Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

"Για τα παιδιά που χάθηκαν στο στοιχειωμένο δάσος"-και μια επανάληψη για την παμπόνηρη μόδα των κουρελιώνε...






(Επανάληψη)

Λατρεμένο μου

Τα θέματα μόδας, ομολογώ ότι ποτέ δεν με συγκίνησαν επαρκώς.
Δεν με ενδιέφεραν. 
Αυτή η φράση: «είναι της μόδας» που άκουγα παιδιόθεν  σχετικά με το ντύσιμο ηχούσε στο μισόκουφο αυτάκι μου από  ενοχλητικήέως και σούπερ αδιάφορη. 

Ίσως διότι  κι  η μανούλα η μακαρίτισσα, δεν ασχολείτο με τη μόδα επίσης.

Κάποτε,  στο σχολείο, ως κοριτσάκι και γω (το ξέρω! αδυνατείς να με φανταστείς!)
δοκίμασα να φορέσω την  έξαλλη  κοντή ( μια παλάμη πάνω απ’ το γόνατο) φούστααα!

 Ετόλμησα!
...........................................................................................................................
-Α τι ωραία βατραχοπόδαρα, Ευάκι μου!
-Βρε άει χάσου παλιο- μόρτη, που θα με πειράξεις εμέναα!
Θα το πω στον Γυμνασιάρχη να σου ξηγηθεί  «πεντάρα», να μάθεις να φέρεσαι!

(ουδόλως διημείφθη τέτοιος διάλογος στην πραγματικότητα, φίλε αναγνώστη.
Τον παρέθεσα έτσι ,  απλώς για ποικιλία...στην αφήγηση.)
..........................................................

Λίγο παραπάνω απ’ το γόνατο ήταν το μήκος της . 
Χάλαγε τότε  κόσμο,  η τρέλα του μίνι, τα έχεις ακούσει. 
Φόρεσα το κοντό ρουχάκι, σαν ανεγκέφαλο κοριτσάκι, μια δυο μέρες.
(Τράβηξε  και φωτό ο καλλιτέχνης πατέρας μου. Άμα τη βρω θα σ’τη δείξω).
Με κείνο το ντύσιμο, σαν, ξελιγωμένο από πείνα, γυμνοπόδαρο κοτόπουλο,  μου φάνηκα στον καθρέφτη! Α πα πα!  Χάλια αδιόρθωτα!
Σαν κάτι να μου έλειπε! Δεν το ανέχτηκα!  Ξεντύθηκα λοιπόν , νευρικά την καταχώνιασα την κοντή φούστα   σ’ ένα ντουλάπι  και δια παντός αποφάσισα: «μόδα ξεμόδα  εγώ «ρόμπα»- φορώντας γελοία  μίνι φούστα- δε γίνομαι!»

Την ίδια περίοδο, ανεβάσαμε  πατριωτικό  θεατρικό στο Γυμνάσιο-Λύκειο Κυπαρισσίας Μεσσηνίας, όπου φοιτούσα.
Ο στιβαρός γόης   φιλόλογός μας,  που σκηνοθέτησε  το θεατρικό για την εορτή, της 25ης Μαρτίου 1821, μου ανέθεσε  το ρόλο της Ζαφειράκαινας, της γυναίκας του οπλαρχηγού Ζαφειράκη  στη Μακεδονία. 

Για τις ανάγκες το ρόλου, λοιπόν, ντύθηκα με μάξι καφετί φουστάνι.
Κάποιος πάλι τράβηξε μια φωτό προς ανάμνησιν- τότε σέλφι-ευτυχώς- δεν είχαμε. 

Με είδα στη φωτό  με τη "φ’στάνα"   που θα λεγε και ο Παπαδιαμάντης, με είδα  με το μακρύ
το ρούχο,   ενθουσιάστηκα!

Καλέ συ, μη γελάς, αλλά...κούκλα  σαν τη Μπουμπουλίνα, με φαντάστηκα!

