Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Αρμένικο Χώμα- στη Μνήμη της Γενοκτονίας των Αρμενίων



Για τη Γενοκτονία των Αρμενίων
μπορείς να διαβάσεις περισσότερα
πατώντας ΕΔΩ.

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Μην κρίνεις τον άλλονε από τις μουστάκες του, μωρή Σαλογραία, διότι υπάρχει ο καθηγητής Σταύρος Μπαλογιάννης που μιλαει για:«Αίτια ψυχολογικών αντιθέσεων στον χώρο της οικογένειας»

«Αν δεις έναν αμαρτωλό, μην τον κατηγορήσεις. Ο Κύριος λέει: “Η κρίση είναι θέμα δικό Μου. Εγώ είμαι Αυτός που θα κρίνει τους ανθρώπους» (Όσιος Γαβριήλ ο διά Χριστόν Σαλός και Ομολογητής)


Αποτέλεσμα εικόνας για βότσαλα της θάλασσας
«Όταν ο άνθρωπος είναι βυθισμένος στην αμαρτία και δεν θέλει να βγει απ’ αυτή, μη του λες τίποτα. Μήπως όταν αμαρτάνει, σε ρωτάει; Όταν είναι σε δύσκολη κατάσταση και δεν ξέρει τι να κάνει, τότε βοήθησέ τον. Ποτέ άλλοτε! 

Ίσως οι συμβουλές σου να του κάνουν κακό, γιατί εσύ δεν ξέρεις την πνευματική του κατάσταση. Στην πορεία προς την Ιερουσαλήμ, ούτε συμβουλεύεις ούτε απαγορεύεις…» »Αν δεις έναν αμαρτωλό, μην τον κατηγορήσεις. Ο Κύριος λέει: Η κρίση είναι θέμα δικό Μου. Εγώ είμαι Αυτός που θα κρίνει τους ανθρώπους. Ποιος είσαι εσύ, ο άνθρωπος, που θα τον κρίνεις αντί για Μένα;” (βλ. Ρωμ. 12, 19). 

Με την κατάκριση εξυψώνεις τον εαυτό σου και ο Θεός μετά σε αποστρέφεται. Όμως, “όποιος υψώσει από μόνος του τον εαυτό του, αυτός θα ταπεινωθεί· και όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του μπροστά στα μάτια του Θεού, αυτός θα υψωθεί” (βλ. Ματθ. 23, 12). 

Όταν κατακρίνεις κάποιον πεσμένο, κατακρίνεις τον Κύριο

Αν δεις στον δρόμο έναν ληστή, μια πόρνη, έναν μέθυσο, μη τους κατακρίνεις. Διότι ο Κύριος τους άφησε στις επιθυμίες τους. Αυτοί οι ίδιοι πρέπει να βρουν τον δρόμο του Κυρίου και να μετανοήσουν.
Όμως, τις δικές σου επιθυμίες τις συγκρατεί ο Θεός, γιατί αν σε αφήσει να πέσεις σε χειρότερες, δεν θα μπορέσεις να βγεις από αυτές και θα καταστραφείς. Γι’ αυτό, μη καυχιέσαι για τον εαυτό σουΤον άνθρωπο που είδες ότι αμάρτησε, τον είδες ότι μετανόησε

Όπως η κλωστή πρέπει να περάσει από τη βελόνα, έτσι και ο άνθρωπος παθαίνει ό,τι ακριβώς κατέκρινε…»
»Όταν δεις έναν μεθυσμένο να είναι ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο, ας είναι καλά! Θα κοιμηθεί και θα σηκωθεί. Αν είναι στη μέση του δρόμου, βάλ’ τον απλώς στην άκρη. Μερικοί πίνουν βότκα για να μην παγώσουν στον δρόμο. Αλίμονο σ’ αυτούς που τους κατηγορούν!

 Τον άνθρωπο πρέπει να τον διορθώνεις, αλλά η καρδιά σου να είναι γεμάτη αγάπη"

»Μπροστά στον Κύριο συσσωρεύονται οι αμαρτίες των ανθρώπων σαν τα βότσαλα της θάλασσας. 
Δεν υπάρχει όμως αμαρτία, που να υπερβαίνει τη μετάνοια. Αν συναντήσεις έναν φονιά ή μια πόρνη ή έναν μεθύστακα, μην τον κατηγορήσεις. Είναι πλάσματα του Θεού, των οποίων τα λουριά τα έχει αφήσει ο Κύριος. Έτσι, καλούνται να βρουν οι ίδιοι, μόνοι τους, τον σωστό δρόμο με τη μετάνοια. Το δικό σου το λουρί, όμως, το βαστάει ακόμη ο Κύριος και, αν το αφήσει, εσύ θα περιπέσεις σε χειρότερη κατάσταση και θα καταστραφείς. 

Ο Κύριος ελέησε την πόρνη και τον ληστή. Η Μαρία η Αιγυπτία ήταν μια πόρνη –τι να κάνουμε; Αλλά, με τη Χάρη του Θεού, την ακραία άσκηση στην έρημο, τη νηστεία και την αδιάλειπτη προσευχή, νέκρωσε τα πάθη της και αξιώθηκε της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Κύριος ταπεινώνει και ο Κύριος ανυψώνει. Όταν εγώ νιώθω πως είμαι “καλύτερος” και “ανώτερος” από κάποιον άλλον, τότε βάζω τη “χρυσή” κορώνα και βγαίνω στους δρόμους ξυπόλητος κάνοντας τους ανθρώπους να με περιφρονούν. Τότε ταπεινώνομαι και βλέπω τι σκουπίδι είμαι…».
[...]

Και αν ο Κύριος επιτρέπει την πτώση, εσύ, που κατηγορείς τον άνθρωπο, κατηγορείς τον Ίδιο τον Θεό, που επέτρεψε να περιέλθει αυτός ο άνθρωπος σε μια τέτοια κατάσταση. Αν αυτός ο άνθρωπος, που αμάρτησε, κι εσύ τον κατέκρινες, το βράδυ έκλαψε και μετάνιωσε για το σφάλμα του, ο Κύριος θα πει: «Εγώ, τον συγχώρεσα! Εσύ, το είδες αυτό;».
–Πόσο φοβερό είναι που οι άνδρες μοιάζουν με τις γυναίκες! σχολίασε μια φορά, με λύπη, ο Γέροντας.
–Ναι, π. Γαβριήλ, τι φοβερό! σχολίασε, γελώντας, ένα πνευματικό του τέκνο. Και ακούγοντάς τον, εξοργίστηκε ο όσιος του Θεού.
–Ξέρεις, τώρα, πόσο θύμωσε ο Κύριος γι’ αυτό; Τι νομίζεις; Πως εσύ είσαι καλύτερος απ’ αυτούς; Εγώ το είπα με πόνο και τους λυπήθηκα· εσύ, όμως, γέλασες! Άλλη φορά μην το ξανακάνεις…
Μια μέρα ο π. Γαβριήλ κατέβηκε από το κελί του κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί. Όταν βαρέθηκε να πίνει μόνος, κοίταξε γύρω του και προσκάλεσε κάποιον προσκυνητή να πιει μαζί του. Εκείνος, μόλις ήπιε, ξαφνιάστηκε, γιατί το κρασί που κρατούσε ο Όσιος Γαβριήλ είχε γεύση χυμού. Έτσι, συνέχισε να πίνει μαζί με τον Γέροντα και γρήγορα άρχισε κι αυτός τα «παιδιαρίσματα» σαν να ήταν μεθυσμένος. Ο π. Γαβριήλ χάρηκε που ο άλλος μπήκε αμέσως στο νόημα.
Ένας άγνωστος, που παρακολουθούσε τη σκηνή, σάστισε που έβλεπε να «μεθούν» μέσα στο μοναστήρι. Ο Γέροντας τότε τον φώναξε και του πρόσφερε κι αυτού να πιει. Ο άγνωστος πήρε δειλά το ποτήρι και δοκίμασε. Τά ’χασε και κοκκίνισε, μόλις διαπίστωσε ότι αυτό που έπιναν ήταν απλός χυμός!
Ο π. Γαβριήλ τού είπε τότε ήρεμα:
Κάθε αμαρτία συγχωρείται στον άνθρωπο, εκτός από την προσβολή του Αγίου Πνεύματος. Κάποτε ο Θεός θα επιτρέψει και σε σένα να πέσεις στην ίδια αμαρτία. Όταν εγώ σε κατηγορήσω και νιώσω «ανώτερός» σου, δεν είμαι άξιος ενώπιον του Κυρίου. Και όταν εγώ πίνω κρασί μαζί σας, δεν έχει σημασία αυτό το γεγονός, αλλά η αγάπη…
«Πουλούσαν κάποτε σε ένα σκλαβοπάζαρο δύο παιδιά. Το ένα το πήρε κάποιος που διεύθυνε οίκο ανοχής και μεγάλωσε έτσι, που το παιδί δεν έμαθε ποτέ αν υπάρχουν μοναστήρια. Το δεύτερο παιδί το εξαγόρασε ο ηγούμενος ενός μοναστηριού. Αυτό το παιδί μεγάλωσε έτσι, που ποτέ του δεν έμαθε αν υπάρχουν οίκοι ανοχής. Πείτε μου, τώρα, πού θα πάνε αυτά τα παιδιά μετά τον θάνατό τους;
–Δεν ξέρουμε.
Ούτε και οι άγγελοι ξέρουν πώς θα κρίνει ο Θεός τον (κάθε) άνθρωπο…».

 ΟΣΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΚΑΙ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ (1929–1995)

(Μαλχάζι Τζινόρια: «Ο Άγιος Γαβριήλ ο διά Χριστόν Σαλός και Ομολογητής», Μέρος γ΄, Κεφ. 34ο,, σελ. 305–308., Μετάφραση: Νάνα Μερκβιλάτζε, Γλωσσική επιμέλεια: Φανή Ροπόκη. Αθήνα, Μάιος 2013. Επιλογή θέματος και πληκτρολόγηση κειμένου: π. Δαμιανός)

 (Πηγή ηλ. κειμένου: paraklisi.blogspot.gr)-http://alopsis.gr

Μπορούμε να γίνουμε άγιοι σήμερα;




Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Πολλές φορές ἀκοῦμε τούς χριστιανούς νά λένε: «Ἄν ζούσαμε κι’ ἐμεῖς στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων καί ἀξιωνόμασταν νά δοῦμε τό Χριστό, ὅπως Τόν εἶδαν ἐκεῖνοι, θά γινόμασταν ἅγιοι, ὅπως ἔγιναν κι’ αὐτοί».
Ὅσοι σκέφτονται ἔτσι, ξεχνοῦν ὅτι Ἐκεῖνος πού μιλοῦσε στόν καιρό τῶν ἀποστόλων, μιλάει καί τώρα. Ἴσως ὅμως καί πάλι νά πεῖ κάποιος: «Μά δέν εἶναι τό ἴδιο πράγμα νά δεῖ κανείς τό Χριστό μέ τά μάτια του, ὅπως Τόν εἶδαν οἱ ἀπόστολοι, καί ν’ ἀκούει μόνο τά λόγια Του ἀπό ἄλλους ἤ νά τά διαβάζει στή Γραφή, ὅπως ἐμεῖς σήμερα».

Κι’ ἐγώ ἀπαντῶ, ὅτι δέν εἶναι ὁπωσδήποτε τό ἴδιο τό τότε καί τό τώρα. Ἀλλά τό τωρινό εἶναι πολύ μεγαλύτερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι, κι’ εὐκολότερα μᾶς φέρνει στήν πίστη! Μήν παραξενεύεστε. Μόνο ἀκοῦστε με... 


Τότε ὁ Κύριός μας φαινόταν στούς ἀχάριστους Ἰουδαίους ὡς ἕνας πλάνος καί τιποτένιος ἄνθρωπος, ἐνῶ τώρα κηρύσσεται σέ μᾶς ὡς Θεός ἀληθινός. Τότε ἔτρωγε μέ τελῶνες καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τώρα ὅμως κάθεται στά δεξιά τοῦ Θεοῦ Πατέρα καί τρέφει ὁλόκληρο τόν κόσμο. Τότε καταφρονιόταν κι’ ἀπό τούς πιό ἀσήμαντους ἀνθρώπους. Τώρα προσκυνεῖται ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες ὡς Υἱός τοῦ Θεοῦ, καί δοξάζει αὐτούς πού Τόν προσκυνοῦν «ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ».

Τότε Τόν θεωροῦσαν σάν ἕναν ἄνθρωπο φθαρτό καί θνητό, πού ἔτρωγε καί ἔπινε καί κοιμόταν καί κοπίαζε καί ἵδρωνε καί γενικά, ἔκανε ὅλα τ’ ἀνθρώπινα. Τότε λοιπόν, καί ὄχι τώρα, ἦταν παράξενο καί δύσκολο ν’ ἀναγνωρίσει κανείς ὡς Θεό Ἐκεῖνον, πού εἶχε αὐτά τά ταπεινά καί ἀνθρώπινα στοιχεῖα. Γι’ αὐτό καί τόν Πέτρο, πού εἶπε «σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», τόν μακάρισε ὁ Χριστός, λέγοντας: «Μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σάρξ καί αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ’ ὁ Πατήρ Μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».


Ὅποιος λοιπόν δέν ὑπακούει μέ πίστη καί ταπείνωση στό Χριστό, πού μιλάει καί τώρα μεσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό Του, ὅποιος ἀμφισβητεῖ ἤ ἀπορρίπτει ὅσα εἶπε καί ἔκανε τότε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος, ἔστω κι ἄν ἔβλεπε τόν ἴδιο τόν Κύριο νά θαυματουργεῖ καί Τόν ἄκουγε νά διδάσκει, θά ὀλιγοπιστοῦσε.
Τί λέω; Ὄχι μόνο θά ὀλιγοπιστοῦσε, ἀλλά φοβᾶμαι πώς θά γινόταν τελείως ἄπιστος καί θά βλασφημοῦσε τό Χριστό, νομίζοντάς Τον σάν ἀντίθετο ἤ μάγο ἤ τσαρλατάνο, καί ὄχι ἀληθινό Θεό...

Ἄλλοι πάλι λένε: «Ἄν ζούσαμε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων Πατέρων, θ’ ἀγωνιζόμασταν περισσότερο, γιατί, βλέποντας τήν καλή πολιτεία καί τούς ἀγῶνες τους, θά τούς μιμούμασταν. Ἐνῶ τώρα, πού ζοῦμε μαζί μέ ὀκνηρούς καί χλιαρούς καί ἁμαρτωλούς, χωρίς νά τό θέλουμε παρασυρόμαστε μαζί τους στήν ἀπώλεια». Ὅσοι ὅμως τά λένε αὐτά, ξεχνοῦν ὅτι ἐμεῖς βρισκόμαστε σέ λιμάνι ἀσφαλέστερο ἀπό ἐκεῖνο πού ἦταν οἱ ἅγιοι Πατέρες. 
Γιατί στήν ἐποχή τους ὑπῆρχαν πολλές καί φοβερές αἱρέσεις – φοβερότερες ἀπό τίς σημερινές – καί πολλοί «ψευδόχριστοι καί ψευδοπροφῆται», πού πέτυχαν νά πλανέψουν πολλούς ἀνθρώπους καί νά καταστρέψουν τίς ψυχές τους. Αὐτό πού σᾶς λέω, μπορεῖτε νά τό διαπιστώσετε λ.χ. ἀπό τούς βίους τῶν μεγάλων ὁσίων Ἀντωνίου, Εὐθυμίου καί Σάββα, πού ἀγωνίστηκαν ἐναντίον τῶν αἱρέσεων μαζί μέ πολλούς ἄλλους ἁγίους. Καί ποῦ νά διηγηθῶ τί ἔγινε στήν ἐποχή τῶν ἁγίων πατέρων Βασιλείου καί Χρυσοστόμου, πού ἦταν γεμάτη ἀπό ζιζάνια τοῦ πονηροῦ;

Βέβαια, ὄχι μόνο τότε, ἀλλά καί τώρα ἔχουμε ν’ ἀντιμετωπίσουμε φοβερά δεινά μέ τούς αἱρετικούς. Πολλοί λύκοι καί πολλά φίδια ζοῦν ἀνάμεσά μας. Ὅμως δέν ἔχουν καμμιά ἐξουσία πάνω μας, γιατί βρίσκονται κρυμμένοι στό σκοτάδι τῆς πονηρίας καί δέν βλάπτουν παρά μόνο ὅσους θεληματικά τούς ἀκολουθοῦν καί αὐτοπροαίρετα βαδίζουν στό δρόμο τῆς καταστροφῆς τους. Ἐκείνους πού βαδίζουν στό φῶς τῶν θείων Γραφῶν καί πορεύονται στή στράτα τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, δέν τολμοῦν νά τούς ἀντιμετωπίσουν, ἀλλά, βλέποντάς τους νά περνᾶνε, ἀπομακρύνονται σάν ἀπό φωτιά.

Ἴσως ὅμως ἀναρωτηθεῖτε: ποιούς αἱρετικούς ἐννοῶ; Μήπως τούς Ἀρειανούς, τούς Εὐνομιανούς, τούς Σαβελλιανούς, τούς Ἀπολλιναριστές ἤ τούς Διοσκουρίτες; Ὄχι, δέν ἐννοῶ αὐτούς, τούς ἀσεβεῖς καί ἄθεους, πού, ζώντας στό σκοτάδι, ἀφανίστηκαν ἀπό τήν πνευματική λάμψη τῶν ἁγίων Πατέρων καί τῶν θεόπνευστων συγγραμάτων τους. 

Αἱρετικούς ὀνομάζω ἐδῶ ἐκείνους πού λένε, πώς ἄν ἤμασταν στήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων, θά μπορούσαμε νά φυλάξουμε τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνουμε ἅγιοι, ἐνῶ σήμερα ὄχι. 
Αὐτοί πού κάνουν τέτοιες σκέψεις, τολμώντας μάλιστα καί νά τίς διαδίδουν, δέν ἔχουν πέσει μόνο σέ μιά αἵρεση , ἀλλά σ’ ὅλες τίς αἱρέσεις μαζί. Γιατί ὅποιος ἰσχυρίζεται αὐτό τό πράγμα – ὅτι δηλαδή θά ἁγίαζε ἄν ζοῦσε στήν ἐποχή τῶν ἀποστόλων – ἀνατρέπει ὅλες τίς ἱερές Γραφές καί τά συγγράμματα τῶν Πατέρων. 
Ἄν δηλαδή πιστεύουμε, ὅτι σήμερα εἶναι ἀδύνατο νά πραγματοποιηθοῦν ὅσα ὁρίζει ὁ Θεός, τότε ὅλοι οἱ ἅγιοι, τόσο τοῦ παλαιοῦ καιροῦ ὅσο καί τῶν ἡμέρων μας, πῶς τά κατόρθωσαν;
Καί πῶς ἔγραψαν τόσα πολλά ἀπό τήν πείρα τῆς χριστομίμητης ζωῆς τους, γιά νά νουθετοῦν κι’ ἐμᾶς; Πιστεύοντας λοιπόν καί διακηρύσσοντας τέτοιες πλανεμένες ἀπόψεις, πού διαψεύδονται ἀπό τούς βίους τῶν ἁγίων καί τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο τούς ἑαυτούς μας ὁδηγοῦμε στήν ἀπώλεια, μά καί τῶν ἄλλων ἀνθρώπων τίς ψυχές σπέρνουμε τά ζιζάνια τῆς ἀμφιβολίας καί τῆς λιποψυχίας. 
Ἔτσι μοιάζουμε στούς Φαρισαίους, στούς ὁποίους εἶπε φοβερά λόγια:«Οὐαί ὑμῖν, ὁδηγοί τυφλοί… ὅτι κλείετε τήν Βασιλείαν τῶν Οὐράνων ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων· ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν».


Ἄς μή γελιόμαστε. Κι ἄς μήν παίρνουμε στό λαιμό μας καί ἄλλες ψυχές, «πλανῶντες καί πλανώμενοι». 
Μποροῦμε καί σήμερα καί πάντα νά μιμηθοῦμε τούς ἁγίους στήν προαίρεση, τήν προθυμία, τήν ταπείνωση καί τήν ἀγάπη.
Γιατί καί οἱ ἅγιοι σάν κι’ ἐμᾶς ἦταν, ἀλλά ἄφηναν τή ζωή τους νά ὁδηγηθεῖ ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. 
Ἄς συντριβοῦμε κι’ ἄς χύσουμε καυτά δάκρυα μετάνοιας, γιά νά μαλακώσει ἡ σκληρή, ἡ πέτρινη καρδιά μας. Ἔτσι θά καθαρθοῦμε, ἔτσι θά μοιάσουμε στούς ἁγίους.
Τά δάκρυα αὐτά, πού θά χύσουμε μέ κόπο καί πόνο καί βία, δέν εἶναι πικρά, ἀλλά γλυκά σάν τό μέλι. Ἔτσι τά κάνει ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ. 
Καί μή μοῦ πεῖτε πώς ὁρισμένοι ἄνθρωποι ἔχουν φυσική ἰδιοσυγκρασία τόσο ψυχρή καί σκληρή, πού δέν μποροῦν νά βγάλουν δάκρυα.
Τά δάκρυα εἶναι δῶρο τῆς Χάριτος, ἐμεῖς βάζουμε τήν προαίρεση καί τή βία.
Ἑπομένως, μ’ αὐτή τήν προϋπόθεση, ὅλοι μποροῦν νά συντριβοῦν καί νά κλάψουν. «Πάντες δάκρυα πάντες κάθαρσιν, πάντες ἀνάβασιν καί τό τοῖς ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι», λέει τό θεόπνευστο στόμα τοῦ Θεολόγου Γρηγόριου. Πῶς λέτε τότε ἐσεῖς, ὅτι μερικοί εἶναι ἀπό τή φύση τους σκληροί, καί δέν μποροῦν νά ἔρθουν σέ κατάνυξη, νά πενθήσουν καί νά κλάψουν γιά τίς ἁμαρτίες τους;

Γιά νά καταλάβετε ὅτι εἶναι φυσικό νά κλαίει κάθε ἄνθρωπος, θυμηθεῖτε τά βρέφη, πού μόλις βγοῦν ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας τους, ἀρχίζουν νά κλαῖνε. Κι ἄν δέν κλάψουν, σημαίνει πώς δέν εἶναι ζωντανά. Εἶναι λοιπόν τά δάκρυα φυσικά στόν ἄνθρωπο. Φυσικά καί ἀπαραίτητα.

Ὁ ὅσιος Συμεών ὁ Στουδίτης ἔλεγε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ἄν θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά περάσει τή ζωή του μέ πένθος καί κλάμα, κι’ αὐτά νά τόν συνοδεύουν μέχρι νά πεθάνει. Καί ὅπως τό φαγητό εἶναι ἀπαραίτητο γιά νά ζήσει τό σῶμα μας, ἔτσι καί τά δάκρυα τῆς μετάνοιας εἶναι ἀπαραίτητα γιά τήν ψυχή μας. Ἐκεῖνος πού δέν κλαίει κάθε μέρα – δέν λέω κάθε ὥρα, γιά νά μήν κουραστεῖτε ὑπερβολικά -, ἀφήνει τήν ψυχή του νά πεθάνει ἀπό πείνα καί νά χαθεῖ αἰώνια.

Ἀφοῦ λοιπόν εἶναι φυσικά στόν ἄνθρωπο τά δάκρυα καί τό πένθος, ἄς μήν ἀρνηθοῦμε αὐτό τό καλό της φύσεως. Ἄς ἀποβάλουμε κάθε κακία καί πονηρία καί σκληρότητα, καί ἄς καλλιεργήσουμε μέ προθυμία τό μεγάλο δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἄς φυλάξουμε τό πένθος μέ προσοχή, σάν ἐντολή τοῦ Κυρίου, μέ τήν ταπείνωση, μέ τήν ἁπλότητα, μέ τήν ἀκακία τῆς ψυχῆς μέ τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς, μέ τή συνεχῆ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν, προπαντός ὅμως μέ τή συναίσθηση τῶν ἁμαρτιῶν μας καί τή βίωση βαρειᾶς ἐνοχῆς ἀπέναντι στόν Κύριο.

Ὅποιός λοιπόν εἶναι ὀκνηρός καί ἀμελής καί δέν νοιάζεται γιά τή σωτηρία του, ἄς μή λέει πώς εἶναι ἀδύνατο νά σωθεῖ κανείς σήμερα, γιατί ἔτσι κλείνει τήν πόρτα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐράνων καί σέ ἀλλούς ἀνθρώπους. Καί ἡ εὐθύνη του γι’ αὐτό εἶναι ἀνυπολόγιστη. Φυσικά αὐτός, ἀφοῦ θεωρεῖ ἀδύνατη τή σωτηρία, θεωρεῖ ἀδύνατο – ἤ μᾶλλον – περιττό – καί τό πένθος.
Ὑπάρχουν ὅμως, δυστυχῶς καί χριστιανοί, πού πιστεύουν στή σωτηρία ἀλλά ἀπορρίπτουν τό πένθος. Σ’ αὐτούς τονίζω τοῦτο: Ὅποιος λέει πώς εἶναι ἀδύνατο ἤ περιττό νά πενθεῖ καί νά κλαίει κανείς, αὐτός δέν πρόκειται νά καθαρθεῖ. Καί χωρίς κάθαρση, κανένας δέν θά σωθεῖ καί δέν θά δεῖ τόν Κύριο.
Ὅσοι πενθοῦν, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί καί θά παρακληθοῦν:«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοί παρακληθήσονται». Ὅσοι δέν πενθοῦν, ἔχουν πέσει στή χειρότερη ἀπ’ ὅλες τίς αἱρέσεις: Νομίζουν ὅτι ἡ σωτηρία μπορεῖ ν’ ἀποκτηθεῖ μόνο μέ τά ἐξωτερικά σχήματα τῆς εὐσέβειας. Ξεχνοῦν ὅμως ὅτι θά παρασταθοῦμε ὅλοι στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ «Γυμνοί καί τετραχηλισμένοι (ὁλοφάνεροι)», γιά νά πάρει ὁ καθένας μας τό μισθό του σύμφωνα μέ τά ἀλάθητα κριτήρια Ἐκείνου, ὄχι τά δικά μας.


Ἀφοῦ λοιπόν θά βρεθοῦμε γυμνοί μπροστά στόν Θεό, γιατί σκεπάζουμε τό σῶμα μας μέ πολυτελεῖς στολές, μέ λαμπρά ἐνδύματα καί μέ ὡραῖα ὑποδήματα;

Γιατί τρέχουμε νά προϋπαντήσουμε τούς ἄρχοντες;

Γιατί μᾶς ἀρέσει νά μᾶς χαιρετοῦν;

Γιατί ἐπιδιώκουμε τίς πρωτοκαθεδρίες στά ἐπίσημα γεύματα;

Γιατί ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ κενοδοξία καί ὁ ἀκόρεστος πόθος νά ἐξουσιάζουμε;

Γιατί τά ὡραῖα σπίτια καί οἱ ὑπηρέτες, πού μᾶς ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἄλλους;

Γιατί τά ἄκαιρα γέλια καί οἱ ἄπρεπες συζητήσεις;…

Γυμνοί, μπροστά στό μεγάλο Κριτήριο!

Ποῦ τότε τό καλό ὄνομα καί ἡ ἁγιοσύνη, πού νομίζουμε πώς ἔχουμε;

Ποῦ οἱ κόλακες καί οἱ ἀνήξεροι, πού μᾶς ὀνομάζουν ἁγίους;

Ποῦ οἱ ὑψηλές θέσεις καί οἱ μεγάλες ἰδέες γιά τόν ἑαυτό μας;

Ποῦ οἱ συγγενικοί δεσμοί;

Ποῦ ἡ δόξα τῶν ἀρχόντων;

Ποῦ ἡ σοφία τῶν σοφῶν τοῦ κόσμου;

Ποῦ ἡ πεποίθηση πώς εἴμαστε καλύτεροι ἀπό τούς ἄλλους ενω δεν είμαστε ΤΙΠΟΤΑ;

Ποῦ ἡ γλώσσα καί οἱ ρητορεῖες, πού τρέχουν σάν πηγή; «Ποῦ σοφός, ποῦ γραμματεύς, ποῦ συζητητής τοῦ αἰῶνος τούτου;». Τί φόβος καί τρόμος τήν ὥρα ἐκείνη!

Γι’ αὐτό μακάριος εἶναι ἐκεῖνος, πού ταπεινωμένος καί συντριμμένος, πενθεῖ καί κλαίει νύχτα καί μέρα μπροστά στόν Θεό. Αὐτός θά καθήσει ὁλόλαμπρος στά δεξιά Του. 


Καλότυχος εἶναι ἐκεῖνος, πού ἀκούει τά λόγια τοῦ Κυρίου καί δέν περνάει ἀνώφελα τή ζωή του, ἀλλά βρίσκεται συνεχῶς σέ κατάσταση μετανοίας. Αὐτός θά ἐλεηθεῖ καί θά ἀπολαύσει στή μέλλουσα ζωή τά ἀνεκλάλητα ἀγαθά τῆς Οὐράνιας Βασιλείας. Αὐτός θά γίνει ἅγιος!

πηγή (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ – “ΟΜΟΛΟΓΙΑ”)

πηγή: 
http://trelogiannis.blogspot.gr/2017/04/blog-post_163.html
..................................................................................................
...................................................................................................




Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Ο Θεσμός των Διακονισσών


o-thesmos-twn-diakonisswn-koutsoukos-artion-news (4)
Γράφει ο Μάριος Κουτσούκος

«Σε όλες τις εκκλησίες», λέει ο Aπόστολος Παύλος (Α’ Προς Κορινθίους 14:34), «οι γυναίκες σας να σιωπούν και να μην επιτρέπεται σε αυτές να μιλάνε αλλά μόνο να υποτάσσονται, όπως λέει ο [Μωσαϊκός] Νόμος». Και λίγο παρακάτω, στο στίχο 35, τονίζει ότι «αισχρόν γαρ εστί γυναιξίν εν εκκλησία λαλείν».
Τέτοιου είδους αφορισμοί συχνά σοκάρουν τις ευαισθησίες του σημερινού ανθρώπου, ακόμα και του χριστιανού. Οι καλοπροαίρετοι προτιμούν ν’ αποσιωπούν εδάφια σαν κι αυτά. Άλλοι, είτε λόγω έλλειψης περισσότερων γνώσεων είτε λόγω της δημοφιλούς τάσης προς αποδόμηση του Χριστιανισμού, καταγγέλλουν τον βαθύ μισογυνισμό του Παύλου και της Εκκλησίας εν γένει. Κάποιοι άλλοι, μικρόψυχοι και τυραννικοί χαρακτήρες, στηρίζουν επάνω σε λόγια σαν κι αυτά τη δική τους ανασφάλεια και ανεπάρκεια για να καταδυναστεύουν την ίδια τους τη γυναίκα, τον άνθρωπό τους δηλαδή, με «έγκριση απ’ τον Θεό».

Ποιος ήταν, όμως, αλήθεια ο ρόλος και η θέση της γυναίκας στην Εκκλησία των δύο πρώτων αιώνων, όταν ο Χριστιανισμός αποτελούσε ακόμα μυητική μυστηριακή αδελφότητα, όταν το ποτάμι του κυλούσε ακόμα καθάριο κοντά στην πηγή, προτού εισαχθούν τα «λιμνάζοντα» στοιχεία του καισαροπαπισμού, από τον 4ου αιώνα και ύστερα;
Αυτό είναι ένα ζήτημα που αξίζει να προσεγγίσουμε θαρραλέα, δίχως παρωπίδες δογματισμού, πάντοτε μέσα από τις πηγές και μαρτυρίες του ιστορικού αρχείου.
Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, στην προς Ρωμαίους επιστολή του (κεφ. ιστ' στιχ. 7), στέλνει χαιρετισμούς στον Ανδρόνικο και την Ιουνία, οι οποίοι ήταν «διακεκριμένοι μεταξύ των αποστόλων» και είχαν φυλακισθεί μαζί με τον Παύλο. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (344- 407 μ.Χ.), μιλώντας γι’ αυτή την Ιουνία, σχολιάζει: «Πραγματικά, το να είναι κανείς Απόστολος αποτελεί μεγάλη τιμή – όμως το να είναι κανείς διακεκριμένος ανάμεσα στους αποστόλους; Μονάχα σκεφτείτε τί εγκώμιο ύψιστο αποτελεί αυτό. Ω, πόσο μεγάλη η πίστη και αφοσίωση [«φιλοσοφία», στο πρωτότυπο] αυτής της γυναίκας ώστε να κριθεί άξια να λάβει τον τίτλο του Αποστόλου!» (Ιωαν. Χρυς., «Ομιλία 31 για την Προς Ρωμαίους επιστολή»].
o-thesmos-twn-diakonisswn-koutsoukos-artion-news (7)

Πάλι, στην ίδια επιστολή του Παύλου [Προς Ρωμ] (κεφ.16:στ.1), γίνεται λόγος για μια Φοίβη η οποία αποκαλείται «διάκονος της εκκλησίας της εν Κεγχρεαίς». Στην χριστιανική γραμματεία των πρώτων αιώνων η λέξη «διάκονος» έχει την έννοια «αυτού που ιερουργεί κατά το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας». Όπως λέει ο Απόστολος Παύλος για τον εαυτό του: «εγενόμην εγώ Παύλος διάκονος» (Προς Κολασσαείς, 1:23).
o-thesmos-twn-diakonisswn-koutsoukos-artion-news (8)

Ο Πλίνιος ο νεότερος (61-113 μ.Χ.), ως κυβερνήτης της Βιθυνίας κατά την περίοδο του διωγμού των χριστιανών από τον αυτοκράτορα Τραϊανό, γράφει (Epist. 10, 96) ότι για ν’ αποσπάσει πληροφορίες, μάταια υπέβαλε σε βασανιστήρια δύο γυναίκες σκλάβες, χριστιανές, «οι οποίες ήταν διακόνισσες (ministrae)».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός (329-390 μ.Χ.), σε μια του παρηγορητική επιστολή, γράφει το επικήδειο εγκώμιο μιας γυναίκας, ονόματι Θεοσέβειας : «το καμάρι της Εκκλησίας και το στολίδι του Χριστού […]. Η Θεοσέβεια, αληθινά μια ιεροπρεπής μορφή, συνεργάτιδα ενός ιερέα, τιμημένη και άξια στο να τελεί τα μεγάλα μυστήρια» (Epist. CXCVII).
o-thesmos-twn-diakonisswn-koutsoukos-artion-news (9)

Αν και στους Αποστολικούς Κανόνες απαγορεύεται ρητά στις γυναίκας να πρωτοστατούν και να στέκονται κατά την διάρκεια της προσευχής στην εκκλησία (24:1–8), στις κατακόμβες της Ρώμης συχνά συναντάμε γυναικείες μορφές στις τοιχογραφίες που κοσμούσαν τα πρώτα αυτά άδυτα των Χριστιανικών μυστηρίων: οι γυναίκες αυτές κυριαρχούν στο μέσο της παράστασης και έχουν χέρια υψωμένα σε στάση δέησης. Σ’ ένα μωσαϊκό, στη βασιλική του αγίου Πραξίδη (Basilica Sanctae Praxedis ή Santa Prassede σήμερα) στη Ρώμη, συναντάμε μια γυναίκα να φέρει τετράγωνο, γαλάζιο φωτοστέφανο – σύμβολο του ιερατικού της βαθμού μέσα στην Εκκλησία καθώς επίσης και του γεγονότος ότι ήταν εν ζωή όταν εκπονήθηκε το εν λόγω μωσαϊκό.
Οι γυναίκες υπήρξαν από την πρώτη κιόλας στιγμή τα ακάματα πόδια του μηνύματος του Χριστού και τα παρηγορητικά χέρια της αγάπης του: από τις Μυροφόρες, που πρώτες εκείνες λαμβάνουν το μήνυμα της Ανάστασης, μέχρι όλα εκείνα τα έκθετα κορίτσια των πρώτων αιώνων, που τόσο συχνά οι δικοί τους παρατούσαν στα σκαλιά των εκκλησιών μόνο και μόνο επειδή εκείνα τα χρόνια το κορίτσι «κόστιζε» σε προίκα και δεν ήταν βιώσιμη λύση για μια φτωχή οικογένεια. Αργότερα, αυτά τα κορίτσια, μεγαλώνοντας μέσα στο Χριστιανισμό, γίνονταν πομποί όλης της αγάπης και της στοργής που στερήθηκαν από τους βιολογικούς τους γονείς.
o-thesmos-twn-diakonisswn-koutsoukos-artion-news (6)

Και αυτές οι γυναίκες, οι πιο άξιες αγάπης, ήταν και οι πιο δύσκολες ν’ αγαπήσει κάποιος που δεν πίστευε με την ίδια δύναμη ψυχής όπως εκείνες. Όπως γράφει ο Τερτυλλιανός (Ad uxuorem, 4): «ποιός άραγε, κατά την περίοδο του Πάσχα, είναι διατεθειμένος ν’ ανεχθεί σιωπηλά την απουσία της γυναίκας του απ’ το πλάι του όλα τα βράδια;»

o-thesmos-twn-diakonisswn-koutsoukos-artion-news (11)


πηγή: Μάριος Κουτσούκος -http://artion-news.gr


Πού βρίσκεται σήμερα η κάρα του Αγίου Αποστόλου Θωμά;



Πού βρίσκεται σήμερα η κάρα του του Αγίου Αποστόλου Θωμά; 

 

H Τιμία Κάρα του Αγίου Αποστόλου Θωμά πάντως φυλάσσεται στην Ιερά Μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο. Βρίσκεται μέσα σε μία μεγάλη ανάγλυφη ασημένια κύλικα, ενώ ασημένιες λάμες διακοσμημένες με πολύτιμους λίθους περιτρέχουν την κάρα σταυροειδώς και ίσως είναι βυζαντινές.

πηγή το site: http://evaggelatos.com/?p=4616
.........................................................................................................
.........................................................................................................



Η καλή απιστία (σχόλιο στην Κυριακή του Θωμά)



(π. Φιλόθεος Φάρος) 

Tη στάση του Θωμά συνηθίσαμε να τη βλέπουμε σαν κάτι που θα πρέπει να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε, αλλά αυτή η θεώρηση της στάσεως του Θωμα οφείλεται σε παρεξήγηση. O Θωμάς δεν θέλει να αρκεσθεί στις διαβεβαιώσεις των άλλων μαθητών "εωράκαμεν τον Κύριον", και ζητάει να τον δει και εκείνος.

Ο υμνωδός αποκαλεί αυτή την απιστία "καλή" γιατί οδηγεί τις καρδιές των ανθρώπων στην "επίγνωση". Πραγματικά, όταν αρκούμεθα στις διαβεβαιώσεις των άλλων δεχόμαστε κάτι που δεν το διαπιστώσαμε και δεν το γνωρίζουμε οι ίδιοι.



Έτσι δεχόμαστε την αλήθεια σαν ένα λογικό συμπέρασμα, σαν μια νοητική σκέψη. Αλλά η αλήθεια δεν είναι μια σκέψη, αλλά μια ολοζώντανη πραγματικότητα. Όταν δεχόμαστε μια πραγματικότητα, μόνο επειδή κάποιος άλλος μας διαβεβαιώνει γι' αυτή, χωρίς να την αναζητούμε και να τη γνωρίσουμε εμείς οι ίδιοι, δεν τιμάμε αυτή την πραγματικότητα, και ίσως κλεινόμαστε σ' αυτήν και δεν την αφήνουμε να μας αγγίξει. 

Ίσως ακόμη να αρκούμεθα στη διαβεβαίωση, γιατί μέσα μας έχουμε ουσιαστικά αποκλείσει την πραγματικότητα, για την οποία δεχόμαστε τόσο πρόθυμα να μας διαβεβαιώσουν. Η προθυμία να δεχθούμε αβασάνιστα τη διαβεβαίωση είναι σίγουρα δείγμα πνευματικής νωθρότητας, χλιαρότητας και αμφιβολίας. 

Η διαβεβαίωση εκείνου που βίωσε μια πραγματικότητα, έχει μια αναμφισβήτητη δύναμη, αλλά η διαβεβαίωση εκείνου που τον διαβεβαίωσε κάποιος άλλος δεν είναι τόσο δυνατή και όσο η διαβεβαίωση απομακρύνεται από το άμεσο βίωμα της πραγματικότητας, τόσο χάνει τη δύναμή της, μέχρι που στην περίπτωση της θρησκευτικής πίστεως φθάνει στην πανηγυρική διακήρυξη του θανάτου του Θεού, που έχει ήδη πεθάνει στη μακριά πορεία των διαβεβαιώσεων, που όλο και περισσότερο απομακρύνονται από την άμεση εμπειρία, απ' την πραγματική συνάντηση μ' Εκείνον.

Πολλοί "ευσεβείς" άνθρωποι δεν φαίνεται να υποπτεύονται ότι μία "καλή απιστία" μπορεί να είναι ασύγκριτα καλύτερη από μια "κακή πίστη", μία πίστη συμβατική, μία πίστη μη γνήσια.

Πολλές φορές η πίστη μας είναι μια δουλική υποταγή, αποτέλεσμα φόβου και δειλίας. Είναι μια πίστη με την οποία μπορούμε να εξασφαλίζουμε την πνευματική μας τακτοποίηση, μια πίστη που μας προφυλάσσει απ' την περιπέτεια. Δηλαδή μια πίστη που δεν είναι πράγματι πίστη. Γι' αυτό και δεν τολμάμε να την αμφισβητήσουμε. Υποσυνείδητα φοβόμαστε ότι δεν έχουμε αρκετή, ή ότι ίσως δεν έχουμε καθόλου πίστη και ο φόβος μας ίσως να μην είναι αδικαιολόγητος.

Η ζωή μας, παρά τις διακηρύξεις πίστεως που κάνουμε, δείχνει αδιάψευστα την απιστία μας. Διακηρύσσουμε την πίστη μας στην πρόνοια του Θεού, αλλά το βάρος που δίνουμε στους τραπεζικούς μας λογαριασμούς, στα χρήματα και στα κτήματά μας, είναι μια αδιάψευστη απόδειξη της ειδωλολατρίας μας. 

Δεν τολμάμε να εξετάσουμε τα εσωτερικά κίνητρα της εξωτερικής μας θρησκευτικότητας, γιατί συχνά συμμετέχουμε στη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας, όχι γιατί πραγματικά το επιθυμούμε, αλλά γιατί, σαν αποτέλεσμα μιας θρησκευτικής αγωγής που βασίζεται στον εκφοβισμό και την απειλή της τιμωρίας, αισθανόμαστε ότι δεν έχουμε άλλη εκλογή. Είμαστε στο έλεος αυτού του ουράνιου τύραννου, που καλά θα κάνουμε να προσπαθήσουμε να τον εξευμενίσουμε, αν δεν θέλουμε να πέσει πάνω στα κεφάλια μας η τρομερή οργή του. Φιλάμε το χέρι που δεν τολμάμε να δαγκώσουμε. αλλά μέσα βαθιά μας μνησικακούμε γι' αυτή την τυραννική υποδούλωση, που δεν μας αφήνει περιθώρια εκλογής. Έτσι η πίστη μας τελικά είναι πολλές βαθμίδες πιο κάτω από την απιστία κάποιων άλλων, που είχαν και την τιμιότητα και την τόλμη αλλά και αρκετή πίστη στην πίστη τους, ώστε να τολμήσουν να την αμφισβητήσουν.

Εκείνοι τολμούν αυτή την πνευματική περιπέτεια που μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στην πραγματική γνώση του Θεού. Αυτοί τολμούν να πουν το ηρωικό, "αν δεν Τον δω εγώ ο ίδιος δεν θα πιστέψω". Και λέγοντάς το αυτό δείχνουν ότι έχουν αρκετή ελπίδα και πίστη πως θα Τον δουν. Ενώ όσοι από μάς δεν τολμούμε να πούμε "αν δεν Τον δούμε δεν θα πιστέψουμε", δείχνουμε ότι μέσα βαθιά μας δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει περίπτωση να τον δούμε και γι' αυτό δεν τολμάμε να το διακινδυνεύσουμε. Δεν θέλουμε να διακινδυνεύσουμε την πνευματική μας τακτοποίηση και γι' αυτό δεν ριχνόμαστε σ' αυτή την πάλη με το Θεό, στην οποία ρίχτηκε ο Ιακώβ. 

Ο Ιακώβ σ' αυτή την πάλη έχασε κάποιο στήριγμα· "Ηψατο του πλάτους του μηρού αυτού, και ενάρκησε το πλάτος του μηρού Ιακώβ έν τω παλαίειν αυτόν μετ' αυτού" (Γεν. 32, 25). Έχασε ο Ιακώβ σ' αυτή την πάλη κάποια ψευδαίσθηση ασφάλειας και σιγουριάς, αλλά βγήκε απ' αυτήν με την ευλογία του ανανεωμένου ανθρώπου. "Και είπεν αυτώ, ού κληθήσεται έτι το όνομά σου Ιακώβ, αλλ' Ισραήλ έσται το όνομά σου· ότι ένίσχυσας μετά Θεού και μετά ανθρώπων δυνατός έση" (Γεν. 32, 28). 
Ο Θωμάς τόλμησε να ριχτεί σ' αυτή την πάλη. Τόλμησε να πει "Αν δεν το δω εγώ ο ίδιος δεν θα πιστέψω". Και μ' αυτή την τόλμη του έδειξε την πραγματική πίστη που βρισκόταν κάτω απ' την επιφανειακή του απιστία, γιατί κανείς δεν αποδύεται σε μια περιπέτεια απ' την οποία, είναι βέβαιος, ότι θα βγει χαμένος. Αλλά ο Θωμάς βγήκε τόσο κερδισμένος όσο βγαίνει κερδισμένος και όποιος άνθρωπος ζητήσει να δει το Θεό.

"Ἐάν τον Θεόν ζητήσωμεν φανήσεται ἡμῖν· καί ἐάν αὐτόν κατάσχωμεν, παραμένει ἡμῖν".  Ο Θωμάς έχει το κουράγιο να αναζητάει και γι' αυτό τολμάει να λέει στους άλλους μαθητές "ἤν μή θεάσωμαι τοῦτον, οὐ πείθομαι τοῖς λόγοις ὑμῶν" (Κάθισμα Όρθρου Κυριακής Θωμά). "Τίς ἔδωκε (αὐτῷ) τόλμαν, καί ἴσχυσε ψηλαφῆσαι φλόγεον ὀστοῦν; Τίς ἐφύλαξε τήν τοῦ μαθητοῦ παλάμην τότε ἀχώνευτον ὅτε τῇ πυρίνῃ πλευρᾷ προσῆλθε τοῦ Κυρίου;... πάντως ἡ ψηλαφηθεῖσα· εἰμή γάρ ἡ πλευρά δύναμιν ἐχορήγησε πηλίνῃ δεξιᾷ, πῶς εἷχε ψηλαφῆσαι παθήματα, σαλεύσαντα τά ἄνω καί τά κάτω;" (Οίκος Όρθρου Κυριακής Θωμά).

Αυτή λοιπόν η τόλμη της αναζητήσεως μιάς άμεσης επαφής με την αλήθεια είναι ένα δώρο του Θεού. Αυτή η τόλμη οδηγεί το Θωμά στην πραγματική συνάντηση με τον αναστημένο Χριστό "ἠπίστει τοῖς ρηθεῖσιν αὐτῷ, ἐξ ἀπιστίας εἰς πίστιν βεβαιῶν" (Ιδιόμελο Στιχηρό Εσπερινού Κυριακής Θωμά). "Ἐπιποθήσας σου την χαρμόσυνον θέαν, τό πρίν ἠπίστει ὁ Θωμᾶς· ἀξιωθείς δέ ταύτης, Θεόν και Κύριόν σε ἐκάλει Δέσποτα" (Κανόνας Κυριακής Θωμά, Ωδή η').

Είναι πραγματικά ευλογημένη, αξιέπαινη και αξιομίμητη η αναζήτηση του Θωμά "ὤ τῆς ἀληθῶς ἐπαινουμένης του Θωμά, φρικτῆς ἐγχειρήσεως!" (Κανόνας Κυριακής Θωμά, Ώδή ε') γιατί μ' αυτή του την αναζήτηση "τάς ἡμῶν διανοίας αὐτός, τύπους τῶν ἥλων ψηλαφῶν, βεβαίαν πίστιν ἐκζητῶν, ἐστήριξεν ἐν τῷ κόσμῳ, και σώζειν, ἀπό ὀργῆς καί θανάτου τάς ψυχάς ἡμῶν" (Κάθισμα Όρθρου της Τρίτης της Β' Εβδομάδος μετά το Πάσχα). Του Θωμά "τό περίεργον, θησαυρόν κεκρυμμένον ἡμῖν ἀνέωξε θεολογήσας γλώσσῃ γάρ θεοφορουμένη..." (Κανόνας Κυριακής Θωμά, Ωδή η'). Γι' αυτό και ο αναστημένος Κύριος χαίρει "ἐρευνώμενος" και προτρέπει σ' αυτό το Θωμά, "προτείνων διαπιστοῦντι τήν πλευράν, τῷ κόσμῳ πιστούμενος τήν τριήμερόν Του Ἔγερσιν" (Κανόνας Κυριακής Θωμά, Ωδή δ').

Γιατί όμως στη σχετική ευαγγελική διήγηση ο Χριστός σχεδόν επιπλήττει τον Θωμά: "ὅτι ἑώρακάς με πεπίστευκας μακάριοι oἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες"; (Ίωάν. 20, 29). Είναι γιατί δεν αρκείται στις διαβεβαιώσεις των άλλων και ζητάει να συναντήσει αυτός ο ίδιος το Χριστό, που ο Χριστός τον επιπλήττει; Ασφαλώς όχι· η επίπληξη αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο ο Θωμάς θέλει να συναντήσει το Χριστό. Δεν λέει ο Θωμάς, ανδεν ακούσω το λόγο Του ή αν δεν δω το φώς που ξεχύνεται από την όψη Του η αν δεν νιώσω τη θέρμη της αγάπης Του, "ου μη πιστεύσω" αλλά, εάν μη ίδω εν ταις χερσίν αυτού τον τύπον των ήλων, και βάλω τον δάκτυλόν μου εις τον τύπον των ήλων, και βάλω την χείρα μου εις την πλευράν αυτού" (Ίωάν. 20,25).

