Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Ο φίλος ψυχίατρος και η κηδεία της μανούλας του (επανάληψη)




Επανάληψη από το http://salograia.blogspot.gr/2009/08/blog-post_1402.html
Να πω ότι και βεβαίως πρόκειται για προσωπική εμπειρία, 
εμού της τρελογραίας που τότε δεν είχα καταντήσει εντελώς ...λίνα...
(το λίνα προκύπτει, όπως υποψιάστηκες   από το Μαθουσαλίνα... και βέβαια
συνέβη σε καιρό που τα φατσομπούκια και τα εξυπνοτηλέφωνα δεν είχαν ακόμη
αλαλιάσει μέχρι θανάτου, τις ψυχές των ανθρώπων ...)
..................................................................

Άγγελέ μου

Δεν είναι όλες οι κηδείες λυπητερές ...και σήμερα

είχα μια φοβερή εμπειρία, την οποία επιθυμώ να την μοιραστώ μαζί σου.

Συγκεκριμένα , σήμερα πήγα στην κηδεία της μάνας του φίλου, του ψυχίατρου

(αχρείαστος να ναι!)

Βεβαίως, θα με ρωτήσεις: 

-Και τι το ιδιαίτερο μπορεί να χει μια κηδεία, ώστε να πάθεις... λόξιγκα;

-Θα σου εξηγήσω αμέσως, και θα την συλλάβεις την εικόνα την ακαταμάχητη!

Λοιπόν... η μακαρίτισσα, μας άφησε χρόνους στα 80 της, πλήρης ημερών, χτυπημένη ευγενικά θα έλεγα, και όχι εντελώς αδυσώπητα -όπως συνήθως γίνεται με τους περισσότερους- από την επάρατο νόσο! 
(ονόματα να μη λέμε, πρόσωπα και καταστάσεις να μη κατονομάζουμε!)

Πέθανε σχετικά εύκολα, χωρίς επιθανάτια αγωνία ιδιαίτερη ,η εκλιπούσα,διότι ήταν και εξομολογημένη και κοινωνημένη, και συγχωρημένη με όλους τους ανθρώπους που είχε πικράνει!

Η πολυβασανισμένη νύφη της- η Γεωργία, που δεν ήθελε να παραστεί στην κηδεία της πεθεράς της- λόγω χρόνιων εναντίον της θυμών- πείστηκε από την ταπεινότητα μου, να πάει, αρκεί-λέει- να τη συνόδευα.

Πραγματικά, λοιπόν, η πάσχουσα από το σύνδρομο του Σωτήρα- το οποίο δυστυχώς κληροδότησα και στον πρεσβύτερο καρηκομόωντα υιό μου, τους ακολούθησα μέχρι το χωριό, όπου θα ετελείτο η εξόδιος ακολουθία...

Φτάσαμε στο ναό με το σαραβαλιασμένο γιωταχάκι του ψυχίατρου, κουβαλώντας τρεις αγκαλιές λουλούδια ταπεινά και γκλαμουριάρικα

(η ίδια, αγόρασα σεμνές πολύχρωμες φρέζες, μια άλλη γνωστή του ψυχίατρου , μινιφορούσα, έφερε πορτοκαλιά υπερφίαλα λίλιουμ με μισοανασηκωμένα τα φρύδια, να φαντάζουν σαν εγγλέζες κυρίες που κοιτάζουν τον κόσμο πίσω απ' το μονόκλ τους)

Σε λίγο φέρανε σηκωτή , μέσα στην κάσα, διπλωμένη στο σάβανο, τη μακαρίτισσα 
(να χουμε την ευχή της!)

Ανάψαμε κεριά, ασπαστήκαμε εικόνες, μαζεύτηκε ο λιγοστός κόσμος του χωριού - καλόκαρδοι και απλοικοί συγγενείς οι περισσότεροι...

Μόλις ήρθε το φέρετρο:

- Ευανθία !!!! Τα λουλούδια! έσκουξε δυνατά, μες στο ναό ο ψυχίατρος.

-Έφτασειιιιιιι!!!!!!!!!! απάντησα εγώ το παιδί, για όλες τις.....Ψυχοθεραπείες!!! 

Αρπάζοντας τα άνθια, ( ως ανθηρά και η ίδια) άρχισα να στολίζω τα άσπρα μαλλάκια της γιαγιάς, το σαβανάκι της, με περισσή τρυφερότητα, και ευθύς το χάσμα της νεκρόκασας το κλεισα με λουλούδια -θα μπορούσε να είναι στίχος σε δημοτικό τραγούδι!

Μέχρις εδώ, όλα λογικά και χριστιανικά, άγγελε μου, μέσα στον ιερό ναό των Αρχαγγέλων, στο χωριό της Ηλείας, όπου ξεκίνησε το ξόδι του νεκρού, που εκείτο έμπροσθεν μας μακάριος!

Κάτι γριές- επαγγελματίες μάλλον μοιρολογίστρες- βαλθήκανε να μυξοκλαίνε.

Ο Χριστέμπορος απ' ότι εφαίνετο ιερεύς, άρχισε τα παράφωνα ψαλσίματά του. 

Ακολουθούσαν οι Χριστοκάπηλοι και κακόφωνοι ψάλτες, να θανατώνουν χωρίς αιδώ,

τα κατανυκτικότατα της νεκρώσιμου ακολουθίας, μέλη... και μέχρις εδώ, όλα έβαιναν

συμφώνως προς την λογική και καθεστηκυία τάξη.

-Ας έχει δόξαν ο Κύριος, όστις εις αυτήν την κηδείαν με ηξίωσεν τοσούτον να ευθυμήσω! 

- Τι συνέβη ακριβώς, ρε μάνα, και μ' έπρηξες;

θα ερωτήσεις ο απονήρευτος νεανίσκος.

Τι συνέβη;

-Το απροσδόκητον! 

-Ποίον ήτο το απροσδόκητον;

-Αυτό που αντίκρισαν οι οφθαλμοί μου! 

Ενώ η δυστυχής γραία, εκαθήμην προς την εξώπορτα του ναού, και προσπαθούσα,να δείχνω κάπως σύννους- έως περίλυπος- πιέζοντας τον άθλιο εξωστρεφή εαυτόν μου να ειπεί κάποιο Κύριε Ελέησον για την ψυχή της αποθανούσας, που ως ηλικιωμένη
καρακαξούλα -πιθανόν- να περιίπτατο γύρωθέν μας, και ενώ ανέμενον να αναλυθεί ο πεντάρφανος -πλέον- ψυχίατρος σε δάκρυα, επί του προσφιλέστατου πτώματος της μητρός του, τι είδον, ω άγγελέ μου, και μου πετάχτηκαν τα μάτια έξω;

Βαβαί, παπαί, ιατταταί, είδον τον ...στερημένον γονέων- πλέον- 55χρονο θεραπευτή,

βαστάζοντα ΒΙΝΤΕΟΚΑΜΕΡΑ, να ΒΙΝΤΕΟΣΚΟΠΕΙ την ελαφρώς παγωμένη μανούλα του, με

επαγγελματική ψυχρότητα και ευσυνειδησία!

-Χριστέ μου!

Δεν πίστευα στους οφθαλμούς μου!!!

(Καλά!!! Για να το εκφράσω εντελώς μεταξύ μας, την είχα... ανθιστεί τη δουλειά με την προσωπικότητα του ...σάικο, ότι διολίσθαινε προς ...υποσυνείδητον νεκροφιλίαν , αλλά και το εύρος του πάθους ομολογώ πως αδυνατούσα να το συλλάβω!)

Είχα απομείνει επί δευτερόλεπτα, άναυδη, ατενίζοντας τον ψυχαναλυτή, ο οποίος

εκείνη την ώρα, απλά παρατηρούσε την κηδεία της μάνας του, και την

κατέγραφε, για να κλάψει -ίσως- αργότερα στο σπίτι, βλέποντάς τη, ή να τη

δανείσει σε φίλους - που δεν ήρθαν- ώστε να συμμετάσχουν -έστω εκ των υστέρων-

ακούγοντας το Μακαρία η οδός κατεβάζοντας και κανένα ουζάκι ή

ακόμα χειρότερα- προκειμένου να παρατηρεί με την ησυχία του -αργότερα- ποια

γκριμάτσα λύπης , τον κάνει να φαίνεται...πονεμενότερος!

Ήταν τέτοιο το σοκ που υπέστην, ήταν τόσο εξαιρετικά χαίνον το στόμα του νοός μου,

ήτο τοιαύτη η εντροπή μου για την συμπεριφορά του ανθρώπου, που βιντεοσκοπούσε

-ως ακραία ευσυνείδητος γιαπωνέζος- το ψάλσιμο το νεκρώσιμο της μανούλας του,

που απεφάσισα ως φιλότιμος Ρομπέν των Δασών, να δράσω αστραπιαία, ώστε να 

εξαγάγω εκείνον από τη σιωπηλή -οπωσδήποτε - κατακραυγή των παρισταμένων.

-Και τι έπραξα, ω τέκνον μου, τεκνό;

Άρπαξα ευγενικά την βιντεοκάμερα και άρχισα να βιντεοσκοπώ, εγώ,

για λογαριασμό του πεντάρφανου -επιμένω- ψυχοθεραπευτή, την κηδεία!!!!!

Χριστέ μου, τι δοκιμασία συνείδησης ήταν εκείνη που τράβηξα -η γυναίκα! 

Ντρεποοόμουν!!!!! 

Ντρεπόμουν αφάνταστα που βιντεοσκοπούσα κηδεία, λες και ήταν γάμος ή βάφτιση !!! 
Πλησίασα με την κάμερα, πάνω απ' τη εκλιπούσα.

Με πλημμύρισε μια συγκίνηση, ένα κάτι σαν δάκρυ, σαν αρχή καρδιακού 

επεισόδιου, αλλά με αποφασιστικότητα,τό'διωξα. 

Δεν γίνεται γράψιμο, με τρεμάμενα από συγκίνηση χέρια.

- Ούστ από δω χάμου, κατάνυξη, επί τη αποδημία της καημένης γιαγιούλας! 

είπα μέσα μου. 

Σκέφτηκα να σταυροκοπηθώ, πού να μπορέσω! 

Με εμπόδιζε το ανά χείρας μηχάνημα... 

Κοίταζα τον Ψυχίατρο.

Του έπαιρνα ωραία κοντινά πλάνα, δίπλα στα γκρο πλάνα που τράβαγα της μαμάς του.

Σκεφτόμουνα πόση ομοιότητα είχε με τη μακαρίτισσα.

Πόσο έφερνε προς νεκροκεφαλή, προς υποψήφιο πτωματάκι- και ο ίδιος!

Πλησίασα την πεθαμένη.

Τράβηξα κοντινά με την ψυχή μου.

Ξύπνησε μέσα μου ο Γούντυ, αλήθεια στο λέω!

-Α! Από αυτή τη γωνία, της φαίνονται λιγότερο οι ρυτίδες και το σαρδόνιο

χαμόγελο.

Από την άλλη γωνία, της τράβηξα κάτι ζυγωματικά, μούρλια!

Καλέ, γυναικάρα θα ήταν στα νιάτα της η μακαρίτισσα!

Φταίνε μετά οι νεκρόφιλοι που σκέφτονται διάφορα; 

-Θεέ μου συχώρα με! 

Εκεί που τράβαγα με επαγγελματική ευσυνειδησία τις διάφορες φάσεις, και

δαγκωνόμουνα, και αγωνιζόμουνα με όλες μου τις ψυχικές δυνάμεις να μη ξεσπάσω

στο ασυγκράτητο νευρικό γέλιο, μου έκανε

νόημα ο ...πενθών, να κουνάω πιο αργά τη μηχανούλα.

Χριστέεεε μου!!!! 

Τι μαρτύριο ήταν όλη εκείνη η φάση! 

Ντρεπόμουν απερίγραπτα, που βιντεοσκοπούσα κηδεία! 

Ενιωθα ότι ακύρωνα με την πράξη μου αυτή, κάθε γνήσιο συναίσθημα λύπης

που μπορούσαν να εκφράσουν οι παρευρισκόμενοι, ένιωθα ότι βεβήλωνα

την ιερότητα της στιγμής με την κάμερα! 




Μια εκπόρνευση ψυχική μου φαινόταν το εργαλείο αυτό, στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Ένα φριχτό ισοπέδωμα κάθε συναισθήματος λύπης, γνήσιου.


Από την άλλη, με πίεζε ένας ορμητικός καταρράχτης γέλιου, καθώς φευγαλέα, φανταζόμουν τον Πέτρο, να με βλέπει απο μακριά (ευτυχώς ήταν στην Πάτρα) και να παθαίνει το λόξιγκα της αρκούδας, χάσκοντας, μέχρι θανάτου, με την όλη απροσδόκητη εικόνα!

Στέφανε, από αγωνία (αχ και πόσο η ανάμνηση του Επικήδειου του Κονδυλάκη, μού

επιδείνωνε την κατάσταση) ίδρωνα και ξε-ίδρωνα. 

Ατέλειωτος ο χρόνος, μέχρι να τελειώσει η κηδεία! 

Πίεζα μέσα μου, ντροπή, και νευρικά ατελείωτα χάχανα, κάτω από

ετοιμόρροπα προσωπεία σοβαροφάνειας!!!


Θα το ομολογήσω, ωστόσο: 

Αυτή η κηδεία, με έτερψε περισσότερο από τα έπη του Ομήρου, που

διασκεδάζαν τους Έλληνες!

Μόλις βγήκαμε απ'το ναό, κατευθυνόμενοι προς το κοιμητήριο, δεν άντεξα άλλο!

Έδωσα στον...ορφανό ψυχίατρο, πίσω την κάμερά του.

Εκείνος, απτόητος, σοβαρός, αγέλαστος, συνέχισε να τραβάει όλες τις φάσεις μέχρι

που την πολύπαθη, εντιμότατη γραία, την κάλυψε το φρέσκο χώμα!

- Αντε! Ζωή σε μας!

Να ζούμε να τη θυμόμαστε την κυρά Ζωή! φωνάξαμε όλοι στο τέλος.

Πράγματι! 

Ένα κλάμα, αξεδιάλυτο με γέλιο, είναι η κυρά Ζωή, για όλους μας 

έτσι κι αλλιώς,

άγγελε μου! 

Μετά, αφού την παραχώσαμε μέσα στις άγιες λάσπες της πατρίδας , πήγαμε για καφέ,

στο άθλιο καφενεδάκι του χωριού, που μύριζε του ...πεθαμού, τσιγαρίλα!

Ήμασταν όλοι χαρούμενοι σαν χελιδονάκια! 

Κυρίως η Γεωργία!

Και ο ψυχίατρος.

Ο θεός να την αναπαύσει αλλά πολύ τον είχε βασανίσει για χρόνια
ατελείωτα-με την κακή της συμπεριφορά- η καλή η γυναίκα! 

Γύρισα σπίτι, το βράδυ, με πανάλαφρη την καρδιά μου.

Τα περίγραψα όλα στον Πέτρο!

Έπεσε ανάσκελα στα πατώματα και γέλασε μέχρι λιποθυμίας!


-Αξέχαστη, ω ναι, αξέχαστη, θα μας μείνει, αγαπημένοι μου συμμαθητές, 

αυτή η κηδεία!

Να είμαστε καλά , σε τέτοιες χαρούμενες τελετές, να ξαναβρισκόμαστε!

Εύχομαι να τα εκατοστήσουμε και να θυμούμαστε τη μακαρίτισσα, ας είναι ελαφρύ 

το χώμα που τη σκεπάζει!

Ευανθία η Σαλογραία 

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου