικές εκδόσεις έργων της ισπανόφωνης λογοτεχνίας, από τον Δον Κιχώτη και τον Χρυσό Αιώνα έως Μπόρχες και Κορτάσαρ. Η νησίδα ήταν φωτισμένη, στα πεζοδρόμια, ένθεν και ένθεν, μέσα στο σκοτάδι, ήταν διάφορες ιερόδουλες που κάνανε πιάτσα. Τότε κατάλαβα τη βαθύτερη ανάγκη της λογοτεχνίας ή της τέχνης ακριβέστερα -γιατί η λέξη «λογοτεχνία» με ενοχλεί αφάνταστα- που είναι να προσπαθεί να σώσει την ύψιστη δωρεά που έχουμε: το σώμα μας, που είναι όπως η γλώσσα, φυλακή και ταυτόχρονα διέξοδος για υπέρβαση προς τον άλλο.
Λοιπόν, να επανέλθω στην αρχή και να σας απαντήσω γιατί μου αρέσει το σίριαλ Τα Φιλαράκια: γιατί παίρνει την πιο κατάπτυστη μορφή τηλεοπτικού προγράμματος που είναι τα Big Brother, της κάμερας που βλέπει την ομάδα μέσα σ’ ένα κλειστό χώρο προς τέρψιν των ταπεινότερων ενστίκτων μας και φτιάχνει ένα έπος, που εγώ προσωπικά δεν θα είχα καμία αντίρρηση και κανέναν δισταγμό να βάλω δίπλα στο Δεκαήμερο του Βοκακίου.
Αυτό, λοιπόν, με συνάρπασε και θεώρησα ότι από τη στιγμή που η εποχή καταργεί τα πρόσωπα, δηλαδή καταργεί τους ήρωες, ή θα πρέπει να φτιάξεις καινούρια πρόσωπα ή θα πρέπει να πεις ότι δεν με ενδιαφέρουν τα πρόσωπα, παίρνω έτοιμα πρόσωπα και τα λέω με το όνομά τους, κάτι που κάνουν αρκετοί συγγραφείς. Ο Colin Dexter, ας πούμε, το κάνει κατά κόρον: όλες οι παμπ που επισκέπτεται ο επιθεωρητής Morse είναι υπαρκτές παμπ και οι ιδιοκτήτες τους αναφέρονται με τα ονόματά τους. Οπότε ξεμπερδεύοντας με το βαρετό κομμάτι του να φτιάξω χαρακτήρες, τι έμενε; Έμενε η ίδια η γλώσσα, η ίδια η ομιλία και αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Γι’ αυτό και την τρίοδο Το Βυζάντιο έχει ρεπό την ονόμασα «Ομιλία σαν Μυθιστόρημα».

Μου δίνετε την ευκαιρία να σας ρωτήσω το εξής: μελετώντας το επίμετρό σας στο «Προς Εκκλησιασμόν» του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, αναφέρετε τη βαρύτητα που είχε για τον πατέρα σας η έννοια της ομιλίας και άρα της απεύθυνσης προς τον άλλο. Συμβαίνει κάτι αντίστοιχο εδώ, δηλαδή μια απεύθυνση προς τη γλώσσα και το σώμα του άλλου;
Προς τη γλώσσα οπωσδήποτε, αλλά όχι μόνο, δηλαδή, μία διορατική ανάγνωση του Δεύτερου Βιβλίου δίνει πάρα πολλές ερμηνείες για πράγματα που γίνονται σήμερα. Δεν το κάνω με τον φορτικό τρόπο που γράφει κανείς σάτιρα ή ένα ιστορικό μυθιστόρημα για να σχολιάσει το παρόν, αλλά μιλώ ας πούμε για γενικότερα στελέχη -στέλεχος με την έννοια την ιατρική, όπως λέμε στέλεχος του ιού- της νεοελληνικής μας ψυχοσύνθεσης.

Άρα η συνομιλία και με τις ιστορικές συνθήκες και μάλιστα τις τωρινές σάς απασχολεί πολύ. Σωστά;
Αφάνταστα. Θεωρώ ότι είμαι εξ ορισμού και κατεξοχήν πολιτικός συγγραφέας, όπως άλλωστε εξ ορισμού είναι κάθε συγγραφέας. Κεφάλαια όπως το «Ιακώβ εορτάζει Θεό» και «Τι είδαν άλλοι Σαρακηνοί» του Πρώτου Βιβλίου, που μιλούν για τον Ισραηλίτη συμμαθητή μου Τζέκυ Χάγουελ και τους εκ Σαρακηνών Αγίους της Εκκλησίας μας εκφράζουν μια συνειδητή τοποθέτηση απέναντι στην τρέχουσα αναβίωση της νοοτροπίας του ολοκληρωτισμού. Το ίδιο ισχύει για το κεφάλαιο «Για τ᾽όνομα του Θεού» στο Δεύτερο Βιβλίο. Αυτή η αναγκαία πολιτική τοποθέτηση του συγγραφέα είναι κάτι που δυστυχώς παρερμηνεύσαμε για πάρα πολλά χρόνια εισάγοντας την έννοια της κομματικής στράτευσης, που δεν έχει βέβαια καμία σχέση με ό,τι επιδιώκω εγώ.

