Τρίτη 31 Αυγούστου 2010

Το πρώτο μου τσιγάρο στην Πέμπτη Δημοτικού


Περιστεράκι μου

Υπάρχει Θεός και ακούει ό λ ε ς τις προσευχές μου, έστω και με μια καθυστέρηση χρόνων.
Πάντως α κ ο ύ ε ι σου λέω!
Και έχω μεγάλη χαρά στην καρδιά μου!

Γιατί τα γράφω αυτά;
Να σου εξηγήσω να καταλάβεις.

Ξέχασα να το εξομολογηθώ, πώς το πρώτο μου τσιγάρο το κάπνισα στην Πέμπτη Δημοτικού, μάλιστα μάλιστα και σε παρακαλώ να μη με κοιτάς με τα μάτια γουρλωμένα σαν αποσβολωμένος διευθυντής σχολείου, που θέλει να παλουκώσει το μαθητή -παραβάτη.

-Γιατί, μωρή, Σαλογραία, κατρακύλησες έτσι στο βούρκο της ηλιθιότητας;
-Είναι απλό, λατρεμένο μου.
Διότι το ανεγκέφαλον παράδειγμα του καπνίσματος, μου το έδινε η καλή η μανούλα μου, Θεός σχωρέσ'την ψυχούλα της.

Ξέρεις δα, την τεράστια δύναμη την εκ της εικόνας του όποιου απέναντι, απορρέουσα.

Αυτό που βλέπει ο καθένας μας να κάνει ο απέναντι- όποιος και αν είναι ο απέναντι, άνθρωπος, πόστερ, ή τυφλεόραση, ακόμη και ονειρική φαντασίωση- ενέχει ισχύν υποβολής και παρόρμησης προς μίμησιν και εκτέλεσιν πράξεως, το αποδεικνύουν και οι νευροβιολόγοι- ισχύει- το βεβαίωνε και η ταινία Ιnception που κυκλοφόρησε πρόσφατα- μην πας να τη δεις, κουραστικότατη, δε λέει τίποτα ιδιαίτερο πέραν της διατύπωσης αυτής της ήδη γνωστότατης θέσης.

Έβλεπα, λοιπόν-το βλήμα- τη μαμά που κάπνιζε για να σκάει τον πατέρα μου που την ταπείνωνε με τις ...λεγάμενες - τα ξέρεις- και μια μέρα της σούφρωσα απ'το πακέτο, ένα τσιγάρο.

Όταν έφυγε από το σπίτι, μπήκα σ' ένα δωμάτιο, το κλείδωσα κιόλας δια πάν ενδεχόμενον, και άναψα το τσιγάρο όπως έβλεπα ότι έκανε η καλή μου μητέρα, μετά- πάλι όπως έκανε η καλή μου μητέρα, τράβηξα μια ρουφηξιά...κράτησα τον καπνό μέσα στο στόμα και αμέσως τον έφτυσα προς τα έξω μετά βδελυγμίας, χωρίς να τον κατεβάσω στα πνευμόνια- δεν κάτεχα την πρακτική του ζητήματος-άργησα να το καταλάβω- το όρνιο.

-Α μωρέ! Αυτή η αηδία, είναι το κάπνισμα;!
Τι χαζοί είναι όσοι καπνίζουνε! αποφάνθηκα.

Και η απορία μου τέλειωσε.

Και συνέχισα αδιάφορη πια για το ζήτημα, να ζω ειρηνικά, στη μικρή μου την πόλη.

Ασήμαντο, το σκηνικό θα μου πεις.

Και όμως δεν ήτανε.

Όπως έγραφα σε παλιότερες αναρτήσεις, αυτή η μία η μοναδική εμπειρία ενός υποτυπώδους καπνίσματος, άνοιξε στο σώμα μου, ένα νευρολογικό μονοπάτι ΜΝΗΜΗΣ , που ΠΡΙΝ δεν υπήρχε.

Έκτοτε, όποτε βρίσκομαι σε παρέα με καπνίζοντες,παρά την απέχθειά μου για τον καπνό, ιδιαίτερα σε χώρους κλειστούς, έχω μια κρυφή μυστική παρόρμηση να τους ζητήσω τσιγάρο.

-Πάρε και συ ένα τσιγαράκι , μπορείς! μουρμουρίζει στο κεφάλι μου μια φωνούλα που μόλις ακούγεται.

