Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρομέγαλο θαύμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μικρομέγαλο θαύμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Σεπτεμβρίου 2017

Ένα μικρομέγαλο θαύμα του Αγίου Φανουρίου (επανάληψη)



(επανάληψη, και ευχαριστώ εκ βάθους καρδίας, το Μικάκι μου...)

.......................................................................................
Επειδή το γνωρίζεις

-ω, απ' τον εγκόσμιο, μονοδιάστατο ορθολογισμό
αποπροσανατολισμένο  μου-

ότι με τα θαύματα των αγίων, 
με δέρνει, παιδιόθεν 

(αλλά και προϊόντος του γήρατος
 τα τελευταία χρόνια)

μια  έξτρα πώρωση,

σήμερα,  θα σου περιγράψω εν συντομία
ένα  μικρομέγαλο θαύμα,  του  Αγίου Φανουρίου

-Μικρομέγαλο θαύμα;

Τι είδους τίτλος είναι αυτός πάλι, ω τρελοτάτη μου;

Εντάξει, το μικρό θαύμα, το καταλαβαίνω.

Το μεγάλο, το θαυμάζω επίσης.

Αλλά το "μικρομέγαλο", με μπέρδεψε.

-Θα  το καταλάβεις  στο τέλος, μη βιάζεσαι.
Λοιπόν, έχουμε και λέμε:

Μια ωραία πρωία, ξαφνικά,  
λαβαίνω στο κινητό  ένα γραπτό μήνυμα
απ' τη λατρεμένη  πρωτοξαδερφή μου
(οι πατεράδες μας Παναγόπουλοι, αδέρφια), τη Μίκα:

"Ευανθούλι μου, που να σ’τα λέω!  
μας κλέψανε το αμάξι τη νύχτα!
Το είχαμε σταματημένο λίγο πιο κάτω απ' το σπίτι.
Πήγαμε να το πάρουμε σήμερα το πρωί.
Άφαντο!
Φτερά είχε κάνει!
Έσκασε ο Κώστας μου!"
................................

Ο Κώστας να σου  εξηγήσω να καταλάβεις, είναι ο σύζυγος.
της ξαδερφής μου- να το πω παλιομοδίτικα-το "στεφάνι" της!

Στενοχωρήθηκα. 

Γράφω με τη σειρά μου  στο κινητό, 
τη θεούσική μου, πλην, 
την επάνω στο χριστιανικό βίωμα αιώνων, 
στηριγμένη απάντηση:

"Μικάκι μου, μη στενοχωριέστε για την κλοπή. 

Άμα θέλει, σας το βρίσκει το αμάξι
ο άγιος Φανούριος!

Παρακαλέστε τον.

Τάξτε του και μια Φανουρόπιτα.
Του αρέσουν τρελά οι πίτες, το έχω τσεκάρει!"
...................................................................
Εσύ τώρα εδώ, περιστεράκι μου, θα χλευάσεις, 
θα ειρωνευτείς,
θα μου πεις ότι ζω στο Μεσαίωνα, 
ότι δεν μπορείς να καταλάβεις:

"πώς και  τα θαύματα πετιούνται κάθε τόσο
ξαφνικά, σαν ποπκόρν, στα μούτρα σου"

τα γνωστά,
που κάθε τόσο, μου σούρνεις,

τα μύρια χάχανα τα δικά σου,
τα τρώω στη μάπα κάθε τόσο,

συνήθισα πλέον.

Δε σου θυμώνω.

Ο Κύριος μας δίδαξε να μην κρατάμε κακία στους είρωνες.
Μπορείς , λοιπόν, να καγχάζεις με μένα,  ελεύθερα.

Αγνοώ τα σαρκαστικά σου ενδόμυχα,
και προχωρώ στην αφήγηση του αληθινού περιστατικού μου, 
απτόητη.
....................................................

Τον άγιο Φανούριο, λοιπόν, ευλαβώς,
που έχει ειδικότητα στην ανεύρεση των χαμένων...
........................................................................

(Μάλιστα μάλιστα! και οι άγιοι...αναπτύσσουν  "ειδικότητες"
γιατί σου κάνει εντύπωση, παρακαλώ;

Άνθρωποι "σάρκα φορούντες και τον κόσμο οικούντες", 
σαν και μας, δεν ήταν και αυτοί κάποτε;

Δεν είχαν κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά;

Όχι ότι δεν μπορεί να βοηθήσει σε κάθε πρόβλημα
ο κάθε άγιος με τη δύναμη του Αναστάντος Ιησού Χριστού, 
και βέβαια μπορεί, 
αλλά συχνά οι άγιοι, 
μας συνδέουν μαζί τους,
και με τον Επουράνιο Βασιλέα, 
κάνοντάς μας και μικρές
ή μεγάλες, ιδιαίτερες χάρες, 
εφόσον αυτές οι χάρες συντελούν  προς 
της αθάνατης ψυχής μας, 
το αιώνιο συμφέρον.)
............................................................................

...τον παρακάλεσε, λοιπόν,  τον άγιο Φανούριο  πάραυτα, το Μικάκι μου,
αλλά ο σύνευνος Κώστας, καλού- κακού,
ως ανήρ λογικός και τετραγωνισμένος
είπε να ενημερώσει και την Ασφάλεια.

Τηλεφώνησε αμέσως  στην Τροχαία επίσης.

 Και απεφάνθησαν σοβαρώς, οι υπεύθυνοι:

-Θα κάνουμε, βεβαίως, ό,τι μπορούμε για να βρεθεί το αμάξι σας
Αλλά...μην το δένετε και κόμπο...μάλλον για ψύλλους στ’άχυρα
σε κοτζά Αθήνα θα ψάξουμε...

Έκαναν, ό,τι μπόρεσαν, πράγματι.

-Δε βρέθηκε τίποτε.

Πέρασε μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες,
τέσσερις μέρες, πέντε μέρες, έξι μέρες,
εφτά μέρες...

-Έλεος, μανδάμ, έλεος, 
το βιβλίο της Γένεσης θα ξαναγράψουμε;
-Εντάξει, εντάξει! 
Μην εκνευρίζεσαι, θα συντομεύσω. 

Πέρασε, τελικά, χρυσούλι μου, 
ολόκληρος ενάμισης μήνας!

-Ενάμισης μήνας;
-Μάλιστα. 

Μπορεί και δυο μήνες! 

-Άφαντο τ’αυτοκίνητο!

Όσο περνάγαν οι μέρες,
Οι ελπίδες για την ανεύρεση του κλαπέντος
γινόνταν φτερά περιστερήσια, στον άνεμο.

(Για να είμαι ειλικρινής, και μη προς κακοφανισμόν σου, 
που εξηγούσαν κι οι παλιές φυλλάδες, 
ευλαβικέ μου αναγνώστα,
με τόσα κλεμμένα τροχήλατα,  
μου φάνηκε κάπως αυτονόητο το ότι ο Άγιος Φανούριος
δεν είχε καιρό να ασχοληθεί και με  της ξαδέρφης μου, το ζήτημα.)

Και η Τροχαία του Νέου Κόσμου (εκεί εχάθη το αμάξι),
είχε σηκώσει,  πλέον,  ψηλά τα χεράκια της,

-Λυπούμεθα αγαπητοί. 
Ψάξαμε, ξαναψάξαμε.
Χαμένο το αμάξι σας.

Να αγοράσατε άλλο!

-Να αγοράσουνε άλλο; 
-Με τέτοια κρίση; 
- Θ'αστειεύονται βέβαια!

Στενοχωρήθηκε ο Κώστας. 

Πλάνταξε ελαφρώς  το Μικάκι μου,
αλλά...είπαν  να  πάρουν απόφαση
την απροσδόκητη απώλεια, και συνέχισαν τα δρομολόγια
για τις δουλειές τους, χρησιμοποιώντας τη συγκοινωνία,
άντε και κάποιο ταξί
στην ανάγκη.
.............................................
Είχαν περάσει ενάμισης μήνας "στο νερό", 
μπορεί
έως και δυο μήνες
( ημερολόγιο, επακριβώς, δεν εκράτησα).

Ένα πρωί, ο ξάδερφος Κώστας, πήρε ταξί από το Νέο Κόσμο
διότι έπρεπε να φτάσει στο Μεταξουργείο, για κάτι επείγοντα.

Στην Αθήνα, γινόταν κάποια συγκέντρωση.
Κλεισμένοι οι δρόμοι.

Το γνωστό χάος.

Ο ταξιτζής αποφάσισε να κινηθεί περιφερειακά-λέει- από Ν. Κόσμο
και με τον ξάδερφο Κωστή ως επιβάτη, κάνοντας κάποια παράκαμψη 
βγήκαν  στη Γέφυρα του Πουλόπουλου.

Τοις πάσι γνωστόν,  να σχολιάσω ότι οι φίλτατοι ταξιτζήδες,
εκτός από οδηγοί, συχνά αναλαμβάνουν
και άτυπα χρέη ψυχαναλυτή, 
κουράροντας επ'ολίγον

(για όσο διαρκεί η κούρσα τους,
 και χωρίς έξτρα χρέωση- προς τιμήν τους!)

εξοργισμένους ή στενοχωρημένους πελάτες.

Ο Κώστας συνέχιζε- κι ας είχαν περάσει  τόσες ημέρες
- συνέχιζε  με την κλοπή του αμαξιού του,  να αισθάνεται λυπημένος.

Ξεκίνησε, για πολλοστή φορά, 
από ενδόμυχη ψυχολογική πίεση ωθούμενος,  
να εξιστορεί την εμπειρία 
με το χαμένο του όχημα, 
στον υπομονετικό ταξιτζή
στον οποίο είχε αναθέσει εκείνη την κούρσα.

Ο ταξιτζής,  άκουγε, κουνώντας το κεφάλι, 
δείχνοντας ευγενικό ενδιαφέρον.

Επειδή το κέντρο, εκείνη τη μέρα,  
ήταν "κατά τα ειωθότα", που θα σχολίαζε και ο Παπαδιαμάντης 
όπως συνήθως δηλαδή, αποκλεισμένο, 
το ταξί, κατευθύνθηκε ζητώντας ταχύτερη έξοδο  από  δευτερεύοντες δρόμους.

Την περιοχή  διέσχιζε με κανονική ταχύτητα ο οδηγός, προσέχοντας τα φανάρια.

Ο Κώστας κοιτώντας αφηρημένα  απ' το παράθυρο, όπως το ταξί προχωρούσε,
συνέχιζε ... να  μονολογεί επάνω το πρόβλημά  του, το ανέλυε, 
εμβάθυνε, καταλαβαίνεις:
ο καθένας στην πίκρα  του, ψάχνει έναν ώμο, 
έστω και δανεικό,
προκειμένου  
έστω για δευτερόλεπτα, 
την απώλειά του, να μπορέσει να την πενθήσει...

Ξαφνικά,  και ενώ το ταξί πέρναγε ήσυχα, μπροστά
από δυο τεράστιους  σκουπιδοντενεκέδες του Δήμου,

ο τόνος της φωνής  του Κώστα, υψώθηκε
και ο ταξιτζής άκουσε  έκπληκτος,
τον επιβάτη του, να φωνάζει:

-Παναγία μου και Χριστέ μου, ο Θεός να  με ευλογεί! 
Μπροστά βλέπω το κλεμμένο αυτοκίνητό μου!

-Θα αστειεύεσαι βέβαια!  κάγχασε  ο ταξιτζής, με  την απίστευτηδήλωση.

Πιθανόν να  φαντάστηκε πως  ο επιβάτης του,
απ' την γενικότερη   κρίση που μαστίζει τον τόπο μας, 
άρχισε να σαλτάρει!