Ο Χριστός δεν έπιπλήττει το Θωμά γιατί ζητάει να τον συναντήσει ο ίδιος, αλλά γιατί διαλέγει το πιο χαμηλό δυνατό επίπεδο συναντήσεως, δηλαδή εκείνο των αισθήσεων. Οι ενέργειες της Θείας Χάριτος που υποπίπτουν στις αισθήσεις είναι οι λιγότερο συγκλονιστικές. Η Χάρη του Θεού ενεργεί με τρόπους πολύ συγκλονιστικότερους από εκείνους που υποπίπτουν στις αισθήσεις, αλλά ο Θωμάς, όπως κι εμείς πολλές φορές, δεν αναζητάει τις τελευταίες αλλά αρκείται στις πρώτες. 

Εντυπωσιαζόμαστε πολύ από μια θαυματουργική θεραπεία ή από μία υπερφυσική πρόβλεψη ενός αγίου ανθρώπου και δεν παρατηρούμε το θαύμα του εξωτερικού κόσμου ή του εσωτερικού μας κόσμου, που είναι αφάνταστα εντυπωσιακότερα από οιαδήποτε θαυματουργική θεραπεία ή υπερφυσική πρόβλεψη. 

Αν κάποιος νεκρός αναστηνόταν από τον τάφο του θα προκαλούσε κατάπληξη ακόμη και στους πιο πιστούς ανθρώπους, αλλά τις πνευματικές αναστάσεις που συμβαίνουν καθημερινά, μόλις που τις παρατηρούμε. Ποιος θάνατος όμως είναι φοβερότερος, ο φυσικός ή ο πνευματικός; Ποιοί είναι πραγματικά πεθαμένοι, οι άγιοι που έχουν ταφεί πριν από αιώνες ή οι άνθρωποι που κινούνται πλάι μας και οι φυσικές τους λειτουργίες είναι τέλειες αλλά που η καρδιά τους δεν μπορεί να νιώσει ίχνος αγάπης ούτε για το συνάνθρωπο ούτε για το Θεό; 

Στις επόμενες Κυριακές της Πεντηκοστής θα παρουσιαστεί η δύναμη του Χριστού να ξαναστήσει έναν παραλυτικό στα πόδια του και η δύναμή του να αναστήσει πνευματικά την αμαρτωλή Σαμαρείτιδα, και σ' αυτούς που έχουν κάποια πνευματική ευαισθησία θα φανεί ξεκάθαρα, ότι η δύναμη που προκαλεί τη μεταμόρφωση της Σαμαρείτιδος είναι πολύ συγκλονιστικότερη από τη δύναμη που ξαναστεριώνει τα μέλη του παραλύτου.

Όμως ο Χριστός ανταποκρίνεται στην ανάγκη του κάθε ανθρώπου και ενσαρκώνεται για τον κάθε άνθρωπο, δηλαδή είναι πρόθυμος να κατεβεί και να τον συναντήσει στο επίπεδο που εκείνος βρίσκεται. "Φιλάνθρωπε, μέγα καὶ ἀνείκαστον τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ὅτι ἐμακροθύμησας, ὑπὸ Ἰουδαίων ῥαπιζόμενος, ὑπὸ Ἀποστόλου ψηλαφώμενος, καὶ ὑπὸ τῶν ἀθετούντων σε πολυπραγμονούμενος. Πῶς ἐσαρκώθης; πῶς ἐσταυρώθης ὁ ἀναμάρτητος; ἀλλὰ συνέτισον ἡμᾶς, ὡς τὸν Θωμᾶν βοᾶν σοι· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου, δόξα σοι". (Δοξαστικό Άποστίχων Εσπερινού Κυριακής Θωμά).

Ο Χριστός δέχεται να δείξει το πρόσωπό του στο Ζακχαίο, δέχεται να αγγίξει το ιμάτιό του η Χαναναία, δέχεται να πει το σωτήριο λόγο για τον εκατόνταρχο, δέχεται ακόμη και να φιλήσει τα πόδια του η αμαρτωλή, αλλά ζητάει απ' όλους να μην αρκεσθούν να τον συναντήσουν στο επίπεδο των αισθήσεων, αλλά να προχωρήσουν στην ουσιαστικότερη συνάντηση, που γίνεται στο χώρο της καρδιάς.

Ο Θωμάς ανταποκρίνεται σ' αυτή την επιθυμία του Χριστού και δεν μένει στη συνάντηση με τον Κύριο, το Διδάσκαλο, τον αναμορφωτή, τον κήρυκα της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ηθικής τάξεως αλλά προχωρεί στη συνάντηση με το Θεό. Ἐπιποθήσας σου, τὴν χαρμόσυνον θέαν, τὸ πρὶν ἠπίστει ὁ Θωμᾶς, ἀξιωθεὶς δὲ ταύτης, Θεὸν καὶ Κύριόν σε ἐκάλει Δέσποτα Κανόνας Κυριακής Θωμά, Ώδή η') και "ψηλαφήσας ὡμολόγησε Αὐτόν εἷναι Θεόν οὐ γυμνόν, καί ἄνθρωπον οὐ ψιλόν" (Στιχηρό Εσπερινού Κυριακής Θωμά).

Λοιπόν "σπεύσωμεν καί ἡμεῖς, τάς χεῖρας ἁγιάσαι τῇ τῶν παθῶν ἀργία, καί οὕτω τοῦ Δεσπότου, τῆς πλευρᾶς ἐφαψόμεθα" (Στιχηρό Προσόμοιο Όρθρου Τετάρτης Β' Εβδομάδος μετά το Πάσχα). Ας αναζητήσουμε τον αναστάντα Κύριο και ας τον δοξολογήσουμε με ύμνους "οὐ βλεφάροις ἰδόντες" όμως Αυτόν "αλλά καρδίας πόθω πεπιστευκότες" (Κανόνας Κυριακής Θωμά, Ώδή θ'). Ας απομακρύνουμε από την ψυχή μας την "κατήφεια" των παθών και των λογισμών τη ζάλη "καί οὕτως ἐξανθήσει τό ἔαρ τό τῆς πίστεως" (Στιχηρό Προσόμοιο Όρθρου Πέμπτης Β' Εβδομάδος μετά το Πάσχα) στις καρδιές μας. 

Με μια τέτοια προπαρασκευή θα μπορέσουμε να συναντήσουμε τον αναστάντα Χριστό πέρα από το επίπεδο των αισθήσεων και θα αξιωθούμε να δούμε και να ακούσουμε "ἅ ὀφθαλμός οὐκ εἶδε καί οὖς οὐκ ἤκουσε καί ἐπί καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἅ ἡτοίμασεν ὁ Θεός τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν" (Α' Κορινθ. Β' 2,9).

πηγή: http://paterikakeimena.blogspot.gr/2011/04/blog-post_30.html


.......................................................................................................................
........................................................................................................................