-Βρε άει πάγαινε από δω πέρα, χαμένο!
της αντιλέγω, πάντα νοερά, και τη φωνή τη φιμώνω στου υποσυνειδήτου τα Τάρταρα...και έτσι γλιτώνω του εθισμού την παγίδα.

Και αυτό το σκηνικό, δεκαετίες μέσα μου, στήνεται και ξεστήνεται και όλο το ακυρώνω δια της βουλήσεως, και κυρίως, χάριτι θεία, αγαπημένο μου...

Ευτυχώς στην όλη οικογένεια μετά τη μαμά, άλλος δεν κάπνιζε.

Ήταν πιο εύκολος ο μικρός μου αγώνας.

Αργότερα δούλεψα.

Τους συναδέλφους στη δουλειά, ευγενικά τους ανεχόμουν, παρά τα διχασμένα μου συναισθήματα.

Η διάσταση ανάμεσα στο δέον γενέσθαι και στο άθλιο γίγνεσθαι, ενίοτε μου δημιουργούσε μια σύγχυση.
Δεν είχα διανοηθεί ότι ήταν δυνατόν να ζητήσω από φίλο και από συνάδελφο να μην καπνίζει μπροστά μου.

Το θεωρούσα αγριαίνουσα συμπεριφορά και δεν ήθελα- α πα πα, καλύτερα να πεθάνω παρά να σταμπαριστώ στη συνείδησή τους, σαν φασιστόμουτρο που δίωκε τις μικρές απολαύσεις των άλλων...

Ούτε και όταν ήμουν έγκυος, διανοήθηκα από συναδέλφους στο χώρο της εργασίας, να παρακαλέσω την αποφυγή του καπνίσματος.

Καπνίζαν αναίσθητα - τα γομάρια- εγώ, η ντροπαλή κόρη, έβγαινα έξω στο κρύο-η γκαστρωμένη- και αυτοί μεσ'στα γραφεία, ζεστοί και ήσυχοι απολαμβάνανε τα φουγάρα τους...

Τέτοια υπομονή, η χαζή η δικιά σου...

(Μερικές φορές η πολλή δημοκρατία, για τριφασική βλακεία μου φαίνεται...)
....................................................................................

Εντέλει οι άνθρωποι είμαστε τέτοιοι δαίμονες άφατης έπαρσης, τέτοια κτήνη εγωκεντρισμού απερίγραπτα, που μονάχα αν υποστούμε δυσάρεστη εμπειρία στο πετσί μας, υπάρχει ελπίδα μικρή πως κάπως θα καταλάβουμε...
Γι αυτό ο Κύριος επιτρέπει τις ασθένειες, τα γεράματα, τις φτώχειες, τους διάφορους πειρασμούς και τις προδοσίες ώστε κάπως να συνερχόμαστε και να ξεκαβαλικεύουμε απ'τα μεγάλα καλάμια...
................................................................
Ας επανέλθω στο θέμα της καταπίεσής μου από τα τσιγάρα των συναδέλφων, ωστόσο.
Αφού επί χρόνια ανέχτηκα και ανέχτηκα και με ευγενικούς και πλάγιους τρόπους διαμαρτυρήθηκα, σε κάποια φάση, αποφάσισα πως έφτασε η ώρα για ριζοσπαστικότερες λύσεις.

-Εντάξει, λοιπόν!αγρίεψα.
Αφού επιμένετε να ανασαίνω το δικό σας καπνό- θέλω δε θέλω- θα σας επιβάλω και γω να ανασάνετε το δικό μου καπνό- θέλετε δε θέλετε- να δούμε αν θα σας αρέσει, σκέφτηκα.

-Και τι έκανες, Σαλογραία, καλή μου;
-Απλά πράγματα.

Πήρα ένα θυμιατό στη δουλειά, σπίρτα και καρβουνάκιααα!

Και σβἐλτα, την ώρα που οι άλλοι άναβαν το τσιγάρο τους, άναψα εγώ το καρβουνό μου!

Και έριξα πάνω στο αναμμένο καρβουνάκι μου, υπέροχο αγιορείτικο θυμίαμα!

Και ευωδίασε ο τόπος!

Α! Τι θεία εικόνα και έμπνευση ήτο εκείνη!

