Δευτέρα, 2 Μαΐου 2016

Η Δόξα της ύλης (επανάληψη)



Η Δόξα της ύλης -του Αλεξάνδρου Καλομοίρου


ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ

(από το περιοδικό Επίγνωση


Τό παρακάτω κείμενο του ιατρού Αλέξανδρου Καλόμοιρου δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά πρίν από τριάντα χρόνια, διατηρεί όμως ακέραιο το ενδιαφέρον του για τη σύγχρονη θεολογική σκέψη. 
Τα θέματα που πραγματεύεται είναι θεμελιώδη για οποιαδήποτε παραπέρα μελέτη της ορθόδοξης εολογίας και εισαγωγικά για το νόημα της χριστιανικής σωτηρίας. 

Μια διευκρίνηση είναι ίσως απαραίτητη σε μια σημερινή επαναδημοσίευση, ώστε να αποφευχθεί μια πιθανή παρεξήγηση. 

Στό κείμενο που ακολουθεί γίνεται συχνά αναφορά στήν αρχαία φιλοσοφία, σε αντιδιαστολή με τη χριστιανική πίστη. 

Είναι λάθος να εκλάβει κανείς τα γραφόμενα σαν μια επίθεση κατά των αρχαίων φιλοσόφων, που έγραψαν και δίδαξαν χωρίς γνώση της χριστιανικής αποκάλυψης και με μόνη αναφορά την παγανιστική οντολογία της εποχής τους.

 Εδώ, ο λόγος είναι μάλλον για τους χριστιανούς, που προσπαθώντας να χωρέσουν την πίστη σε νοησιαρχικά σχήματα, καταφεύγουν στίς έννοιες και στή διαλεκτική των φιλοσόφων, και συχνά υιοθετούν παγανιστικά νοήματα, σαν να ήταν χριστιανικά. 

Οι πατέρες της Εκκλησίας δεν περιφρόνησαν τη γλώσσα της φιλοσοφίας και εν γένει την αρχαία παιδεία. 
Συχνά, στήριξαν διατυπώσεις και επιχειρήματα δανειζόμενοι ό,τι θεωρούσαν χρήσιμο για τη θεολογία, πάντα όμως με τον αποφατικό τρόπο της Εκκλησίας. 

Η γλώσσα της Εκκλησίας είναι η γλώσσα του μυστηρίου, η γλώσσα όμως της φιλοσοφίας είναι συχνά πεποίθηση στή δύναμη της ανθρώπινης διάνοιας, δηλαδή οίηση και νοησιαρχία. 

Η θεολογία ποτέ δεν γίνεται φιλοσοφία και αν χρησιμοποιεί τη δυναμική της φιλοσοφικής γλώσσας είναι για να την υπερβεί, επικαλούμενη το φωτισμό του νοός.

 Αληθινή γνώση για την Εκκλησία είναι αυτή που πηγάζει από τη δύναμη και την ενέργεια του αγίου Πνεύματος, που μόνον αυτή μπορεί να οδηγήσει τον άνθρωπο στό αληθινό νόημα των πραγμάτων (Σ.τ.Ε.).
............................................
.......................................................................................................

Η ΔΟΞΑ ΤΗΣ ΥΛΗΣ

Αλέξανδρου Καλόμοιρου
Α΄

«Η της Θεότητος δόξα και δόξα του σώματος λέγεται... ει και τοίνυν ουδέποτε το σώμα το άγιον αμέτοχον της Θείας δόξης υφέστηκεν, αλλ΄ εξ άκρας ενώσεως της καθ υπόστασιν την δόξαν της αοράτου θεότητος τελείως πεπλούτηκεν, ως μίαν και την αυτήν είναι δόξαν του Λόγου και της σαρκός»

(Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγος εις Μεταμόρφωσιν).

«Ημείς ουκ εδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, αλλά παθοκτόνοι». 

(Αββάς Ποιμήν, Γεροντικόν Εκδ. Αστέρος σελ. 101).
.........................................................................

Κύριε Κ.

Τρόμαξα, όταν είδα σε τι σκέψεις μπορούν να οδηγήσουν αυτά που έγραψα, έναν καλοπροαίρετο άνθρωπο. Είναι πράγματι πολύ επικίνδυνο να μιλάει κανείς για τέτοια βαθιά μυστήρια, και μόνον με πολλή σκέψη μπορεί να γλιτώσει από τα γλιστρήματα.
Όμως είναι τόσο διαδεδομένη στούς ανθρώπους η γνώμη ότι το σώμα και η ύλη είναι κακά καθ΄ εαυτά ή τουλάχιστον δευτερεύοντα και ανάξια πολλής προσοχής, ώστε πρέπει να επιμείνω στίς απόψεις που σάς έγραψα, αναπτύσσοντάς τες διά μακρών, για να αποφευχθούν οι παρεξηγήσεις.
Οι άνθρωποι συνήθισαν να σκέπτονται σαν ορθολογιστές φιλόσοφοι και είναι δύσκολο να τους κάνει κανείς να σκεφθούν σαν Χριστιανοί. Αυτό γίνεται γιατί η ορθολογιστική σκέψη είναι καθαρή και ταξινομημένη, λογική και ακριβής σαν τα μαθηματικά. 

Ενώ, η πίστη μας μιλά με άλλη γλώσσα, τη γλώσσα του μυστηρίου, τη γλώσσα που δεν ζητάει να εξηγήσει τα ανεξήγητα, ούτε να περιορίσει στόν ασφυκτικό χώρο μιας λέξεως νοήματα, που πολλές φορές δεν τα φθάνουν ούτε οι άγγελοι. 

Στήν Αγία Γραφή βλέπουμε την ίδια λέξη να σημαίνει διαφορετικά πράγματα, ή διαφορετικές λέξεις να σημαίνουν διάφορες όψεις του ίδιου πράγματος


Διαβάζουμε φράσεις αντιφατικές, οι οποίες περιέχουν νοήματα που αφήνουν εκστατικούς όσους τα νοιώθουν. Και όσο κι αν ψάξουμε, δεν θα βρούμε πουθενά συστηματική ανάπτυξη ιδεών.

Αυτά όλα δεν αρέσουν στήν ανθρώπινη διάνοια, που ζητάει πράγματα που να χωρούν στό δικό της καλούπι.

 Γι΄ αυτό, οι άνθρωποι δεν άφησαν ποτέ το Ευαγγέλιο όπως είναι, παρά θέλησαν πάντα να το συστηματοποιήσουν και γέμισαν τον κόσμο με χριστιανικά συστήματα, ταξινομημένα κατά τα ανθρώπινα μέτρα. 

Και επειδή, όσο και αν το ήθελαν, το Ευαγγέλιο δεν έδινε συστήματα, χρειάστηκε να τα δανειστούν από τη φιλοσοφία. 

Αυτό βέβαια δεν το κάνανε οι Πατέρες και οι άγιοι, το κάνανε οι γνωστικοί και οι Λόγιοι, οι σοφοί του αιώνος τούτου, που αν και δεν είχαν όση χρειαζόταν αγιότητα για να τους προσέξει ο κόσμος, όμως είχαν τη μανία να μιλούν και να γράφουν πολύ, έτσι που με τα πολλά γέμισαν τα κεφάλια των ανθρώπων με καθαρότατες θρησκευτικές εξισώσεις, ώσπου στό τέλος το γεμάτο μυστήριο και ζωή, πολύκλαδο δένδρο της πίστεως άρχιζε να φαντάζει σαν τηλεγραφόξυλο.
Από αυτή την παραποίηση της θρησκείας ήρθε και η στενόκαρδη αντίληψη για το τι είναι σώμα και ύλη και για την αξία τους μέσα στή δημιουργία του Θεού. 

Οι φιλόσοφοι έχουν ορισμούς. Όταν λένε σώμα ορίζουν τι είναι. Ο ορισμός τους είναι ακριβής και καθαρός, απόλυτα κατανοητός. Το ίδιο και όταν λένε ψυχή. Καταλαβαίνουν πάντοτε καλά τι θέλουν να πούν με την κάθε λέξη. 

Εδώ είναι το σφάλμα τους. 

Γιατί ούτε η κτίση, ούτε ο Κτίστης στέργουν να είναι όπως τους θέλουν οι φιλόσοφοι. 
Οι φιλόσοφοι λένε ότι ο άνθρωπος αποτελείται από δύο πράγματα, από το σώμα και από την ψυχή. Σώμα + ψυχή = άνθρωπος. σ+ψ=α, να μια ωραία εξίσωση. 

Τι πιο καθαρό απ΄ αυτό; 

Όμως, αν διαβάσουμε την Αγία Γραφή, θα δούμε ότι δεν φαίνεται να καταλαβαίνει και πολύ από μαθηματικά, και μας τα κάνει θάλασσα όποτε νομίσαμε ότι ταιριάξαμε μια ωραία εξίσωση. 

Για παράδειγμα, εκεί που μας μιλάει για το σώμα και για την ψυχή, κι εμείς χαιρόμαστε για την εξίσωσή μας σ +ψ=α, εκεί αρχίζει να μας μιλάει για το πνεύμα. 

Την ώρα δε, που ετοιμαζόμαστε να αλλάξουμε την εξίσωσή μας και να την κάνουμε σ+ψ+π=α, πέφτουμε σε κάποια φράση σαν κι αυτή: 

«Ο Λόγος σάρξ εγένετο», που μας τα κάνει εντελώς άνω-κάτω, γιατί η εξίσωσή μας πρέπει να γίνει τώρα σ=α.


Τη συστηματική διευκρίνηση ούτε για τα πιο απλά δημιουργήματά του δεν την παραδέχεται ο Θεός, όσο κι αν πολλοί επιστήμονες νομίζουν το αντίθετο. 
Πώς να την παραδεχθεί για τον άνθρωπο ή για τον εαυτό του;


Οι επιστημονικές διατυπώσεις, όσο πιο καθαρές είναι και όσο πιο καλά φαίνονται να τα εξηγούν όλα, τόσο περισσότερο απατούν το νού μας.

Γιατί ο κόσμος και στό πιο απλό του μόριο είναι πολύ περισσότερο μυστηριώδης απ΄ ότι φαντάζονται οι σοφοί, που με τα συστηματικά τους εργαλεία μόνον εξωτερικά περιγράφουν τα πράγματα και ποτέ δεν μπορούν να εισδύσουν στούς λόγους των όντων.

Αν σταματούσατε να χρησιμοποιείτε την άλγεβρα στά θέματα της πίστης, δεν θα σάς σκανδάλιζε καθόλου η φράση μου: «ο Ορθόδοξος Χριστιανός είναι υλιστής». 

Ναί, είναι υλιστής, αλλά είναι και ο πιο πνευματικός άνθρωπος. 

Από τη μια μεριά προσκυνάει τις εικόνες και μεταλαμβάνει του σώματος και του Αιματος του Θεού, και από την άλλη θεωρεί τον Θεό ενώπιος ενωπίω. 

Αν είχατε αποκηρύξει τους Έλληνες φιλοσόφους, δεν θα είχατε γράψει ποτέ ότι: «απεκδεχόμεθα την υιοθεσία, που είναι η απολύτρωσις από το σώμα» 

(Ο Απόστολος γράφει «απολύτρωσις του σώματος» και όχι «απολύτρωσις εκ του σώματος»). 

Όχι, ο Θεός δεν δημιούργησε μια κακιά κτίση, από την οποία ήλθε κατόπιν να μας απολυτρώσει. 

Τα δημιουργήματα του Θεού είναι «καλά λίαν». 

Αν πιστεύατε λιγότερο στά μαθηματικά, δεν θα μου είχατε στείλει έναν ολόκληρο κατάλογο εξισώσεων από την Καινή Διαθήκη, όπου «τό σώμα φαίνεται αντιτιθέμενο στό πνεύμα». 

Γιατί, αν είναι να αραδιάζουμε εξισώσεις, μπορώ κι εγώ να βρώ στήν Αγία Γραφή άλλες τόσες, όπου να φαίνεται ακριβώς το αντίθετο.

Η πρώτη περικοπή της Γραφής, στήν οποία με παραπέμπετε — η της συνομιλίας του Χριστού με το Νικόδημο — δεν νομίζω ότι δείχνει καμιά αντίθεση μεταξύ του σώματος και του πνεύματος του ανθρώπου.

 «Το γεγεννημένον εκ της σαρκός σάρξ εστί (δηλαδή άνθρωπος που δεν έχει ανακαινισθεί με τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος) και το γεγεννημένο εκ του Πνεύματος (τού Αγίου Πνεύματος) πνεύμα εστί»(Κατά Ιωάννην κεφ. γ στ. 6).

 Δείχνει μόνο την αντίθεση μεταξύ του ανθρώπου χωρίς Χριστό και του ανθρώπου εν Χριστώ.

Είπε, βέβαια, ο Κύριος, όπως γράφετε: 

«Το πνεύμα εστί το ζωοποιούν, η σάρξ ουκ ωφελεί ουδέν», όμως πρίν τα πεί αυτά είχε πεί κάτι άλλα φοβερά λόγια:

 «Εγώ ειμί ο άρτος ο ζών, ο εκ του ουρανού καταβάς, εάν τις φάγη εκ τούτου του άρτου ζήσεται εις τον αιώνα. Και ο άρτος «όν εγώ δώσω η σάρξ μου εστίν, ήν εγώ δώσω υπέρ της του κόσμου ζωής». «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ» 
(όλα στό ίδιο κεφάλαιο, Ιωάννου 6).

Πώς ύστερα από αυτά τα λόγια του Χριστού θα σηκωθούμε εμείς, να περιφρονήσουμε τη σάρκα;

Ένα άλλο παράδειγμα του πόσο μπορεί να μας ρίξει έξω στά συμπεράσματά μας ένα ρητό της Αγίας Γραφής, όταν το παίρνουμε ξεκομμένο από το υπόλοιπο κείμενο, είναι και το επόμενο που μου αναφέρατε από την Α΄ προς Κορινθίους: 

«Σάρξ και αίμα Βασιλείαν Θεού κληρονομήσαι ου δύναται». 

Γιατί αυτό το ρητό, έτσι ξεκομμένο όπως είναι, φαίνεται σαν να αρνείται την ανάσταση των σωμάτων, ενώ ο Απόστολος Παύλος στό τμήμα αυτό της επιστολής του ακριβώς για την ανάσταση των σωμάτων ομιλεί.
 «...Σπείρεται σώμα ψυχικόν («σώμα ψυχικόν», τι αλλοπρόσαλλη έκφραση για τους μαθηματικούς!) εγείρεται σώμα πνευματικόν... πάντες δε αλλαγησόμεθα. Δεί γαρ το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι αφθαρσίαν και το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν... (Κορ. Α΄, ιε΄ 44-53). 

Ο Απόστολος λίγο παραπάνω γράφει «ουδέν άρα νυν κατάκριμα τοίς εν Χριστώ Ιησούν μη κατά σάρκα περιπατούσιν, αλλά κατά πνεύμα». 

Είναι, λοιπόν κακός ο τρόπος της ζωής του ανθρώπου

που είναι μόνο σάρκα, και όχι η σάρκα καθ΄ εαυτή. 

Γιατί, αν ήταν έτσι, τότε ο Θεός σαρκούμενος έμεινε αμαρτωλός! 

Αλλά άπαγε της βλασφημίας. 

Εάν ο Απόστολος με τη λέξη σάρκα εννοούσε το σώμα, τότε πώς λέγει παρακάτω: 

«υμείς δε ουκ εστέ εν σαρκί, αλλ΄ εν πνεύματι», αφού μιλούσε σε ανθρώπους με σώμα;


 Νομίζω, λοιπόν, ότι έχω δίκιο να λέω πώς το κακό δεν είναι η σάρκα, δηλαδή το σώμα, η ύλη 
(η οποία «και αυτή ελευθερωθήσεται από της δουλείας της φθοράς»), αλλά το σαρκικό φρόνημα, το ζήν ως σάρκες, σαν να είμαστε μόνο σάρκες και να μήν έχουμε καμία σχέση με το πνεύμα.

 Γιατί, όπως λέγει ο Απόστολος, το σώμα είναι ανίκανο να αμαρτήσει, 

όταν κατοικεί ο Χριστός μέσα μας. 

«Ει δε Χριστός εν υμίν, το μεν σώμα νεκρόν δι΄ αμαρτίαν, το δε πνεύμα ζωή διά δικαιοσύνην. 

Ει δε το πνεύμα του εγείραντος Ιησούν εκ νεκρών οικεί εν υμίν, ο εγείρας τον Χριστόν εκ νεκρών ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα υμών διά το ενοικούν αυτού πνεύμα εν υμίν» 

(κεφ. η΄ της προς Ρωμ.).

Στό ίδιο συμπέρασμα θα καταλήξει κανείς όταν δεί πώς ερμήνευσαν οι Πατέρες το επόμενο ρητό, που αναφέρετε: 

«Η σάρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλ. ε΄ 17). 

«Σάρκα μεν λέγει νυν τον σαρκικόν λογισμόν, πνεύμα δε τον περί τα πνευματικά και τα υψηλά και θεία ασχολούμενο. Οιτινες δύο λογισμοί... επιθυμούσι κατ΄ αλλήλων, ήγουν μάχονται, ο μεν τω σώματι και την ψυχήν συγκατασπών, ο δε την ψυχή και το σώμα συνέλκων» (Ζηγαβηνός).

Εξ  άλλου ο ίδιος ο Απόστολος εξηγεί τι θέλει να πεί στόν αμέσως προηγούμενο στίχο: 

«Λέγω δε πνεύματι περιπατείτε και επιθυμίαν σαρκός ου μη τελέσητε». 

Πρόκειται, λοιπόν, για την επιθυμία της σαρκός, για τον λογισμό τον περί τα σαρκικά και υλικά καταγινόμενον από τον πεσμένο στή φθορά άνθρωπο, που έχει υπερτροφήσει, εν αντιθέσει προς τον «πνευματικόν λογισμόν τον περί τα πνευματικά και υψηλά και θεία ενασχολούμενον», ο οποίος μετά τον χωρισμό του ανθρώπου από τον Θεό, έχει ατροφήσει. 

Η επιθυμία της σαρκός είναι δοσμένη στόν άνθρωπο από τον ίδιο το Θεό.
 Ο Θεός μας έκανε να διψούμε, να πεινούμε, να επιθυμούμε γυναίκα κ.λπ.

 Όλα αυτά είναι φυσικά και δεν μπορούν να βλάψουν τον άνθρωπο όταν μείνουν μέσα στά όρια του προορισμού τους. 

Γίνονται επικίνδυνα γιατί η ψυχή του ανθρώπου, όταν είναι κενή,όταν δεν τη γεμίζει η παρουσία του Θεού, προσπαθεί να γεμίσει το κενό της με τις ηδονές του σώματος

Αλλά, όταν η θέση που έχει ο άνθρωπος στήν καρδιά του για το Θεό γεμίσει από τις ηδονές της σαρκός, η καρδιά αυτή είναι ανίκανη να δεχθεί ένοικο μέσα της το Θεό. 

Να γιατί η σάρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος, το δε πνεύμα κατά της σαρκός.

«Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος!» φωνάζει ο Απόστολος, «Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου; Ευχαριστώ τω Θεώ διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών». 

«Να λοιπόν», θα θριαμβεύσουν οι ελληνίζοντες, «να που ο Απόστολος ζητάει να απολυτρωθεί από το σώμα». 

Ο Απόστολος που κήρυξε την ανάσταση των σωμάτων, ζητάει να απολυτρωθεί από το σώμα; 

Ο Απόστολος, που είπε: «Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις ημών... έτι εστέ εν ταίς αμαρτίαις ημών, άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο... τι και ημείς κινδυνεύομεν πάσαν ώραν;

 ει νεκροί ουκ εγείρονται, φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν... αγνωσίαν γαρ Θεού τινες έχουσι. προς εντροπήν υμίν λέγω» (Α΄ Κορ. ι΄). 

Δεν λέγει ο Απόστολος «δεν πειράζει κι αν δεν ανασταίνονται τα σώματα αφού οι ψυχές ζούν στούς ουρανούς, αλλά λέγει: «ει νεκροί ουκ εγείρονται, άρα οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο».

Αλλά τότε τι εννοεί, όταν λέγει: «Τις με ρύσσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου»; 

Ο θάνατος για τους Χριστιανούς δεν είναι κάτι το φυσικό, δεν είναι δημιούργημα του Θεού, ούτε είναι τιμωρία που επέβαλε ο Θεός στούς ανθρώπους για την παρακοή του Αδάμ απέναντι του Θεού, όταν θέλησε να γίνει Θεός με τις ίδιες του τις δυνάμεις, όπως τον συμβούλευσε ο διάβολος. 

Ο χωρισμός αυτός του ανθρώπου από την πηγή της ζωής, τον οδήγησε στό θάνατο, η δε φθορά και ο θάνατος έριξαν τον άνθρωπο έρμαιο στά χέρια του διαβόλου

Αυτό είναι το σώμα του θανάτου, το σώμα της φθοράς, το σώμα που θα πεθάνει, που είναι ήδη ουσιαστικά πεθαμένο. 

«Τις, λοιπόν, με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου;» 

Ποιος άλλος απ΄ αυτόν που θα μπορέσει να νικήσει τον θάνατο, απ΄ αυτόν που θα αναστηθεί εκ των νεκρών, φέροντας στόν επάνω κόσμο ένα σώμα άφθαρτο και αθάνατο:

 Ποιος άλλος από τον Χριστό; «Ευχαριστώ, λοιπόν τω Θεώ διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών».

Όσο κι αν λέγουν οι φιλόσοφοι ότι οι ψυχές είναι οντότητες αυτάρκεις και από τη φύση τους αθάνατες, η Εκκλησία τους διαψεύδει: 

«Χριστός ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοίς εν τοίς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».

 Οι εν τοίς μνήμασι υπήρχαν, αλλά δεν είχαν ζωή. 


Τη ζωή τους την χάρισε ο Χριστός διά της αναστάσεως. 

Οι Έλληνες που πίστευαν ότι το σώμα είναι φυλακή της ψυχής, ήταν αδύνατο να παραδεχθούν το κήρυγμα περί αναστάσεως που τους έκανε ο Απόστολος Παύλος στόν Άρειο Πάγο. 

Τι να την κάνουν την ανάσταση; 

Αυτοί πίστευαν ότι η ψυχή στόν άλλο κόσμο ζεί καλύτερα ελεύθερη από το σώμα. 

Ποιος ο λόγος να ξαναφυλακισθεί στό σώμα; «ακουσόμεθά σου, λοιπόν, πάλιν περί τούτου».

 Αλλά όχι, ο θάνατος για τους Εβραίους και για τους Χριστιανούς δεν είναι μια απελευθέρωση από το βάρος της ύλης, αλλά μια φοβερή και αξιοθρήνητη καταστροφή της δημιουργίας του Θεού. 

Η ζωή στόν Άδη, όχι μόνο καλύτερη δεν είναι από τη ζωή στή γή, αλλά ούτε κάν ζωή δεν μπορεί να ονομασθεί. 

Γι΄ αυτό, το ένστικτο του λαού της αρχαίας Ελλάδας είχε περισσότερη γνώση από τον ευέλικτο νού των φιλοσόφων, όταν έκλαιγε για τους νεκρούς στά τάρταρα του Άδη, όπου το φως της ημέρας δεν φθάνει, ούτε η ζεστασιά του ήλιου θερμαίνει τις έρημες σκιές.

Ο θάνατος, λοιπόν, υπήρξε η δύναμη του διαβόλου. 
Αυτός μας έκανε στά χέρια του παιχνίδια χωρίς βούληση


Ο θάνατος στήθηκε φοβερός μπροστά μας, αμείλικτος κήρυκας της μηδαμινότητάς μας. 

Αυτός ήταν το φοβερό μαστίγιο, που μας έκανε να τρέχουμε σαν ξέφρενα άλογα τον μάταιο δρόμο μας προσπαθώντας να τον αποφύγουμε. 

Αυτός στάθηκε η ψυχή των έργων μας, η κινητήριος δύναμή μας. 

Αυτός ήταν η αιτία που γέννησε μέσα μας την φιλοδοξία και την οίηση. 

Εμείς, που είχαμε χάσει την αθανασία, προσπαθήσαμε να την ξαναβρούμε στή δόξα, στούς απογόνους μας, στά έργα μας. 

Ζήσαμε σε μια παραζάλη, μέσα σ΄ ένα όνειρο δραστηριότητας, δημιουργώντας γύρω μας έναν κόσμο φυγής, έναν κόσμο, που μέσα του ξεχνούμε την τραγική μοίρα μας. 


Μέσα στή δόξα, τον πλούτο και την ηδονή, ζητήσαμε το απατηλό αίσθημα της οντότητας

Καλλιεργήσαμε τη γνώση, που άωρα αποκτήσαμε, για να την κάνουμε στήριγμα της αξίας μας.

 Κηρύξαμε ότι ο άνθρωπος έχει αξία καθ΄ εαυτός, ότι είναι μέρος της Θείας ουσίας (εκ φύσεως αθάνατη ψυχή και όχι κατά Χάρη) και άρα — αυτό εννοούσαμε κατά βάθος — δεν έχει ανάγκη τον Θεό. 


Τον υψώσαμε μπροστά μας σαν είδωλο και τον λατρεύσαμε σαν θεό. 

Θεοποιήσαμε τη μορφή και τα χαρακτηριστικά του, τις αρετές και τα πάθη του, όπως στό ελληνικό δωδεκάθεο. 


Πιστέψαμε ότι μπορεί να λυτρωθεί με τις δικές του δυνάμεις, ότι μπορεί να τελειοποιηθεί μόνος του.
 Θεοποιήσαμε τη λογική, την καρδιά του, τα ένστικτά του. 

Ο ελληνικός κλασσικός πολιτισμός βασίστηκε κυρίως στή λογική.

Στήν Άπω Ανατολή η θρησκεία και η φιλοσοφία βασίστηκαν αποκλειστικά στήν εσωτερική εμπειρία και δύναμη του ανθρώπου. 

Ο άνθρωπος είχε την ψευδαίσθηση ότι ήταν ελεύθερος, ενώ ήταν στήν πραγματικότητα δούλος.

 Δούλος των παθών του, δούλος της ειμαρμένης, της φθοράς και του θανάτου και μέσω αυτών, δούλος και υποχείριο του διαβόλου.


Να, λοιπόν, το νόημα των λόγων του μεγάλου Αποστόλου. 

«Διά τούτο ώσπερ δι' ενός ανθρώπου η αμαρτία εις τον κόσμον εισήλθε και διά της αμαρτίας ο θάνατος, και ούτως εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν εφ΄ ω πάντες ήμαρτον» (Ρωμ. ε΄ 12). 

«Φθόνω δε διαβόλου θάνατος εισήλθεν εις τον κόσμον». (Σοφ. Σολ. β΄, 24). 

Έτσι οι άνθρωποι έπεσαν στήν αμαρτία σπρωγμένοι από τον φόβο του θανάτου, διότι «φόβω θανάτου διά παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. β΄ 14-15). 

Για ν΄ απαλλαγεί όμως ο άνθρωπος από αυτή τη δουλεία του θανάτου, έπρεπε να νικηθεί ο θάνατος, αλλά ποιος άνθρωπος μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο; 

Μόνον ο Θεός μπορούσε να νικήσει τον θάνατο, αλλά ως Θεός δεν ήταν υποκείμενος στό νόμο του θανάτου. 

Πήρε, λοιπόν, επάνω του την ανθρώπινη φύση, μέχρι θανάτου. 

«Επεί ούν τα παιδία κεκοινώνηκε σαρκός και αιματος και αυτός παραπλησίως μετέσχε των αυτών, ινα διά του θανάτου καταργήσει τον το κράτος έχοντα του θανάτου, τούτ΄ έστι τον διάβολον, και απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω θανάτου διά παντός του ζήν ένοχοι ήσαν δουλείας» (Εβρ. β΄ 14-15).

Δεν ήλθε, λοιπόν, ο Χριστός στόν κόσμο για να μας απαλλάξει από τα σώματα, δεν ήλθε για να μας απαλλάξει από την ύλη, δεν ήλθε για να μας απαλλάξει από τη δημιουργία του. 

Ήλθε απ' εναντίας για να απαλλάξει την υλική δημιουργία του από τη φθορά και το θάνατο

Να γιατί το Πάσχα είναι η μεγαλύτερη γιορτή των Ορθοδόξων

Την ημέρα αυτή ολοκληρώθηκε η αποστολή του Κυρίου στή γή. 
Την ημέρα αυτή θρήνησε ο διάβολος χάνοντας τη δύναμή του πάνω στούς ανθρώπους, την ημέρα ετούτη είδανε πνευματικό φως τα τάρταρα του Άδη και οι ψυχές των απ΄ αιώνος δικαίων ζωοποιήθηκαν και μετατέθηκαν στόν φωτεινό κόσμο του παραδείσου, απ΄ όπου καρτερούν την ολοκλήρωση της αναστάσεώς των στή δευτέρα του Κυρίου παρουσία.

«Ουκ, εστί — λοιπόν — ημών η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, τας εξουσίας, προς τους άρχοντας του σκότους του αιώνος τούτου». Δεν πολεμούμε, λοιπόν, με το αίμα και με τη σάρκα, αλλά με τον διάβολο.


Επιμένω σ΄ αυτά τα πράγματα, γιατί νομίζω πώς δεν υπάρχει πιο σημαντικό για έναν μαχητή σαν τον Χριστιανό από το να ξέρει ποιος είναι ο εχθρός του. 
Όσοι νομίζουν — και είναι πάρα πολλοί αυτοί δυστυχώς — ότι το κακό που έχουμε να πολεμήσουμε είναι το σώμα και η ύλη, κτυπούν στή μάχη τον Θεό, αντί να κτυπήσουν τον διάβολο.

Οι Χριστιανοί δεν ξέρουν από τι ήλθε να μας γλυτώσει ο Κύριος. 

Η σκέψη των περισσοτέρων είναι τέτοια, που αν την αναλύσεις, θα καταλάβεις, ότι ο Χριστός ήλθε να μας σώσει από τη δικαιοσύνη του Θεού και από τη δημιουργία Του! 

Αλλά υπάρχει μεγαλύτερη βλασφημία απ΄ αυτό; 
«Ένθα το δόγμα της σωτηρίας — λέγει ο Μέγας Βασίλειος, — μη δεύτερον άλλου ηγήση, μηδέ προτιμότερόν τι τούτου νομίσης έτερον» (ερμηνεία εις Ησαΐαν 9, 23).

Επιμένω, λοιπόν, ότι δεν είμαι αιρετικός λέγοντας ότι η σάρξ και η ύλη είναι η πύλη της σωτηρίας. 

Ο Μέγας Αθανάσιος λέγει ότι «πρώτη των άλλων εσώθη και ηλευθερώθη» η από τον Ενανθρωπήσαντα Λόγο αναληφθείσα ανθρώπινη φύση «ως αυτού του Λόγου σώμα γενομένη», κατόπιν δε μαζί της και εμείς «κατά την συγγένειαν της σαρκός ηλευθερώθημεν» και «ως σύσσωμοι τυγχάνοντες κατ΄ εκείνο σωζόμεθα». 

«Ως σύσσωμοι συναρμολογούμενοι και συνδεθέντες εν αυτώ, διά της ομοιώσεως της σαρκός», αποκτούμε την αφθαρσία και την αθανασία και τη θέωση» (Κατά Αρειανών 11).

Δεν είναι, λοιπόν η σάρκα τόσο ευτελές πράγμα όσο θέλουν να πιστεύουν οι ελληνίζοντες. 


Η σημασία της σαρκός στήν Αγία Γραφή κρύβει μεγάλο μυστήριο, το μυστήριο ολοκλήρου της ανθρωπίνης φύσεως. 
«Πεφόρηκεν ημάς διά της ιδίας σαρκός, εν αυτώ γαρ ήμεν πάντες» (Κυρίλλου Αλεξανδρείας εις Ιωάν. 16, 6-7). 

«Όλον γαρ όλος ανέλαβέ με και όλος όλω ηνώθη, ινα όλω την σωτηρίαν χαρίσηται. 

Το γαρ απρόσληπτον, αθεράπευτον» (Ιωάννου Δαμασκηνού).

 Η φύσις των ανθρώπων είναι μία και αδιαίρετος, όπως και η φύσις του Θεού, όσο πολλοί κι αν είναι οι άνθρωποι και όσο και αν νομίζουν ότι είναι ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον.

 Έτσι η πτώση του Αδάμ, φέροντας την φθορά και τον θάνατο σ΄ αυτόν, δεν την έφερε μόνο στό πρόσωπό του, αλλά σε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση.

 Έγινε φθαρτός ο Αδάμ και μαζί του, λόγω της ταυτότητας της φύσεως, έγιναν θνητοί και όλοι οι άνθρωποι. 


Δεν αμάρτησαν, λοιπόν, οι άνθρωποι στό πρόσωπο του Αδάμ ούτε τιμωρήθηκαν για μια παράλογη ενοχή μιας αμαρτίας που είχε γίνει χωρίς να έχουν ερωτηθεί αυτοί, αλλά η φθορά της φύσεως και ο θάνατος που κληρονόμησαν από τον Αδάμ και η οποία τους δούλωσε στόν διάβολο, τους οδήγησε στήν αμαρτία.


Όπως όμως ο Αδάμ μετέδωσε στή φύση ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους τη δική του φθορά, έτσι και ο Χριστός μετέδωσε στή φύση ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους τη δική του αφθαρσία.
 «Η φύσις μία εστίν αυτή προς εαυτήν ηνωμένη και αδιάτμητος μονάς, ουκ αυξανομένη διά προσθήκης, ου μειουμένη δι΄ υφαιρέσεως αλλ΄ όπερ εστίν έν ούσα κάν εν πλήθει φαίνεται, άσχιστος και συνεχής και ολόκληρος, και τοίς μετέχουσιν αυτής τοίς καθ' έκαστον ου συνδιαιρουμένη... άνθρωπος είς κυρίως αν ρηθείη, κάν οι εν τη φύσει δεικνύμενοι πλήθος ώσιν... 

ώσπερ τοίνυν πολλοί μεν οι χρύσεοι στατήρες, χρυσός δε είς, ούτω και πολλοί μεν οι καθ΄ έκαστον εν τη φύσει του ανθρώπου δεικνύμενοι, οίον Πέτρος και Ιάκωβος και Ιωάννης, εις δε εν τούτοις άνθρωπος»

 (Γρηγορίου Νύσσης, Περί του μη είναι τρεις θεούς).

«Ο Λόγος σάρξ εγένετο» και έτσι οι άνθρωποι εγένοντο «θείας κοινωνοί φύσεως» (Ι΄ Πέτρ. 1, 4). 

Να, λοιπόν, ο ρόλος της σαρκός. 

Να, γιατί λέω και επαναλαμβάνω — όσο και αν αυτό μπορεί να σκανδαλίσει — ότι με τη σάρκωση του Χριστού, ο Θεός και η Κτίση ενώθηκαν ασυγχύτως και από τότε η κάθε πέτρα είναι κομμάτι του σώματος του Θεού, αφού η ανθρώπινη σάρκα είναι χώμα και το κάθε στοιχείο της είναι στοιχείο του σύμπαντος.

 Γι΄ αυτό δεν περιμένουμε μόνο ανάσταση νεκρών, αλλά και ανάσταση της Κτίσεως «καινήν γήν και καινούς ουρανούς».

 Και δεν είναι καθόλου, όπως φοβάστε, πανθεϊσμός αυτό. 

Τα λόγια μου είναι καθαρά: Ο Θεός και η Κτίση ενώθηκαν ασυγχύτως. 

Οι Πατέρες είναι σαφείς.

 Ο άνθρωπος θεούται «τή μετοχή της θείας εκλάμψεως και ουκ εις την θείαν μεθιστάμενος ουσία» (Ιωάν. Δαμασκηνού), όπως το σίδερο που πυρώνεται από τη φωτιά. 

«Διά τούτο γαρ και γίνεται κατ΄ αλήθειαν άνθρωπος, ίνα κατά χάριν ημάς καταστήση θεούς»

 (Μαξίμου Ομολογητού, προς Θαλάσσιον περί διαφόρων απόρων της Θ. Γραφής).

Το σώμα, λοιπόν, και η σάρξ μέσα στήν Αγία Γραφή και στά συγγράμματα των Πατέρων έχει συχνά την έννοια ολοκλήρου της ανθρωπίνης φύσεως. 

«Ως γαρ ο Κύριος ενδυσάμενος το σώμα γέγονεν άνθρωπος, ούτως ημείς οι άνθρωποι, παρά του Λόγου τε θεοποιούμεθα, προσληφθέντες διά της σαρκός αυτού και λοιπόν ζωήν αιώνιον κληρονομούμεν (Μεγ. Αθανασίου, λόγος περί ενανθρωπήσεως του Λόγου). 

Η Εκκλησία εξ άλλου είναι το μυστικό σώμα του Χριστού, και η μετοχή μας στό σώμα του Χριστού μας κάνει αξίους της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος.


Η πίστη μας δεν είναι θρησκεία φιλοσόφων, είναι θρησκεία μυστηρίου. 

Δεν προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα που ούτε κάν χρειάζεται να εξηγηθούν. 
Μιλάει για τη σάρκα, για την ψυχή, για το σώμα, για το πνεύμα χωρίς να τα αναλύει και να τα ξεχωρίζει. 

Μόνον οι φιλόσοφοι διατείνονται ότι ξέρουν τι είναι πνεύμα και τι είναι ύλη, τι είναι σάρξ και τι ψυχή.

 Για τους Χριστιανούς, όλα αυτά είναι μυστήρια και εκφράσεις της μίας και αδιαιρέτου ανθρωπίνης φύσεως. 

Εκφράσεις αναγκαίες για να καταλάβουμε ορισμένες καταστάσεις του ανθρώπου, όπως με τη λέξη ψυχή ονομάζουμε αυτό που μένει μετά θάνατον και με τη λέξη σώμα αυτό που διαλύεται μετά θάνατον — αν και αυτό που διαλύεται δεν είναι το ζωντανό, αλλά το νεκρό σώμα. 

Από την άλλη μεριά, είναι εκφράσεις επικίνδυνες όταν τις κάνουμε απόλυτες και θελήσουμε να κλείσουμε όλο το μυστήριο του ανθρώπου μέσα σ΄ αυτό που μας έμαθαν οι ορθολογιστές να εννοούμε ψυχή και σώμα.

 Φιλοσοφούντες, ποτέ δεν θα μπορέσουμε να εισδύσουμε στό μυστήριο της θείας αποκαλύψεως. 

Πώς να εξηγήσουμε με την περί ψυχής και σώματος θεωρία των φιλοσόφων τα λόγια της Εκκλησίας;

«Ο εκ γης διαπλάσας των βροτών την ουσίαν», «χούς ει και εις χούν απελεύσει», ή το «ετίμησας εικόνι σου το των χειρών σου, Λόγε πλαστούργημα, ζωγραφήσας γαρ εν υλική μορφή της νοεράς ουσίας το ομοίωμα», ή το ύψος στό οποίο οι Πατέρες ανεβάζουν την σάρκα, «η της θεότητος δόξα και δόξα του σώματος λέγεται... ει και τοίνυν ουδέποτε το σώμα το άγιον αμέτοχον της θείας δόξης υφέστηκεν, αλλ΄ εξ άκρας ενώσεως της καθ΄ υπόστασιν της δόξας της αοράτου θεότητος τελείως πεπλούτηκεν, ως μίαν και την αυτήν είναι δόξα του Λόγου και της σαρκός»

(Ιωάννου Δαμασκηνού, Λόγος εις Μεταμόρφωσιν).

Με συγκινεί βαθύτατα το πατρικό σας ενδιαφέρον, και η προσπάθειά σας να με σταματήσετε σ΄ έναν δρόμο που φοβάστε μήπως οδηγεί στόν πανθεϊσμό. 

Μου κάνει όμως εντύπωση ότι σάς σκανδάλισαν πράγματα που αποτελούν τη βάση πάνω στήν οποία η Εκκλησία μας στηρίζει την προσκύνηση των εικόνων. 

Το ότι η χάρη του Θεού αγίασε την υλική κτίση δεν βλέπω σε τι μπορεί να σκανδαλίσει έναν ορθόδοξο. 

Το ότι ο Θεός και η Κτίση έρχονται σε άμεση επαφή, μπορεί να μήν το παραδέχονται οι φράγκοι και οι προτεστάντες, για μας τους ορθοδόξους, όμως, είναι αλήθεια που κατέχει το κέντρο της πνευματικής μας ζωής. 

Δεν είναι μόνον οι Πατέρες που εδίδαξαν και αγωνίστηκαν για την κατοχύρωση αυτών των αληθειών, αλλά και η Εκκλησία απεφάνθη συνοδικώς την εποχή του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. 

Η χάρη του Θεού, που διεπότισε τη δημιουργία, δεν είναι κτίσμα, όπως θέλησαν να πούν οι φιλοσοφούντες δυτικοί, για να αποφύγουν τον πανθεϊσμό. 

Είναι άκτιστος ενέργεια του Θεού.
 

Ο Θεός απλώνει το χέρι Του στά πλάσματά του και περιμένει να του δώσουμε κι εμείς το δικό μας χέρι, για να μας πάρει κοντά του και να μας κάνει δικούς του

Δεν είναι πανθεϊσμός αυτό, γιατί δεν είναι η ουσία του Θεού που κοινωνεί με τα πλάσματά του, αλλά η ενέργειά του. 

«Όστις αγαπά με τους λόγους μου τηρήσει και ο Πατήρ μου αγαπήσει αυτόν και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ΄ αυτώ ποιήσωμεν». 

«Ουκ οίδατε ότι τα σώματα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματός εστίν;». 

Δεν συγχέεται ο Θεός με τη δημιουργία του, αλλά ούτε στέκεται μακρυά της. 


Ζεί μέσα στούς αγίους του και τους διαποτίζει τόσο έντονα η ενέργειά του, που και μετά τον θάνατό τους τα σώματα και τα οστά τους κάνουν θαύματα. 

Ακόμη και αυτές οι ξύλινες εικόνες τους είναι θαυματουργές. 

Αυτή είναι η δύναμη του Θεού των Χριστιανών και τέτοια είναι η αγάπη του προς εμάς τους αχαρίστους.




Με σεβασμό και αγάπη.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΣ

Β΄

Διάβασα προσεκτικά το σημείωμά σας και ευχαριστώ θερμώς.



Νομίζω ότι μπορούν να παρεξηγήσουν τα όσα έγραψα μόνον άνθρωποι, που θα τα διαβάσουν βιαστικά και επιπόλαια. Δεν είναι σωστό ότι «διατυπώνω επί το υπερβολικώτερον ορισμένες φράσεις». 

Απλώς υπογραμμίζω αλήθειες που έχουν ξεχαστεί. 

Αν πολλοί με παρεξηγήσουν, θα γίνει γιατί η νοοτροπία τους δεν έχει διαπλαστεί από την Ορθόδοξη πατερική παράδοση.

Γράφετε ότι η εξίσωση σ+ψ+π=α υπενθυμίζει το τρισύνθετο. 
Μα και βέβαια το υπενθυμίζει. 
Αυτό ακριβώς είχα στό νού μου όταν την έγραφα. 
Την πλάνη του τρισυνθέτου κατήγγειλα. 

Θέλω να δούν οι οπαδοί του Μακράκη, ότι είναι ορθολογιστές. 

Ότι δεν μπορούν να κάνουν εξισώσεις και να είναι ορθόδοξοι. 

Φιλόσοφοι είναι όσοι, είτε περί δισυνθέτου, είτε περί τρισυνθέτου ομιλούν.

Δισύνθετον, τρισύνθετον, συνθετικόν και πολυσύνθετον, με το νόημα που δίνουν αυτοί σ΄ αυτές τις λέξεις, δεν είναι πατερικές, αλλά ορθολογιστικές έννοιες. 

Ο άνθρωπος δεν περιγράφεται με εξισώσεις, προπαντός με αυτήν των Μακρακιστών, η οποία είναι το αποκορύφωμα του ορθολογισμού στή θεολογία. 

Η κατασκευή του ανθρώπου είναι «φοβερά τις και δυσερμήνευτος εξεικονίζουσα πολλά και απόκρυφα μυστήρια Θεού».

Γράφετε ότι η φράση μου: «οι εν τοίς μνήμασι υπήρχαν αλλά δεν είχαν ζωή», είναι άκρως υπερβολική υπενθυμίζουσα θνητοψυχισμό. 

Εάν συμβαίνει πράγματι κάτι τέτοιο, δεν πρέπει να κάνετε σ΄ εμένα την παρατήρηση, αλλά στόν συγγράψαντα το «Χριστός Ανέστη...» και στήν Εκκλησία, η οποία το έβαλε στή λατρεία. 

Μήπως εγώ λέγω τίποτε διαφορετικό; «Χριστός ανέστη εκ νεκρών... τοίς εν τοίς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος». 

Μήπως τους χάρισε κάτι που είχαν έτσι κι αλλιώς;

 Ο Χριστός ασφαλώς τους χάρισε κάτι που δεν είχαν: τη ζωή. 

Θα μπορούσε να παρεξηγήσει κανείς την Εκκλησία για θνητοψυχισμό; 

Γιατί να παρεξηγήσει, λοιπόν, εμένα που φρόντισα μάλιστα να τονίσω ότι οι εν τοίς μνήμασι, οι εν τω άδη, υπήρχαν; 
Υπήρχαν αλλά δεν είχαν ζωή. 

Τη ζωή, τους την χάρισε ο Χριστός διά της αναστάσεως. 

Σάς φαίνεται παράξενη αυτή η διάκριση μεταξύ υπάρξεως και ζωής; 

Και όμως η διάκριση αυτή είναι μια βαθύτατη χριστιανική αλήθεια.

Γράφετε ότι είσαστε σύμφωνος, ότι η ζωή στόν άδη ήταν πολύ χειρότερη από τη ζωή στή γή, αλλά αυτό συνέβαινε μόνον πρό Χριστού. Η αλήθεια είναι ότι αυτό δυστυχώς συμβαίνει και τώρα για όσους δεν είναι εν Χριστώ. 

Αλλά και όσοι είναι εν Χριστώ δεν είναι μετά το θάνατό τους όντα ολοκληρωμένα.

 Προγεύονται μόνο των αγαθών της αιωνίου ζωής, όπως εξ άλλου και μέχρις ενός σημείου προγεύονται των αγαθών αυτών και στήν παρούσα ζωή.

 Η ολοκλήρωσή τους θα γίνει μετά την ανάσταση των νεκρών, όταν θα τους ξαναδοθεί το σώμα τους αφθαρτοποιημένο, μέσα σε μία κτίση καινούργια όπου θα είναι πλέον «καινή η γή και καινοί οι ουρανοί».


Ο άνθρωπος υπάρχει πρό και μετά θάνατον μόνο γιατί το θέλει ο Θεός. 

Εάν έπαυε ο Θεός να μας κρατάει στήν ύπαρξη θα εξαφανιζόμασταν και δεν θα έμενε από μας ούτε σώμα, ούτε ψυχή, ούτε κάν η ανάμνηση. 

Θα υπάρχουμε αιωνίως, στήν αιώνιο ζωή ή στόν αιώνιο θάνατο — ανάλογα με την εκλογή που κάναμε — αλλά όχι γιατί είμαστε εκ φύσεως αίδιοι, αλλά γιατί έτσι θέλησε και έτσι υποσχέθηκε ο Θεός. 

Και η θέληση του Θεού είναι νόμος αμετάκλητος. «Ώμωσε Κύριος και ου μεταμεληθήσεται».

Γράφετε, επίσης, ότι υπάρχει πιθανότητα να παρεξηγηθούν οι φράσεις μου:

 «ο Θεός και η κτίση έρχονται σε άμεση επαφή» και «η Χάρις του Θεού διεπότισε τη δημιουργία» και να νομισθή ότι γενικεύοντας αυτό που θα συμβεί στόν άνθρωπο και επεκτείνοντάς το σε ολόκληρη την υλική δημιουργία, πέφτω στήν πλάνη να κηρύσσω τη θέωση της αλόγου κτίσεως.

Βεβαίως, όπως διαπιστώσατε κι εσείς, πουθενά δεν λέγω κάτι τέτοιο. 

Ο άνθρωπος θεώνεται κατά χάριν γιατί είναι λογικό όν, πλασμένο κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν του Θεού. 

Η άλογος κτίση δεν θεώνεται ακριβώς επειδή δεν έχει νού, δεν είναι πλασμένη κατ΄ εικόνα Θεού. 

Όμως δεν είναι γι΄ αυτήν χωρίς σημασία το έργο της Οικονομίας του Λόγου. 

Αν ο άνθρωπος θεούται, όμως και η κτίσις αφθαρτοποιείται και ανακαινίζεται. 

Το αναστηθέν σώμα του Κυρίου ως χούς, σαν ύλη αφθαρτοποιηθείσα, έγινε το πύρινο κέντρο της κτίσεως που, όταν έλθει το πλήρωμα του χρόνου, θα κατακαύσει τη φθορά που έφερε σ΄ αυτήν η πτώση του Αδάμ.

 Ο πρώτος Αδάμ έφερε στήν κτίση τη φθορά και το θάνατο. 

Ο δεύτερος Αδάμ της έφερε την αφθαρσία και την αιωνιότητα. 

Στόν άνθρωπο όμως έφερε κάτι περισσότερο, τη δυνατότητα της θεώσεως.

 Η άλογη κτίση δεν μπορεί να θεωθεί, όπως δεν μπορεί και να αμαρτήσει. 

Η άλογη κτίση δεν είναι ελεύθερη, δεν έχει νού. 

Ό,τι δεν μπορεί να αμαρτήσει, δεν μπορεί ούτε να θεωθεί.

 Η αφθαρσία και η αιωνιότητα δίδονται στή φύσημ στή φύση την άψυχη και στή φύση την έμψυχη, στή φύση την άλογη και στή φύση τη λογική. 

Γι΄ αυτό όλοι οι άνθρωποι θα αναστηθούν, όλοι θα αφθαρτοποιηθούν ανεξάρτητα από το αν υπήρξαν φίλοι ή εχθροί του Θεού, γιατί η φύση τους είναι μία και αδιάτμητος μονάς.

 Όμως η θέωση δεν δίδεται στή φύση. 

Δίδεται στά πρόσωπα, στά πρόσωπα τα ελεύθερα, στά πρόσωπα που θέλησαν να δεχθούν μέσα στήν καρδιά τους τον Θεό, στά πρόσωπα που, όταν εκείνος ήλθε και έκρουσε τη θύρα, την άνοιξαν και δέχθηκαν με ευφροσύνη και αγαλλίαση τον μεγάλο επισκέπτη και δείπνησαν μαζί του.

Με σεβασμό και αγάπη εν Χριστώ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΛΟΜΟΙΡΟΣ
.......................................................................................................................
Ο Χριστός Αναστήθηκε!

Σήκω, περιστέρι μου,   από καρέκλες,  καναπέδες, πολυθρόνες, ντιβάνια  (της αυτολύπησης, της κατάθλιψης, της κατηγόριας των άλλων, της άτιμης κενωνίας )
 κι έλα  να χαρείς...
Σήκω και έλα όπως είσαι!
Μην καθυστερείς ούτε λεφτό.
Είναι κρίμα να χάνεις  το Πάρτυ!

Ευανθία η Σαλογραία



(επανάληψη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου