Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Διαφορά κενοδοξίας από υπερηφάνεια



Κενόδοξος είναι κυρίως ο αγαπών
τους ευτελείς και επιπολαίους επαίνους  των ανθρώπων.

Υπερήφανος δε
ο περιφρονών τους ανθρώπους
εξ ενός αισθήματος υπεροψίας.

(Ευεργετινός τόμος Γ, σελ.351,
έκδοσις υπό π. Ματθαίου Λαγγή, Ιερά Μονή Κουβαρά Αττικής)


Γιατί ο Θεός να παραμένει Αόρατος;





-Γιατί ο Θεός να παραμένει αόρατος;

Λατρεμένο  μου
την πετριά, αυτής της ερώτησης την έφαγα νωρίς εν τω βίω.

Σχεδόν από τότε που θυμάμαι το χαζό εαυτό μου, μου βγαζε την ψυχή στο συγκεκριμένο ερώτημα. Και όλο κάποιος, παραδίπλα, απάνταγε:

Οι στιχομυθίες (εσωτερικές εντός της κεφαλής, και   εξωτερικές- από κατηχητές, παπάδες, φιλοσόφους, κουλτουριάρηδες  και το κακό συναπάντημα), περίπου, οι ακόλουθες:

-Γιατί ο Θεός να παραμένει αόρατος;
-Γιατί έτσι! Λογαριασμό θα σου δώσει;

-Γιατί να μην τον βλέπουνε, μανδάμ,  τα  ματάκια μας;
-Επειδή  δεν θ'  άντεχες, βόιδι, τόση λάμψη,
θα κινδύνευες  να χάσεις το φως σου!

-Γιατί να μη τον αδράχνουμε  στα χεράκια μας;
-Είσαι τρελή; Πώς να συλληφθεί ο Αχώρητος;!

-Γιατί να μην ακούμε τη Θεσπέσια Φωνή Του;
-Εντάξει τώρααα! Αφού  σωματικά,
προέκυψες  και μισόκουφη, όρνιο μου, απ’ το 'να σου αυτί.
σαν πολλές απαιτήσεις δεν έχεις;
- Εκπέμπεται ψιθυριστά  η Φωνή του Κυρίου, σου λέω!
Δε γίνεται να τη συλλάβει το «πάσα ένα»(σαν και σένα) κουφάλογο!

-Γιατί να νιώθουμε μερικές φορές ολομόναχοι
 παρατημένοι στον απερίγραπτο πόνο μας,  σ’ έναν κόσμο τεράστιο;

-Το "ολομόναχοι", ρε στούπαλο, τυγχάνει  ψευδαίσθηση,
απάτη των σωματικών αισθήσεων  ισχυρότατη.

-Εδώ ο ανθρωπάκος ο  Σνόουντεν,  Θεός, σαφώς και  δεν ήτανε
και  από μόνος του,  κοίτα πόσους φακέλωνε, αόρατα!

-Εννοείς ότι είναι ψευδαίσθηση,  της μοναξιάς μας η αίσθηση;
-Μάλιστα. Κυριότατα αυτό εννοώ.
Ο Θεός χρυσούλι μου,  υπάρχει πιο πολύ από όσο υπάρχεις εσύ
και το πληκτρολόγιο, που τούτη την ώρα ζουλάς με τα λωλαμένα σου δάχτυλα.

Αλλά πρέπει  να παραμένει αόρατος, για το καλό το δικό σου.

-Γιατί, μωρή Σαλογραία, τι κακό θα προέκυπτε, αν τον Κύριο του Παντός
λιγουλάκι, αν, με κάποιον τρόπο, τον έβλεπα;

-Τι κακό θα προέκυπτε; Α χαχούχααα!
Βλέπω δεν έχεις την παραμικράν  συναίσθησιννν περί των κινδύνων
και των εσωτερικών χαλίων που σε διακρίνουν!

-Κυρά μου, εδώ έναν άγιο άνθρωπο, σου στέλνει ο Θεός, δίπλα σου κάποτε, και συ τον άγιο τον συνηθίζεις επειδή τον βλέπεις και φορεί σάρκα και ρούχα, και μετά σιγά σιγά αρχίζεις και του αποδομείς την προσωπικότητα με διάφορα υποτιμητικά  σχόλια του τύπου:

«Α καλέ! Δεν είναι δα και τόσο άγιος όσο νομίζετε! Τον κρυφοκοίταξα  που μια φορά, εκεί στον όρθρο, ψιλοχασμουρήθηκε! Οι άγιοι δε χασμουριούνται, πουλάκι μου! Οι αγιοι φορούν διαρκώς το ατσαλάκωτο φωτοστέφανο, δε βήχουν, δεν τρώνε γλυκάκια,  δεν πέρδονται, δεν έχουν ρυτίδες, αν είναι δυνατόν ούτε γελάνε με  ανέκδοτο για παπάδες- το κυριότερον!  Είναι σοβαροί οι άγιοι, ανύστακτοι, πνευματικώς ευρισκόμενοι στην ύψιστη ετοιμότητα για την ακατάβλητη  πάλη κατά του Κακού και των ποικιλομόρφων  παραφυάδων  του".

-Πολλά θα μπορούσε ένας θεολογών να μας απαντήσει,
επάνω σε αυτό το ερώτημα, ζωντοβολάκι μου.
Επειδή όμως εγώ δεν σκαμπάζω γρυ από θεολογία
θα σου το πω απλά, όπως το καταλαβαίνω:

Ο Θεός πρέπει να παραμένει αόρατος στα σωματικά μάτια,
όσο ζούμε στην εδώ διάσταση πραγμάτων, προκειμένου  να μην παραβιάζεται
με κανένα τρόπο η ηθική(= επιλογή, ανάμεσα σε κακό και καλό)
ελευθερία μας.

Όταν ο άνθρωπος νιώθει ολομόναχος,
και  ότι δεν τον κοιτάζει-βλέπει  κανείς,
τότε επιλέγει πιο ελεύθερα αυτό που επιλέγει.
Είναι ξεκάθαρο.

Όταν νιώθεις ότι σε στοχεύει μια κάμερα
την ώρα που μιλάς, ή σε "αποθηκεύει" ένα ζευγάρι μάτια,
πάραυτα η συμπεριφορά σου αλλάζει,
τροποποιείται, έτσι δεν είναι;

-Εδώ τροποποιείται η συμπεριφορά των ηλεκτρονίων -είπαμε-
απ' το μάτι του παρατηρητή(πείραμα του Niels Bohr, κοίτα και την παλιότερή μου ανάρτηση  με τίτλο η κυματική θεωρία της ύλης και οι χαμένοι παπάδες
και ό,τι καταλάβεις- κατάλαβες!)

-Η δική μας συμπεριφορά, δε θα επηρεαζόταν, καλτάκα
;!

-Μη βρίζεις! Μη βρίζεις και δίνεις αφορμή
να σε υβρίζουν οι κακοπροαίρετοι, ως υβρίστρια- τρελόγρια!

        -Εντάξει! Σωπαίνω. Και συνεχίζω στο θέμα μας:

Γι αυτό, λοιπόν, βλαμμενούλα μου,
και κανείς δεν μπορεί να κρίνει επί της ουσίας κανέναν.
Επειδή πάντα τα δεδομένα που συνάγονται εκ της παρατηρήσεως του πλησίον μας- εφόσον ο πλησίον, γνωρίζει ότι τον παρακολουθούμε- παραμένουν ελλιπή και σκιώδη.
-         Και όταν δεν το γνωρίζει την ίδια έλλειψη πληροφορίας έχουμε άπαντες, διότι η πληροφορία γύρω και μέσα μας, τυγχάνει απύθμενη.

       -Σύμφωνοι!
Λοιπόν, για ημετέρα  προφύλαξη, περιστέρι  μου,
ο Θεός πρέπει να παραμένει αόρατος.

         -Ναι, αλλά...σε παλιότερες εποχές
γιατί με κάποιο τρόπο ιδιαίτερο φανερώνοταν;

        -Επειδή εκείνες οι παλιότερες εποχές, οι άνθρωποι, μεγάλωναν αλλιώς, δεν είχε καταντήσει ο νους τους σουρωτήρι από την αχαλίνωτη πληροφόρηση,
διέθεταν  μια άλλη αγνότητα,
επιμένω σε αυτό, παπα-Κώστα μου.
Εξάλλου... 
  σε παλιότερες εποχές οι άνθρωποι προετοιμάζονταν για την προσέγγιση του Θείου, με αδιάλειπτη προσευχή,  με αυστηρή νηστεία, με δέος, με αίσθηση του ιερού, με άλλο σέβας και αφάνταστη, εξονυχιστικά επιμελημένη, εσωτερική καθαρότητα...

Εμείς που σήμερα  ξημεροβραδιαζόμαστε μπροστά σε οθόνες, που φλυαρούμε ακατάπαυστα επί παντός επιστητού, που τρώμε τον άμπακο, -που ξεσκίζουμε δια της κρυφής και φανερής  κατακρίσεως όλη μέρα- το καταπέτασμα των  ψυχών των πλησίον μας, 
σοβαρολογείς ότι  θα αξιωθούμε να δούμε οφθαλμοφανώς, τις ουράνιες δυνάμεις, κυρά σαλεμένη μου;

Για να καταλάβεις την αναλογία, σε ερωτώ ευθαρσώς:

-Εσύ αποκαλύπτεις τα σώψυχά σου σε άνθρωπο,  που σου φαίνεται φθονερός,  συμπλεγματικός,  εμπαθής,  καφρεπίκαφρος;

-Με την  καμία κυβέρνηση! 
Προτιμώ να σκάσω απ' τη σιωπή, να πεθάνω!

    -Ε, άλλο τόσο  και ο Θεός δεν αποκαλύπτει με την καμία το Πρόσωπό Του,
δεν συν-διαλέγεται με σκληρόκαρδα 
(όπως τα μούτρα σου),βέβηλα  πρόσωπα.

-Εντάξει, με έπεισες, με έπεισες!

Δε αντέχω, όμως, άλλη κατήχηση και...λειτουργική, βραδιάτικα, έλεοςςςς!

Νύσταξα! Θα πάω για πλονζόν στο κρεβάτι!

-Άει στο καλό. Να μου γράφεις!
-Ναι εαυτέ! Πρώτα ο Θεός, θα σου γράφω!

Καλή μας  αντάμωση!









Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται και περί του ότι ο Θεός υπάρχει και μπορεί να απαντάει και στους παραμικρούς νοερούς μας ψιθύρους..



Κοντά εκατό χρόνια τρέχω- το βόιδι, το ξόμπλι- σε εκκλησιές
και ακόμη, το άλφα 
της πνευματικής ζωής, δεν το εφάρμοσα, περιστέρι μου.

Ωστόσο, διάβασε μια παλιότερη  εμπειρία μου
περί ψιλικατζήδικης ελεημοσύνης 
και θα καταλάβεις  τι θέλω να σου  πω, πρωινιάτικα.

Μια ημέρα Ελπίδας, Πίστης και Αγάπης (το κατά δύναμη)
ας δώσει η Κυρία Θεοτόκος, η "Παγκόσμιος  Χαρά"
(που διάβασα και στο "Θεοτοκάριον")
σε κάθε ψυχή θλιβομένη και καταπονουμένη και το Φοβερόν 
και Άγιον Όνομα του Υιού Της, επικαλουμένη...

Ευανθία η Σαλογραία


Σχόλιο στην Παναγία την Τριχερούσα



(Σύναξις: 12ῃ Ἰουλίου)


Τὴν θείαν Εἰκόνα Σου, ἐνηγκαλίσθη Ἁγνή,
αἰτούμενος ἴασιν τῆς ἐκκοπείσης χειρὸς Εἰκόνων ὁ πρόμαχος·
ἥνπερ καὶ ἐδωρήσω ὡς Πηγὴ τοῦ Ἐλέους,
ἀντ᾿ αὐτῆς δὲ Παρθένε χεῖρα τρίτην λαβοῦσα·
διὸ καὶ Τριχεροῦσαν Σε προσαγορεύομεν.

...Βλέπων τὴν σοφίαν τοῦ Ἰωάννου ὁ ἀρχηγὸς τῶν Σαρακηνῶν ἔδωκεν
εἰς αὐτὸν τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ πατήρ του καὶ τὸν ἔκαμε
πρωτοσύμβουλόν του, ὀφφίκιον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ Ἰωάννης παρὰ τὴν
θέλησίν του, διὰ νὰ μὴ φανῇ παρήκοος πρὸς τὸν ἄρχοντα
καὶ φιλόνεικος· ἡ ἐπιθυμία του ὅμως ἦτο ν’ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν κόσμον,
διὰ νὰ εὕρη τὴν σωτηρίαν του.

Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου ὁ Λέων Γ’
ὁ Ἴσαυρος (717-741), ὅστις ὡς ἄλλος λέων ἁρπάζων καὶ ὠρυόμενος
ἐσπάραττε τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ ὁ μισόχριστος, παιδεύων ὅσους
προσεκύνουν τὰς Ἁγίας Εἰκόνας, τὰς ὁποίας ἔκαιε
καθ’ ἑκάστην ὁ ἀλιτήριος. Τοῦτο μαθὼν ὁ θερμὸς τῆς Πίστεως ζηλωτὴς
Ἰωάννης ἔγραφε πολλάκις ἐπιστολὰς καὶ τὰς ἔστελλεν
ἀπὸ τὴν Δαμασκὸν εἰς τὴν βασιλεύουσαν, μὲ τὰς ὁποίας κατεπολέμει τὸ
δόγμα τοῦ θηριωνύμου Λέοντος, ὡς μὲ μαχαίρας τοῦ Πνεύματος,
ἀποδεικνύων μὲ συλλογισμοὺς φιλοσοφίας καὶ μὲ ἱστορίας καὶ
παραδείγματα παλαιῶν ἁγίων ἀναγκαίαν τὴν τῶν σεπτῶν Εἰκόνων
προσκύνησιν καὶ ὅτι ὅστις ὑβρίζει καὶ ἀτιμάζει αὐτὰς
εἶναι φανερὰ αἱρετικὸς καὶ ἀντίθεος.

Τοιαύτας ἐπιστολὰς ἔστειλεν εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους
διὰ νὰ τὰς ἀναγινώσκουν ὅλοι καὶ νὰ τὰς ἐπιδεικνύουν καὶ εἰς ἄλλους,
οὕτως ὥστε νὰ στερεώνωνται εἰς τὴν εὐσέβειαν καὶ νὰ γνωρίζουν
νὰ δίδουν κατὰ τῶν εἰκονομάχων ἀπόκρισιν.

Ταῦτα μαθὼν ὁ δυσσεβὴς βασιλεὺς συνεσκέφθη μετά τινων κακοτρόπων,
ὀμοίων του εἰς τὴν δυσσέβειαν, καὶ ἐτεχνεύθησαν μέθοδον πονηράν,
ἀξίαν τῆς κακίας των· νὰ διαβάλουν δηλαδὴ εἰς τὸν ἄρχοντα τῶν Σαρακηνῶν
τὸν Ἰωάννην ὡς προδότην αὐτοῦ, ὥστε νὰ τὸν θανατώσῃ ἐκεῖνος.
Εὗρον λοιπὸν μίαν ἀπὸ τὰς ἐπιστολὰς τοῦ Ἰωάννου, τὴν ὁποίαν ὁ θηριώδης
Λέων ἔδειξεν εἰς διδασκάλους τινὰς καὶ τοὺς ἠρώτησεν, ἂν ἐγνώριζε
κανεὶς ἐξ ἐκείνων νὰ μιμηθῇ τὸν γραφικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα.
Εὑρέθη λοιπὸν εἷς καλλιγράφος κατὰ πολλὰ ἔμπειρος, ὅστις ὑπεσχέθη
εἰς τὸν βασιλέα ὅτι θὰ μιμηθῇ ἐπακριβῶς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἰωάννου.
Τοῦτον λοιπὸν προσέταξεν ὁ πεπονηρευμένος βασιλεὺς καὶ ἔγραψε
πρὸς τὸν ἑαυτόν του, ὡς ἐκ προσώπου τοῦ Ἰωάννου, ἐπιστολήν,
εἰς τὴν ὀποίαν ἔλεγε τοιαῦτα·

«Βασιλεῦ πολυχρονημένε, τὴν πρέπουσαν εὐγνωμοσύνην καὶ τὸ προσῆκον
σέβας ἀπονέμω εἰς τὴν βασιλείαν σου, διὰ τὴν ὁμοιότητα τῆς πίστεώς μας.
Γνώριζε δὲ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην ἡ πόλις τῆς Δαμασκοῦ εἶναι κατὰ
πολλὰ ἠμελημένη ὑπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν, διότι τὸ στρατιωτικὸν αὐτῶν
ἐξησθένησεν πολὺ καὶ ὠλιγόστευσε. Λοιπὸν στεῖλε στόλον καὶ στρατὸν
πολύν, ὅσον δύνασαι, νὰ τὴν καταλάβῃς χωρὶς κανένα πόλεμον,
θὰ σὲ βοηθήσω δὲ εἰς τοῦτο καὶ ἐγώ,
ἐπειδὴ ὅλη ἡ πόλις εἶναι σχεδὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν μου».

Ἀφοῦ ἐγράφη ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἔγραψε καὶ ἄλλην διὰ τῆς ἰδίας του
χειρὸς ὀ θηριώνυμος Λέων πρὸς τὸν ἄρχοντα τῆς Δαμασκοῦ,
εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγε ταῦτα·

«Δὲν γνωρίζω μακαριώτερον τῆς ἀγάπης, ὅτι τὸ νὰ φυλάττῃ ἕκαστος
τὰς συνθήκας εἰρηνικὰς εἶναι ἐπαινετὸν καὶ φιλόθεον. Διὰ τοῦτο
δὲν θέλω νὰ χαλάσω τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω μὲ τὴν εὐγένειάν σου,
ἂν καὶ κάποιος ἔμπιστος φίλος σου μὲ παρακινεῖ καὶ μὲ προσκαλεῖ
εἰς τοῦτο. Πολλάκις μάλιστα μοῦ ἔστειλεν ἐπιστολάς, νὰ ἔλθω
νὰ κυριεύσω τὴν χώραν σου. Διὰ νὰ βεβαιωθῇς δὲ ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν,
σοῦ στέλλω μίαν ἀπὸ τὰς ἐπιστολάς του, ὥστε νὰ γνωρίσῃς ἀφ’ ἑνὸς μὲν
τὴν ἰδικήν μου ἀληθῆ φιλίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ δολερὸν
καὶ κακότροπον ἐκείνου, ὅστις μοῦ ἔγραψεν».


Αὐτὰς τὰς δύο δολίας ἐπιστολὰς ἔστειλιν ὁ λεοντώνυμος
καὶ ὀφιογνώμων βασιλεὺς μὲ δοῦλον του πρὸς τὸν βάρβαρον, ὁ ὁποῖος ἰδὼν αὐτὰς
ἐπλήσθη θυμοῦ καὶ προσκαλέσας τὸν Ἅγιον τοῦ τὰς ἔδειξεν.
Ὁ Ἅγιος ἠννόησεν ἀμέσως τὸν δόλον τοῦ Λέοντος καὶ ἐξήγησεν εἰς τὸν ἄρχοντα,
ὅτι οὔτε κἄν ἔβαλε ποτὲ εἰς τὸν νοῦν του τοιαύτην προδοτικὴν πρᾶξιν· ἐζήτησε δὲ
προθεσμίαν νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἄδικον κατ’ αὐτοῦ μανίαν τοῦ δυσσεβοῦς καὶ
δολεροῦ Λέοντος. Ὁ βάρβαρος ὅμως δὲν τὸν ἐπίστευσεν, οὔτε τοῦ ἔδωκε
προθεσμίαν, ὑπὸ τοῦ θυμοῦ νικώμενος. Ὅθεν προστάσσει νὰ κόψουν τὴν
ἀνεύθυνον χεῖρα ὡς ὑπεύθυνον. Ἐκόπη λοιπὸν ἡ δεξιὰ ἐκείνη, ἡ τοὺς μισοῦντας
τὸν Κύριον ἐλέγχουσα καὶ ἐβάφη μὲ τὸ ἴδιον αὐτῆς αἷμα ἀντὶ διὰ μελάνης, μὲ τὴν
ὁποίαν ἐβάφετο πρότερον, ἐκρέμασαν δὲ τὴν ἱερὰν αὐτὴν χεῖρα εἰς τὴν ἀγοράν,
διὰ νὰ τὴν βλέπωσιν ἅπαντες. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθεν ἡ ἡμέρα, τὸ ἑσπέρας ἔστειλε
μεσίτας ὁ Ἰωάννης πρὸς τὸν βάρβαρον, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ τοῦ χαρίσῃ τὴν
κομμένην χεῖρα του διὰ νὰ τὴν ἐνταφιάσῃ, νὰ ἐλαφρύνουν οἱ πόνοι του· ὁ δὲ
συγκατένευσε καὶ τοῦ ἐδόθη ἡ χείρ. Λαβὼν λοιπὸν αὐτὴν ὁ Ἅγιος καὶ εἰσελθὼν εἰς
τὸν Ναόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν οἰκίαν του, ἔπεσε πρηνὴς ἐπὶ τῆς γῆς,
ἔμπροσθεν τῆς ἁγίας Εἰκόνος τῆς Θεομήτορος, καὶ ἀποθέσας τὴν κεκομμένην
δεξιὰν εἰς τὸν τόπον της, προσηύχετο μετὰ δακρύων καὶ πίστεως, ἐκ βάθους
καρδίας στενάζων καὶ λέγων πρὸς τὴν Θεοτόκον:

» Δέσποινα Πάναγνε Μῆτερ ἡ τὸν Θεόν μου τεκοῦσα,
» Διὰ τὰς θείας Εἰκόνας ἡ δεξιά μου ἐκόπη.
» Οὐκ ἀγνοεῖς τὴν αἰτίαν δι’ ἥν ἐμάνη ὁ Λέων·
» Πρόφθασον τοίνυν ὡς τάχος καὶ ἴασαί μου τὴν χεῖρα.
» Ἡ δεξιὰ τοῦ Ὑψίστου ἡ ἀπὸ Σοῦ σαρκωθεῖσα,
» πολλὰς ποιεῖ τὰς δυνάμεις διὰ τῆς Σῆς μεσιτείας.
» Τὴν δεξιάν μου ταύτην καὶ νῦν ἰασάτω λιταῖς Σου,
» ὡς ἄν, Σοὺς ὕμνους, οὓς δοίης καὶ τοῦ ἐκ Σοῦ σαρκωθέντος,
» ἐν ρυθμικαῖς ἁρμονίαις συγγράψηται, Θεοτόκε.
» καὶ συνεργὸς χρηματίσῃ τῆς Ὀρθοδόξου λατρείας.
» Δύνασαι γὰρ ὅσα ἂν θέλῃς, ὡς τοῦ Θεοῦ Μήτηρ οὖσα.»

Ταῦτα λέγων μετὰ δακρύων ὁ Ἰωάννης ἀπεκοιμήθη καὶ βλέπει
τὴν ἁγίαν Εἰκόνα τῆς Ἀειπαρθένου νὰ τοῦ λέγῃ
μὲ ἱλαρότητα καὶ εὐσπλαγχνίαν·


«Ἰδοὺ ἰατρεύθη ἡ χείρ σου καὶ μὴ ἔχῃς πλέον θλῖψιν περὶ τούτου·
ποίησον ὅθεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νῦν κάλαμον γραμματέως ὀξυγράφου,
καθὼς πρὸ ὁλίγου μοῦ ὑπεσχέθης».

Τότε ἐξύπνησεν ὁ Ἅγιος καὶ βλέπων (ὢ τῆς ἀφάτου δυνάμεώς Σου,
Πανάχραντε!) θεραπευμένην καὶ συγκεκολλημένην τὴν δεξιὰν αὐτοῦ,
ἔλαβε μεγάλην χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν, τὸ δὲ πνεῦμά του ἐδοξολόγει τὸν
Σωτῆρα Θεὸν καὶ τὴν Πανάχραντον τούτου Μητέρα,
διὰ τὸ μέγα θαυμάσιον, τὸ ὁποῖον ἐποίησεν εἰς αὐτὸν ὀ Δυνατός.
Ὅλην λοιπὸν τὴν ἐπίλοιπον νύκτα ἔψαλλεν εὐφραινόμενος ᾠδὴν
εἰς τὸν Θεόν, ᾆσμα καινὸν καὶ εὐχαριστήριον λέγων·

«Ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, ἐν ἰσχύϊ δεδόξασται· ἡ δεξιά σου τὴν
θραυσθεῖσαν μου δεξιὰν ἐθεράπευσεν· διὰ τῆς δεξιᾶς μου ταύτης θέλεις
θρυμματίσει τοὺς ἐχθρούς, τοὺς μὴ τιμῶντας τὴν σεβασμίαν Σου Εἰκόνα
καὶ τὴν Εἰκόνα τῆς τεκούσης Σε Μητρός, διὰ δὲ τοῦ πλήθους τῆς δόξης
Σου, χρησιμοποιῶν ὡς ὄργανον τὴν χεῖρα μου ταύτην,
θέλεις συντρίψει τοὺς ὑπεναντίους εἰκονοθραύστας».



Διῆλθε λοιπὸν ὅλην τὴν νύκτα ἐκείνην ἀγαλλιώμενος καὶ ψάλλων
ἐγκώμια εἰς τὴν πανύμνητον Θεομήτορα.

Μετὰ δὲ ταῦτα, εὐχαριστῶν τὴν Θεοτόκον τοποθέτησε ἐπὶ τῆς Ἁγίας
Εἰκόνος ἀσημένια παλάμη καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἡ Εἰκὼν
ἐπονομάσθη «Τριχεροῦσα». Μάλιστα ὁ Ἅγιος ἀφῆκε ἐντολήν, μετὰ τὸν
θάνατόν του, ἡ Ἱερὰ αὕτη Εἰκὼν νὰ δοθῇ ὑπὸ τῶν Ἁγιοσαββαϊτῶν
Πατέρων εἰς γόνον βασιλικῆς οἰκονενείας, ὀνόματι Σάββαν,
ὁ ὁποῖος θὰ ἐπεσκέπτετο τὴν Λαύραν.


Οὔτω καὶ ἐγἐνετο, διότι μετὰ χρόνους ἱκανοὺς ἐπεσκέφθη τὴν Λαύραν
πράγματι ὁ Ἅγιος Σάββας, πρῶτος Ἁρχιεπίσκοπος Σερβίας καὶ κτίτωρ τῆς
ἐν Ἁγίῳ ὄρει Ἱερᾶς Μονῆς Χιλανδαρίου, στὸν ὁποῖο ἐδωρήθη ὁ
ἀνεκτίμητος οὖτος θησαυρός.

Ὁ Ἅγιος Σάββας μετέφερε τότε τὴν Ἁγίαν Εἰκόνα εἰς τὴν οἰκείαν Μονήν,
ὅπου καὶ ὑπάρχει μέχρι τῆς σήμερον καθαγιάζουσα
τοὺς ἐν αὐτῇ ἐνασκουμένους Μοναχούς, ἀλλὰ καὶ ἅπαντας
τοὺς μετὰ Πίστεως προσκυνοῦντας αὐτήν.

***

Ὅταν ἐξημέρωσε καὶ εἶδον οἱ γείτονες τὸ θαυμάσιον, ἐπῆγαν μερικοὶ
ἐκ τῶν Σαρακηνῶν μισόχριστοι καὶ λέγουν πρὸς τὸν ἄρχοντα,
ὅτι οἱ προσταχθέντες δὲν ἔκοψαν τὴν χεῖρα τοῦ Ἰωάννου, ἀλλὰ ἄλλου
τινὸς δούλου ἢ φίλου του, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ κάμῃ καλωσύνην εἰς τὸν
αὐθέντην του, ἐδέχθη, ἀφοῦ ἔλαβεν ἱκανὰ ἀργύρια καὶ ἔκοψαν ἀντὶ
ἐκείνου τὴν χεῖρα του· καὶ ὅτι τὸ αὐτὸ ἔπραξαν καὶ οἱ δήμιοι, ἔλαβον
χρήματα καὶ δὲν ἐξετέλεσαν τὸ πρόσταγμα.
Τότε προστάσσει ὀ ἄρχων νὰ ἔλθῃ ὁ Ἰωάννης νὰ ἴδωσι τὰ χεῖράς του.
Προσῆλθεν λοιπὸν ὁ Ἅγιος καὶ ἔδειξε τὴν ἐκκοπεῖσαν χεῖρά του,
ἡ ὁποία εἶχε γύρωθεν γραμμὴν καὶ ἐφαίνετο τὸ σημεῖον τῆς ἐκκοπῆς,
ᾠκονόμησε δὲ καὶ τοῦτο ἡ Θεοτόκος πρὸς ἀψευδῆ μαρτυρίαν
τῆς ὑποθέσεως. Λέγει λοιπὸν πρὸς αὐτὸν ὁ βάρβαρος·
«Ποῖος ἰατρὸς σὲ ἰάτρευσε; Καὶ τὶ βότανα ἔβαλε;» Ὁ δὲ Ἄγιος
διὰ λαμπρᾶς φωνῆς ἐγένετο κήρυξ τοῦ θαύματος καὶ εἶπεν·
«Ὁ Κύριός μου, ὁ παντοδύναμος ἰατρός,
ὄστις ἔχει ἴσην τὴν δύναμιν καὶ τὴν θέλησιν».


Ὁ δὲ ἄρχων ἀπεκρίνατο· «Ἀνεύθυνος εἶσαι, ὡς φαίνεται, καὶ ἀδίκως
σὲ κατέκρινα, διότι δὲν ἐσκέφθην ἐπιμελῶς τὴν ὑπόθεσιν·
ἀλλὰ παρακαλῶ σε συγχώρησόν μοι καὶ ἔχε τὴν προτέραν τιμήν,
νὰ εἶσαι πρωτοσύμβουλός μου, καὶ σοῦ ὑπόσχομαι νὰ μὴ κάμω τίποτε
χωρὶς τὴν βουλήν σου». Τότε ὁ Ἅγιος προσέπεσεν εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ
καὶ τὸν παρεκάλει νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἄλλην ὐπηρεσίαν, τὴν
ὁποίαν ἐπόθει περισσότερον ὡς πλέον ὠφέλιμον.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἐφιλονείκησαν ὥραν πολλήν, συγκατέβη ὁ ἄρχων καὶ τοῦ
ἔδωσεν ἄδειαν νὰ ὑπάγῃ ὅπου ἐπιθυμεῖ.

Λοιπὸν ἐλευθερώσας τοὺς δούλους του καὶ οἰκονομήσας ὅλον τὸν
πλοῦτον του, ἄλλον μὲν ἔδωκεν εἰς Ἐκκλησίας καὶ ἄλλον εἰς πένητας.
Ἔπειτα ἐξῆλθε γυμνὸς τῆς πόλεως, καθὼς ἐγεννήθη, μὲ μόνα τὰ
ἐνδύματα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει καὶ ἀπελθὼν εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ἁγίου Σάββα
παρεκάλει τὸν Ἡγούμενον, λέγων ταῦτα μετὰ πολλῆς ταπεινώσεως·
«Ἐγώ, Δέσποτα, εἶμαι τὸ ἀπολωλὸς πρόβατον καὶ ἔρχομαι πρὸς τὸν
Χριστὸν ἀπὸ τὴν ἐρημίαν τοῦ κόσμου. Δέξου με λοιπὸν τὸν ἀνάξιον καὶ
συναρίθμησον καὶ ἐμὲ μὲ τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης σου». Ὁ δὲ Προεστὼς
ἐχἀρη, διότι ἦλθε τοιοῦτος χρησιμώτατος καὶ σοφώτατος ἄνθρωπος εἰς
τὴν συνοδίαν του καὶ προσκαλέσας ἐπίσημόν τινα Γέροντα, πρακτικὸν εἰς
τὴν μοναδικὴν πολιτείαν, τοῦ ἔδωκεν ὑποτακτικὸν τὸν Ἅγιον, διὰ νὰ τὸν
διδάσκῃ καὶ νὰ τὸν καθοδηγῇ εἰς τὴν μοναδικὴν πολιτείαν...



«Φῶς μὲν Ἀγγέλων Χριστός· Φῶς Μοναχοῖς Ἄγγελοι·
Φῶς δὲ πάντων ἀνθρώπων Μοναδικὴ Πολιτεία»

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2014

Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο(Οσίου Νήφωνος)

Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο(Οσίου Νήφωνος)

Eνώ καθόμασταν και συζητούσαμε για την κενοδοξία
 και άλλα πνευματικά θέματα, μου λέει:

- Το πονηρό πνεύμα της κενοδοξίας είναι πολύμορφο, και χρειάζεται πολλή βία για να ξεφύγει κανείς απ’ αυτό. Γιατί κάνει τον ενάρετο να καμαρώνει για τα κατορθώματά του.Αν λ.χ. είναι εξαντλημένος από τη νηστεία, του λέει: «Κοίταξε στο νερό το πρόσωπό σου. Πόσο λιπόσαρκο είναι! Πώς να μη σ’ έχουνε μετά οι άνθρωποι για μεγάλο νηστευτή;» Άλλοτε τον ορμηνεύει: «Περπάτα σκυφτός. Μίλα ψιθυριστά. Βάδιζε αργά. Έτσι θα σε τιμούν οι άνθρωποι.» Και άλλοτε τον κεντρίζει:«Καθώς προχωράς, αναστέναζε πότε-πότε. Σήκωνε και τα μάτια σου ικετευτικά στον ουρανό, ώστε να προκαλείς την προσοχή των άλλων. Έτσι θα λένε: Να ένας μεγάλος άγιος!»
Τέτοια και άλλα παρόμοια του ψιθυρίζει το πνεύμα της κενοδοξίας, για να καταλήξει σε κάτι σαν κι αυτό: 

«Σου πρέπει λοιπόν να γίνεις επίσκοπος ή τουλάχιστον ιερέας ή αρχιδιάκονος, αφού όλοι σε λένε και σε θεωρούν άγιο. Φρόντισε μόνο να κάνεις και μερικά θαύματα για να δοξαστείς πιο πολύ. 
Άρχισε να λες στους ανθρώπους τα μελλούμενα -ε, από τα πολλά που θα πεις, θα βγει και κανένα αληθινό, οπότε θα σε θεωρήσουν σπουδαίο-, επιτίμα τα δαιμόνια –ίσως κι αυτά, με την επίκληση του Ιησού, να φυγαδευτούν, οπότε θα δοξαστείς κι εσύ σαν προφήτης ή απόστολος»... 

Αλλά γιατί να πολυλογώ; συνέχισε ο όσιος. 
Τότε που άρχισα να μετανοώ για τις αμέτρητες αμαρτίες μου, μου επιτέθηκε το πνεύμα της κενοδοξίας, γεμίζοντας την καρδιά μου με χαρά και αγαλλίαση. 
Μου έδιωξε κάθε θλίψη. 
Μ’ έκανε να νιώθω ειρηνικός και ευτυχισμένος. 
και μου έβαζε τον λογισμό: «Εσύ πια έφτασες σε ψηλά μέτρα αρετής! 

Πού να βρεθεί όμοιός σου πάνω στη γη!» 

Πότε-πότε μου έφερνε στη μύτη υπέροχες ευωδίες θυμιαμάτων και με απατούσε λέγοντας: «κοίτα πώς σε παραστέκουν οι άγγελοι, 
θυμιάζοντας την αγιοσύνη σου και την αρετή σου!» 

Κι έπειτα, χωρίς εγώ να το καταλάβω, με κορόιδευε για τα καλά: 
«Μακάριος είσαι, Νήφων, γιατί νίκησες τον διάβολο!» 

Όλ’ αυτά τα έπαιρνα στα σοβαρά, ο ανόητος, και πλανούσα τον εαυτό μου, νομίζοντας πως είναι όπως μου τον έδειχνε το δαιμόνιο της κενοδοξίας.

Ο Θεός, όμως, που δεν θέλει την απώλεια του αμαρτωλού, μου χάρισε διάκριση λογισμών και αγαθή σκέψη. Όταν λοιπόν ερχόταν ο διάβολος και μου έλεγε, «Μα εσύ από τώρα είσαι στ’ αλήθεια ο άγιος Νήφων! Ποιος άλλος πάνω στη γη καλλιεργεί τόσες αρετές ζώντας μέσα στους θορύβους;», τότε εξουδετέρωνα τις πανουργίες του με τη διάκριση.


Μια φορά, όπως μου είπε ο όσιος, το δαιμόνιο της κενοδοξίας 
έπεσε πάνω του ορμητικά, φουσκώνοντάς τον με βροχή επαίνων:

- Να, ο πιο διάσημος απ’ τους ανθρώπους! Να, ο μεγάλος φωστήρας! 
Να, ο γενναίος αγωνιστής! Να, ο πιο ενάρετος της οικουμένης!...

Φλυάρησε πολλά ακόμα, πασχίζοντας να τον πλανέψει. 

Ο άγιος όμως κατάλαβε την κακουργία του διαβόλου, 
αναλογίστηκε τη δική του αδυναμία και είπε μέσα του:

- Πρόσεξε, αμαρτωλέ Νήφων, μη σε ξελογιάσει ο απατεώνας! 
Τον νου σου, μωρόπιστε, μη σε τυλίξει! 
Άνθρωπος είσα κι εσύ σαν τους άλλους. 
Κοίτα μην υποκύψεις. Μην περηφανευτείς και φουσκώσεις. 

Σε τι ξεχωρίζει ένας σπόρος στάρι μέσα στον σωρό; Σε τίποτα. Είναι ο ίδιος με τους άλλους σπόρους. Έτσι κι εσύ, δεν ξεχωρίζεις σε τίποτε από τους άλλους ανθρώπους. 

Απ’ τη λάσπη είναι όλοι πλασμένοι, απ’ τη λάσπη είσαι κι εσύ. 

Για δες, ταλαίπωρε, τη γη! Κι εσύ «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γεν. γ’ 19). 

Να σκέφτεσαι πως είσαι αμαρτωλός και θα κριθείς. 
«Πρόσεχε σεαυτῷ» (Δευτερ. ιε’ 9) και «νῆφε ἐν πᾶσι» (Β’ Τιμ. δ’ 5). 

Θρήνησε, άθλιε, για την αιώνια πικρή κόλαση, όπου θα κατακαίγεσαι για τις αμαρτίες σου! Αυτά να στοχάζεσαι, αυτά να μελετάς συνεχώς, και να μην κομπάζεις λέγοντας «είμαι ενάρετος», «είμαι δίκαιος», «είμαι συνετός»... Γιατί μ’ αυτές τις αλαζονικές αυταπάτες κρατάς τον Θεό μακριά σου.

Έτσι ελέγχοντας αυστηρά τον εαυτό του ο δίκαιος, 
πολεμούσε αποτελεσματικά το πνεύμα της κενοδοξίας. 


Ένας ασκητής επίσκοπος: Όσιος Νήφων επίσκοπος Κωνσταντιανής, έκδ. Ι.Μ. Παρακλήτου