-Καλό το θεωρείς, βρε μανδάμ, που ήσουν φτυστή  με το θεριό, τη  Μπουμπουλίνα, στα νιάτα της; έλεοςςς!

-Πάψε κακέ και ζηλιάρη!

Αμέσως να μου «την  πεις!», στάζεις φαρμάκι, σε ό,τι και αν πω ή κάνω εδώ μέσα,  επειδή αδιαφορώ για τα μούτρα σου.
Όσα δε φτάνει η αλ'πού, τα κάνει κρεμαστάρια!

Τι λέγαμε  λοιπόν;  λέγαμε ότι..
έκτοτε, τα μάξι, κατέληξαν ως  η πρώτη και δια βίου λατρεμένη μου ενδυματολογική επιλογή –μόδα ξε-μόδα,  μέχρι τώρα-Χάριτι θεία- την αρχαιοπρεπή  επιλογή, την ετήρησα! 
................................................
Αυτά σχετικά με τα μήκη των φορεμάτων και δεν θα επεκταθώ περισσότερο.

Μόνο δυο σκέψεις ακόμη θα συμπληρώσω, προκειμένου να πω ότι τα φίδια με ζώσανε τα σχετικά με την επερχόμενη οικονομική καταβαράθρωση της Ελλάδος από τις αρχές του 2000όταν παρατήρησα στα εμπορικά καταστήματα, τη λανσαριζόμενη, παμπόνηρη μόδα των τρύπιων τζην.  

Τότε έφριξα, η γραία.
Και αμέσως, ναι αμέσως (δεν κάνει να σου ορκιστώ, αν θες, με πιστεύεις) χωρίς να είμαι ούτε οικονομολόγος, ούτε προφήτης, κατάλαβα το στραπάτσο που μας ετοίμαζαν οι ολιγάρχες.

Ναι, ναι, δεν παριστάνω την ξύπνια, αλλά μάρτυράς μου ο σύνευνος , του το λεγα:

-Πετράκο, οι κερατάδες, μας πουλάνε πανάκριβα τα σκισμένα τζην, τάχα και καλά  ότι είναι της μόδας, ώστε όταν θα μας φτωχύνουν απίστευτα και τα τζην θα ανοίγουν πια από μόνα τους τεράστιες τρυπάρες, και δεν θα μας βρίσκεται "σάλιο" για να αγοράσουμε ρούχο καινούργιο, να φοράμε τα τρύπια μας και να χαιρόμαστε, τα χαϊβάνια, ότι είμαστε ακόμη τάχα αεράτοι και μοδέρνοι!

-Ευανθούλα  μου, έχεις μεγάλη φαντασία! απαντούσε αμήχανα ο Πέτρος, που αδιαφορεί πλήρως  για ζητήματα μόδας, εδώ που τα λέμε...και άριστα πράττει.

Δυστυχώς, λίγα χρόνια μετά τα γεγονότα με δικαίωσαν!

Και τώρα παρατηρώ τις κοπελιές, να κυκλοφορούν  με όλο και μεγαλύτερα σκισίματα
στα τζην τους,τα καημένα.

Και είναι φανερό πια ότι δεν πρόκειται για  το σκίσιμο το ελεγχόμενο του μόδιστρου, που αρχικά, τους τα μοσχοπούλησε, αλλά πρόκειται για το σκίσιμο το ανεξέλεγκτο,  τής όλο και κραταιούμενης οικονομικής, άνωθεν επιβαλλόμενης,  ένδειας.

Και λυπούμαι. Λυπούμαι διότι...δεν υπάρχει κανείς να σώσει τα νεαρά πλάσματα
που πηγαίνουν χαχανίζοντας  δυο-  δυο, στα ραντεβουδάκια τους. 

Δεν υπάρχει κανείς να τα σώσει από την παμπόνηρη μόδα των κουρελιώνε...

Ευανθία η Σαλογραία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου