Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

Το μεγαλείο ψυχής του μόνου ψύχραιμου...


Κι όσο οι σχολιαστές του διαδικτύου χάνουν την ψυχραιμία τους, έρχεται ο μόνος άνθρωπος που θα είχε κάθε δικαίωμα να πει οτιδήποτε, ο Υπάτιος Πατμάνογλου που είδε την οικογένειά του να χάνεται μέσα σε μια στιγμή, να αποδεικνύεται ο μόνος ψύχραιμος σε μια χώρα που όλοι κρίνουν τα πάντα και τους πάντες. Αποδεικνύοντας μεγαλείο ψυχής, είπε το προφανές: Οτι, δηλαδή, οι δύο νεαροί που επέβαιναν στην Πόρσε δεν είχαν πρόθεση ούτε να σκοτωθούν, ούτε να σκοτώσουν.

πηγή: Πρώτο θέμα



................................................................................
................................................................................
[....]
Στη συνέχεια, ο τραγικός πατέρας [ ο Υπάτιος ] είπε ότι «όλα, παιδιά, γίνονται για κάποιο λόγο. Κι εγώ αυτά έλεγα. Γιατί να συμβεί σε εμένα, έλεγα εγώ. Ποιος είσαι εσύ, ρε μεγάλε; Είναι θέλημα Θεού. Εγώ πιστεύω στην Παναγία και τον Χριστό. Είμαι ορθόδοξος. Τα πιστεύω πολύ αυτά τα πράγματα. Ό,τι γίνεται στη ζωή μας γίνεται για κάποιο σκοπό. Αν δεν πιστέψω αυτό το πράγμα και δεν το βάλω στο μυαλό μου, θα τρελαθώ. Το πίστευα από πριν αυτό. Εγώ ο ίδιος δεν φοβόμουν τον θάνατο, δεν φοβόμουν τίποτα στη ζωή μου. Ούτε την οικονομική κρίση, όχι ότι είμαι κάνας λεφτάς. Δεν με επηρέαζε τίποτα. Βαστούσα στα πόδια μου, είχα την ψυχική δύναμη, είχα ψυχολογία, έδινα ψυχολογία και στη γυναίκα μου. Είχα πολύ δύναμη μέσα μου. Λέω "δεν θα μου στερήσει κανείς το δικαίωμα της χαράς". Δεν άφηνα μύγα στο σπαθί μου. Αλλά δεν περίμενα ότι θα μου συμβεί. Με συγκλόνισε πάρα πολύ. Κάνω κάθε μέρα προσευχή στην Παναγίτσα, να πάνε όλα καλά, να βρω ψυχική δύναμη. Σωματική έχω, ψυχική έχω αλλά δεν ξέρω αν θα μου τελειώσει».

http://www.pronews.gr/portal/20170228/genika/koinonia/71/poia-itan-i-proti-antidrasi-toy-mr-jumbo-meta-thanatiforo-trohaio
....................................................................................
......................................................................................




Kαλού κακού, έχω πάντα ένα γέλιο σου στην τσέπη...

η εικόνα προφίλ της Maria Sevastopoulou

"Καλού κακού, έχω πάντα 
ένα γέλιο σου στη τσέπη ,
για τον δρόμο...."

 Μαρία   Sevastopoulou

Μετά τη βροχή

Σου τσιμπάω φιλικά τις μπάκες και εύχομαι ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ να μας χαρίσει ο Κύριος...



[...] απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση
...........................................................
Χάρη στον καθηγητή Τριχόπουλο 
(με αφορμή μια συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ, εδώ και  χρόνια)
 βοηθήθηκα να συνειδητοποιήσω,  η καλτάκα,
ότι η νηστεία των Ορθοδόξων  αποκαλύπτεται   για την υγεία
 ως σωτήρια εντολή Θεού,  
και δεν συνιστά  απλή, μεσαιωνική  ιδιοτροπία  παπάδων, 
προκειμένου  να βασανίζουν ανθρώπους. 

Επίσης ο καθηγητής Τριχόπουλος υπήρξε  ο πρώτος
που μας έδωσε  την  πληροφορία
ότι οι παθητικοί καπνιστές
κινδυνεύουν το ίδιο και χειρότερα
από καρκίνο στους πνεύμονες. 

Ελπίζοντας  να πάψουμε το ταχύρρυθμο σκάψιμο  του τάφου  μας
(μασώντας, πίνοντας  και φουμάροντας ) 
σου τσιμπάω φιλικά  τις μπάκες 
και εύχομαι για τον τρόπο ζωής μας, 
πρακτικές αυτοσυγκράτησης εν Κυρίω, 
αμήν και γένοιτοοο! 




Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

... περί ΜΗ απόλαυσης φαγητού (επανάληψη)



Θα τα διαβάσεις αγαπημένο μου πατώντας ΕΔΩ.

Καλή Σαρακοστή είθε να μας χαρίσει ο Κύριος. 

εν Μετανοία...και εν εξομολογήσει...

Ευανθία η Σαλογραία
.................................................................
..................................................................

Ανώνυμο συναξάρι

 Αποτέλεσμα εικόνας για κελλίον

Γράφει ο Γιανναρς Χρστος

(ἀνώνυμο συναξάρι)

Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του ὁ Πορφύρης ἤτανε δώδεκα χρονῶ. Εἶδε ποὺ φέρανε ἀπὸ τὸ χωράφι τὸ ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σὲ μιὰ κουβέρτα. Μαζεύτηκε τὸ χωριό, εἴπανε πὼς τὸν χτύπησε τὸ μουλάρι στὰ νεφρά.

Ἡ μάνα τοῦ Πορφύρη εἶχε ὀχτὼ παιδιά. Ἔκλαψε τὸν σκοτωμένο μέρες καὶ νύχτες- ὅσο μποροῦν νὰ κλάψουν δυὸ μάτια ἀνθρώπινα. Ὕστερα ἦρθε ὁ παπὰς στὸ σπίτι, νὰ κουβεντιάσουν μὲ τὴ μάνα γιὰ τὰ παιδιά. Εἴπανε, νὰ κρατήσει ἡ χήρα τὰ μισά, τ' ἄλλα μισὰ νὰ βροῦν ἀλλοῦ ψωμί.