Ω! Έπρεπε, ω λατρεμένο μου, να ήσουν σε κάποια άκρη να έβλεπες!

Τέτοιο χαμό στο ίσωμα, δεν τον φανταζόμουν, αλήθεια στο λέω!

Κυρίες συναδέλφισσες, καλοντυμένες και καθωσπρέπει, ξαφνικά αφηνίασαν, και άρχισαν λες και τις καταδίωκε δράκουλας να φεύγουν κατά την έξοδο του γραφείου, φωνάζοντας με στριγκλιές υστερίας:

-Σβήστοοοοο!
-Δεν αντέχουμε το λιβάνιιιι!
-Να ξεράσω μου έρχεται!
-Θα λιποθυμήσωωωω!
-Δεν μπορώ να ανασάνω!
-Σβήστοοοο!
-Σβήστο σου λέμεεεε!

-Αχάααα!
ΕΣΕΙΣ το δικό μου ΘΥΜΙΑΜΑ, ΟΥΤΕ ΕΝΑ ΛΕΦΤΟ ΔΕΝ ΤΟ ΑΝΤΕΞΑΤΕ, τρελοπουλακίδες μου!

Εγώ τον καπνό του τσιγάρου ΣΑΣ, πρέπει ΧΡΟΝΙΑ , με βουλωμένο στόμα να το ανέχομαι έ;

Εμ δε σφάξανε!

-Εφόσον συνεχίζετε να ανάβετε τα τσιγάρα σας σε ώρα εργασίας, εγώ θα φέρνω τα λιβανιστήρια μου και θα καίω τα λιβάνια μου!

ΚΑΙ ΟΠΟΙΟΣ ΑΝΤΕΞΕΙ!

δήλωσα με βλέμμα Νικηταρά του Τουρκοφάγου.

Με κοίταξαν, οι καπνιστές παραλογιασμένοι.

Πανικόβλητοι.

Τέτοια ρουά ματ κίνηση δεν την είχαν διαβάσει ούτε σε μυθιστόρημα.

Ούτε και γω την είχα διαβάσει.

Με ξέρανε πλακατζού αλλά...τώρα...

Άραγε σάλταρα άξαφνα- απ'το πολύ το θυμίαμα- ή έκανα αστείο κακόγουστο;

Η Σαλογραία απτόητη.
-Γιούργιαααα!
-Ζήτωσαν τα θυμιατά, οι νικοτίνες ερρέτωσαν!

Ξανάφερα τα θυμιατά και την επόμενη μέρα, και την παράλλη...

Μόλις ανάβανε τα τσιγάρα, άναβα εγώ το θυμίαμα.

ΧΑΜΟΣ!!!

Και οι σκηνές με τα ουρλιαχτά, τις υστερίες, τις απειλές επαναλαμβάνονταν και οι αγαπημένοι συνάδελφοι, άντρες, γυναίκες, βγαίνανε τρέχοντας απ'την αίθουσα, προκειμένου να ανασάνουν αέρα δίχως λιβάνι.

Τι γέλια Παναγία μου, έκανα! Αξέχαστα θα μου μείνουνε!

Μέχρι που την τρίτη μέρα μπήκε ο διευθυντής, με ύφος μούμιας αγέλαστος.

-Κυρία Σαχλαμαροπούλου (το επίθετο σε ελεύθερη μετάφραση ντε...)

ΤΟ ΑΣΤΕΙΟ ΜΕ ΤΟ ΘΥΜΙΑΜΑ ΠΑΡΑΤΡΑΒΗΞΕ!

Τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονταν.
Εκείνο το παγωμένο μάτι, η φωνή, το υφάκι του Διευθυντή, ό λ α τα έλεγε.

Δεν το ξανάφερα το θυμίαμα.
Με πόνο ψυχής δεν το ξανάφερα.

Οι συνάδελφοι όμως, τότε, κάτι κατάλαβαν.
Κάποια ευαισθητοποίηση έλαβε χώραν.

Μετά άρχισαν να ρωτούν αν μπορούν να ανάψουν τσιγάρο, να βγαίνουν στο διάδρομο όταν αποφάσιζαν να φουμάρουνε.

Τους έκανα και γω παρέα στο διάδρομο( συμπάθειες ήταν αυτές κατά τα άλλα) ως ακούσια καπνίστρια, για να μη νιώθουνε μόνοι.

Αυτό ήταν το στόρυ.
Και το ανέφερα με αφορμή το αυριανό νέο ξεκίνημα, που εγκαινιάζει η κυβέρνηση.

Δεν μπορείς να φανταστείς τι χαρά έχω λατρεμένο μου, που από αύριο,
με την απαγόρευση την καθολική του  καπνίσματος σε δημόσιους χώρους
δεν θα ξαναχρειαστεί με τα θυμιατά μου
να τους απειλήσω εκ νέου!

Υπάρχει Θεός, δεν θα κουραστώ να το λέω, και ό λ ε ς οι προσευχές μου, ακούγονται!

Προσευχήσου και συ, λατρεμένο μου να το κόψεις το κάπνισμα.

Αν το ζητήσεις με θέρμη από τον Κύριο, Εκείνος θα σε βοηθήσει...

Δεν τη βαρέθηκες τόσα χρόνια αυτή τη γελοία, την κίνηση;

Ήρθε η ώρα για μια νέα αρχή, για ένα νέο τρόπο ζωής, για μια νέα συνήθεια...

Στο κάτω κάτω όσοι κόβουνε το τσιγάρο είναι και ερωτικότεροι...

Νομίζω πως σ'ενδιαφέρει...

Σαλογραία

Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος(βίντεο)

Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Ο ...Λάκης, η Αρετή και η Κακία



Λατρεμένο μου
αυτός ο φόνος που έγινε τις προηγούμενες μέρες, με έχει κάνει να ξυπνάω από τα άγρια χαράματα προσευχόμενη και αναλογιζόμενη ώρες πάλι, το φοβερό πρόβλημα του Κακού.

Δεν είμαι φιλόσοφος, δεν είμαι κοινωνιολόγος, μια απλή ακαμάτρα τρελόγρια είμαι, όμως το πρόβλημα του Κακού θέλω να το κουβεντιάσω λιγάκι μαζί σου, σήμερα, μήπως και μου δώσεις τα φώτα σου, εσύ το new generation- εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει...

Θυμάσαι όταν ήσουνα μικρούλι, τότε που σου πρωτοδιάβασα το μύθο με τον Ηρακλή και την επιλογή του, ανάμεσα στο δρόμο της Αρετής και στο δρόμο της Κακίας;

Τότε πρωτοάκουσες ότι στη ζωή υπάρχουν, μονάχα δυο δρόμοι:

Η ατραπός της Αρετής- και η λεωφόρος της Κακίας.

Η Αρετή στην αφήγηση συμβολιζόταν ως μια γυναίκα αψιμυθίωτη, σεμνά ντυμένη, που προσέγγισε τον Ήρωα και του είπε με τίμια, ήρεμη φωνή:

-Παιδί μου, αν στη ζωή σου ακολουθήσεις το δικό μου στενό και τεθλιμμένο μονοπάτι, δεν θα χεις το ξεσάλωμα της αρκούδας, που τόσο σε σύρει σιδηροδέσμιο πίσω απ' τις αυταπάτές του.

Ο δικός μου δρόμος, είναι δύσβατος, οδυνηρός ενίοτε, απαιτεί, μόχθο, επιμονή, υπομονή, αυτοθυσία χάριν ιδανικών και αρχών...δε διαθέτει ο δικός μου δρόμος μαλλί της γριάς και κόκα κόλα και χαβαλέ στις πλατείες...ο δικός μου δρόμος είναι υπευθυνότητα μέχρι θανάτου και σοβαρότητα.

Μακράν εμού τα σόκιν ανέκδοτα και οι Αβάσταχτες Ελαφρότητες του Είναι.

Δεν επιθυμώ να σε παραμυθιάσω- ούτε παραμύθα πουλάω-στο δηλώνω έξω απ'τα δόντια, θα βασανιστείς αν έρθεις μαζί μου, όμως...στο τέλος του δρόμου μου, θα σε στεφανώσει κλέος αθάνατο...

Σε συμφέρει να με επιλέξεις!

Αυτά δήλωσε και στάθηκε παράμερα, προσμένοντας την τελική του απόφαση.

Μετά τον πλησίασε η Κακία.

Η Κακία,ήταν βαμμένη χτυπητά, είχε πετάξει μια πλατίνα στα μαλλιά της προκειμένου να θαμπώνει τους αφελείς και τον ζύγωσε σεινάμενη, μέσα στο νάζι, στα χέρια, ντρούμου ντρούμου τα βραχιολάκια,- πλησίασε τον Ήρωα, του τσίμπησε χαδιάρικα το μάγουλο και του δήλωσε μόρτικα:

-Άκου δω Λάκηηηηη!(το υποκοριστικό του Ηρακλάκης)
μην την ακούς αυτή την καλτάκα την Αρετή που σου τάζει λαγούς με πετραχήλια μετά ...θάνατον.

Εμείς, εδώ, τεκνάκι μου, πληρώνουμε cash!

Eν τη παλάμη και ούτω βοήσομεν!

Μαζί μου θα έχεις τα άπειρα νταραβέρια με καλλονές -όπως αυτές της τυφλεόρασης- σεξ με όλες τις τρυφές,γεύσεις, παραλλαγές- και παράλληλα επίπεδα σχέσεων( η τελευταία λέξη της μόδας οι παράλληλες ερωτικές σχέσεις διότι δεν είναι να χάνουμε ευκαιρίες πουλάκι μου) θα υπάρχουν και μαύρες στο πρόγραμμα με μούσκουλα γερά που θα σου κάνουν και το μασάζ των ονείρων σου σε υπέροχα spa, έλα μαναράκι μου εσύ, μην το σκέφτεσαι και χάνουμε τον υπέροχο χρόνο της νιότης σου- δεν ξέρεις τι αστραπή που φεύγει ό άτιμος και τότε θα τα τραβάς τα μάγουλα από απελπισία, θα σου πέφτει η μασέλα και θα ψελλίζεις:

- Έρημά μου νιάτα, ΠΟΥ τσαλακωθήκατε;

-Τι με κοιτάς σκεφτικός και μουρόχαβλος;
Φυσικά και με μένα θα έρθεις!

Δεν πιστεύω να σε αποβλακώσει η άλλη η ...αραχνιασμένη από την πολλή παρθενία;
Μη με εκνευρίζεις διότι θα αποσύρω την εύνοιά μου...

Για Όνομα!

Εντάξει, στο τέλος του δικού μου δρόμου, λένε οι παλιοκομπλεξικοί ότι μπορεί να υπάρχει και ένα βάραθρο, μην τα πιστεύεις, χρυσούλι μου- διαδόσεις αμέθυστων, κακεντρεχών και ζηλιάρηδων...εσύ το τώρα έχεις μόνο στα χέρια σου...πέρασε τώωωωωρα καλάααα, πάρε και τα διακοποδάνεια σου τώωωωρα, πάρε τη τζιπάρα σου τώωωωρα, φτιαξε την πισινάρα σου τώωωωρα, πες ψέματα τώωωωρα, αδίκησε τώωωωωρα και άάαααμα έρθει η ώρα της πληρωμής, ω μωρέεεε, μέχρι να έρθειιιιι, ω μωρέεεεεε...ποιος ζεί ποιος πεθαίνει, ΗρακΛάκη μου;

Πάμε για τρέλες, σου λέω, στις Σεϋχέλλες!

Επείγομαι...δεν έχω μάθει να παρακαλάω τους άντρες,αν δε με ακολούθησες αμέσως, εσύ θα μείνεις μπακούρι, στο λέω, και αμαρτία δεν έχω!
................................................

Τυρόγαλο πήγε να του το κάνει το μυαλό του Ηρακλή, η πιπέρω η Κακία...

Εκείνος όμως είχε ως ημίθεος λίγο νιονιό στο κεφάλι του.
Τα βαλε κάτω, τα μέτρησε, και έλαβε την απόφαση:

- Πρίιιτς! Δεν είμαι και ΤΟΣΟΝ όρνιο, κυρία Κακία μου,να έρθω μαζί σας, και μετά να καταφτάσουνε οι Εβραίοι με το ΔΝΤ και να μου πάρουνε μέχρι και τα σώβρακα...
(αλήθεια φορούσαν άραγε σώβρακα παλαιόθεν; ποίος γνωρίζει;Θα μάθωμεν!)

Ο Ηρακλής ήτο νουνεχής και διάλεξε την οδό της Αρετής...

Θυμάμαι, ωστόσο, που όταν άκουσες την τελική του επιλογή, σαν να στενοχωρήθηκες λιγάκι.
Γιατί άραγε;

Σαλογραία

Σάββατο 28 Αυγούστου 2010

Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον

Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Μικρή συνέχεια στη γνήσια ιστορία νεκρανάστασης...


Θυμάσαι λατρεμένο μου

που σε παλιότερη ανάρτηση, σου είχα περιγράψει την αληθινή νεκρανάσταση του πατέρα του κυρ Παντελή, του ψάλτη της ενορίας μου, κάποτε;

Λοιπόν, υπάρχει μια μικρή συνέχεια.

Αυτοί οι δυο χωροφύλακες(άγγελοι) που τον επέστρεψαν πίσω στο σώμα του, έπειτα από 22 ώρες πραγματικού θανάτου- και έφριξε όλο το χωριό και κοντέψαν να πάθουν συγκοπή οι αγαπημένοι και φίλοι καθώς τον είδαν από το φέρετρο να σηκώνεται σαν από ωραίο κρεβάτι ήρεμου ύπνου-αυτοί οι δυο συνοδοί-άγγελοι, του είχαν πεί του ευλαβέστατου κυρ Δημητράκη, ότι θα τον ειδοποιούσαν για το π ό τ ε θα ερχόταν η ώρα της οριστικής του αναχώρησης, από τούτο τον μάταιο κόσμο.

Η ειδοποίηση έγινε, έγινε σε άλλο χρόνο, με τον εξής παραδοξότατο τρόπο, όπως ο γιος του νεκραναστημένου, μου εμπιστεύτηκε:

Ήταν μια μέρα στους αγρούς ο καλός άνθρωπος, βόσκοντας τα πρόβατά του και προσευχόμενος.

Κάποια στιγμή, όπως καθόταν ακουμπισμένος στον κορμό ενός δέντρου, τον πήρε ένας ύπνος γλυκός, και είδε σε όνειρο κάποιον να βρίσκεται δίπλα του, που τον πρόσταξε:

-Δημήτρη, μάζεψε χαλίκια.
Όσα χαλίκια μαζέψεις, τόσα χρόνια θα ζήσεις.
Μετά, θα έρθουμε να σε πάρουμε.

Υπάκουσε στην εντολή ο Δημήτρης και άρχισε στο όνειρο να μαζεύει χαλίκια.

Μάζευε, μάζευε και...ξύπνησε!

Ξυπνώντας είδε, προς μεγάλη κατάπληξη, τη μια του τσέπη, π ρ ά γ μ α τ ι γεμάτη αληθινά χαλίκια!

Ένιωσε δέος, σταυροκοπήθηκε και πήγε σπίτι του.

Εμπιστεύτηκε στη γυναίκα του το σκηνικό.

Η γυναίκα επειδή τον αγαπούσε και τον σεβόταν, τον πίστεψε, και έδωσε το λόγο της να μην πεί τίποτα σε κανέναν- αυτό της ζήτησε ο κυρ Δημητράκης.

Τα χαλίκια τα μέτρησαν.

Ήταν ένας συγκεκριμένος αριθμός- δε θυμάμαι ποιος- όμως, πράγματι, όταν πέρασαν τόσα ακριβώς χρόνια, όσο και το νούμερο των χαλικιών που είχε στην τσέπη του, ο κυρ Δημητράκης, ειρηνικά, απεβίωσε εν Κυρίω...

Αυτά μου τα κατέθεσαν με πάσα σοβαρότητα και κατάνυξη οι δυο γιοι του, που τα έζησαν.

Γνωρίζω πώς ακούγεται η ιστορία στα αυτιά ορθολογιστών ανθρώπων...όμως δε με νοιάζει.

Σου την παρέθεσα επειδή ο μάρτυρας που την κατέθεσε με έπεισε για την αξιοπιστία του, απολύτως...

Μόνο το Πνεύμα του Θεού, πληροφορεί εκ των προτέρων τους εκλεκτούς Του, για την ώρα και τη στιγμή του θανάτου τους...

Και αυτό συνιστά, μέγα μυστήριο...

Μακάριος όποιος για τη Μεγάλη Συνάντηση έχει ενδυθεί την Αγία Μετάνοια, σαν ένδυμα λαμπροφόρο...

Σαλογραία

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010