-Τι λες ανθρωπέ μου, που αστειεύομαι! 
ανέβασε κι άλλο  τους τόνους, σε ημιέξαλλη, πλέον κατάσταση- ο ξάδερφος.

-Κοκκάλωσέ το, το... τιμημένο,  εδώ, επί τόπου! 

Πάτησε πάραυτα  τρομαγμένος το φρένο ο ταξιτζής και πράγματι!

Το κλεμμένο προ δυο περίπου μηνών,
καλοσυντηρημένο  αμάξι του Κώστα,  βρισκόταν εκεί!

Μπροστά τους.

Τους ατένιζε.

Ακίνητο. Σκουροπράσινο. Άδειο. Ακέραιο. Φιλικότατο.

-Χαράς Ευαγγέλια που δεν περιγράφονται!

Κατεβαίνουν και οι δύο, ο ένας πρόσεχε το αυτοκίνητο 
ο άλλος καλούσε την Τροχαία.

Επάνω του ο Κώστας, μέχρι εκείνη την ώρα, 
κουβάλαγε, την άδεια οδήγησης 
με το νούμερο του αμαξιού, του χαμένου.

Ευτυχής, ανέμιζε, τώρα, εις επίρρωσιν των λεγομένων του, το δίπλωμα, 
έδειχνε με το δάχτυλο, μία  το νούμερο του αυτοκινήτου, επάνω στην άδεια, 
μία το ίδιο νούμερο μπροστά στον προφυλακτήρα του ανευρεθέντος,  
το έδειχνε σχεδόν χοροπηδώντας με ενθουσιασμό, με έξαψη μικρού παιδιού,
μπρος στον ταξιτζή που δεν πίστευε στα ματάκια  του, και διασκέδαζε αφάνταστα
βλέποντας το ξεσάλωμα του πελάτη. 

Πολύ σύντομα κατέφθασε  το "Εκατό", δήλωσαν την ανεύρεση,
τηλεφώνησε  ο ξάδερφος Κώστας, περιχαρής, 
στο Μικάκι μου.

Το Μικάκι, στην κουζίνα του, ακούγοντας τα ανέλπιστα νέα, 
χτύπησε τα ταψιά  και τις κατσαρόλες της
σαν αναστάσιμες καμπάνες, χαρμόσυνες.

-Αλληλούιαααα! Εύρηκα! Εύρηκα! 
-Μεγάλε μου  άγιε Φανούριε!
Τη Φανουρόπιτα, ατάκα και επί τόπου και ανυπερθέτως
θα σου τη φτιάξω! ανεβόησε.

Ανασκουμπώθηκε.

Την έφτιαξε, 
μια σπέσιαλ
Μελιγαλιώτικης προέλευσης Φανουρόπιτα, 
ω αδελφέ εν Κυρίω,
να τρώει το Μικάκι μου  
και στα λατρεμένα παιδιά της,
ούτε μπουκιά να μη δίνει!


-Και η ζωή τραβά την ανηφόρα. 
Με σημαίες και με ταμπούρλα!

-Και με Φανουρόπιτες, σαλεμενότατη.

-Ναι και με Φανουρόπιτες!

...................................................................

Ευλαβικέ ή και ανευλαβικέ αναγνώστα μου,
σου μίλησα για μικρομέγαλο θαύμα του Αγίου στην αρχή.

Θα κατάλαβες τώρα.

Το θαύμα  είναι ίσως   μικρό θαύμα,  

για όποιον δεν έχασε ποτέ του  αμάξι

και μεγάλο, τρισμέγιστο θαύμα,  για εκείνον 

που  αμάξι   του κλέψανε

και με την επίκληση του Άγιου  Φανούριου

σε κοτζαμάν, "παλιαθήνα"... 

(που έλεγε κι  η γιαγιά Πετρού)

το κλεμμένο του  αμάξι

ο ίδιος αυτοπροσώπως και απροσδοκήτως

χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο εξάφανισής του

το βρήκε αβλαβές και ασφαλέστατο.
.............................................................


Εκείνη την Κυριακή, συγκινημένη η Μίκα μου,
εκτός από τη Φανουρόπιτα που πήγε στο ναό
άναψε και μεγάλο κερί με συγκίνηση.

-Καλέ μου Άγιε Φανούριε,
εκ μέσης καρδίας, σ' ευχαριστούμε που μας βοήθησες
και το μηχανικό γαιδουράκι μας, το φανέρωσες!

Και η ίδια, υπογράφουσα

ως αυτήκοος μάρτυς

του αληθινού σκηνικού,

με το γνωστό ντροπαλό και χαμηλοβλεπούσικο ύφος μου, 

ομολογώ:
  
-Συχώρα με, άγιε Φανούριε,  που σε κοίταξα καχύποπτα στην αρχή αυτής της υπόθεσης.

Συχώρα με που σκέφτηκα- η ολιγόπιστη- ότι ήσουν πολύ απασχολημένος...

Δεν θα το ξανακάνω.

Το υπόσχομαι.

Με όλο το σεβασμό, 

λατρεμένε πολεμιστή του Χριστού

Άγιε Φανούριε, 

ασπάζομαι την τίμια εικόνα Σου

επειδή η αγάπη και η ευγνωμοσύνη

είτε απέναντι  σε αγίους 

είτε απέναντι  σε αγαθοποιούντες ανθρώπους

δεν είναι -ποτέ των ποτών-  μονοφύσιτισσα!

 Η εν Πάτραις  κατοικοεδρεύουσα

 Ευανθία η Σαλογραία 

που στηρίζει και σε Σένα, Άγιε Φανούριε, 
τις τελευταίες  ελπίδες της ,

προκειμένου να ξαναβρεί τα μυαλά 
που εδώ και  χρόνια τα έχει χαμένα...
.............................................................

Το πρώτο μου τσιγάρο στην Πέμπτη Δημοτικού


(επανάληψη)
Περιστεράκι μου

Υπάρχει Θεός και ακούει ό λ ε ς τις προσευχές μου, έστω και με μια καθυστέρηση χρόνων.
Πάντως α κ ο ύ ε ι σου λέω!
Και έχω μεγάλη χαρά στην καρδιά μου!

Γιατί τα γράφω αυτά;
Να σου εξηγήσω να καταλάβεις.

Ξέχασα να το εξομολογηθώ, πώς το πρώτο μου τσιγάρο το κάπνισα στην Πέμπτη Δημοτικού, μάλιστα μάλιστα και σε παρακαλώ να μη με κοιτάς με τα μάτια γουρλωμένα σαν αποσβολωμένος διευθυντής σχολείου, που θέλει να παλουκώσει το μαθητή -παραβάτη.

-Γιατί, μωρή, Σαλογραία, κατρακύλησες έτσι στο βούρκο της ηλιθιότητας;
-Είναι απλό, λατρεμένο μου.
Διότι το ανεγκέφαλον παράδειγμα του καπνίσματος, μου το έδινε η καλή η μανούλα μου, Θεός σχωρέσ'την ψυχούλα της.

Ξέρεις δα, την τεράστια δύναμη την εκ της εικόνας του όποιου απέναντι, απορρέουσα.

Αυτό που βλέπει ο καθένας μας να κάνει ο απέναντι- όποιος και αν είναι ο απέναντι, άνθρωπος, πόστερ, ή τυφλεόραση, ακόμη και ονειρική φαντασίωση- ενέχει ισχύν υποβολής και παρόρμησης προς μίμησιν και εκτέλεσιν πράξεως, το αποδεικνύουν και οι νευροβιολόγοι- ισχύει- το βεβαίωνε και η ταινία Ιnception που κυκλοφόρησε πρόσφατα- μην πας να τη δεις, κουραστικότατη, δε λέει τίποτα ιδιαίτερο πέραν της διατύπωσης αυτής της ήδη γνωστότατης θέσης.

Έβλεπα, λοιπόν-το βλήμα- τη μαμά που κάπνιζε για να σκάει τον πατέρα μου που την ταπείνωνε με τις ...λεγάμενες - τα ξέρεις- και μια μέρα της σούφρωσα απ'το πακέτο, ένα τσιγάρο.

Όταν έφυγε από το σπίτι, μπήκα σ' ένα δωμάτιο, το κλείδωσα κιόλας δια πάν ενδεχόμενον, και άναψα το τσιγάρο όπως έβλεπα ότι έκανε η καλή μου μητέρα, μετά- πάλι όπως έκανε η καλή μου μητέρα, τράβηξα μια ρουφηξιά...κράτησα τον καπνό μέσα στο στόμα και αμέσως τον έφτυσα προς τα έξω μετά βδελυγμίας, χωρίς να τον κατεβάσω στα πνευμόνια- δεν κάτεχα την πρακτική του ζητήματος-άργησα να το καταλάβω- το όρνιο.

-Α μωρέ! Αυτή η αηδία, είναι το κάπνισμα;!
Τι χαζοί είναι όσοι καπνίζουνε! αποφάνθηκα.

Και η απορία μου τέλειωσε.

Και συνέχισα αδιάφορη πια για το ζήτημα, να ζω ειρηνικά, στη μικρή μου την πόλη.

Ασήμαντο, το σκηνικό θα μου πεις.

Και όμως δεν ήτανε.

Όπως έγραφα σε παλιότερες αναρτήσεις, αυτή η μία η μοναδική εμπειρία ενός υποτυπώδους καπνίσματος, άνοιξε στο σώμα μου, ένα νευρολογικό μονοπάτι ΜΝΗΜΗΣ , που ΠΡΙΝ δεν υπήρχε.

Έκτοτε, όποτε βρίσκομαι σε παρέα με καπνίζοντες,παρά την απέχθειά μου για τον καπνό, ιδιαίτερα σε χώρους κλειστούς, έχω μια κρυφή μυστική παρόρμηση να τους ζητήσω τσιγάρο.

-Πάρε και συ ένα τσιγαράκι , μπορείς! μουρμουρίζει στο κεφάλι μου μια φωνούλα που μόλις ακούγεται.

-Βρε άει πάγαινε από δω πέρα, χαμένο!
της αντιλέγω, πάντα νοερά, και τη φωνή τη φιμώνω στου υποσυνειδήτου τα Τάρταρα...και έτσι γλιτώνω του εθισμού την παγίδα.

Και αυτό το σκηνικό, δεκαετίες μέσα μου, στήνεται και ξεστήνεται και όλο το ακυρώνω δια της βουλήσεως, και κυρίως, χάριτι θεία, αγαπημένο μου...

Ευτυχώς στην όλη οικογένεια μετά τη μαμά, άλλος δεν κάπνιζε.

Ήταν πιο εύκολος ο μικρός μου αγώνας.

Αργότερα δούλεψα.

Τους συναδέλφους στη δουλειά, ευγενικά τους ανεχόμουν, παρά τα διχασμένα μου συναισθήματα.

Η διάσταση ανάμεσα στο δέον γενέσθαι και στο άθλιο γίγνεσθαι, ενίοτε μου δημιουργούσε μια σύγχυση.
Δεν είχα διανοηθεί ότι ήταν δυνατόν να ζητήσω από φίλο και από συνάδελφο να μην καπνίζει μπροστά μου.

Το θεωρούσα αγριαίνουσα συμπεριφορά και δεν ήθελα- α πα πα, καλύτερα να πεθάνω παρά να σταμπαριστώ στη συνείδησή τους, σαν φασιστόμουτρο που δίωκε τις μικρές απολαύσεις των άλλων...

Ούτε και όταν ήμουν έγκυος, διανοήθηκα από συναδέλφους στο χώρο της εργασίας, να παρακαλέσω την αποφυγή του καπνίσματος.

Καπνίζαν αναίσθητα - τα γομάρια- εγώ, η ντροπαλή κόρη, έβγαινα έξω στο κρύο-η γκαστρωμένη- και αυτοί μεσ'στα γραφεία, ζεστοί και ήσυχοι απολαμβάνανε τα φουγάρα τους...

Τέτοια υπομονή, η χαζή η δικιά σου...

(Μερικές φορές η πολλή δημοκρατία, για τριφασική βλακεία μου φαίνεται...)
....................................................................................

Εντέλει οι άνθρωποι είμαστε τέτοιοι δαίμονες άφατης έπαρσης, τέτοια κτήνη εγωκεντρισμού απερίγραπτα, που μονάχα αν υποστούμε δυσάρεστη εμπειρία στο πετσί μας, υπάρχει ελπίδα μικρή πως κάπως θα καταλάβουμε...
Γι αυτό ο Κύριος επιτρέπει τις ασθένειες, τα γεράματα, τις φτώχειες, τους διάφορους πειρασμούς και τις προδοσίες ώστε κάπως να συνερχόμαστε και να ξεκαβαλικεύουμε απ'τα μεγάλα καλάμια...
................................................................
Ας επανέλθω στο θέμα της καταπίεσής μου από τα τσιγάρα των συναδέλφων, ωστόσο.
Αφού επί χρόνια ανέχτηκα και ανέχτηκα και με ευγενικούς και πλάγιους τρόπους διαμαρτυρήθηκα, σε κάποια φάση, αποφάσισα πως έφτασε η ώρα για ριζοσπαστικότερες λύσεις.

-Εντάξει, λοιπόν!αγρίεψα.
Αφού επιμένετε να ανασαίνω το δικό σας καπνό- θέλω δε θέλω- θα σας επιβάλω και γω να ανασάνετε το δικό μου καπνό- θέλετε δε θέλετε- να δούμε αν θα σας αρέσει, σκέφτηκα.

-Και τι έκανες, Σαλογραία, καλή μου;
-Απλά πράγματα.

Πήρα ένα θυμιατό στη δουλειά, σπίρτα και καρβουνάκιααα!

Και σβἐλτα, την ώρα που οι άλλοι άναβαν το τσιγάρο τους, άναψα εγώ το καρβουνό μου!

Και έριξα πάνω στο αναμμένο καρβουνάκι μου, υπέροχο αγιορείτικο θυμίαμα!

Και ευωδίασε ο τόπος!

Α! Τι θεία εικόνα και έμπνευση ήτο εκείνη!

Ω! Έπρεπε, ω λατρεμένο μου, να ήσουν σε κάποια άκρη να έβλεπες!

Τέτοιο χαμό στο ίσωμα, δεν τον φανταζόμουν, αλήθεια στο λέω!

Κυρίες συναδέλφισσες, καλοντυμένες και καθωσπρέπει, ξαφνικά αφηνίασαν, και άρχισαν λες και τις καταδίωκε δράκουλας να φεύγουν κατά την έξοδο του γραφείου, φωνάζοντας με στριγκλιές υστερίας:

-Σβήστοοοοο!
-Δεν αντέχουμε το λιβάνιιιι!
-Να ξεράσω μου έρχεται!
-Θα λιποθυμήσωωωω!
-Δεν μπορώ να ανασάνω!
-Σβήστοοοο!
-Σβήστο σου λέμεεεε!

-Αχάααα!
ΕΣΕΙΣ το δικό μου ΘΥΜΙΑΜΑ, ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΛΕΦΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΞΑΤΕ, τρελοπουλακίδες μου!

Εγώ τον καπνό του τσιγάρου ΣΑΣ, πρέπει ΧΡΟΝΙΑ , με βουλωμένο στόμα να το ανέχομαι έ;

Εμ δε σφάξανε!

-Εφόσον συνεχίζετε να ανάβετε τα τσιγάρα σας σε ώρα εργασίας, εγώ θα φέρνω τα λιβανιστήρια μου και θα καίω τα λιβάνια μου!

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ!

δήλωσα με βλέμμα Νικηταρά του Τουρκοφάγου.

Με κοίταξαν, οι καπνιστές παραλογιασμένοι.

Πανικόβλητοι.

Τέτοια ρουά ματ κίνηση δεν την είχαν διαβάσει ούτε σε μυθιστόρημα.

Ούτε και γω την είχα διαβάσει.

Με ξέρανε πλακατζού αλλά...τώρα...

Άραγε σάλταρα άξαφνα- απ'το πολύ το θυμίαμα- ή έκανα αστείο κακόγουστο;

Η Σαλογραία απτόητη.
-Γιούργιαααα!
-Ζήτωσαν τα θυμιατά, οι νικοτίνες ερρέτωσαν!

Ξανάφερα τα θυμιατά και την επόμενη μέρα, και την παράλλη...

Μόλις ανάβανε τα τσιγάρα, άναβα εγώ το θυμίαμα.

ΧΑΜΟΣ!!!

Και οι σκηνές με τα ουρλιαχτά, τις υστερίες, τις απειλές επαναλαμβάνονταν και οι αγαπημένοι συνάδελφοι, άντρες, γυναίκες, βγαίνανε τρέχοντας απ'την αίθουσα, προκειμένου να ανασάνουν αέρα δίχως λιβάνι.

Τι γέλια Παναγία μου, έκανα! Αξέχαστα θα μου μείνουνε!

Μέχρι που την τρίτη μέρα μπήκε ο διευθυντής, με ύφος μούμιας αγέλαστος.

-Κυρία Σαχλαμαροπούλου (το επίθετο σε ελεύθερη μετάφραση ντε...)

ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ ΜΕ ΤΟ ΘΥΜΙΑΜΑ ΠΑΡΑΤΡΑΒΗΞΕ!

Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονταν.
Εκείνο το παγωμένο μάτι, η φωνή, το υφάκι του Διευθυντή, ό λ α τα έλεγε.

Δεν το ξανάφερα το θυμίαμα.
Με πόνο ψυχής δεν το ξανάφερα.

Οι συνάδελφοι όμως, τότε, κάτι κατάλαβαν.
Κάποια ευαισθητοποίηση έλαβε χώραν.

Μετά άρχισαν να ρωτούν αν μπορούν να ανάψουν τσιγάρο, να βγαίνουν στο διάδρομο όταν αποφάσιζαν να φουμάρουνε.

Τους έκανα και γω παρέα στο διάδρομο( συμπάθειες ήταν αυτές κατά τα άλλα) ως ακούσια καπνίστρια, για να μη νιώθουνε μόνοι.

Αυτό ήταν το στόρυ.
Και το ανέφερα με αφορμή το αυριανό νέο ξεκίνημα, που εγκαινιάζει η κυβέρνηση.

Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά έχω λατρεμένο μου, που από αύριο,
με την απαγόρευση την καθολική του  καπνίσματος σε δημόσιους χώρους
δεν θα ξαναχρειαστεί με τα θυμιατά μου
να τους απειλήσω εκ νέου!

Υπάρχει Θεός, δεν θα κουραστώ να το λέω, και ό λ ε ς οι προσευχές μου, ακούγονται!

Προσευχήσου και συ, λατρεμένο μου να το κόψεις το κάπνισμα.

Αν το ζητήσεις με θέρμη από τον Κύριο, Εκείνος θα σε βοηθήσει...

Δεν τη βαρέθηκες τόσα χρόνια αυτή τη γελοία, την κίνηση;

Ήρθε η ώρα για μια νέα αρχή, για ένα νέο τρόπο ζωής, για μια νέα συνήθεια...

Στο κάτω κάτω όσοι κόβουνε το τσιγάρο είναι και ερωτικότεροι...

Νομίζω πως σ'ενδιαφέρει...