Εφόσον μιλάμε για το αστικό μυθιστόρημα και άρα για την αρχή του, αναφερόμαστε και σε ορισμένες συμβάσεις, που εσείς ωστόσο σπάτε. Ο τρόπος που συμβαίνει αυτό συνδέεται τόσο με το πώς διαχειρίζεστε την κιβωτό της γλώσσας και τη διαχρονία της «ελληνίδας λαλιάς» όσο και με την ανακαίνιση των προσώπων. Δεν είναι ένα στοίχημα αυτό για έναν συγγραφέα στις μέρες μας; 
Ναι, αλλά δέστε λίγο κάτι για να ξεκαθαρίζουμε τα πράγματα: Βεβαίως, δεν αρνούμαι τον τίτλο του συγγραφέα και πρόσφατα κοίταζα αν μπορώ και πληρώ τις προϋποθέσεις για να μπω στην εταιρεία συγγραφέων. Δεν τις πληρώ δυστυχώς μέχρι το 2018. Ωστόσο, δεν είδα ποτέ τον εαυτό μου ως συγγραφέα.
Άρχισα να γράφω Το Βυζάντιο έχει ρεπό τη νύχτα 8 προς 9 Αυγούστου του 2009. Είχε προηγηθεί η επιμέλεια σχολιασμένων εκδόσεων έργων του πατέρα μου: το Προς Εκκλησιασμόν, η Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής, η Γραφή Κατοχής, μία θεματική ανθολογία κειμένων που περιλαμβάνει σε πανομοιότυπη έκδοση και μεταγραφή το χειρόγραφο του Ιουλίου του 1943.
Υπήρξα ευσυνείδητος επιμελητής, καταλάβαινα, ωστόσο ότι οι επιμέλειες ήταν ένα φιλότιμο μνημόσυνο του πατρώου έργου, αλλά αυτό που ήθελα κι ίσως έπρεπε να δείξω είναι τι μεταβόλισα ως άμεσος βιολογικός απόγονος από τον πατέρα μου. Πιστεύω ότι ο μεταβολισμός, με την έννοια που έχει στην ιατρική, είναι ένα είδος μεταφοράς, μετατροπής της ύλης σε μια άλλη πραγματικότητα.

Η σχέση σας με τη γλώσσα ως υλικό είναι συγκεκριμένη και λόγω της επαγγελματικής σας ενασχόλησης με τη διερμηνεία. Θεωρείτε, πως με κάποιον τρόπο μέσω της «Τριόδου» μεταβολίσατε και διερμηνεύσατε τα πράγματα;
Οπωσδήποτε η βιοποριστική μου ασχολία ως διερμηνέας επηρέασε βαθύτατα τον τρόπο γραφής μου και η εκπαίδευσή μου αυτή μέ άλλαξε. Νομίζω, ότι η διερμηνεία είναι κάτι έμφυτο στον άνθρωπο. Όλοι έχουμε τη δεξιότητα του διερμηνεύειν, όπως όλοι μας περπατάμε στα δύο πόδια˙ οι διερμηνείς όπως οι δρομείς απλώς ασκούνται και έχουν την ικανότητα να τρέχουν πιο γρήγορα, να διερμηνεύουν πιο αποτελεσματικά από άλλους.
Η διερμηνεία μού έδωσε την ευκαιρία να ακούσω την ελληνική γλώσσα σε όλες της τις εκφάνσεις -από την Αυτού Θειοτάτη Παναγιότητα, τον Οικουμενικό Πατριάρχη, μέχρι τον χωρικό που είπε «όταν πέθανε ο πατέρας μου τα χωράφια του πέρασαν πάνω μου, αλλά δεν ήταν καλά, νεροκρατούσαν, και τ’ αντάλλαξα μ´ έναν συγχωριανό». Αυτό έφερε μία κονιορτοποίηση της αυτάρεσκης δικής μου έκφρασης, η οποία εν τω χρόνω έδωσε το βιβλίο που έχετε μπροστά σας.

Για την «Τρίοδο» ως τώρα δεν έχουν γραφτεί πολλά πράγματα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων κι αυτό μού προκαλεί μεγάλη έκπληξη. Ποια είναι η γνώμη σας για την συγκρότηση του αναγνωστικού και κριτικού περιβάλλοντος εντός της Ελλάδας;
Αυτοί είναι προβληματισμοί, που αν με απασχολούσαν θα μου στοίχιζαν τόσο πολύ σε χρόνο που δεν θα είχα καιρό να γράψω και το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να γράφω. Από εκεί και πέρα, μην νομίσετε ότι δεν με ενδιαφέρει η πρόσληψη του βιβλίου, κάθε άλλο. Με ενδιαφέρει και μάλιστα πάρα πολύ. Δεν νομίζω, ότι είναι βιβλίο ενός συγγραφέα που απευθύνεται σε συγγραφείς, όπως το χαρακτήρισε κάποιος σε μία παρουσίαση. Θα ήθελα να απευθύνεται σε ανθρώπους που δεν έχουν διαβάσει βιβλία.

Κάτι πάει λάθος, όμως, κ. Πεντζίκη.
Όλο μου το έργο κι όλη μου η βιοτή προσπαθεί να αναγραμματίσει το «λάθος» για να προβάλλει ο «άθλος» που κρύβεται μέσα του.

Το «Βυζάντιο έχει Ρεπό» μού έδωσε την αίσθηση ενός τραγουδιστού βιβλίου. Είναι;
Γράφω μιλώντας, ακριβώς όπως διαβάζω φωναχτά˙ όχι βέβαια τα πάντα. Ένα βιβλίο τσέπης, για παράδειγμα, που θα διαβάσω για να περάσει η ώρα στο αεροδρόμιο επειδή έχει καθυστέρηση η πτήση, από τη φύση του δεν προσφέρεται για να διαβαστεί φωναχτά. Αλλά όταν διαβάζεις φωναχτά συμμετέχεις, πειθαρχείς την ανάσα σου στην ανάσα του κειμένου. Για μένα, δηλαδή, είτε μεταφράζω είτε γράφω παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο ότι απαγγέλλω αυτά που γράφω.

Μιλάτε σαν να τραγουδάτε και γράφετε σαν να αγγίζετε. Αυτή η σκέψη μου ήρθε στο μυαλό τόσο ακούγοντάς σας όσο και διαβάζοντας τον κώδικα με τον οποίο κλείνει το πρώτο βιβλίο της «Τριόδου». Είναι βιβλίο αφής και ήχου, λοιπόν;
Νομίζω, ότι υπάρχει μια ιεραρχία των αισθήσεων ή των αισθητηρίων, με πρώτη την όραση κι έσχατη την αφή. Ο Θεάνθρωπος, όμως, καταδέχτηκε στη δεύτερή του εμφάνιση στους μαθητές να γίνει αντικείμενο ψαύσης. Κι η πιο ταπεινή αίσθηση είναι ταυτόχρονα η πιο ειλικρινής και στέρεα αίσθηση.

Η μνήμη είναι θέμα αφής; Βλέμματος;
Μυθοπλασίας, επίσης. Διάβαζα τελευταία ένα άρθρο, για το ότι ουσιαστικά η μνήμη δεν υπάρχει και είναι μία ένδειξη ισχυρής μυθοπλασίας. Μία από τις αγαπημένες μου συγγραφείς είναι η P.D. James. Γράφει κάπου: “Memory is a device for forgetting just as much as it is a device for remembering”.

Σκεφτόμουν το εξής: θα μπορούσαμε στον «Ύμνο της Αγάπης» του Απ. Παύλου να αλλάξουμε τη λέξη «αγάπη» με τη λέξη «γλώσσα»; Η γλώσσα είναι ένας τρόπος να ανοιγόμαστε στην ετερότητα; 
Νομίζω ότι κάπου το λέει ο Λορεντζάτος αυτό, ότι η μόνη αλήθεια είναι ο Χριστός, αλλά ο Χριστός για να εκφράσει την αλήθεια Του χρησιμοποίησε τη γλώσσα. Μια γλώσσα πολύ διαφορετική από αυτή των σύγχρονών μας Xριστιανών. Δεν έβγαλε τσιτάτα˙ όλα με παραβολές τα λέει. Είναι “fiction”, είναι η απαρχή της μυθοπλασίας και εκεί ακριβώς είναι η ελευθερία. Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, που πολύ αγαπώ και ευλαβούμαι, μιλά για την Παραβολή του Καλού Σπορέα. Λέει, ότι θα μπορούσε θαυμάσια ο Θεάνθρωπος να εμφανιστεί ως Καλός Θεριστής, αλλά τότε θα ήταν ανελεύθερος τιμωρός, ενώ ως Καλός Σπορέας χαρίζει την ελευθερία του φύεσθαι. Η ελευθερία και η αγάπη είναι ένα και το αυτό στην πραγματικότητα, είναι κάτι που δεν το σηκώνουμε εύκολα, κι αυτό το δείχνουν οι διάφορες αιρέσεις. Κάθε αίρεση είναι ένας κόμπος που μας εμποδίζει να δεχθούμε και να εκφράσουμε την αγάπη που κουβαλούμε.

Ο τρόπος με τον οποίο συνομιλούν τόσο διαφορετικά είδη στο έργο σας μού θυμίζει την «ένωση των διεστώτων». Θέλετε να μου μιλήσατε για τον τρόπο με τον οποίο περνάτε από το σπικάζ σε κείμενα φιλοκαλίας, βυζαντινά χρονικά κ.λπ.;
Οι θεωρίες για το έπος άλλαξαν πάρα πολύ όταν η τεχνολογία έδωσε την ευκαιρία να μαγνητοφωνηθούν προφορικά έπη ποιητάρηδων. Οι μαγνητοφωνήσεις αυτές επέτρεψαν να εντοπιστούν οι διάφορες φόρμουλες, δηλαδή έτοιμα κομμάτια που εισάγει ο ποιητάρης για να διευκολυνθεί στη μνήμη και να θυμάται τα υπόλοιπα. Και το σπικάζ των ποδοσφαιρικών αγώνων, έχει αντίστοιχες φόρμουλες όχι για να υποβοηθηθεί η μνήμη αλλά για να αντιμετωπιστεί το τυχαίο και το αναπάντεχο. Είναι ένα ρετάλι έπους το σπικάρισμα.

Θεωρείτε, ότι έχει αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο δομούμε τις σχέσεις μας τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα; Κι αν ναι, προς ποια κατεύθυνση; 
Βέβαια. Δέστε, όμως, νομίζω ότι ο πιο σίγουρος τρόπος να πέσει κανείς σε λάθος είναι να μπλέξει με το καλύτερο ή το χειρότερο, δηλαδή με αξιολογικές κριτικές. Εμένα μ’ ενδιαφέρει να αποτυπώσω διαφορές πλεύσης. Τώρα το αν η διαφορά πλεύσης είναι καλή ή κακή, αυτό δεν είναι κάτι που με αφορά ή με ενδιαφέρει.

Σας απασχολεί η συγκρότηση μιας ισχυρής συγγραφικής ταυτότητας και η διάσωση μιας ποιητικής γενεαλογίας; Βρίσκετε διαφορά σε αυτές τις δύο έννοιες;
Η γλώσσα είναι αντιφατική από τη φύση της. Εἱναι μέσο επικοινωνίας και ταυτόχρονα μέσο ταυτότητας. Πιστεύω ότι όσο πιο αληθινά γράφει κανείς ξεπερνάει το άγχος της ταυτότητας και αποκτάει ταυτότητα το υλικό από μόνο του, επειδή ξεχνάει την έννοια της ταυτότητάς και ασχολείται με πράγματα που είναι πανανθρώπινα. Νομίζω ότι από τα σημαντικότερα πράγματα που έχουν γραφτεί στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι το αρχαίο δράμα, το οποίο εμείς το χρησιμοποιούμε λίγο σαν περγαμηνή προπατόρων. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι κάτι που μιλάει για πανανθρώπινα πράγματα. Η Αντιγόνη μπορεί να ανεβεί σε θέατρο παντού ανά τον κόσμο και να είναι ενεργή, γιατί μιλάει για πολύ βασικές έννοιες της ανθρώπινης ύπαρξης όπως η κόντρα του ατόμου με το κράτος και τον νόμο. Το επίτευγμα είναι ότι αυτό δεν γίνεται σε ένα επίπεδο ιδεών, όπως στα μυθιστορήματα του Σαμαράκη, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αισθάνεσαι το σώμα. Ο Yeats προσπάθησε να γράψει μυστικιστική ποίηση και είναι αστεία. Δεν έχει σώμα. Διαβάζεις τον John Donne και αισθάνεσαι τον ιδρώτα. Διαβάζεις τον Άγιο Συμεών το Νέο Θεολόγο και αισθάνεσαι το σώμα. Άμα δεν αισθάνεσαι το σώμα, τ᾽άλλα δεν έχουν σημασία.

Από το σώμα, τη μνήμη και την πληγή, ας περάσουμε στη συμβολική δωρεά και χειρονομία της λογοτεχνίας. 
Θα προτιμούσα τον όρο «γραμματεία» αντί του «λογοτεχνία». Υπάρχει μια συγκλονιστική στιγμή στο πρώτο μυθιστόρημα του πατέρα μου τον Αντρέα Δημακούδη, ο οποίος είναι φοιτητής βοτανικής και πηγαίνει εκδρομή με συμμαθητές του για να βρούνε κάποια φυτά στα πέριξ του Στρασβούργου. Βρίσκει, λοιπόν, δύο φυτά της ίδιας οικογένειας των κρινοειδών στη σχισματιά ενός βράχου, τα οποία ενώ ήταν όμοια στη γένικότητά τους, διέφεραν. Του ενός ο ύπερος σχηματιζόταν από έξι καρπόφυλλα, του άλλου μόνο από πέντε κι ανάλογα ελαττώνονταν ο αριθμός από τους στήμονες, δίχως μ᾽αυτό να καταστρέφονται τα κοινά σημεία της μορφής και των δύο. Επρόκειτο για φυτό του ιδίου είδους που ένα άτομό του, άγνωστο για ποιούς λόγους και αίτια, είχε ξεφύγει από τον σταθερό κανόνα του είδους σε μια πιθαμή απόσταση από το υγιές.
Ο Αντρέας Δημακούδης είναι ένα από τα πρώτα μυθιστορήματα με πρωταγωνιστή δυσλειτουργικό άτομο που βρίσκεται σε κόντρα με τον γύρω του χώρο, κι η πάγια κατάληξη ενός τέτοιου μυθιστορήματος είναι ο θάνατος του πρωταγωνιστή.
Η επί του συγκεκριμένου αντικειμένου παρατήρηση του Δημακούδη για τα δυο φυτά, γράφει ο πατέρας μου, τού ικανοποιούσε το νου, αναστέλλοντας κάθε ανησυχία του σώματος ή της ψυχής. Η αίσθησή μου είναι, ότι ο πατέρας μου περιγράφει μιαν επιφάνεια: αισθανόταν ότι ακριβώς όπως τα δύο είδη, τα δύο άτομα του ίδιου φυτού είχαν διαφορές και αυτοδύναμα ζούσαν το ένα δίπλα στο άλλο, έτσι μπορούσε να ζήσει και ο δυσλειτουργικός πρωταγωνιστής, διάφανο προσωπείο του αυτοβιογραφούμενου συγγραφέα, μέσα στον κόσμο.
Το γεγονός, ότι μετά ο Αντρέας Δημακούδης αυτοκτονεί είναι μία υποταγή, μία υπακοή στις συμβάσεις του λογοτεχνικού εἰδους του μυθιστορήματος και αυτό είναι που ουσιαστικά ο πατέρας μου πάντοτε ήθελε να ξεπεράσει και ξεπέρασε. Οι συμβάσεις του είδους βέβαια είναι καθαρά προϊόν μίας εξέλιξης στη μεταναγεννησιακἠ Ευρώπη που συνδέεται άμεσα με το Ρωμαιοκαθολικισμό. Η μεταναγεννησιακή συνείδηση είναι κάπως σαν μια συρταριέρα, με συρτάρια γεμάτα καλοδιπλωμένα ρούχα ερμητικά και στεγανά απομονωμένα. Αυτή η εικόνα μού έρχεται στο νου όταν ακούω τη λέξη «λογοτεχνία». Οι συρταριέρες αναπόφευκτα δημιουργούν αυταξίες που, όσα αποσμητικά κι αν βάλεις στο συρτάρι, μυρίζουν τον φετιχισμό που ενυπάρχει στο εξατομικευμένο κριτηρίο του ωραίου.
Αντίθετα, η «γραμματεία» δεν ενδιαφέρεται για διαχωρισμούς ειδών. Χωράει τα πάντα κι επιτρέπει να βρεις ψήγματα υψηλής τέχνης, δηλαδή αλήθειας, σε διάφορες ετερόκλιτες εκφάνσεις του ανθρώπινου βίου: σε προφορικό ή σε γραπτό λόγο, σε αλληλογραφία ή σε χρονικό, στο σπικάρισμα ποδοσφαιρικών αγώνων.
Άν η «λογοτεχνία» είναι συρταριέρα, η «γραμματεία» είναι ντουλάπι όπου τα ρούχα είναι φίρδην μίγδην αχταρμάς.

Ό,τι προσφέρουμε στον αναγνώστη είναι αποτέλεσμα μιας πληγής μας και μιας διαδικασίας αυτοφαγίας; 
Από τις πληγές ξεκινάνε, όλα. Όχι; Ανάμεσα στην «πληγή» και την «πηγή» ένα λάμδα είναι η διαφορά και το λάμδα είναι το υγρό στοιχείο. Το απτό υγρό στοιχείο, όπως το αίμα που τρέχει από το αιμάσσον τραύμα. Όταν στεγνώσει το αίμα και παύει να κυλά και φύγει το λάμδα, το τραύμα γίνεται «πηγή».

Διαβάζω ένα απόσπασμα από τα «ΩΑ» ρωτώντας σας ακριβώς αυτό που γράφετε: «Πώς αντέχεται αυτή η γλώσσα που οι αφηρημένες έννοιες γίνονται τόσο απτές και οι απτές τόσο συγκεκριμένες;».
Δύσκολα, εμένα μου πήρε εξήντα χρόνια. Το βασικό είναι να το συνειδητοποιήσει κανείς. Αν δεν το συνειδητοποιήσει, νομίζω ότι κάτι λείπει.

Η συνειδητοποίηση, ωστόσο δεν μειώνει το άλγος, ούτε αυξάνει τις αντοχές.
Όχι. Το «άλγος» βέβαια είναι αναγραμματισμός του «Όλγας», και είμαστε αυτή τη στιγμή στη Βασιλίσσης Όλγας. Τι άλλο μας βγάζει το «άλγος»; Μας βγάζει τη λέξη «λογάς», και τη λέξη «λαγός», επίσης.

Πόσο σπουδαία γλώσσα είναι η ελληνική;
Είναι ωραία γλώσσα. Την απαξιώνουμε και ως γλώσσα και χειρότερα ως γραφή και αυτό είναι κάτι που με ανησυχεί.

Μου αρέσει που χρησιμοποιείτε το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, αν και το έργο σας επ’ ουδενί δεν απαξιώνει τη γλώσσα.
Ο γύρω κόσμος το απαξιώνει και όχι κατ’ ανάγκη από δική του βούληση. Για παράδειγμα τα “greeklish” των υπολογιστών και των “sms” είναι συνάρτηση της τεχνολογίας, αλλά δυστυχώς οδηγούν σε μία πραγματική απαξίωση του ίδιου του αλφαβήτου. Ο μακαρίτης ο Κώστας Ταχτσής στο βιβλίο του Η Γιαγιά μου η Αθήνα έγραφε για ένα μαγαζί που ήταν κάπου στα Εξάρχεια και πουλούσε έπιπλα, κάτι φρικαλέα έπιπλα. Η επιγραφή στην τζαμαρία του καταστήματος έγραφε «Ispaniko Epiplo ». Έγραφε, λοιπόν, ο μακαρίτης ο Ταχτσής: «Τι να πεις σε κάποιον άνθρωπο που γράφει Ispaniko Epiplo;». Έκτοτε αυτό έγινε καθημερινότητά μας.

Γι’ αυτό τελικά είναι πολιτικό βιβλίο το «Βυζάντιο έχει Ρεπό»; Γιατί μέσω της διάσωσης της ιστορίας της γλώσσας δίνετε απάντηση σε απολύτως συγχρονικά ζητήματα;
Ναι, νομίζω ότι έτσι είναι. Ο καθένας αντιδρά σε αυτά που προσλαμβάνει. Οι συγκυρίες με έφεραν σε πολύ άμεση σχέση με την παγκοσμιοποίηση και την φθορά των γλωσσών. Και δεν μιλώ μόνο για τη φθορά της ελληνικής γλώσσας, μιλώ επίσης για τη φθορά της αγγλικής. Τα σημερινά αγγλικά είναι, ας πούμε, σαν τα ελληνιστικά ελληνικά, δηλαδή γράφονται από ανθρώπους των οποίων δεν είναι μητρική γλώσσα.
Δεν θεωρώ, λοιπόν, το γεγονός ότι δεν γράφω για τα βάσανα της καθημερινότητας, που καταλαβαίνω και συμμερίζομαι στο κάτω κάτω, ότι αυτό καθιστά το Βυζάντιο λιγότερο πολιτικό. Γράφω για να διασώσω ό,τι μπορώ από την ελληνίδα λαλιά.

Πρωτογενής λόγος, λεξικογραφία, προσκυνηματικός οδηγός του Αγίου Όρους, μεταφράσεις, επίμετρα και επιμέλεια των βιβλίων του πατέρα σας, Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Θεωρείτε πως όλες οι πτυχές του έργου σας συνδέονται, αποτελούν μια ενιαία χειρονομία;
Ναι, είναι ενιαία, διότι επιδίωξή μου είναι ν᾽ανταποκρίνομαι στην αλήθεια που βλέπω. Όταν πήγα για πρώτη φορά μόνος μου στο Άγιον Όρος, ο μόνος οδηγός που υπήρχε ήταν ένας οδηγός, που είχε ας πούμε δυο-τρεις σελίδες για κάθε μοναστήρι με κάποιες φωτογραφίες της μονής και κάποιους από τους θησαυρούς. Αισθάνθηκα ότι δεν ήταν αυτό το Όρος που μίλησε σε μένα. Δεν πήγα στο Όρος επειδή στη μονή Βατοπαιδίου φυλάσσεται το Ποτήριο από ίασπι, δώρο του Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου. Δεν με ενδιέφεραν αυτά τα πράγματα στο Όρος. Με ενδιέφεραν οι άνθρωποι.

Να υποθέσω και η σάρκα τους;
Τελείως. Άμα δεν υπάρχει σάρκα, μιλάμε για ιδέες και δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από τις ιδέες. Όταν καλπάζουν και κυριαρχούν οι ιδέες, ξέρετε ποιο είναι το επόμενο στάδιο; Τα γκούλαγκ και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Και, δόξα τω Θεώ, η ευρωπαϊκή συνείδηση και τα δύο τα έζησε μέσα στον ίδιο αιώνα.

Άρα στο Άγιον Όρος γίνατε κοινωνός και της σάρκωσης και της πίστης ως βίωμα;
Δέστε κάτι, η πίστη δεν είναι κάτι που μπορεί κανείς να το περιγράψει εννοιολογικά. Είναι κάτι που νιώθεται. Εμπιστεύεστε τον πατέρα σας˙ δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα που να συνηγορεί για αυτήν την εμπιστοσύνη. Είναι τελείως σαρκική και βιωματική και αυτό με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει, δηλαδή η πίστη ως εμπιστοσύνη. Εμπεριέχει ρίσκο, το γνωστό στοίχημα του Πασκάλ. Και στην τόλμη του ρίσκου αυτού υπάρχει και η αρετή και η ελευθερία.

Και άρα, η αγάπη. Σωστά;
Νομίζω ότι η αγάπη συνδέεται με το ρίσκο, διότι στο ρίσκο και στην τόλμη ξεχνάς τον εαυτό σου. Αυτό είναι κάτι που διακρίνω πολύ έντονα στη δουλειά ενός φίλου μου καλλιτέχνη, του Μιχάλη Σιγανίδη και μού δίνει πολύ κουράγιο. Με το Μιχάλη Σιγανίδη, η αίσθησή μου είναι μιας απεριόριστης ευγνωμοσύνης, γιατί βλέπω έναν άνθρωπο που δουλεύει τόσο κοντά στους δικούς μου τρόπους και τόσο διαφορετικά από αυτούς κι αυτό, ξέρετε, βοηθάει πολύ.

Σε μια συνέντευξή του Μ. Σιγανίδη στο chronosmag.eu που παραχώρησε στην Παυλίνα Μάρβιν, Δανάη Σιώζιου και Ειρήνη Συνοδινού, αναφέρεται πως ο ποιητής Άντης Ιωαννίδης τον περιγράφει ως «σαλίγκαρο σιγανό και δυνατό», αλλά και «ρακοσυλλέκτη του λεχθέντος» και «μοντέρ του ομιλούντος χρόνου». Και το σημειώνω με την ευκαιρία της αναφοράς στον κ. Σιγανίδη, γιατί θεωρώ ότι με διαφορετικούς τρόπους κάνετε το ίδιο κι εσείς. Ισχύει η εκτίμησή μου;
Την κατάφαση της κεφαλής δεν την ηχογραφεί το μαγνητόφωνο, οπότε το επισημαίνω.

Είναι μεγάλη τέχνη το μοντάζ.
Ναι. Μεγαλειώδης.

Γιατί μεταξύ άλλων διαχειρίζεται και τη μνήμη;
Φυσικά! Σε οποιαδήποτε εκκλησία αν πάτε και παρατηρήσετε τις τοιχογραφίες, θα δείτε ένα μοντάζ με την έννοια της αφαιρετικότητας και της πρόσθεσης. Δεν είναι αφηρημένη έννοια το μοντάζ.

Πότε το βιωματικό υλικό κάποιου αρχίζει και αφορά τον έτερο;
Ο Γιώργος Κιτσόπουλος ήταν συνεργάτης του «Κοχλία». Δεν ήταν Σαλονικιός, ήταν Πειραιώτης. Μιλώντας κάποτε σε μια συνέντευξη είπε, ότι όταν πρωτοήρθε στη Θεσσαλονίκη αυτό που του έκανε εντύπωση ήταν ότι οι συγγραφείς -και ενδεχομένως φωτογράφιζε τον πατέρα μου- δεν του μιλούσαν σε στυλ στιχομυθίας, αλλά ξαφνικά άρχιζαν έναν μονόλογο, που στην αρχή τον ξάφνιαζε. Όσο προχωρούσε, όμως, ο μονόλογος, ο Κιτσόπουλος είχε την αίσθηση ότι από εκεί που ήταν σαστισμένος, άρχιζαν να χτυπάνε καμπανάκια, διότι ο μονόλογος δεν ήταν τυχαίος μονόλογος, αλλά πάρα πολύ επικεντρωμένος στο πρόσωπό του συνομιλητή.

Γιατί σε κάποια βιβλία λειτουργεί ικανοποιητικά η σύνδεση με το βιωματικό έρμα και σε άλλα όχι;
Στο τελευταίο του βιβλίο, το τραγικό βιβλίο Το Φοβερό Βήμα, ο Ταχτσής περιγράφει πώς ρωτούσε τη μητέρα του για τις ερωτικές της περιπτύξεις και την ερωτική της συμπεριφορά με το σύζυγό της. Αναφέρει, λοιπόν, την αντίδραση της μητέρας του, που ήτανε: «Δεν αισχύνεσαι, γιέ μου, να ρωτάς τέτοια πράγματα τη μάνα σου;» Η χρήση του «δεν αισχύνεσαι» σε σχέση, ας πούμε, με το «δεν ντρέπεσαι» δίνει μία αίσθηση αρχαίας τραγωδίας και αυτό υπάρχει στον Ταχτσή. Υπάρχει η αναγωγή σε μυθικά πρότυπα, τα οποία όμως δεν έρχονται όπως στον Άγγελόπουλο του «Θίασου» ως στημένο τέχνασμα, αλλά ως υπαρκτά σώματα και πρόσωπα.

Καθώς μεγαλώνουμε, κ. Πεντζίκη, μικραίνουμε;
Βέβαια, βέβαια! Εγώ είμαι παλίμπαις και είμαι πάρα πολύ χαρούμενος που αξιώθηκα να παλιμπαιδίζω. Όταν ήμουν έφηβος, εποχές ‘64-’65, η Εστία, που ήταν τότε βαμμένη αντιπαπανδρεϊκή εφημερίδα, έγραφε φράσεις όπως: «ο οινόφλυξ Ανδρέας, υιός του παλίμπαιδος Γεωργίου». Εγώ κατάφερα πατέρα και γιο να τους φέρω σε ένα, δηλαδή να είμαι παλίμπαις και οινόφλυξ.

Είναι ένας κώδικας παραδοχής της σωματικότητας της Ανάστασης ο τρόπος με τον οποίο επιλέγετε να τελειώσετε το πρώτο βιβλίο της «Τριόδου»;
Δέστε κάτι, ένα από τα πράγματα που διδάχτηκα από τη συναναστροφή με τον πατέρα μου είναι αυτό που γράφει στην Κυρία Έρση, ότι ο μόνος τρόπος για να γνωρίσουμε στα αλήθεια τους αρχαίους είναι, όταν βρούμε μια εγχάρακτη επιγραφή να κλείσουμε τα μάτια και να κινήσουμε το δάχτυλο πάνω στις χαρακιές. Αυτό μού έκανε τρομερή εντύπωση γιατί είναι ακριβώς στους αντίποδες αυτού που γίνεται: αυτό που γίνεται είναι μια ιδεαλιστική υπερφίαλη εκμετάλλευση ενός παρελθόντος εξαιτίας της συναλλαγματικής του αξίας απέναντι στους άλλους και αυτό είναι τρομερή και απάνθρωπη καταδίκη. Όλοι αυτοί που μιλάνε για το αρχαίο ελληνικό πνεύμα μιλάνε με τέτοιο τρόπο, ώστε να σε απομακρύνουν από αυτό και να γίνει τελικά μία ταυτότητα που την έχεις βρόχο στο λαιμό, ταφόπετρα. Η βαθύτερη αλήθεια της παρατήρησης αυτής του πατέρα μου, ότι δηλαδή πρέπει να διατρέξουμε με την ψίχα των δαχτύλων τις χαρακιές, είναι υπόμνηση της ανάγκης της σάρκας. Να φύγουμε, λοιπόν, από τις ιδέες. Είναι πολύ εύκολες και δεν αξίζουν τίποτα.

Μου μοιάζει όλο αυτό που μου περιγράφετε, σαν να διαβάζω Μπράιγ, σαν να ψηλαφώ τα γράμματα. Μοιάζει σαν μια έμπρακτη – ανάσταση της λέξης, δεν είναι έτσι;
Η λέξη μπορεί να αναστηθεί και χωρίς το Μπράιγ. Ανάλογα με το πόσο τη φορτίζεις. Όταν ο Ταχτσής βάζει τη μητέρα του να λέει «Δεν αισχύνεσαι, παιδί μου;» δεν χρησιμοποιεί Μπράιγ. Η φόρτιση της λέξης φέρνει το σώμα. Ακούγεται εύκολο, στην πραγματικότητα δεν είναι: το «αισχύνεσαι» συμπυκνώνει το χρόνο με τέτοιον τρόπο ώστε το ατομικό ν᾽αναχθεί σε παναθρώπινο και μυθικό. Δημιουργεί σαν μαύρη τρύπα του σύμπαντος ύλη, σώμα, δηλαδή, σάρκα.

Ο χρόνος είναι το πονηρόν, τελικά, όπως υποστήριζε και ο πατέρας σας;
Δεν υπάρχει αμφιβολία, γι’ αυτό. Ο χρόνος είναι το πονηρόν και ταυτόχρονα είναι η μόνη μας αλήθεια. Σήμερα είμαστε εδώ, αύριο δεν ξέρουμε αν θα είμαστε και αν είμαστε εδώ, θα είμαστε διαφορετικοί από ό,τι ήμασταν σήμερα.

Είναι, λοιπόν και μέσο σωτηρίας;
Όλα. Όλα είναι μέσα σωτηρίας. Τίποτα δεν μας δίνεται απλώς και μόνον ως δοκιμασία. Μας δίνεται ως δοκιμασία με την προοπτική της σωτηρίας.

Τι σχέση έχει η παραβολή με την παραμυθία; Και η παρηγοριά με τον μύθο; Τι είναι ο μύθος τελικά;
Δεν ξέρω να σας πω, μού βάζετε πολύ δύσκολες ερωτήσεις. Να σας πω ένα βίωμά μου που στάθηκε πολύ καθοριστικό; Όταν έγραφα τον Οδηγό του Αγίου Όρους βρέθηκα στη Νέα Σκήτη μαζί με έναν συνεργάτη φωτογράφο. Ήρθε ένας καλόγερος, μας άνοιξε το Κυριακό της Σκήτης, μας έδειξε μια εικόνα της Παναγίας και μας είπε πως είναι θαυματουργή. Ο συνεργάτης ζήτησε αμέσως από τον γέροντα, να μας πει κάτι γι᾽αυτήν. Και απάντησε ο καλόγερος: «Εγώ δεν έχω να πω τίποτα, εγώ το καντήλι τής ανάβω». Αυτό μου έκανε πολύ εντύπωση. Μην μου ζητάτε να σας μιλήσω για πράγματα που δεν ξέρω. Εγώ καντήλια ανάβω, όπως για τον μακαρἰτη συμμαθητή μου Δημήτρη Κυράτσο.

Κάνετε λόγο στο πρώτο βιβλίο της «Τριόδου» για αρσενικά και θηλυκά σπίτια και στα «ΩΑ» για αρσενικά και θηλυκά μυθιστορήματα. Μπορείτε να μου μιλήσετε για αυτή την σύνδεση;
Το ότι εντοπίσατε τον παραλληλισμό μού δίνει χαρά. Ένα ποίημα του πατέρα μου που λέγεται «Στους Περιπατητές του Έρωτα», αρχίζει με τον στίχο «Δεν ξέρω αν πρέπει να μιλήσω για τα κορίτσια ή τα σπίτια». Νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα ωραιότερο, δηλαδή τουλάχιστον εμένα δεν με ενδιέφερε ποτέ τίποτα περισσότερο, από τα σπίτια και τις γυναίκες.

Επηρέασε τη δική σας διαδικασία δημιουργίας το συγγραφικό έργο του πατέρα σας;
Είναι λίγο διαφορετική η διαδικασία δημιουργίας σε μένα, όπως διαφορετική είναι και η ίδια μου η υπόσταση. Δηλαδή, πάγιο μοντέλο είναι ο συγγραφέας που αναδεικνύεται από κάποιους γονείς, οι οποίοι δεν χαμπαριάζουν τίποτα από τέχνη και πάει λέγοντας. Τέτοια μοντέλα έχουμε ένα σωρό. Μοντέλα πατέρα συγγραφέα – γιου συγγραφέα δεν έχουμε πολλά, τουλάχιστον εγώ δεν ήξερα. Αυτό ήταν μια μοναξιά και ταυτόχρονα είχα μια αίσθηση, ότι δεν έχει νόημα να γράψω για να βάλω το στίγμα μου στο χαρτί, γιατί το στίγμα μου θα μπερδευτεί. Ήδη αν ψάξετε στο διαδίκτυο θα δείτε το βιβλίο μου σε κάποιες αναρτήσεις να αναφέρεται ως βιβλίο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη και αυτό μου δίνει μεγάλη χαρά.

Το «μαγεριό της γλώσσας» είναι αυτό. Υπό αυτήν την έννοια στο έργο σας υπάρχουν στοιχεία του πατέρα σας που διασώζονται.
Να σας πω κάτι που είναι πολύ βασικό: ο μεταναγεννησιακός τρόπος δημιουργίας στηρίζεται στην πατροκτονία. Αν έχει κάποια αρετή το εγχείρημα αυτό που ξεκίνησα, είναι ότι δεν προσπαθώ να σκοτώσω τον πατέρα, αντιθέτως προσπαθώ να τον ενσωματώσω. Κι αυτό είναι μία διαφορά.

............................................................
.............................................................










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου