
Δευτέρα 13 Απριλίου 2015
Aυτός που μπόρεσε την Ανάσταση

Γράφει η Ελένη Ραβάνη
Αυτός όμως, το Σάββατο το βράδυ της Ανάστασης, πήγε μόνος του στην εκκλησία του διπλανού χωριού, στον Αι Γιώργη....
Οι άλλοι στο σπίτι ήταν κουρασμένοι, τα μικρά άρρωστα... αποφάσισε να πάει μόνος του.
Θα αργήσω, τους είπε, θα μείνω να μεταλάβω....συγχωρέστε με.... μη με περιμένετε, να φάτε....
Στην εκκλησία συνάντησε κι άλλους, οι περισσότεροι με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, κάμποσοι άνθρωποι, γνωστοί όλοι μεταξύ, ο νέος παπάς και δύο ψάλτες αμετακίνητοι.
Γρήγορα είπαν το Χριστός Ανέστη, ανάψανε τις λαμπάδες, έπαιξε η καμπάνα χαρμόσυνα, κάποιοι πετάξανε λίγες φωτοβολίδες, τα παιδιά έκαψαν τον αυτοσχέδιο Ιούδα, τα έθιμα των χωριών που κρατάνε ακόμα.... λίγα ήταν εφέτος τα φιλιά, λιγότερες οι αγκαλιές, δυο τρεις ευχήθηκαν και σ' αυτόν... γρήγορα η εκκλησία σχεδόν άδειασε...πήγε ο καθένας σπίτι του.
Αυτός έμεινε με τέσσερις ακόμα, οι ψάλτες και ο παπάς νέος και ψηλός,
καλλίφωνος με τα άσπρα του άμφια....
Ο Χριστός Αναστημένος και η εκκλησία κατάφωτη.
"Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ..."
Κάθισε σ' ένα τελευταίο στασίδι απόμερο, πίσω από μια κολώνα, να μην τον βλέπουν.... κρατούσε αναμμένο το άσπρο κερί του ανάμεσα στα πλεγμένα χέρια ... στα χέρια του που πέφτανε κόμποι τα δάκρυα... ο κάθε ψαλμός, η κάθε ωδή του φέρνανε δάκρυα, ταράσσοταν, θαρρείς και κάποιος νεκρός από μέσα χτυπούσε κι έσπρωχνε την πλάκα του στήθους και πλάτης του, να την συντρίψει...
Το βάρος μιας ζωής... ή άλλων ζωών που έζησαν πριν απ' αυτόν, κι άλλων που ζουν τώρα μαζί του... το βάρος του θανάτου μας...
τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου; ... ήν γαρ μέγας σφόδρα...
το Ευαγγέλιο του Ιωάννη Εν αρχή ην ο Λόγος .....κι ένιωθε να γίνεται γιός κάποιου άλλου πατέρα...
όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύσουσιν εις το όνομα αυτού, οι ούκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός αλλά εκ Θεού εγεννήθησαν.
Όσοι έλαβον Αυτόν....
Ναι, είχε χρόνια να μεταλάβει.... πολλά χρόνια, από μικρό παιδί.
Τώρα όμως ήταν ένα ορφανό παιδί, ήταν μόνος του, μόνος του πήγε στην εκκλησία ή μήπως ήταν πάντα ορφανός και μόνος;
Είχε σταματήσει να κλαίει....
Είπε το Επικράνθη και γαρ κατηργήθη... Επικράνθη και γαρ ενεπαίχθη... Επικράνθη και γαρ ενεκρώθη...Επικράνθη και γαρ εδεσμεύθη....
Ψέλλιζε το Εξομολογείσθε τω Κυρίω.. ότι στον αιώνα το έλεος Αυτού...
Ναι, είχε χρόνια να μεταλάβειΕίχε εξομολογηθεί, είχε νηστεύσει...
Είχε ρωτήσει : μπορώ;
Κι όταν ο παπάς είπε : Σώμα Χριστού μεταλάβετε, πηγής αθανάτου γεύσασθε..
Αυτός ο μοναχός, ο πικραμένος άνθρωπος, βγήκε έξω από το στήθος του για να κλείσει για πάντα μέσα του την Ανάσταση κι έκλεισε μέσα στο στήθος του όλους, όλους όσους ήταν για πάντα έξω του... Μπορούσε να καταλαβαίνει, να μη θυμώνει, να αγαπάει, να μην κρίνει, να στηρίζει, να μην αντιστέκεται...
Αυτός ο συντριμμένος άνθρωπος μπορούσε επιτέλους την Ανάσταση!
Αυτός ο άνθρωπος, ο γιός ενός Πατέρα που πολύ τον αγάπησε, ελεύθερος...
Μόλις τελείωσε η θεία λειτουργία, ευχήθηκαν οι λιγοστοί άνθρωποι και φύγανε...
Αυτός έμεινε μόνος του, ... να περπατήσει όλο τον δρόμο πίσω στο χωριό του κι η ώρα ήταν περασμένες δύο.
Πήρε το δρόμο με τα πόδια κρατώντας το κερί του που είχε λιγοστέψει πολύ και προσέχοντας να μη του σβήσει... Ίσως να μην προλάβαινε να το πάει αναμμένο στο σπίτι του, αλλά ήταν σίγουρος....
Ένας ψυχρός αέρας πάγωνε το πρόσωπο του, χαμογελούσε στη νύχτα που κύκλωνε κάθε του βήμα και στο μυαλό του μπερδεύονταν οι ψαλμοί χαρμόσυνοι Μεγάλυνον, ψυχή μου... με τα ποιήματα τα αγαπημένα της ζωής του:
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ, δύσκολος δρόμος!
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Τον κρατάς όπως κρατάς το χέρι του φίλου σου
και μετράς το σφυγμό του πάνω σε τούτο το σημάδι
που άφησαν οι χειροπέδες!
Κανονικός σφυγμός, σίγουρο χέρι.
Κανονικός σφυγμός, σίγουρος δρόμος!
Ήταν μακρύς ο δρόμος ως εδώ! Πολύ μακρύς αδερφέ μου.
Οι χειροπέδες βάραιναν τα χέρια. Τα βράδια που ο μικρός γλόμπος
κουνούσε το κεφάλι του λέγοντας "πέρασε η ώρα"
εμείς διαβάζαμε την ιστορία του κόσμου σε μικρά ονόματα
σε κάποιες χρονολογίες σκαλισμένες με το νύχι στους τοίχους
των φυλακών, σε κάτι παιδιάστικα σχέδια των μελλοθάνατων.
Μια καρδιά, ένα τόξο, ένα καράβι που `σκιζε σίγουρα το χρόνο,
σε κάποιους στίχους που `μειναν στη μέση για να τους τελειώσουμε,
σε κάποιους στίχους που τελειώσαν για να μην τελειώσουμε.
Περπατούσε για να φτάσει στο σπίτι του και ήταν σίγουρος : Αληθώς Ανέστη!
ΥΓ: Το ποίημα είναι από το "Καπνισμένο Τσουκάλι" του Γιάννη Ρίτσου
Περπατούσε για να φτάσει στο σπίτι του και ήταν σίγουρος : Αληθώς Ανέστη!
ΥΓ: Το ποίημα είναι από το "Καπνισμένο Τσουκάλι" του Γιάννη Ρίτσου
.........................................................................................
.........................................................................................
Υστερόγραφον 2ον
(του παρόντος ιστολογίου salograia.blogspot. αυτή τη φορά).
(του παρόντος ιστολογίου salograia.blogspot. αυτή τη φορά).
Κοπυπάστωσα το διαμαντάκι,
ελληνιστί κοινώς αντέγραψα το κείμενο της Ελένης Ραβάνη και τη φωτό
απ' τη σελίδα της: paracosmos.blogspot
.................................................................
-ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, περιστεράκι μου!
-ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ, γριά, λωλή καρακάξα!
- Χμ...Χάθηκε εντελώς ο σεβασμός από την νεολαία την σήμερον!
- Kαλέ σύ! "Μηδείς οδυρέσθω πταίσματα..."
συγγνώμη γαρ εκ του Τάφου ανέτειλεν...
γκλόρυ γκλόρυ Αλλελούγιααααα!
;-)
Κυριακή 12 Απριλίου 2015
"Kαταδικασμένοι" να είναι αθάνατοι...

Του εν αγίοις ευρισκομένου πατρός Ιουστίνου Πόποβιτς
Οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν τόν Θεόν εἰς θάνατον.ὁ Θεός ὅμως διά τῆς Ἀναστάσεώς Του ″καταδικάζει″ τούς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν.
Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς.διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας.διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν.
Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τά κτυπήματα τούς ἀνταποδίδει τούς ἐναγκαλισμούς.διά τάς ὕβρεις τάς εὐλογίας.διά τόν θάνατον τήν ἀθανασίαν.
Ποτέ δέν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρός τόν Θεόν, ὅσον ὅταν Τόν ἐσταύρωσαν.καί ποτέ δέν ἔδειξεν ὁ Θεός τόσην ἀγάπην πρός τούς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη. Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά καταστήσουν τόν Θεόν θνητόν, ἀλλ᾽ ὁ Θεός διά τῆς Ἀναστάσεώς Του κατέστησε τούς ἀνθρώπους ἀθανάτους. Ἀνέστη ὁ σταυρωθείς Θεός καί ἀπέκτεινε τόν θάνατον. Ὁ θάνατος οὐκ ἔστι πλέον. Ἡ ἀθανασία κατέκλυσε τόν ἄνθρωπον καί ὅλους τούς κόσμους του.
Διά τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τήν ὁδόν τῆς ἀθανασίας, καί ἔγινε φοβερά καί δι᾽ αὐτόν τόν θάνατον. Διότι πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερός διά τόν ἄνθρωπον, ἀπό δέ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερός διά τόν θάνατον.
Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Ἐάν ζῇ διά τῆς πίστεως εἰς τόν Ἀναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καί ἀπό τόν θάνατον. Ὁ θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»: «Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;» (πρβλ. Α’ Κορ. 15, 55-56). Οὕτως, ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφήνει ἁπλῶς τό ἔνδυμα τοῦ σώματός του διά νά τό ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατά τήν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καί ὁ θάνατος ἡ δευτέρα. Ὁ ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τόν θάνατον ὡς κάτι τό φυσικόν.
Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
Ἀλλά μέ τήν Ἀνάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τά πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τό φυσικόν εἰς τόν ἄνθρωπον, καί τό ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος. Ὅπως μέχρι τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικόν εἰς τούς ἀνθρώπους τό νά εἶναι θνητοί, οὕτω μετά τήν ἀνάστασιν ἔγινε φυσική δι᾽ αὐτούς ἡ ἀθανασία.
[ ...]
(Η συνέχεια της δημοσίευσης πατώντας ΕΔΩ)
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ! - ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ!
....................................................................................................
المسيح قام! حقا قام! (Al-Masīh qām! Haqqan qām!) -
- Χριστός Ανέστη! Αληθώς Ανέστη!Σάββατο 11 Απριλίου 2015
Θησαύρισμα
(η φωτό από το larissanet.gr )
Θησαύρισμα
Ωραίοι της γης οι δρόμοι που τους περπατήσαμε.
Έπεσε πάνω μας λάμψη πολλή,
πέρασε μέσα μας περσότερη απ' όση
χωρούσε το σώμα μας.
Και τώρα η καρδιά μας
είναι μια στάμνα που ιδρώνουν οι πόροι της
χρώμα της θάλασσας, χρώμα των δέντρων,
χρώμα της δύσης και χρώμα... (ένα πολύ πιο λευκό
κι' απ' το χιόνι του Έβερεστ φως )
...της αγάπης.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Παρασκευή 10 Απριλίου 2015
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