Ὁ παπὰς ἔστειλε τὰ δυὸ μεγάλα ἀγόρια στὴ χώρα, στὴ δούλεψη τοῦ Δεσπότη. Ἴσως ἀργότερα νὰ πήγαιναν καὶ στὸ σχολειό. Τὴ μικρὴ ἀδερφούλα, τὴ Λενίτσα, ἕνα σγουρόμαλλο ἀγριμάκι, τὸ πῆρε ἡ ἀδερφὴ τοῦ μακαρίτη, στὸ διπλανὸ χωριό. Καὶ γιὰ τὸν Πορφύρη, ἀποφάσισαν νὰ πάει λίγα χρόνια στὸ Ὄρος, στὸν ἀδερφὸ τῆς μάνας, τὸν καλόγερο κι ἀργότερα ἂν θέλει νὰ γίνει παπάς.

Ἔτσι ξεκίνησε ὁ Πορφύρης γιὰ τὸ Ὄρος. Ἡ μάνα ἑτοίμασε ἕνα μπογαλάκι ροῦχα καὶ λίγο παξιμάδι γιὰ τὸ δρόμο. Φίλησε τὸν Πορφύρη κι ὁ Πορφύρης ἔκλαιγε. Ἔκλαιγε κι ἡ μάνα, γιατί αὐτὸς ὁ γιὸς ἦταν ὁ πιὸ ἀγαπημένος. Ὕστερα ὁ παπὰς τὸν πῆγε στὴν Ἀρναία-δὲν ἦταν μακριά. Βρῆκε μιὰ συντροφιὰ προσκυνητὲς καὶ τοὺς παράδωσε τὸν Πορφύρη. 

Ὁ δρόμος γιὰ τὸ Ὄρος πήγαινε τότε ἀπὸ τὴν ξηρὰ κι ἦταν λιθόστρωτος, ἀπὸ τὴν Ἱερισσὸ στὴ Λαύρα. Ὁ Πορφύρης χάζευε τὰ δάση, τὴ θάλασσα κι' ὅταν ἔφτασαν στὸ Ὄρος θαύμαζε τὰ μεγάλα μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησιές.

Ἀλλὰ ὁ θεῖος του, ὁ καλόγερος, δὲν ἦταν σὲ μοναστήρι, ἦταν ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς καὶ ζοῦσε στὴν ἔρημο. Ὅταν κάποτε ἔφτασε ὁ Πορφύρης ὥς ἐκεῖ, εἶδε ἕνα δίπατο καλύβι, χτισμένο ἄκρη στὸ βράχο. Μπροστὰ γκρεμός, στὸ πλάι γκρεμός, μόνο στὸ πίσω μέρος εἶχε μονοπάτι. Ὁ γέροντας τὸν ἔστησε μπροστά του, τὸν κοίταξε ἴσα στὰ μάτια, εἶπε πὼς μοιάζει τοῦ πατέρα του. Εἶδε καὶ τὸ παιδὶ τὸν γέροντα, ποὺ ἔμοιαζε τῆς μάνας ἔτσι ψηλός, μὲ ρουφηγμένο πρόσωπο καὶ μεγάλη γενειάδα. Ἦταν κι ἕνας διάκος, ὑποταχτικός, στὸ καλύβι. Στρώσανε στὸν Πορφύρη γιὰ νὰ κοιμηθεῖ, μία κουρελοὺ γιὰ στρῶμα καὶ δυὸ κουβέρτες γιὰ σκέπασμα. Ἦρθε ἡ νύχτα καὶ τὸ παιδὶ φοβότανε, τόση ἐρημιὰ στὸν τόπο καὶ τόσο σκοτάδι. Ἔπιασε νὰ κλαίει κρυφά, μέχρι ποὺ ἀποκοιμήθηκε.

Ἔτσι ὁ Πορφύρης μπῆκε στὴ ζωὴ τῶν καλόγερων. Τοῦ φόρεσαν ἕνα ρασάκι κι ἕνα σκοῦφο. Ἔμεινε ἀκούρευτος κι ὅταν τρίχωσε τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ φτιάχνει γένι. Ἔμαθε ὅλες τὶς δουλειὲς καὶ τὶς ἔκανε πρόθυμα. Ἄναβε τὴ φωτιά, ψευτομαγέρευε, ἔφερνε νερό, μάζευε καὶ τὸ βρόχινο.

Στὸ καλύβι τοῦ γέροντα δὲν κοιμόντουσαν τὴ νύχτα. Ὅταν σκοτεινίαζε, ὁ καθένας στὸ κελλὶ του ἔλεγε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. μετρώντας τοὺς κόμπους στὸ κομποσκοίνι. Ὁ γέροντας δίδαξε καὶ τὸ παιδὶ νὰ λέει τὴν εὐχή. Τέσσερις ὧρες ἀπὸ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, διάβαζαν τὰ γράμματα. Τελείωναν μὲ τὴν πρώτη αὐγή. Ὕστερα ἀναπαύονταν λίγες ὧρες. Τὴ μέρα πελέκαγαν μικροὺς ξύλινους σταυροὺς καὶ φρόντιζαν δυὸ μέτρα περιβολάκι μὲ κουκιὰ καὶ δυὸ μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια καὶ στὶς γιορτὲς κανένα ψάρι ἀπὸ τὴ θάλασσα.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν κι ὁ Πορφύρης δὲν ἔδειξε ποτὲ κόπο ἢ ἀντίρρηση. -Ἔλα ἐδῶ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. -Τρέξε ἐκεῖ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. Τὸ πρόσωπό του στέγνωσε καὶ σοβάρεψε, σὰ νὰ μὴν ἦταν πρόσωπο παιδιοῦ. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπομεναν μέσα του μακρινές, λίγο τὴ μάνα του θυμόταν, ἄλλη γυναίκα δὲν ἤξερε, αὐτὴν καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, καὶ συχνὰ κοιτάζοντας τὴν εἰκόνα τὶς μπέρδευε. Ἄνθρωπος κοσμικὸς δὲν ἔφτασε ποτὲ στὸ καλύβι, οὔτε ξυλοκόπος, μόνο τοὺς καλόγερους ἔβλεπε στὸ πέρα κονάκι, ὅταν πήγαινε τοὺς σταυροὺς κι ἔπαιρνε τρόφιμα.

Ἔτσι ἔγινε εἴκοσι χρονῶ ὁ Πορφύρης κι ὁ γέροντας εἶπε πὼς εἶναι καιρὸς νὰ πάρει τὴ δωρεὰ τοῦ μεγάλου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος. Τὸν κάνανε λοιπὸν μοναχό, μεγαλόσχημο. Τοῦ ἄλλαξαν τὸ ὄνομα, τὸν εἴπανε Νήφωνα. Ὁ Πορφύρης ἀπόμεινε μέσα στὶς ἀναμνήσεις μαζὶ μὲ τὴ μορφὴ τῆς μάνας καὶ τὸ κορμὶ τοῦ πατέρα τυλιγμένο στὴν κουβέρτα. Ἄλλο τίποτα δὲν ἄλλαξε στὴ ζωή του, μόνο ποὺ φόρεσε τὰ σημάδια τοῦ μεγαλόσχημου I(ησοῦς, Χ(ριστὸς) ΝΙ(κᾶ), στὴ μέση ἕνας σταυρὸς πάνω στὸ κρανίο τοῦ Ἀδάμ. Τ(οῦτο) Σ(ημεῖον) Φ(οβερὸν) Δ(αίμοσι). 


Στὴν ἄκρη τοῦ βράχου οἱ μέρες κι οἱ νύχτες κυλοῦσαν καθὼς τὸ βρόχινο νερό. Ὁ γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν τὸ βῆμα του κι ἡ φωνὴ ἀδυνάτισε. Τότε ἦταν ποὺ ἔφτασε στὸ καλύβι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο, ἕνας ἀρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, μὲ σιδερωμένο ράσο κι ἄσπρα μανικέτια. Τὸν κέρασαν σῦκα καὶ ρακί. Ἔμεινε μαζί τους καὶ στὴν ἀγρυπνία. Τὸ πρωὶ ξεμονάχιασε τὸ Νήφωνα, ρωτοῦσε τὰ χρόνια του καὶ τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. -Νὰ τὸν πάρω στὴν πόλη; εἶπε στὸ γέροντα. Θὰ πάει στὴ Σχολὴ νὰ βγεῖ κληρικός. - Ὅ,τι πεῖ μονάχος του, ἀπάντησε ὁ γέροντας. Κι ὁ Νήφωνας εἶπε ὄχι, χωρὶς κι ὁ ἴδιος νὰ ξέρη γιατί, μόνο ποὺ εἶπε "ὄχι".

Δὲν πέρασαν μέρες πολλὲς καὶ κάποια νύχτα ὁ γέροντας ἄφησε στὴ μέση τὴν ἀγρύπνια του. Ξάπλωσε στὰ στρωσίδια κι ὅταν ὁ ἥλιος ψήλωσε τὸ πρόσωπό του ἦταν λευκό, σὰν τὴ γενειάδα του. Δὲ σάλεψε. Ἦρθε ὁ παπὰς ἀπὸ τὴ σκήτη, τὸν δίπλωσαν στὸ ράσο, τὸν ἔρραψαν μέσα στὸ ράσο, καὶ τὸν ἀπόθεσαν στὴ ρίζα τῆς μυγδαλιᾶς, δίπλα στὸ περιβολάκι. Ὁ Νήφωνας μάζεψε ἀγριολούλουδα καὶ στόλισε τὸ σταυρό. Ἔφτιαξε κι ἕνα καντήλι γιὰ τὸν τάφο μὲ τὸ περισσευούμενο ποτήρι τοῦ γέροντα.

Ὁ καινούργιος γέροντας ἤτανε δύστροπος, εἶχε ρευματισμοὺς καὶ θύμωνε, τάβαζε μὲ τὸ Νήφωνα. Ὁ Νήφωνας δὲν ἦταν πιὰ παιδί, μὰ δὲ γύρισε ποτὲ λέξη στὸ γέροντα. Πέρασαν οἱ δυό τους δέκα χρόνια ζωῆς. Στὸ τέλος τῶν δέκα χρόνων ἦρθε ὁ δεύτερος ἐπισκέπτης στὸ καλύβι. Ἦταν ὁ ἀδερφὸς τοῦ Νήφωνα, εἶχε γίνει στὴν πόλη παπάς. Ὁ Νήφωνας τοῦ φίλησε τὸ χέρι κι ἐκεῖνος τὸν φίλησε στὸ μέτωπο. Ἦταν παντρεμένος, εἶχε καὶ τρία παιδιά. Τοῦ εἶπε γιὰ τὴ μάνα, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν πέντε χρόνια. Τοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὴν ἀδερφούλα, τὴ μικρὴ μικρή, τὴ Βάγγω, ποὺ εἶχε πεθάνει μὲ τὸ Δάγκειο. Ἡ Λενίτσα ἦταν παντρεμένη στὸ χωριό, ὁ ἄλλος ἀδελφὸς βγῆκε γιατρὸς καὶ ζοῦσε στὴν πόλη, ἔμεναν κι ἄλλοι δύο, oἱ πιὸ μικροί, ποὺ τελείωναν τώρα τὸ γυμνάσιο. Ὁ Νήφωνας χάραξε στὴ μέση ἕνα χαρτί. Ἔγραψε στὴ μιὰ τοὺς ζῶντες, στὴν ἄλλη τοὺς τεθνεῶτες. Ἔβαλε πρῶτο τὸν γέροντα, ὕστερα τὸν πατέρα, τὴ μάνα καὶ τὴ μικρὴ Εὐαγγελία. Μὰ καὶ οἱ ζῶντες ἦταν στὴ μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνὰ δὲ μποροῦσε νὰ τοὺς ξεχωρίσει μεσ' στὴ σκέψη του.

Ὕστερα κι ἀπ' αὐτὰ ὁ Νήφωνας πῆρε εὐχὴ ἀπὸ τὸ γέροντα νὰ φύγει γιὰ τὰ Καρούλια. Εἶχε πεθάνει ἕνας ρῶσος ἀσκητὴς κι ὁ Νήφωνας πῆρε τὸ κελλάκι του. Ἦταν χτισμένο καταμεσῆς στὸν κατακόρυφο βράχο, στὸ κοίλωμα μιᾶς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ ἔζησε τὰ ὑπόλοιπα χρόνια του ὁ Νήφωνας. Κατέβαινε τὸ βράχο κρατημένος ἀπὸ τὴν ἁλυσίδα, πατώντας σ' ἀσήμαντες προεξοχὲς τῆς πέτρας, πάνω ἀπ' τὴ θάλασσα. Τὸ κελλὶ εἶχε μιὰ πορτούλα στὸ πλάγι, μπροστὰ ἕνα παραθύρι, τὸ ἄνοιγες κι ἔχασκε ἀπὸ κάτω τὸ χάος τοῦ γκρεμοῦ. Τὸ χειμώνα ἡ θάλασσα βόγκαγε σὰν πληγωμένο θεριό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὰ χρόνια δὲ μετριοῦνται. Ὁ Νήφωνας ἦταν λευκός, κατάλευκος κι ὁλοένα περσότερο κυρτωμένος. Οἱ νύχτες κυλοῦσαν ἄγρυπνες κι οἱ μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγώτερους σταυρούς, ἔτρωγε λιγώτερο παξιμάδι καὶ τὰ κουκιὰ δὲν τάβραζε στὴ φωτιά, μόνο ποὺ τὰ μούσκευε γιὰ νὰ ξεφλουδίζουν. Μάζευε τὴ βροχὴ μὲ τὸ λούκι σ' ἕνα πιθάρι καὶ τὸ νερὸ εὐωδίαζε σὰν ἁγιασμός. Τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντα ἦταν ἤρεμο κι ἔνοιωθε χαρούμενος, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε νοιώσει στὴ ζωή. Τὴν Κυριακὴ σκαρφάλωνε στὸ βράχο, ν' ἀνέβει στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ, νὰ κοινωνήσει. Τὶς ἄλλες μέρες διάβαζε μόνος του τὰ γράμματα, ὅπως πάντα. Ἔλεγε καὶ τὴν εὐχή, ἀσταμάτητα. Τὰ καράβια περνοῦσαν ἀλάργα, μὰ δὲν ἤξερε νὰ φανταστεῖ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μόνο ποὺ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν, νάχουν ταξίδι καλό.

Εἶχε ἀκόμα κι ἐκεῖνο τὸ χαρτὶ μὲ τοὺς ζῶντες καὶ τοὺς τεθνεῶτες καρφωμένο κάτω ἀπὸ τὶς εἰκόνες του. Μόνο ποὺ τώρα δὲ μποροῦσε νὰ ξέρη πιὰ πόσοι ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους ζοῦν καὶ πόσοι ἔφυγαν. Γι' αὐτὸν ἤτανε ὅλοι ζωντανοὶ καὶ τοὺς μνημόνευε στοὺς ζῶντες. Ἀκόμα καὶ τὸν πατέρα του ποὺ τὸν εἶδε τυλιγμένο στὴν κουβέρτα, ἀκόμα καὶ τὸ γέροντα, ποὺ τὸν ἔθαψε μὲ τὰ χέρια του.

Ὁ Νήφωνας ἔφυγε τὴ Λαμπρή.

Εἶχε ἀνεβεῖ στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ. Ἔστησε τὴ λαμπάδα του ἀναμμένη στὸ στασίδι, προχώρησε στὸ ἅγιο Βῆμα καὶ κοινώνησε. Ὕστερα γύρισε στὸ στασίδι, σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔγειρε τὸ κεφάλι. Μερικοὶ εἶπαν πὼς τὸν εἶδαν νὰ χαμογελάει. 


Ἡ λαμπάδα ἔκαιγε δίπλα του. Οἱ μοναχοὶ τὸν σήκωσαν, τὸν ἔρραψαν στὸ ράσο του καὶ τὸν κατέβασαν στὰ Καρούλια. Λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ κελλί του, σ' ἕνα μικρὸ κοίλωμα τοῦ βράχου, ἔσκαψαν καὶ τὸν ἀπόθεσαν ν' ἀναπαυτεῖ. 


Τὸν ἔβαλαν ἔτσι, σὰ νὰ κοιτάζει τὸ πέλαγο. 

Στὸ βράχο εἶχαν φυτρώσει ἀγριολούλουδα. 

Βρῆκαν μέσ' στὸ κελλί του καὶ τὸ σταυρὸ ἕτοιμο. 

Τὸν εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος «Νήφων μοναχὸς» ἔγραφε. 

Εἶχε χαράξει μόνος του τ' ὄνομά του

στὰ δίπτυχα τῶν ζώντων. 

............................................................................
.............................................................................

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Αυτοί που πεθάνανε, πάει! πεθάνανε! Τι τα θέλουν τα κόλλυβα, τα πρόσφορα;


Φωτογραφία του Βασιλεύ Ουράνιε.

Αγαπημένο μου
αμαρτία εξομολογημένη, συγχωρείται, έτσι δεν είναι;

-Τα είπαμε! Συγχωρείται.
Τι θα μου ξεφουρνίσεις πάλι ψυχοσαββατιάτικα;

-Θα σου εξομολογηθώ με το χέρι στην κατσαρόλα, 
ότι πριν λίγα χρόνια, βαριόμουν μέχρι θανάτου
να βράσω λίγο σιτάρι για τις ψυχές των αποθανόντων, 
όπως συστήναν με γουρλωμένα μάτια
 οι ευλαβείς γραίες και οι φιλοπαραδοσιακοί παπάδες!
Όσο για το ζύμωμα πρόσφορου; 
Ούτε που μου πέρναγε από το νου! 

Ω ναι! θα το ξαναπώ: βαριόμουν μέχρι θανάτου!

Το ορθολογικό σκεπτικό μου ήταν πως αυτοί που πεθάνανε, πάει πεθάνανε,
πήγανε σε άλλη γη σε άλλα μέρη και  κανείς δεν τους βρίσκει και κανείς δεν τους ξέρει -παραφράζω  ένα παλιό λαϊκόν ασμάτιον- επομένως; επομένως  δεν σκοτίζονται πια για φαγητά κάθε είδους, άσε που ψιλοέτρεμα κρυφά,  μην κολλήσω και γω, κάποια, ας πούμε  ..θανατίλα αν ασχολιόμουν ενδελεχώς  με τέτοιες συνταγές ...νεκρώσιμες. 
Εντελώς απωθητική, μέχρι και  ....δρακουλιάρικη μου φαινόταν η σχετική φροντίδα...

- Χριστέ μου φύλαγε!

-Kατάλαβα.
-Δεν κατάλαβες ακόμη, αλλά θα καταλάβεις,
περίμενε  να φτιάξω ένα τσάι και σου ξανάρχομαι.

-Τι να κάνω; Θα περιμένω.
......................................................................................

-Εντάξει.  Έχουμε και λέμε : το σκηνικό ξετυλίχτηκε πριν καμιά δεκαπενταριά χρόνια και μου το αφηγήθηκε, την ίδια μέρα  που της  συνέβη, η συνάδελφος στο Γενικό Εσπερινό Λύκειο Πατρών, η Μαρία Σ.

Η Μαρία για να καταλάβεις είναι μια γλυκιά ψυχή (και σώμα γαλακτομπουρικέ επίσης) , κουλτουριάρα, αγαπησιάρα, φιλότιμη μέχρι το Θεό- τυχερά τα παιδιά που την είχαν δασκάλα, η κόρη της που την έχει μάνα και ο γαμπρός της που την έχει πεθερά- αλλά...με τα τυπικά της Ορθοδοξίας, πολλά νταραβέρια δεν επιθυμούσε να έχει. 

Σε  καλόψυχους και κουλτουριάρηδες ανθρώπους
αυτό συμβαίνει συχνά  και το  κατανοώ απολύτως.

Τώρα, δεν ξέρω πώς, παρόλα αυτά, μια  μέρα, έτσι στο ξαφνικό, της Μαρίας, της πρόεκυψε -σαν μια νοσταλγία ίσως απ' τα παλιά- η απόφαση να καθίσει και να ζυμώσει ένα πρόσφορο για τις ψυχές των αποθαμένων της ευρύτερης  οικογένειας. 

Ήταν κάτι που έβλεπε μικρή την μητέρα της να το κάνει και αποφάσισε και η ίδια, στην ώριμη πια ηλικία της,να μιμηθεί -έστω για μια φορά -την εν λόγω κίνηση, έτσι ρε παιδί, αν μη τι άλλο..."για το καλό" για το έθιμο!

Ανασκουμπώθηκε λοιπόν και ζύμωσε ένα πρόσφορο, μετά προσευχών "φανών και λαμπάδων", που λέει η κουβέντα  και Σάββατο απόγευμα, μαζί με ένα μπουκάλι νάμα, το έστειλε στον ενοριακό ναό της γειτονιάς της.  Έδωσε κι  ένα χαρτάκι πάνω στο οποίο είχε γράψει κάμποσα ονόματα απελθόντων εις τας αιωνίους μονάς, γονέων, θειάδων, ξαδελφών, παππούδων, γειτόνων, φίλων, όσων μπόρεσε να θυμηθεί, ώστε να τα διαβάσει ο ιερέας, την επόμενη το πρωί, στον όρθρο της Κυριακής, τότε που προσκομίζει...

Μέχρις εκεί  που  η Μαρία, έστειλε στο γειτονικό ενοριακό ναό το κοριτσάκι της, την Ελ. να πάει τυλιγμένο, σε φροντισμένη πετσέτα, το πρόσφορό της, όλα σεμνά και λογικά.

-Έτσι είναι μανδάμ! 
Σε καθαρή, λινή, φρεσκοσιδερωμένη  λευκή πετσέτα, 
πρέπει να το πας στο ναό το πρόσφορο, 
όχι τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο που το πήγε κάποια γνωστή μου, 
ονόματα δεν θα πω για να μην την  κάνουμε δα και  "ρόμπα"  στα διαδίκτυα!

-Μη με διακόπτεις, γριά κουτσομπόλα! Σκορπάει ο νούς μου...
-Λοιπόν; και γιατί το τόσο συνηθισμένο σκηνικό για μας τους Ορθόδοξους, 
είναι άξιο να γίνει ποστάκι, την σήμερον;

-Εξ αιτίας της συνέχειας της ιστορίας.
-Ποια είναι η συνέχεια;

-Η ακόλουθη: Όπως προείπα,  η  φίλη και εξαιρετική συνάδελφος, Μαρία, πολλά νταραβέρια με παπάδες και ενορίες, απέφευγε να έχει, ίσως ένεκα και κάποιου τραυματικού σκηνικού με  ιερέα που πήγε να την εξομολογήσει στην παιδική της ηλικία -ετών 12 παρακαλώ- και ο οποίος ιερέας,  την έκανε να φρίξει με τον αψυχολόγητο τρόπο του. έτσι που  να βγει σοκαρισμένη η Μαρία από το εξομολογητήριο , δεν θα επεκταθώ, αυτό είναι άλλης ανάρτησης,  και ίσως αρμοδιότητας της Διώξης, επεισόδιο.
......................................................................................................................................
Εδώ πάλι να ανοίξω μια παρένθεση ( υπομονή!) και να γράψω ότι η Μαρία ανάμεσα σε πολλές άλλες φίλες συμπαθούσε και  μια φίλη Βέτα με την οποία όμως εκείνον τον καιρό και για μήνες πριν,  δεν τηλεφωνιόντουσαν καν,  είχαν ψιλοχαθεί, ξέρεις πώς γίνονται αυτά, σε όλους μας συμβαίνει. 
Κάπου μπλέκει ο ένας, κάπου ξεχνιέται ο άλλος και κάνουμε χρόνια και ζαμάνια  να επικοινωνήσουμε με πρόσωπα για τα οποία μπορεί να νιώθουμε τα καλύτερα. 
Η Βέτα, τυγχάνει των θετικών επιστημών εκλεκτή δασκάλα, με δημιουργικές δραστηριότητες ποικίλες ασχολούμενη, ακτιβίστρια μπορεί να την αποκαλούσαμε σήμερα, ακολουθώντας  τις ορολογίες της μόδας.
.........................................................................................
Ξαναπάμε στη Μαρία. Αφού έστειλε στην εκκλησία τα σχετικά, νωρίς εκείνο το απόγευμα του  Σαββάτου, και πέρασε η μέρα με τις συνήθεις ασχολίες, 
έπεσε το βράδυ για ύπνο, κάμποσο κουρασμένη. 

Θα ήταν ώρα 7 το πρωί της Κυριακής, δηλαδή της επόμενης μέρας,
όταν ξαφνικά μέσα στην ησυχία χτύπησε  το τηλέφωνο!

-Ωρα 7 την Κυριακή το πρωί, συνήθως, με την τσίμπλα στο μάτι, καμία λογική φιλενάδα δεν σε καλεί για μπίρι μπίρι. Όλες κοιμούνται το νήδυμο, μπορεί και να ρέγχουν αγκαλιά με το μαξιλάρι τους,  ως ο Ιωνάς έρεγχε, ροχάλιζε δηλαδή,  υπό την κολοκύνθην αναπαυόμενος, κατά την προσφιλή μου εικόνα!

-Αυτό είπα και γω, σαλοτάτη μου. Αυτό σκέφτηκε η Μαρία και τρόμαξε. Όμως στην άλλη άκρη της γραμμής, ακούστηκε η καθησυχαστική φωνή της φίλης με την οποία είχαν εδώ και μήνες χαθεί.
.
-Μαρία μου καλημέρα! Η Βέτα είμαι! (Το Βέτα από το Ελισάβετ προκύπτει.)
-Καλημέρα Βέτα μου. Τι απροσδόκητη έκπληξη!
Έχουμε πολύν καιρό να μιλήσουμε, είπε  η Μαρία.

-Όλα καλά; 
-Όλα καλά, Μαράκι μου, όλα καλά...
απλά...είδα ένα όνειρο σινεμασκόπ τώρα το πρωί, 
από το όνειρο ξύπνησα  και ήταν τόσο έντονο
και πήρα να σου το πω.
"Έπαιζες" και  εσύ στο όνειρο! 
Συμπρωταγωνίστρια!

- Τι λες τώρα! Με σκεφτόσουνα και με είδες;
-Όχι. Δεν σε σκεφτόμουνα.
Όμως το όνειρο ολοζώντανο. 
Γι αυτό υπέκυψα στην παρόρμηση:
"Θα πάρω τη Μαρία, αυτή τη στιγμή, 
ας είναι πολύ πρωί της Κυριακής,
να της το περιγράψω και  να τα πούμε"
Γι αυτό και σε πήρα. Καλά δεν έκανα;

-Άριστα! Δεν το συζητώ. 
Και τί είδες, δηλαδή στο όνειρο;

-Να είδα ότι βρισκόσουνα κάπου, σε ένα ωραίο μέρος, και είχες ετοιμάσει  ένα πλούσιο τραπέζι με φαγητά για όλους τους αγαπημένους σου. Ένα τραπέζι τρικούβερτο! Ήταν μαζεμένοι  στο φαγοπότι κόσμος, συγγενείς σου όλοι και φίλοι και έτρωγαν και έπιναν καταχαρούμενοι! Τι όμορφο όνειρο! Γέμισα φωτεινά συναισθήματα...ξύπνησα και είπα να μην περιμένω να περάσει η ώρα...ήθελα να σε πάρω τηλέφωνο να σου το πω την ίδια στιγμή, συγνώμη αν σε ξάφνιασα πρωινιάτικα!

.......Η Μαρία, ακούγοντας τη φίλη Ελισάβετ, να περιγράφει το συμβολικότατον όναρ,  κατασυγκινήθηκε, έμεινε άναυδη...διότι η Ελισάβετ δεν  είχε ιδέα,  πως η Μαρία την προηγούμενη ημέρα,  απόγευμα του Σαββάτου, για πρώτη φορά στη ζωή της, έστειλε πρόσφορο στο ναό. Η Ελισάβετ δεν  είχε ιδέα, ότι την ώρα που είδε το όνειρο, κάποιος ιερέας στο ναό, διάβαζε τα ονόματα των αποθαμένων που είχε γράψει η Μαρία στο χαρτάκι με το οποίο το πρόσφορό της στην εκκλησία συνόδεψε!
..................
-Ήταν τυχαίο όλο αυτό το σκηνικό, μανδαμίτσα μου;
με ρώτησε έκπληκτη, στο τέλος της αφήγησής της,  η Μαρία.

-Ήταν μήνυμα κατευθείαν από το Χριστούλη, για σένα, προσωπικά, απάντησα. 
Όχι μόνο τυχαίο δεν ήταν το σκηνικό, 
αλλά και  πολύ συγκινητικό μου φάνηκε. 

Ακούγοντάς το, ένιωσε και η δικιά μου τεμπέλα ψυχή, ένα σκούντημα... ένιωσε ένα φιλότιμο...επειδή οι ψυχές, όσο παράλογο και αν σου φαίνεται, ναι, ναι,  "λαβαίνουν" πραγματικά και τα πρόσφορα και τα κόλλυβα και τις ελεημοσύνες και τις προσευχές που κάνει ο καθένας,  για τη δική τους ανάπαυση..

Οι ψυχές των βαπτισμένων Χριστιανών, ζουν εν Κυρίω, ακούν εν Κυρίω και αγάλλονται μέσα στη χαρά, της προσευχομένης αγάπης των προσφιλών τους.
.............................................................................................................

Πέρασαν ημέρες μέχρι να συνέλθει η αγαπημένη συνάδελφος 
απ' τη συγκίνηση εκείνου του αξέχαστου τηλεφωνήματος.

-Κατάλαβα. Για πε τώρα, εσύ κυρά μου, από την αφήγηση της Μαρίας και μετά,  τουλάχιστον ζύμωσες, προκομένο μου,  κάποιο πρόσφορο, να το πας στην εκκλησία; 

- Για να πω όλη τη μαύρη αλήθεια σμπρώχνοντας τον εαυτόν μου, σμπρώχνοντας ζύμωσα, ζύμωσα.... και κάτι κολλυβάκια  κάποιες μετρημένες φορές τα κακοέβρασα, αλλά όχι με ζήλο...όχι σε μόνιμη βάση, μετά από λίγο καιρό, η θαυμαστή ανάμνηση του σκηνικού της Μαρίας, μέσα μου κάπως ξεθώριασε, σιγά σιγά, τα ιερά και όσια καθήκοντα των προσφόρων και των κολλύβων, και των οφειλομένων φανουροπιτών.... 

(αχ. λατρεμένε Άγιε Φανούριε, έξι πίτες τουλάχιστον σου έχω τάξει για χαμένα που μου βρήκες, μακροθύμησον και σήμερα ακόμη ο χαμένος περιστέρος μου ο Ψυχοσάββατος 
δεν ξαναφάνηκε!),  

....τα ξέχασα- 

-Πάλι τον καύκον* της ματαιότητος  ήπια, πάλι τον νουν απώλεσα!

-Ίλεως ας γίνει ο Κύριος!

...............................................................
................................................................
*πάλιν τον καύκον έπιες πάλιν τον νουν απώλεσας» που σημαίνει πάλι ήπιες μια κούπα κρασί, πάλι έχασες τα  μυαλά σου" ο καύκος εδώ, ή καυκί,  είναι το κύπελο...
.......................................
καύκος είναι και ο αγαπητικός.
.............................................................................................
..............................................................................................



Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

"Με το γεράκι θα γίνω ταίρι και με τ' αγρίμια σταυραδερφός γιατί η καρδιά μου μονάχα ξέρει θεριό που είναι ο άνθρωπος..."

Διαφάνεια 15 από 21

Tην πρόσεξες  την είδηση, στο "Πρώτο Θέμα"
μπαρουτοκαπνισμένο μου;

Τους Έλληνες στρατιώτες στις Οινούσσες,
οι Τουρκαλάδες, τους λένε λέει... "καταληψίες"!!!

-Πολύ γέλασαααα! 

-Ακριβώς όσο γελάω κάθε φορά που ακούω
να αποκαλούν στο Άγιον Όρος,
τους πάνω από εκατό Αρχαίους Εσφιγμενίτες "καταληψίες", 
οι δυο  νεοΕσφιγμενιτομαϊμούδες,  
που έχουν την ...ευλογία του Πατριαρχούκου κ. Βαραθρολομαίου.

-Τελικά, τα  τερατώδη ψεύδη
σε αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο, τελειωμό δεν έχουν!

Ευανθία η Σαλογραία






Ανακοίνωση: Χάθηκε ο Ψυχοσάββατος, ο ευρών αμειφθήσεται!



Ανακοίνωση:

Προχτές το πρωί 22-2-2017  στην άνω πόλη της Πάτρας...

χάθηκε απ' το κλουβί του ο περιστέρος μου, ο Ψυχοσάββατος

Τον ονόμασα έτσι διότι έσκασε η μυτόγκα του, απ'το αβγό,
το μεγάλο  Ψυχοσάββατο, πέρσι, πριν την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Πρόκειται για ένα ολόλευκο μεγαλόσωμο περιστέρι αρσενικό, ενήλικο,
στα πρόθυρα της ρομαντικής σχέσης
με μια κάτασπρη τσαχπίνα  περιστέρα που τη λένε Ακυλίνα. 

Ο Ψυχοσάββατος, έχει στο λαιμό του μπροστά, ένα ανασηκωμένο λευκό πούπουλο σαν παπιγιόν.
Η φωνή του, όταν γλουγλουκίζει, φλερτάροντας την -προς το παρόν, δήθεν, αδιάφορη- Ακυλίνα, ακούγεται μπάσα, με μια υφή βελούδινη, μελωδική σχεδόν,  που δεν την διαθέτει το πάσα ένα περιστέρι. Σε αυτό κυρίως το σημείο νομίζω ότι εστιάζεται η ιδιαίτερη χάρη του.

Δυστυχώς, ο Ψυχοσάββατος δεν είχε λάβει επαρκή  μαθήματα πτήσης και φοβόταν-ο μπούφος- το πέταγμα.! Δεν ήξερε το καημένο μου -ίσως γιατί ήταν εξαιρετικά μεγαλόσωμο- πώς να κοντρολάρει τα φτερά του και όταν τον έσπρωχνες για να  πετάξει  από ψηλά, σχεδόν έκανε μια απότομη προσγείωση στο δάπεδο και κουτρουβαλιαζότανε- το μπουνταλοπεριστεράκι μου- νιώθοντας  ένα μάλλον ελαφρό, (επιθυμώ να υποθέτω), ψυχολογικό ξάφνιασμα, μετά  το οποίο, το παρηγορούσα, ταίζοντάς το, καθαρισμένους ηλιόσπορους που τους λάτρευε.

("Σκοτώνονται" όλα τα περιστέρια για καθαρισμένους  ηλιόσπορους, το γνωρίζεις.)

Αγνοώ  τις  συνθήκες υπό τις οποίες χάθηκε ο αγαπημένος μου Ψυχοσάββατος.

Έχω τάξει την έβδομη φανουρόπιτα (περιμένουν άλλες  έξι στη λίστα αναμονής) στον  Άγιο Φανούριο, κι ...αν δεν το άρπαξε το βράδυ κάποιο νυκτόβιο πτηνό, αν δεν το έπνιξε κεραμιδόγατος, σε περίπτωση που από το μπαλκόνι προσεδαφίστηκε άτσαλα στο χώμα
και αν-"τύχη αγαθή"- προσγειώθηκε αδέξια ξαφνιασμένο  σε κάποια άλλη βεράντα, παρακαλώ με δάκρυα στα μάτια (που λέει ο λόγος ), τον ευρόντα να με ενημερώσει.

Εννοείται ότι τον καλό άνθρωπο που θα μου το φέρει πίσω ζωντανό, θα τον ανταμείψω, (με χαρά και ευγνωμοσύνη), ένα ταψί γαλακτομπούρεκα με άρωμα λεμόνι, από το ζαχαροπλαστείο του Πλέγα στη Γούναρη. Εάν ο ευρών, προτιμάει, αντί για γαλακτομπούρικα,  πάστες σοκολάτας απ' Λοτσάρη, κανένα πρόβλημα!

Ευγνωμονούσα εκ των προτέρων...

Ευανθία η Σαλογραία

( Ας το σημειώσω κι αυτό, για σένα, ευγενικέ διαβάτη,
 που πρωτομπαίνεις στο εδώ σαλοκαφωδείον: 
αν πατήσεις επάνω στην υπογραφή, θα διαβάσεις την ανάρτηση με τίτλο: 
"Η μόνη ασφαλής πίεση επάνω στην ψυχή είναι εκείνη που...")

................................................................................
..................................................................................



.......................................................................................................
.......................................................................................................



Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2017

Ο σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος (1926- 22 Φεβ. 2017). Το «1922» στην ελληνική ιστορία και η απαγόρευση του κινηματογραφικού έργου του-(Ταινία)



Η Ελλάδα- κράτος λογοκρισίας και το «1922»,Θ. Μαλκίδης
Διαβάζοντας το «1984» του Τζορτζ Όργουελ μπορεί ένας πολίτης και ειδικότερα ένας Έλληνας πολίτης να κατανοήσει πως λειτουργεί ένα κράτος, το οποίο πέραν των άλλων, θέλει να ελέγξει ακόμη και την ιστορία.

Το 1922 και ότι αυτό συνεπάγεται για τη Γενοκτονία, τη καταστροφή της Σμύρνης, την προσφυγιά, αποτελεί μία σημαντική τομή στην νεώτερη ελληνική ιστορία. Είναι ίσως χειρότερη από την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως έχει γραφεί, αφού κόπηκε η οικουμενική διάσταση του Ελληνισμού με την απώλεια ανθρώπων και τόπων της Ιωνίας, του Πόντου, της Καππαδοκίας, της Θράκης.

Η στάση του ελλαδικού κράτους έναντι αυτής της απώλειας αγγίζει το κράτος του Όργουελ, αφούκάθε αναφορά, κάθε δραστηριότητα, κάθε βιβλίο, κάθε κινηματογραφική ταινία απαγορεύτηκε, λογοκρίθηκε, αποσιωπήθηκε, ενώ ακόμη και προσφυγικοί σύλλογοι έκλεισαν ως επικίνδυνοι για το καθεστώς.

Η σύναψη συμφώνου φιλίας με την Τουρκία,
η πρόταση για Νόμπελ Ειρήνης στον δάσκαλο του Χίτλερ Μουσταφά Κεμάλ, η απόδοση της δήθεν οικίας του Κεμάλ στο τουρκικό δημόσιο, η τιμή στο μαυσωλείο του εμπρηστή της Σμύρνης Κεμάλ από πρωθυπουργούς και υπουργούς της Ελλάδας, η απαγόρευση ερευνών για τη Γενοκτονία (περίπτωση Πολυχρόνη Ενεπεκίδη), η απαγόρευση βιβλίων (περιπτώσεις Τατιάνας Γκρίτση -Μιλλέξ, Αλέξανδρου Διομήδη), η υπονόμευση της αναγνώρισης της Γενοκτονίας, είναι μερικές από τις συνιστώσες της στάσης απαγόρευσης της μνήμης της καθ΄ημάς Ανατολής και της ολοκληρωτικής λογοκρισίας που επέβαλλε το ελλαδικό κράτος.
Μία κορυφαία στιγμή της πολιτικής αυτής επιλογής που προσπάθησε να εξαφανίσει τη μνήμη και την ιστορία αποτελεί και το κινηματογραφικό έργο «1922» του Νίκου Κούνδουρου.




Ο θάνατος του Έλληνα δημιουργού έφερε ξανά στο προσκήνιο τη διαδρομή που ακολούθησε το κινηματογραφικό του έργο, το οποίο βασισμένο στο έργο του Ηλία Βενέζη «Νούμερο 31328»- το «Άουσβιτς εν ροή» όπως αποκάλεσε ο Ενεπεκίδης τα τάγματα εργασίας- κατέγραψε τη Γενοκτονία, τις διώξεις, την καταστροφή, το προσφυγικό.
Ο Νίκος Κούνδουρος θυμάται την πορεία της κινηματογραφικής του ταινίας λέγοντας τα εξής:


«1922. Μια ιστορία μνήμης. Ήταν η ώρα που το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου σε μία ευλογημένη στιγμή της ύπαρξης του, λειτούργησε δημιουργικά και έξυπνα. Μας κάλεσε ο τότε πρόεδρος του, τονΚακογιάννη, τον Δημόπουλο και την αφεντιά μου και μας είπε «κάνετε ότι θέλετε». Και αυτό το «κάνετε ότι θέλετε» ξύπνησε μέσα μου ευφορία. Ήθελα να καταθέσω ένα ειλητάρι στην μνήμη της Μικρασιατικής οδύνης, όπως εγώ την έζησα μέσα από μια κοπελιά που είχε μαζέψει η μάνα μου από τις Χαμένες Πατρίδες. Δανείσθηκα το βιβλίο του Βενέζη, το «Νούμερο 31328» και έφτιαξα το δικό μου νούμερο, το «1922».

Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ), αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ο δρόμος προς τις κινηματογραφικές αίθουσες θα ήταν χωρίς εμπόδια.

Επί Κωνσταντίνου Καραμανλή απαγορεύτηκε η προβολή της ταινίας επειδή το Υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκίας διαμαρτυρήθηκε αναφέροντας ότι τέτοιες ταινίες δυναμιτίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Κούνδουρος όμως πήρε αντίγραφο του έργου, το οποίο προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1978, λαμβάνοντας τα βραβεία καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, φωτογραφίας (Νίκος Κακαβουδάκης) Α' Ανδρικού (Βασίλης Λάγγος) και Α' Γυναικείου ρόλου (Ελεωνόρα Σταθοπούλου).




Η ταινία είχε την ίδια τύχη και με τις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου, αφού το 1982, όπως γράφει ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Πισσαλίδης, το έργο επρόκειτο να προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βουδαπέστης. Όμως λίγο πριν την προβολή επενέβη το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας, το οποίο με εντολή από την Αθήνα κατάσχεσε την ταινία, η οποία τελικώς αποδόθηκε στο δημιουργό της μόνο μετά από την παρέμβαση του τότε Υφυπουργού ΕξωτερικώνΓιάννη Καψή.

Δεν μας εκπλήσσει η παραπάνω πράξη του ελλαδικού κράτους τόσο για την ταινία, όσο και για ανάλογα ζητήματα, εάν θυμηθούμε μόνο την στάση του όταν επρόκειτο να ψηφιστεί το νομοσχέδιο για τη Γενοκτονία.


Για έσχατο αλλά όχι τελευταίο οφείλω να αναφέρω μία προσωπική εμπειρία για την ταινία του αείμνηστου Νίκου Κούνδουρου: Αυτή δεν την είδα ποτέ στην ιδιαίτερη μου πατρίδα τη Θράκη αφού για τους παραπάνω προφανείς και ευνόητους λόγους απαγορεύτηκε και εκεί η προβολή της ...


Δείτε την ταινία του ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ .





πηγή: 

http://peritexnisologos.blogspot.gr/2017/02/1926-22-2017-1922.html



Πώς ο συχωρεμένος Νίκος Κούνδουρος, σιχάθηκε εκτός των άλλων και τον κομμουνισμό...

Τι είναι κόμμα κατά τον Ροίδη;

Αποτέλεσμα εικόνας για Κόμμα

(η φωτό από το paratolmosblog. blogspot.com)

Κόμμα, "Ομάς ανθρώπων ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφιούν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν εις την έδραν του πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι".

Εμμ. Ροίδης

Οι λύκοι μεταμορφώνουν το περιβάλλον

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ν. Νικολόπουλος: «Ιερά Εξέταση» η καταδίκη του ηγούμενου της Εσφιγμένου


Αποτέλεσμα εικόνας για Νίκος Νικολόπουλος φωτο
«Βολές» σε βάρος της ελληνικής δικαιοσύνης εξαπολύει ο ανεξάρτητος βουλευτής, Νίκος Νικολόπουλος με αφορμή την επιβολή εικοσαετούς ποινής κάθειρξης στον ηγούμενο της παλιάς αδελφότητας της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου του Αγίου Όρους, για συμμετοχή στα επεισόδια που σημειώθηκαν στο κονάκι της μονής.
Σε ερώτησή του προς τους υπουργούς Δικαιοσύνης, Σταύρο Κοντονή και Εξωτερικών, Νίκος Κοτζιά, ο κ. Νικολόπουλος τονίζει πως η απόφαση του μικτού ορκωτού δικαστηρίου Θεσσαλονίκης «προκάλεσε και προκαλεί το περί δικαίου αίσθημα εντός και εκτός Ελλάδος», παραλληλίζοντας την μάλιστα με «ιερά εξέταση των παπικών που ήθελε την φυσική εξόντωση και όχι τον σωφρονισμό».
Ο ανεξάρτητος βουλευτής καλεί τον υπουργό Δικαιοσύνης να ζητήσει από τις δικαστικές αρχές «τον επανέλεγχο όλων των σχετικών υποθέσεων για ρίψη μολότοφ», παραθέτοντας μάλιστα τρεις πρόσφατες περιπτώσεις, στις οποίες οι συλληφθέντες αφέθηκαν ελεύθεροι. «Πώς γίνεται στη χώρα μας με τους ίδιους νόμους για το ίδιο αδίκημα άλλοι να αθωώνονται, άλλοι να μην δικάζονται και άλλοι να φυλακίζονται;», καταλήγει ο κ. Νικολόπουλος.

....................................................................................................
....................................................................................................