Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Η κατάρα της Μάλμπορο- γούμαν (επανάληψη)



To παρακάτω κειμενάκι το έγραψε ο Marios Koutsoukos 
όταν ήταν φοιτητής στη Γαλλική Φιλολογία της Αθήνας, 
πριν από μια δεκαετία περίπου.

Ευανθία η Σαλογραία  




Γράφει ο Μάριος Κουτσούκος

Η κατάρα της Μάλμπορο -γούμαν

Είναι η ενσάρκωση της θηλυκότητας. 
Έχει χίλια πρόσωπα, το ένα πιο φροντισμένο από το άλλο. 
Προσέχει το εαυτό της με θρησκευτική ευλάβεια. 
Τα ρούχα της, τα αξεσουάρ της, η επιμελημένη της κόμμωση, το μανικιούρ της, το πεντικιούρ της, ο αέρας της όταν περπατάει σείοντας του γοφούς της, τα σλιμ τσιγάρα της, όλα επάνω της κραυγάζουν «κάλλος» σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων τριγύρω της. 
Είναι το πρότυπο της Απόλυτης Γυναίκας, το γαμώ-και-δέρνω θηλυκό.
 Όλες θέλουν να της μοιάσουν.
 Άλλες τα καταφέρνουν περισσότερο, άλλες λιγότερο. 
Όλες όμως ανεξαιρέτως βασανίζονται από το ίδιο ερώτημα: «πού χάθηκαν όλοι οι άντρες;». 

Είναι η Μάλμπορο-γούμαν. 
Μια φορά κι έναν καιρό είχαμε τον Μάλμπορο-μαν - τον άντρακλα τον πολλά βαρύ, τον καϋμπόη, τον μάγκα, ο οποίος τραβούσε σαν μαγνήτης όλα τα κορίτσια στα στιβαρά του μπράτσα. 
Μετά όμως ο Μάλμπορο-μαν έχασε την μάχη με τον καρκίνο και αντί έστω να τον διαδεχτεί το Μάλμπορο-μποϋ, εμφανίστηκε η παντοδύναμη Μάλμπορο-γούμαν και σφετερίστηκε τον θρόνο της σχεσιακής κυριαρχίας.

Σιγά-σιγά, οι άντρες πήραν να εξαφανίζονται.

Τους πάτησε έναν-έναν ο οδοστρωτήρας των θελγήτρων της Μάλμπορο-γούμαν.

 Η εξαφάνισή τους ήταν προδιαγεγραμμένη και αναπόφευκτη εδώ που τα λέμε. 

Υπό μια έννοια, οι ίδιοι έριξαν την συμφορά αυτή στα κούφια τα κεφάλια τους... 

Απαυδισμένοι, βουτηγμένοι στην ανία των κλασσικών γυναικείων στερεοτύπων, τυφλωμένοι από  εφηβικές φαντασιώσεις, οι άντρες έσπευσαν να δημιουργήσουν ένα τέρας - την δυναμική γυναίκα, την ανεξάρτητη γυναίκα, την θανατερά σαγηνευτική γυναίκα, την αμείλικτα πανέμορφη γυναίκα, η οποία μάλιστα έχει πλήρη επίγνωση του υπερχειλίζοντος κάλλους της και της εξαργυρωσιμότητάς του. 

Δημιούργησαν την Μάλμπορο-γούμαν, μια ζώσα ονείρωξη σε πόδια, νομίζοντας οι νήπιοι ότι έτσι θα ήταν επιτέλους χαρούμενοι και δέκα φορές πιο άντρες απʼ ότι πριν. 

Και η ονείρωξη τους καβάλησε. 

Τους ευνούχισε. 

Και από πάνω τους ζήτησε και τα ρέστα: «πού χάθηκαν όλοι οι άντρες;» απαίτησε να μάθει με φωνή χιλίων πριγκιπισσών. 

Εκείνοι δαγκώθηκαν, δεν ήξεραν τί να απαντήσουν. 

Χαμήλωσαν το βλέμμα και ατίμασαν το καρύδι στον λαιμό τους. 

Και ο Μάλμπορο-μαν δεν ήταν πλέον κοντά τους για να οπλίσει το χέρι τους με εκείνη την δίκαιη σφαλιάρα, η οποία άπαξ και αστράψει, όλες ερωτεύονται παράφορα. 

Οι δρόμοι της πόλης απλώνονταν ρημαγμένοι από την λαίλαπα της Μάλμπορο-γούμαν, έρημοι κι όμως πολυσύχναστοι.

 Πανέμορφες, αέρινες υπάρξεις κατακλύζουν τους πεζοδρόμους, τα καφέ και τις παραλίες.
 Κολασμένα τακούνια αντηχούν στα λιθόστρωτα.

 Και οι άντρες πουθενά.

 Μονάχα κάτι ψοφοδεή ανδρείκελα, κάτι κακόμοιρα παιδάκια, κάτι κουραμπιέδες με ριγέ μπλούζες, βερμούδες και παντοφλίτσες που σέρνονται θλιβερά πίσω από το κυρίαρχο θηλυκό. 

Του προσφέρουν τα πορτοφόλια τους, τις καρδιές τους, την ψυχή τους. 

Του δίνουν αξία με κάθε πιθανό τρόπο.

 Ξεπουλάνε την αξιοπρέπειά τους όσο-όσο για να κερδίσουν την εφήμερη προσοχή του. 

Και η Μάλμπορο-γούμαν, ως γενναιόδωρη δυνάστης, χαριεντίζεται μαζί τους. 

Ενίοτε τους βάζει και στο πολυθρύλητο κρεβάτι της - επιτρέπει μια μικρή γεύση παραδείσου στους προσκυνημένους και τους πουλημένους, σε όλους αυτούς που αρνήθηκαν τον Μάλμπορο-μαν πριν αλέκτωρ λαλήσει. 

Συνήθως είναι οι μπακούχοι (οι έχοντες μπάκαν δηλαδή) αυτοί που τα καταφέρνουν καλύτερα από τους υπόλοιπους φουκαράδες: οι μπακούχοι ώριμοι τύποι (γνωστοί και ως εσχατόγεροι στην καθʼ ημάς νεολαία), με τα ακριβά τους σπορ αυτοκίνητα και τα γυαλιστερά τους ρολόγια, οι οποίοι προσκομίζοντας τέτοια και άλλα παρεμφερή τεκμήρια οικονομικής ευρωστίας, μπορούν να σαγηνέψουν την Μάλμπορο-γούμαν, έστω και για λίγο, μέχρι να βρει κάπου αλλού ένα περισσότερα υποσχόμενο θύμα. 

Η Μάλμπορο-γούμαν το θεωρεί δεδομένο ότι τα ανδρείκελα θα την υπηρετούν και τα ανδρείκελα αποδέχονται περιχαρώς αυτή την βλασφημία. 

Η Μάλμπορο-γούμαν είναι ένα τέρας, ένα αρπακτικό Άλιεν. 

Μερικοί εικάζουν πως είναι ο προπομπός του Αντιχρίστου. 

Και αυτό που την καθιστά εξαιρετικά τρομακτική δεν είναι το ότι είναι ένα αφύσικο και εκτρωματικό δημιούργημα αλλά το ότι έχει βασιστεί σε όλες τις θεμελιώδεις γυναικείες αρχές και τις έχει διαστρέψει φρικιαστικά σε κάτι παραμορφωμένο. 

Γιατί, όντως, τί πιο όμορφο από μια γυναίκα που τραβάει τα βλέμματα και βγάζει μάτια με την καλοακονισμένη της θηλυκότητα; 

Τί πιο συναρπαστικό από ένα κορίτσι με ενδιαφέροντα, χαρακτήρα και άποψη;

 Τι πιο εκτρωματικό όμως όταν όλα αυτά στρατεύονται στις άψυχες και ζοφερές λεγεώνες της Μάλμπορο-γούμαν; 

Τι πιο επικίνδυνο για τον απροετοίμαστο και άκαπνο άντρα από ένα θηλυκό αρπακτικό όρνιο το οποίο χρησιμοποιεί αγαθές προφάσεις για να επιτύχει ανίερους και τυραννικούς σκοπούς;

Η Μάλμπορο-γούμαν έχει πολλά ποδάρια και όλα πατάνε γερά στην προπαγάνδα των μέσων μαζικής αποβλάκωσης: θα την δείτε σε τηλεοπτικές σειρές να δίνει ρεσιτάλ. 

Είναι η Ράνια των "Singles". Είναι η σεναριογράφος και σκηνοθέτης του "Sex and the city". Θα την δείτε στην οθόνη του σινεμά, στα εξώφυλλα δίσκων και πάνω στο θεατρικό σανίδι να υποδύεται την ψαγμένη καλλιτέχνιδα, την δημιουργική γυναίκα, η οποία είναι υπεράνω οικοκυρικών. 

Είναι μια περήφανη χωρισμένη μητέρα.

Τα παιδιά της δεν χρειάζονται πατέρα. 

Όταν η Ελληνική κοινωνία αρχίσει να τα ψιλοσηκώνει αυτά, θα πάρει και προαγωγή - θα προτιμά να αυτοαποκαλείται ανύπαντρη μητέρα. 

Έτσι θα φαίνεται πιο δυναμική, ανεξάρτητη και αυτονομημένη από τον τύραννο άντρα, θα έχει την ικανοποίηση του να είναι ταυτόχρονα μητέρα και πατέρας για τα δύσμοιρα τα παιδάκια της και διόλου θα την απασχολεί εάν μεγαλώσει μελλοντικούς ψυχοπαθείς, πρεζάκηδες και συλλέκτες ανθρώπινων δαχτύλων σε βαζάκια με φορμόλη. 

Η Μάλμπορο-γούμαν είναι πολύ "μπίζι" άτομο για ν' ασχοληθεί με τέτοιες ασήμαντες σαχλαμάρες: εξασκείται ολημερίς στο πέταγμα του λάσου της, έτσι ώστε να μπορεί να αρπάζει με δεξιοτεχνία τους ανόστεους βλάκες-υπηρέτες της, τις «επαγγελματικές ευκαιρίες» και οποιαδήποτε μπαρούφα εν γένει, η οποία θα την κάνει να νιώσει άξια για να κάψει επιτέλους τον μεταφορικό της στηθόδεσμο.

Βγείτε μια βόλτα στα μαγαζιά και θα δείτε την κατάρα της Μάλμπορο-γούμαν να απλώνεται σαν πυκνοϋφασμένος ιστός ταραντούλας στις βιτρίνες των μαγαζιών: η γυναικεία μόδα εξοπλίζει τις ιερόδουλες της Μάλμπορο-γούμαν με ρούχα αέρινα, κομψά, στολές φαντασιώσεων με σταυρωτά τα φυσεκλίκια της υπερσεξουαλικότητας, πασάρει μαγικά φίλτρα που μεταμορφώνουν τις μετριότητες σε θεές. 
Η ανδρική μόδα αντίθετα, ολοένα και τείνει να μασκαρεύει τους άντρες σε φλώρους, λαπάδες και αχαμνά παιδαρέλια (αν όχι κίναιδους). 
Και όταν το μπαλ-μασκέ κρατάει για πολύ, ύστερα δεν φοράς εσύ πια το κοστούμι - το κοστούμι φοράει εσένα.
 Όταν οι γυναίκες επιτίθενται με το δόρυ της καλοακονισμένης γοητείας της εμφάνισής τους, οι άντρες δεν έχουν να προτάξουν παρά τα εμπριμέ μπλουζάκια τους, την χαλβαδιάρικη περιβολή τους και ένα εφηβικό στυλάκι έτοιμο να συρθεί πίσω από το άρμα του θριάμβου του ανυπέρβλητου αιδοίου... 
Η ρητορική του ενδύματος είναι ένα από τα πολλά βρώμικα κόλπα που έχει επιστρατεύσει η Μάλμπορο-γούμαν στον ανηλεή της πόλεμο εναντίον των τελευταίων αληθινών ανδρών. 

Εντούτοις, η Μάλμπορο-γούμαν κάτω από τα λέπια της, παραμένει γυναίκα.

Γι' αυτό και αναρωτιέται κάθε τόσο, τις άγρυπνες νύχτες δίπλα από τον άνευρο λουκουμά-σπόνσορά της, «πού χάθηκαν όλοι οι άντρες;».

 Κάτι μέσα της αποζητά την υποταγή στο κυρίαρχο αρσενικό. 

Λαχταρά έναν άντρα να την βάλει στη θέση της. 

Αποζητά έναν βασιλιά για να κάτσει δίπλα της, γιατί η μοναξιά της στον θρόνο είναι αφόρητη και οι είλωτες και οι αυλικοί της είναι ανάξιοι για να επαναστατήσουν... 

Μάριος Κουτσούκος



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου